Clinio Logo
Clinio
PROGRAF › ΠΧΠ

PROGRAF — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 4 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Prograf 5 mg/ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση.

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

1 ml πυκνού διαλύματος προς έγχυση περιέχει 5 mg τακρόλιμους.

Έκδοχα με γνωστή δράση: 200 mg υδρογονωμένου κικελαίου πολυοξυαιθυλενίου και 638 mg αλκοόλης αφυδατωμένης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση.

Το πυκνό διάλυμα είναι ένα άχρωμο διαυγές διάλυμα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος σε λήπτες αλλομοσχεύματος ήπατος, νεφρού ή καρδιάς.

Θεραπεία απόρριψης αλλομοσχεύματος ανθεκτικής στη θεραπεία με άλλα ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία με Prograf απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση από επαρκώς εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο προσωπικό. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να συνταγογραφείται και οι αλλαγές στην ανοσοκατασταλτική θεραπεία να γίνονται μόνο από ιατρούς με εμπειρία στην ανοσοκατασταλτική θεραπεία καθώς και στη διαχείριση μεταμοσχευθέντων ασθενών.

Γενικές εκτιμήσεις Οι συνιστώμενες αρχικές δόσεις που αναφέρονται παρακάτω έχουν σκοπό να λειτουργήσουν μόνο ως κατευθυντήρια γραμμή. Η δοσολογία του Prograf πρέπει κυρίως να βασίζεται στην κλινικές εκτιμήσεις της πιθανότητας απόρριψης και της ανοχής του κάθε ασθενή εξατομικευμένα υποστηριζόμενες από την παρακολούθηση των επιπέδων συγκέντρωσης στο αίμα (βλέπε παρακάτω για τα συνιστώμενα κατώτερα επίπεδα στο ολικό αίμα). Εάν εμφανισθούν κλινικά σημεία απόρριψης, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης της ανοσοκατασταλτικής αγωγής.

Το Prograf μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλεβίως ή από στόματος. Γενικά, η χορήγηση μπορεί να αρχίσει από το στόμα, εάν χρειασθεί, χορηγώντας το περιεχόμενο του καψακίου, διαλυμένο σε νερό, μέσω του ρινογαστρικού σωλήνα.

Το Prograf χορηγείται συνήθως σε συνδυασμό με άλλους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες κατά την αρχική μετεγχειρητική περίοδο. Η δόση του Prograf μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την ανοσοκατασταλτική αγωγή που έχει επιλεχθεί.

Δοσολογία Συνιστώμενη δοσολογία - Μεταμόσχευση ήπατος Η θεραπεία με Prograf από το στόμα πρέπει να αρχίζει με δόση 0,10-0,20 mg/kg/ημέρα χορηγούμενη σε δύο διαιρεμένες δόσεις (π.χ. πρωί και βράδυ). Η χορήγηση πρέπει να αρχίζει 12 ώρες περίπου μετά από την ολοκλήρωση της εγχείρησης.

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος – ενήλικες ενδοφλέβια δόση Εάν η δόση δεν μπορεί να χορηγηθεί από στόματος ως αποτέλεσμα της κλινικής κατάστασης του ασθενή, πρέπει να αρχίσει ενδοφλέβια χορήγηση με δόση 0,01-0,05 mg/kg/ημέρα σε 24ωρη συνεχή έγχυση.

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος –παιδιάαπό στόματος δόση Μία αρχική δόση 0,30 mg/kg/ημέρα από στόματος πρέπει να χορηγείται σε δύο διαιρεμένες δόσεις (π.χ. πρωί και βράδυ).

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος –παιδιάενδοφλέβια δόση Εάν η κλινική κατάσταση του ασθενούς δεν επιτρέπει τη χορήγηση από στόματος, μία αρχική ενδοφλέβια δόση 0,05 mg/kg/ημέρα πρέπει να χορηγείται σε 24ωρη συνεχή έγχυση.

Προσαρμογή της δόσης κατά τη μετα-μεταμοσχευτική περίοδο σε ενήλικες και παιδιά Η δόση του Prograf συνήθως μειώνεται κατά τη μετα-μεταμοσχευτική περίοδο. Σε μερικές περιπτώσεις είναι δυνατό να διακοπεί η συγχορηγούμενη ανοσοκατασταλτική αγωγή καταλήγοντας σε μονοθεραπεία με το Prograf. Μετα-μεταμοσχευτική βελτίωση της κατάστασης του ασθενή μπορεί να τροποποιήσει τη φαρμακοκινητική της τακρόλιμους και να καταστήσει απαραίτητες περαιτέρω προσαρμογές της δόσης.

Θεραπεία απόρριψης – ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς Αυξημένες δόσεις Prograf, συμπληρωματική θεραπεία με κορτικοστεροειδή και εισαγωγή σύντομων κύκλων θεραπείας με μονο/πολυ-κλωνικά αντισώματα έχουν χρησιμοποιηθεί για τη διαχείριση επεισοδίων απόρριψης. Εάν παρατηρηθούν σημεία τοξικότητας (π.χ. έντονες ανεπιθύμητες ενέργειες – βλέπε παράγραφο 4.8) η δόση του Prograf ενδέχεται να πρέπει να πρέπει να μειωθεί.

Για τη μετάβαση στο Prograf, η θεραπεία πρέπει να ξεκινά με την αρχική από στόματος δόση που συνιστάται για την πρωτογενή ανοσοκαταστολή.

Για πληροφορίες σχετικά με τη μετάβαση της θεραπείας από κυκλοσπορίνη σε Prograf, βλέπε παρακάτω στην παράγραφο «Προσαρμογές της δόσης σε ειδικούς πληθυσμούς».

Συνιστώμενη δοσολογία - Μεταμόσχευση νεφρού Η θεραπεία με Prograf από το στόμα πρέπει να αρχίζει με από στόματος δόση 0,20-0,30 mg/kg/ημέρα χορηγούμενη σε δύο διαιρεμένες δόσεις (π.χ. πρωί και βράδυ). Η χορήγηση πρέπει να αρχίσει εντός 24 ωρών από την ολοκλήρωση της εγχείρησης.

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος – ενήλικες ενδοφλέβια δόση Εάν η δόση δεν μπορεί να χορηγηθεί από το στόμα ως αποτέλεσμα της κλινικής κατάστασης του ασθενή, πρέπει να αρχίσει ενδοφλέβια θεραπεία με δόση 0,05-0,10 mg/kg/ημέρα σε 24ωρη συνεχή έγχυση.

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος –παιδιάαπό στόματος δόση Μια αρχική από στόματος δόση 0,30 mg/kg/ημέρα πρέπει να χορηγείται σε δύο διαιρεμένες δόσεις (π.χ. πρωί και βράδυ).

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος –παιδιάενδοφλέβια δόση Εάν η κλινική κατάσταση του ασθενή δεν επιτρέπει τη χορήγηση από στόματος, μία αρχική ενδοφλέβια δόση 0,075-0,100 mg/kg/ημέρα πρέπει να χορηγείται σε 24ωρη συνεχή έγχυση.

Προσαρμογή της δόσης κατά τη μετα-μεταμοσχευτική περίοδο σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς Η δόση του Prograf συνήθως μειώνεται κατά τη μετα-μεταμοσχευτική περίοδο. Σε μερικές περιπτώσεις είναι δυνατό να διακοπεί η συγχορηγούμενη ανοσοκατασταλτική αγωγή, καταλήγοντας σε διπλή θεραπεία με το Prograf. Μετα-μεταμοσχευτική βελτίωση της κατάστασης του ασθενή μπορεί να τροποποιήσει τη φαρμακοκινητική της τακρόλιμους και να καταστήσει απαραίτητες περαιτέρω προσαρμογές της δόσης.

Θεραπεία απόρριψης – ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς Αυξημένες δόσεις Prograf, συμπληρωματική θεραπεία με κορτικοστεροειδή και εισαγωγή σύντομων

κύκλων με μονο/πολυ-κλωνικά αντισώματα έχουν χρησιμοποιηθεί για τη διαχείριση επεισοδίων απόρριψης. Εάν παρατηρηθούν σημεία τοξικότητας (π.χ. έντονες ανεπιθύμητες ενέργειες – βλέπε παράγραφο 4.8), η δόση του Prograf ενδέχεται να πρέπει να μειωθεί.

Για τη μετάβαση στο Prograf, η θεραπεία πρέπει να ξεκινά με την αρχική από στόματος δόση που συνιστάται για την πρωτογενή ανοσοκαταστολή.

Για πληροφορίες για τη μετάβαση της θεραπείας από κυκλοσπορίνη σε Prograf, βλέπε παρακάτω στην παράγραφο «Προσαρμογές της δόσης σε ειδικούς πληθυσμούς».

Συνιστώμενη δοσολογία - Μεταμόσχευση καρδιάς Το Prograf μπορεί να χρησιμοποιηθεί με επαγωγή αντισωμάτων (επιτρέποντας καθυστέρηση στην έναρξη της θεραπείας με Prograf) ή εναλλακτικά σε κλινικά σταθερούς ασθενείς χωρίς επαγωγή αντισωμάτων.

Μετά την επαγωγή αντισωμάτων, η από στόματος θεραπεία με Prograf πρέπει να αρχίζει με δόση 0,075 mg/kg/ημέρα χορηγούμενη σε δύο διαιρεμένες δόσεις (π.χ. πρωί και βράδυ). Η χορήγηση πρέπει να αρχίζει εντός 5 ημερών από την ολοκλήρωση της εγχείρησης μόλις σταθεροποιηθεί η κλινική κατάσταση του ασθενή.

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος – ενήλικες ενδοφλέβια δόση Εάν η δόση δεν μπορεί να χορηγηθεί από στόματος ως αποτέλεσμα της κλινικής κατάστασης του ασθενή, πρέπει να ξεκινήσει ενδοφλέβια θεραπεία με δόση 0,01 έως 0,02 mg/kg/ημέρα ως συνεχής 24ωρη έγχυση.

Έχει δημοσιευθεί μια εναλλακτική στρατηγική όπου χορηγήθηκε από στόματος τακρόλιμους εντός 12 ωρών μετά τη μεταμόσχευση. Αυτή η προσέγγιση προορίζονταν για ασθενείς χωρίς οργανική δυσλειτουργία (π.χ. νεφρική δυσλειτουργία). Στην περίπτωση αυτή, χρησιμοποιήθηκε μία αρχική από στόματος δόση τακρόλιμους 2 έως 4 mg την ημέρα σε συνδυασμό με μυκοφαινολάτη μοφετίλη και κορτικοστεροειδή ή σε συνδυασμό με σιρόλιμους και κορτικοστεροειδή.

Προφύλαξη από την απόρριψη μοσχεύματος – παιδιά Το Prograf έχει χρησιμοποιηθεί με ή χωρίς επαγωγή αντισωμάτων σε παιδιατρική μεταμόσχευση καρδιάς. Σε ασθενείς χωρίς επαγωγή αντισωμάτων, εάν η θεραπεία με Prograf αρχίσει ενδοφλεβίως, η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 0,03-0,05 mg/kg/ημέρα σε 24ωρη συνεχή έγχυση με στόχο την επίτευξη επιπέδων συγκέντρωσης της τακρόλιμους στο ολικό αίμα 15-25 ng/ml. Οι ασθενείς πρέπει να μεταβαίνουν στη θεραπεία από στόματος μόλις αυτό είναι κλινικά εφικτό. Η πρώτη δόση της θεραπείας από στόματος πρέπει να είναι 0,30 mg/kg/ημέρα αρχίζοντας 8 έως 12 ώρες μετά τη διακοπή της ενδοφλέβιας θεραπείας.

Μετά την επαγωγή αντισωμάτων, εάν η θεραπεία με Prograf αρχίζει από στόματος, η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 0,10-0,30 mg/kg/ημέρα χορηγούμενη σε δύο διαιρεμένες δόσεις (π.χ. πρωί και βράδυ).

Προσαρμογή της δόσης κατά τη μετα-μεταμοσχευτική περίοδο σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς Οι δόσεις του Prograf συνήθως μειώνονται κατά τη μετα-μεταμοσχευτική περίοδο. Μετα- μεταμοσχευτική βελτίωση της κατάστασης του ασθενή μπορεί να τροποποιήσει τη φαρμακοκινητική της τακρόλιμους και να καταστήσει απαραίτητες περαιτέρω προσαρμογές της δόσης.

Θεραπεία απόρριψης – ενήλικες και παιδιά Αυξημένες δόσεις Prograf, συμπληρωματική θεραπεία με κορτικοστεροειδή και εισαγωγή σύντομων κύκλων με μονο-/πολυκλωνικά αντισώματα έχουν χρησιμοποιηθεί για τη διαχείριση επεισοδίων απόρριψης.

Σε ενήλικες ασθενείς που έχουν μεταβεί σε Prograf, πρέπει να χορηγηθεί μια αρχική δόση από στόματος 0,15 mg/kg/ημέρα χορηγούμενη σε δύο διαιρεμένες δόσεις (π.χ. πρωί και βράδυ).

Σε παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν μεταβεί σε Prograf, πρέπει να χορηγηθεί μια αρχική δόση από στόματος 0,20-0,30 mg/kg/ημέρα σε δύο διαιρεμένες δόσεις (π.χ. πρωί και βράδυ).

Για πληροφορίες σχετικά με τη μετάβαση της θεραπείας από κυκλοσπορίνη σε Prograf, βλέπε

παρακάτω στην παράγραφο «Προσαρμογές της δόσης σε ειδικούς πληθυσμούς».

Συνιστώμενη δοσολογία - Θεραπεία απόρριψης, άλλα αλλομοσχεύματα Οι δοσολογικές συστάσεις για μεταμόσχευση πνεύμονα, παγκρέατος και εντέρου βασίζονται σε περιορισμένα δεδομένα προοπτικών κλινικών δοκιμών. Σε ασθενείς με μεταμόσχευση πνεύμονα, το Prograf έχει χρησιμοποιηθεί σε αρχική από στόματος δόση 0,10-0,15 mg/kg/ημέρα, σε ασθενείς με μεταμόσχευση παγκρέατος σε αρχική από στόματος δόση 0,2 mg/kg/ημέρα και με μεταμόσχευση εντέρου σε αρχική από στόματος δόση 0,3 mg/kg/ημέρα.

Προσαρμογές της δοσολογίας σε ειδικούς πληθυσμούς Ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας Ενδέχεται να είναι αναγκαία μείωση της δόσης σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ώστε να διατηρηθούν τα κατώτερα επίπεδα συγκέντρωσης του αίματος εντός των συνιστώμενων ορίων.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης αφού η φαρμακοκινητική της τακρόλιμους δεν επηρεάζεται από την νεφρική λειτουργία. Ωστόσο, λόγω της πιθανής νεφροτοξικής δράσης της τακρόλιμους, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένων διαδοχικών μετρήσεων των συγκεντρώσεων της κρεατινίνης του ορού, υπολογισμού της κάθαρσης της κρεατινίνης και παρακολούθησης της παραγωγής των ούρων).

Παιδιατρικός πληθυσμός Γενικά, ο παιδιατρικός πληθυσμός απαιτεί δόσεις 1½ -2 φορές υψηλότερες από τις δόσεις των ενηλίκων ώστε να επιτευχθούν παρόμοια επίπεδα στο αίμα.

Ηλικιωμένοι Δεν υπάρχουν επί του παρόντος διαθέσιμα στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι η δόση πρέπει να προσαρμόζεται στους ηλικιωμένους.

Μετάβαση από κυκλοσπορίνη Πρέπει να δίδεται προσοχή σε περίπτωση μετάβασης ασθενών από θεραπεία με βάση την κυκλοσπορίνη σε θεραπεία με βάση το Prograf (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5). Η θεραπεία με Prograf πρέπει να αρχίζει αφού έχουν ληφθεί υπόψη οι συγκεντρώσεις κυκλοσπορίνης στο αίμα και η κλινική κατάσταση του ασθενή. Η χορήγηση πρέπει να καθυστερεί όταν τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο αίμα είναι υψηλά. Στην πράξη, έχει γίνει έναρξη θεραπείας με Prograf 12-24 ώρες μετά τη διακοπή της κυκλοσπορίνης. Η παρακολούθηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στο αίμα πρέπει να συνεχίζεται και μετά τη μετάβαση επειδή η κάθαρση της κυκλοσπορίνης μπορεί να επηρεασθεί.

Συνιστώμενα κατώτερα επίπεδα στo ολικό αίμα Η δόση πρέπει κυρίως να βασίζεται σε κλινικές εκτιμήσεις της πιθανότητας απόρριψης και της ανοχής του κάθε ασθενή εξατομικευμένα.

Για την υποβοήθηση της βελτιστοποίησης της δόσης, υπάρχουν διάφορες ανοσολογικές μέθοδοι για τον προσδιορισμό των συγκεντρώσεων τακρόλιμους στο ολικό αίμα συμπεριλαμβανομένης μιας ημι- αυτόματης ανοσολογικής μεθόδου μικροσωμικού ενζύμου (ΜΕΙΑ). Η σύγκριση των συγκεντρώσεων που αναφέρονται στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία και των μεμονωμένων τιμών που παρατηρούνται στην κλινική πράξη πρέπει να γίνει με προσοχή και γνώση των εφαρμοζόμενων μεθόδων προσδιορισμού. Στη σύγχρονη κλινική πράξη, η παρακολούθηση των επιπέδων συγκέντρωσης στο ολικό αίμα γίνεται με ανοσολογικές μεθόδους.

Οι κατώτερες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο αίμα πρέπει να παρακολουθούνται κατά την μετα- μεταμοσχευτική περίοδο. Σε από στόματος χορήγηση, τα κατώτερα επίπεδα συγκέντρωσης στο αίμα πρέπει να μετρούνται 12 ώρες περίπου μετά τη χορήγηση, λίγο πριν την επόμενη δόση. Η συχνότητα της παρακολούθησης των επιπέδων στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις κλινικές ανάγκες. Καθώς η τακρόλιμους είναι ουσία με χαμηλή κάθαρση, ενδέχεται μετά από προσαρμογή στο θεραπευτικό σχήμα του Prograf να απαιτηθούν αρκετές ημέρες μέχρι να γίνουν εμφανείς οι αλλαγές στα επίπεδα

του αίματος. Τα κατώτερα επίπεδα συγκέντρωσης στο αίμα πρέπει να παρακολουθούνται περίπου δύο φορές την εβδομάδα κατά το πρώιμο μετα-μεταμοσχευτικό στάδιο και έπειτα περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης. Τα κατώτερα επίπεδα συγκέντρωσης της τακρόλιμους στο αίμα πρέπει επίσης να παρακολουθούνται μετά από προσαρμογή της δόσης, αλλαγές του ανοσοκατασταλτικού σχήματος, ή συγχορήγηση ουσιών που μπορεί να διαφοροποιήσουν τις συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα (βλέπε παράγραφο 4.5).

Ανάλυση των αποτελεσμάτων κλινικών μελετών υποδεικνύει ότι η πλειονότητα των ασθενών μπορεί να αντιμετωπισθεί επιτυχώς εάν τα κατώτερα επίπεδα συγκέντρωσης της τακρόλιμους στο αίμα διατηρηθούν κάτω από 20 ng/ml. Είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη η κλινική κατάσταση του ασθενή όταν ερμηνεύονται τα επίπεδα στο ολικό αίμα.

Στην κλινική πράξη, τα κατώτερα επίπεδα στο ολικό αίμα έχουν κυμανθεί γενικά από 5-20 ng/ml στους λήπτες ηπατικού μοσχεύματος και 10-20 ng/ml στους λήπτες νεφρικού και καρδιακού μοσχεύματος κατά το πρώιμο μετα-μεταμοσχευτικό στάδιο. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης, οι συγκεντρώσεις στο αίμα έχουν βρεθεί γενικά μεταξύ 5-15 ng/ml στους λήπτες ηπατικών, νεφρικών και καρδιακών μοσχευμάτων.

Τρόπος χορήγησης To πυκνό διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται για ενδοφλέβια έγχυση μόνο μετά από αραίωση με κατάλληλο μέσο. Η συγκέντρωση ενός διαλύματος για έγχυση θα πρέπει να είναι της τάξεως των 0,004-0,100 mg/ml. Ο συνολικός όγκος της έγχυσης κατά τη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου πρέπει να είναι της τάξεως των 20-500 ml. Το διάλυμα δεν θα πρέπει να δίνεται σε bolus ένεση (βλέπε παράγραφο 6.6).

Διάρκεια χορήγησης Η μετάβαση από την ενδοφλέβια στην από στόματος χορήγηση πρέπει να γίνει μόλις η κατάσταση του ασθενή το επιτρέψει. Η θεραπεία με ενδοφλέβια έγχυση δεν πρέπει να συνεχίζεται για περισσότερο από 7 ημέρες.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στην τακρόλιμους ή άλλες μακρολίδες.

Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 - συγκεκριμένα στο υδρογονωμένο κικέλαιο πολυοξυαιθυλενίου ή χημικώς συγγενείς ουσίες.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Στην αρχική μετα-μεταμοσχευτική περίοδο, οι ακόλουθες παράμετροι πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτική βάση: αρτηριακή πίεση, ΗΚΓ, νευρολογική και οφθαλμολογική κατάσταση, επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα σε νηστεία, ηλεκτρολύτες (ιδιαίτερα το κάλιο), έλεγχοι ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας, αιματολογικές παράμετροι, τιμές πηκτικότητας και προσδιορισμός των πρωτεϊνών του πλάσματος. Εάν παρατηρηθούν κλινικά σημαντικές αλλαγές, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογών του ανοσοκατασταλτικού σχήματος.

Ουσίες με δυνατότητα αλληλεπίδρασης Οι αναστολείς ή οι επαγωγείς του CYP3A4 θα πρέπει να συγχορηγούνται με την τακρόλιμους μόνο αφού ζητηθεί συμβουλή από ιατρό ειδικό στις μεταμοσχεύσεις, λόγω του ενδεχομένου οι αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων να προκαλέσουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της απόρριψης ή της τοξικότητας (βλέπε παράγραφο 4.5).

Αναστολείς του CYP3A4 Η ταυτόχρονη χρήση με αναστολείς CYP3A4 μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της νεφροτοξικότητας, της νευροτοξικότητας και της παράτασης του διαστήματος QT. Συνιστάται να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών αναστολέων CYP3A4 (όπως η ριτοναβίρη, η κομπισιστάτη, η κετοκοναζόλη, η ιτρακοναζόλη, η ποσακοναζόλη, η βορικοναζόλη, η τελιθρομυκίνη, η κλαριθρομυκίνη ή η ιοσαμυκίνη) με την τακρόλιμους. Εάν δεν είναι εφικτό να αποφευχθεί, τα επίπεδα συγκέντρωσης της τακρόλιμους στο αίμα θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά, αρχίζοντας από τις πρώτες λίγες ημέρες της συγχορήγησης, υπό την επίβλεψη ιατρού ειδικού στις

μεταμοσχεύσεις, έτσι ώστε να προσαρμοστεί κατάλληλα η δόση της τακρόλιμους, εφόσον απαιτείται, με σκοπό να διατηρηθεί παρόμοια έκθεση στην τακρόλιμους. Η νεφρική λειτουργία, το ΗΚΓ, συμπεριλαμβανομένου του διαστήματος QT, και η κλινική κατάσταση του ασθενούς θα πρέπει επίσης να παρακολουθούνται στενά.

Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κατάσταση κάθε μεμονωμένου ασθενούς. Μπορεί να απαιτηθεί μια άμεση μείωση της δόσης κατά τον χρόνο της έναρξης της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.5).

Παρομοίως, η διακοπή των αναστολέων του CYP3A4 μπορεί να επηρεάσει τον ρυθμό του μεταβολισμού της τακρόλιμους, οδηγώντας έτσι σε υποθεραπευτικά επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα και, συνεπώς, απαιτεί στενή παρακολούθηση και επίβλεψη ιατρού ειδικού στις μεταμοσχεύσεις.

Επαγωγείς του CYP3A4 Η ταυτόχρονη χρήση με επαγωγείς του CYP3A4 μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα, αυξάνοντας δυνητικά τον κίνδυνο απόρριψης του μοσχεύματος. Συνιστάται να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 (όπως η ριφαμπικίνη, η φαινυτοΐνη, η καρβαμαζεπίνη) με την τακρόλιμους. Εάν δεν είναι εφικτό να αποφευχθεί, τα επίπεδα της τακρόλιμους θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά, αρχίζοντας από τις πρώτες λίγες ημέρες της συγχορήγησης, υπό την επίβλεψη ιατρού ειδικού στις μεταμοσχεύσεις, για να προσαρμοστεί η δόση της τακρόλιμους, εφόσον απαιτείται, για να διατηρηθεί παρόμοια έκθεση στην τακρόλιμους. Η λειτουργία του μοσχεύματος θα πρέπει επίσης να παρακολουθείται στενά (βλέπε παράγραφο 4.5).

Παρομοίως, η διακοπή των επαγωγέων του CYP3A4 μπορεί να επηρεάσει τον ρυθμό του μεταβολισμού της τακρόλιμους, οδηγώντας έτσι σε υπερθεραπευτικά επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα και, συνεπώς, απαιτεί στενή παρακολούθηση και επίβλεψη ιατρού ειδικού στις μεταμοσχεύσεις.

P-γλυκοπρωτεΐνη Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση τακρόλιμους με φάρμακα που αναστέλλουν την P- γλυκοπρωτεΐνη, καθώς ενδέχεται να παρατηρηθεί αύξηση στα επίπεδα της τακρόλιμους. Τα επίπεδα της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και η κλινική κατάσταση του ασθενούς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Ενδέχεται να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης της τακρόλιμους (βλ.

παράγραφο 4.5).

Σκευάσματα φυτικής προέλευσης Τα σκευάσματα φυτικής προέλευσης που περιέχουν St. John’s wort (Hypericum perforatum) ή άλλα σκευάσματα φυτικής προέλευσης πρέπει να αποφεύγονται όταν λαμβάνεται το Prograf λόγω του κινδύνου αλληλεπιδράσεων που οδηγούν είτε σε μείωση των συγκεντρώσεων της τακρόλιμους στο αίμα και μειωμένο κλινικό αποτέλεσμα της τακρόλιμους, ή σε αύξηση των συγκεντρώσεων της τακρόλιμους στο αίμα και του κινδύνου τοξικότητας της τακρόλιμους (βλέπε παράγραφο 4.5).

Λοιπές αλληλεπιδράσεις Η συνδυασμένη χορήγηση κυκλοσπορίνης και τακρόλιμους πρέπει να αποφεύγεται και πρέπει να δίδεται προσοχή όταν χορηγείται τακρόλιμους σε ασθενείς που έχουν προηγουμένως λάβει κυκλοσπορίνη (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.5).

Θα πρέπει να αποφεύγεται η υψηλή πρόσληψη καλίου ή τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά (βλέπε παράγραφο 4.5)

Ορισμένοι συνδυασμοί της τακρόλιμους με φάρμακα γνωστής νευροτοξικής δράσης μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αυτών των δράσεων (βλέπε παράγραφο 4.5).

Εμβολιασμός Τα ανοσοκατασταλτικά μπορεί να επηρεάσουν την απόκριση σε εμβολιασμό και οι εμβολιασμοί μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τακρόλιμους. Η χρήση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων πρέπει να αποφεύγεται.

Νεφροτοξικότητα Η τακρόλιμους μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση. Οξεία νεφρική δυσλειτουργία χωρίς ενεργή παρέμβαση μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια νεφρική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας τους θα πρέπει να υποβάλλονται σε στενή παρακολούθηση, καθώς μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί η δοσολογία της τακρόλιμους. Ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας μπορεί να αυξηθεί, όταν η τακρόλιμους χορηγείται ταυτόχρονα με φάρμακα που σχετίζονται με νεφροτοξικότητα (βλέπε παράγραφο 4.5). Η ταυτόχρονη χρήση της τακρόλιμους με φάρμακα που είναι γνωστό ότι έχουν νεφροτοξικές επιδράσεις θα πρέπει να αποφεύγεται. Όταν δεν είναι εφικτό να αποφευχθεί η συγχορήγηση, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά τα κατώτερα επίπεδα συγκέντρωσης της τακρόλιμους στο αίμα και η νεφρική λειτουργία, ενώ θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δοσολογίας σε περίπτωση εμφάνισης νεφροτοξικότητας.

Γαστρεντερικές διαταραχές Έχει αναφερθεί διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με τακρόλιμους. Δεδομένου ότι η διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα είναι ένα ιατρικά σημαντικό σύμβαμα που μπορεί να οδηγήσει σε μια απειλητική για τη ζωή ή σοβαρή κατάσταση, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο κατάλληλης θεραπείας αμέσως μετά την εμφάνιση ύποπτων συμπτωμάτων ή σημείων.

Επειδή τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα μπορεί να μεταβληθούν σημαντικά κατά τη διάρκεια επεισοδίων διάρροιας, συνιστάται επιπλέον παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της τακρόλιμους κατά τη διάρκεια επεισοδίων διάρροιας.

Καρδιακές διαταραχές Σε σπάνιες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί κοιλιακή υπερτροφία ή υπερτροφία του διαφράγματος αναφερόμενες ως μυοκαρδιοπάθειες. Οι περισσότερες περιπτώσεις ήταν αναστρέψιμες και παρατηρήθηκαν κυρίως σε παιδιά με κατώτερες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο αίμα πολύ υψηλότερες από τα συνιστώμενα ανώτατα όρια. Άλλοι παράγοντες που παρατηρήθηκε ότι αύξησαν τον κίνδυνο εμφάνισης αυτών των κλινικών καταστάσεων περιλαμβάνουν προϋπάρχουσα καρδιοπάθεια, χρήση κορτικοστεροειδών, υπέρταση, νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, λοιμώξεις, υπερφόρτωση με υγρά και οίδημα. Ως εκ τούτου, ασθενείς υψηλού κινδύνου, ιδιαίτερα μικρά παιδιά και εκείνοι που υποβάλλονται σε ισχυρή ανοσοκατασταλτική θεραπεία, πρέπει να παρακολουθούνται με ηχοκαρδιογράφημα ή ΗΚΓ πριν και μετά τη μεταμόσχευση (π.χ. αρχικά στους τρεις μήνες και μετά στους 9-12 μήνες). Αν εμφανισθούν ανωμαλίες, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης του Prograf, ή αλλαγής της θεραπείας σε κάποιον άλλον ανοσοκατασταλτικό παράγοντα. Η τακρόλιμους μπορεί να παρατείνει το διάστημα QT και μπορεί να προκαλέσει κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsades de pointes). Πρέπει να δίδεται προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμίες και διαταραχές των ηλεκτρολυτών. Πρέπει να δίδεται επίσης προσοχή σε ασθενείς που έχουν διαγνωσθεί ή υπάρχει υποψία ότι έχουν Συγγενές Σύνδρομο Μακρού QT ή επίκτητη παράταση του διαστήματος QT ή ασθενείς που λαμβάνουν συγχορηγούμενες αγωγές που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT, προκαλούν διαταραχές των ηλεκτρολυτών ή είναι γνωστό ότι αυξάνουν την έκθεση στην τακρόλιμους (βλέπε παράγραφο 4.5).

Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές και κακοήθειες Έχει αναφερθεί ότι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με Prograf ανέπτυξαν λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές συσχετιζόμενες με τον ιό Εpstein-Barr (EBV) και άλλες κακοήθειες, συμπεριλαμβανομένων των καρκίνων του δέρματος και του σαρκώματος Kaposi (βλέπε παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς που μετέβησαν σε θεραπεία με Prograf δεν πρέπει να υποβάλλονται συγχρόνως σε αντι- λεμφοκυτταρική θεραπεία. Πολύ μικρά παιδιά (<2 ετών) αρνητικά στο αντιγόνο του ιού EBV-VCA διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης λεμφοβλαστικών διαταραχών. Επομένως, σε αυτή την κατηγορία ασθενών, θα πρέπει να επιβεβαιώνεται ο ορολογικός έλεγχος ως προς τα EBV-VCA αντισώματα πριν από την έναρξη της θεραπείας με Prograf. Επίσης συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση με EBV-PCR κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι θετικοί έλεγχοι EBV-PCR

ενδέχεται να εμμείνουν για μήνες και δεν αποτελούν αφ’ εαυτού ένδειξη λεμφοβλαστικής νόσου ή λεμφώματος.

Το σάρκωμα Kaposi, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών με επιθετικές μορφές της νόσου και θανατηφόρο έκβαση, έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν τακρόλιμους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει παρατηρηθεί ύφεση του σαρκώματος Kaposi μετά τη μείωση της έντασης της ανοσοκαταστολής.

Όπως και με άλλους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, λόγω του δυνητικού κινδύνου κακοήθων δερματικών αλλοιώσεων, η έκθεση στο ηλιακό φως και την υπεριώδη ακτινοβολία πρέπει να περιορίζεται με χρήση προστατευτικών ρούχων και αντιηλιακού με υψηλό δείκτη προστασίας.

Όπως και με άλλες ισχυρές ανοσοκατασταλτικές ουσίες, ο κίνδυνος δευτεροπαθούς καρκίνου είναι άγνωστος.

Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειας (PRES)

Έχει αναφερθεί ότι ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με τακρόλιμους ανέπτυξαν σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειας (PRES). Εάν ασθενείς που λαμβάνουν τακρόλιμους παρουσιάσουν συμπτώματα που υποδεικνύουν PRES όπως κεφαλαλγία, αλλαγές στη διανοητική κατάσταση, επιληπτικές κρίσεις και διαταραχές της όρασης, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ακτινολογική εξέταση (π.χ MRI). Εφόσον διαγνωσθεί το PRES, συνιστάται επαρκής έλεγχος της αρτηριακής πίεσης και άμεση διακοπή της συστημικής τακρόλιμους. Οι περισσότεροι ασθενείς ανακάμπτουν πλήρως μετά από τη λήψη κατάλληλων μέτρων.

Διαταραχές του οφθαλμού Έχουν αναφερθεί διαταραχές του οφθαλμού, που ορισμένες φορές εξελίχθηκαν σε απώλεια όρασης, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τακρόλιμους. Ορισμένα περιστατικά αναφέρθηκαν σε απόφαση σχετικά με τη μετάβαση σε εναλλακτική ανοσοκαταστολή. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ώστε να αναφέρουν μεταβολές στην οπτική οξύτητα, μεταβολές στην οπτική αντίληψη χρωμάτων, θαμπή όραση ή έλλειμμα στα οπτικά πεδία και σε τέτοιες περιπτώσεις συνιστάται άμεση αξιολόγηση με παραπομπή σε οφθαλμίατρο, κατά περίπτωση.

Λοιμώξεις συμπεριλαμβανομένων ευκαιριακών λοιμώξεων Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά, συμπεριλαμβανομένου του Prograf διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης λοιμώξεων και ευκαιριακών λοιμώξεων (βακτηριακών, μυκητιασικών, ιογενών και πρωτοζωικών) όπως η CMV λοίμωξη, η νεφροπάθεια που συσχετίζεται με τον ιό ΒΚ και η προοδευτική πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML) που συσχετίζεται με τον ιό JC. Οι ασθενείς διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων από ιογενή ηπατίτιδα (για παράδειγμα, επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας B και C και εκ νέου λοίμωξη, καθώς και από ηπατίτιδα Ε, η οποία μπορεί να καταστεί χρόνια). Αυτές οι λοιμώξεις συχνά σχετίζονται με υψηλό ολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο και μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρές ή θανατηφόρες καταστάσεις συμπεριλαμβανομένης της απόρριψης μοσχεύματος, τις οποίες οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να λάβουν υπόψη κατά τη διαφορική διάγνωση σε ασθενείς με επιδεινούμενη ηπατική ή νεφρική λειτουργία ή νευρολογικά συμπτώματα. Η πρόληψη και η αντιμετώπιση πρέπει να είναι σύμφωνες με την κατάλληλη κλινική καθοδήγηση.

Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια (TMA) [συμπεριλαμβανομένων του αιμολυτικού ουραιμικού συνδρόμου (HUS) και της θρομβωτικής θρομβοπενικής πορφύρας (TTP)] Η διάγνωση της TMA, συμπεριλαμβανομένων της θρομβωτικής θρομβοπενικής πορφύρας (TTP) και του αιμολυτικού ουραιμικού συνδρόμου (HUS), που μερικές φορές οδηγεί σε νεφρική ανεπάρκεια ή θανατηφόρο έκβαση, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε ασθενείς που παρουσιάζουν αιμολυτική αναιμία, θρομβοπενία, κόπωση, κυμαινόμενη νευρολογική εκδήλωση, νεφρική δυσλειτουργία και πυρετό. Εάν διαγνωστεί TMA, απαιτείται άμεση θεραπεία και η διακοπή της τακρόλιμους θα πρέπει να εξετάζεται κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού.

Η ταυτόχρονη χορήγηση τακρόλιμους με έναν θηλαστικό στόχο του αναστολέα ραπαμυκίνης (mTOR)

(π.χ. σιρόλιμους, εβερόλιμους) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο θρομβωτικής μικροαγγειοπάθειας

(συμπεριλαμβανομένων του αιμολυτικού ουραιμικού συνδρόμου και της θρομβωτικής θρομβοπενικής πορφύρας).

Αμιγής ερυθροκυτταρική απλασία Σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με τακρόλιμους, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αμιγούς ερυθροκυτταρικής απλασίας (PRCA). Όλοι οι ασθενείς ανέφεραν παράγοντες κινδύνου για την PRCA όπως λοίμωξη από παρβοϊό Β19, υποκείμενη νόσο ή συγχορηγούμενες φαρμακευτικές αγωγές που συσχετίζονται με την PRCA.

Ειδικοί πληθυσμοί Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σε μη Καυκάσιους ασθενείς και σε ασθενείς με αυξημένο ανοσολογικό κίνδυνο (π.χ. επαναμεταμόσχευση, ένδειξη πάνελ αντιδραστικών αντισωμάτων (Panel Reactive Antibodies, PRA).

Η μείωση της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2).

Έκδοχα Το Prograf 5 mg/ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση περιέχει πολυοξυαιθυλένο κικέλαιο υδρογονωμένο, το οποίο έχει αναφερθεί ότι προκαλεί αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Γι’ αυτό απαιτείται προσοχή σε ασθενείς που ήδη έχουν λάβει σκευάσματα που περιέχουν παράγωγα του πολυοξυαιθυλένο κικελαίου είτε μέσω ενδοφλέβιας ένεσης ή έγχυσης, καθώς και σε ασθενείς με αλλεργική προδιάθεση. Ο κίνδυνος εμφάνισης αναφυλαξίας μπορεί να μειωθεί με αργή έγχυση του ανασυσταθέντος Prograf 5 mg/ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ή με προηγούμενη χορήγηση ενός αντιισταμινικού φαρμάκου. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια των 30 πρώτων λεπτών της έγχυσης για πιθανή αναφυλακτοειδή αντίδραση.

Αυτό το φάρμακο περιέχει 638 mg αλκοόλης (αιθανόλης) σε 5mg/ml διαλύματος ενδοφλέβιας έγχυσης που είναι ισοδύναμα με 16 ml μπύρας ή 7 ml κρασιού. Η μικρή ποσότητα αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δεν θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.

Εάν το ανασυσταθέν Prograf 5 mg/ml, πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση χορηγηθεί εκ παραδρομής είτε ενδοαρτηριακώς είτε περιαγγειακώς, μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό στο σημείο της ένεσης.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Μεταβολικές αλληλεπιδράσεις Η συστηματικά διαθέσιμη τακρόλιμους μεταβολίζεται μέσω του ηπατικού CYΡ3Α4. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις μεταβολισμού στο γαστρεντερικό σύστημα μέσω του CYΡ3Α4 του εντερικού τοιχώματος. Η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων ή φαρμάκων φυτικής προέλευσης που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν ή επάγουν το CYP3A4 μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό της τακρόλιμους και συνακόλουθα να αυξήσει ή να μειώσει τα επίπεδα συγκέντρωσης της τακρόλιμους στο αίμα.

Παρομοίως, η διακοπή αυτών των προϊόντων ή των φαρμάκων φυτικής προέλευσης μπορεί να επηρεάσει τον ρυθμό του μεταβολισμού της τακρόλιμους και συνεπώς τα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα.

Μελέτες φαρμακοκινητικής έχουν υποδείξει ότι η αύξηση των επιπέδων της τακρόλιμους στο αίμα κατά τη συγχορήγηση με αναστολείς του CYP3A4 είναι αποτέλεσμα, κυρίως, της αύξησης της βιοδιαθεσιμότητας της από στόματος τακρόλιμους, λόγω της αναστολής του μεταβολισμού στο γαστρεντερικό σύστημα. Η επίδραση στην ηπατική κάθαρση είναι λιγότερο έκδηλη.

Συνιστάται έντονα στενή παρακολούθηση των επιπέδων συγκέντρωσης της τακρόλιμους στο αίμα, υπό την επίβλεψη ιατρού ειδικού στις μεταμοσχεύσεις, καθώς και η παρακολούθηση της λειτουργίας του μοσχεύματος, της παράτασης του διαστήματος QT (ΗΚΓ), της νεφρικής λειτουργίας και άλλων ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης της νευροτοξικότητας, όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα ουσίες που μπορούν να τροποποιήσουν το μεταβολισμό μέσω του CYP3A4 καθώς και η κατάλληλη προσαρμογή ή διακοπή της δόσης της τακρόλιμους, εφόσον απαιτείται, προκειμένου να

διατηρηθεί παρόμοια έκθεση στην τακρόλιμους (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4). Παρομοίως, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη χρήση τακρόλιμους ταυτόχρονα με πολλαπλές ουσίες που επηρεάζουν το CYP3A4, καθώς οι επιδράσεις από την έκθεση στην τακρόλιμους μπορεί να ενισχυθούν ή να εξουδετερωθούν.

Τα φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν επιδράσεις στην τακρόλιμους παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. Τα παραδείγματα των φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων δεν προορίζονται να είναι πλήρη ή ολοκληρωμένα και συνεπώς θα πρέπει να συμβουλεύεστε την επισήμανση κάθε φαρμάκου που συγχορηγείται με την τακρόλιμους για πληροφορίες σχετικά με την οδό μεταβολισμού, τις οδούς αλληλεπίδρασης, τους πιθανούς κινδύνους και τις συγκεκριμένες ενέργειες που πρέπει να λαμβάνονται σε σχέση με τη συγχορήγηση.

Φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν επιδράσεις στην τακρόλιμους

Κατηγορία ή όνομα φαρμάκου/ουσίαςΕπίδραση αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκωνΣυστάσεις σχετικά με τη συγχορήγηση
Γκρέιπφρουτ ή χυμός γκρέιπφρουτΜπορεί να αυξήσει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. νευροτοξικότητας, παράτασης του διαστήματος QT) [βλέπε παράγραφο 4.4].Αποφύγετε το γκρέιπφρουτ ή τον χυμό γκρέιπφρουτ.
ΚυκλοσπορίνηΜπορεί να αυξήσει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα. Επιπρόσθετα, μπορεί να παρουσιαστούν συνεργικές/αθροιστικές νεφροτοξικές δράσεις.Η ταυτόχρονη χρήση κυκλοσπορίνης και τακρόλιμους θα πρέπει να αποφεύγεται [βλέπε παράγραφο 4.4].
Προϊόντα που είναι γνωστό ότι έχουν νεφροτοξικές ή νευροτοξικές επιδράσεις: αμινογλυκοσίδες, αναστολείς της γυράσης, βανκομυκίνη, σουλφαμεθοξαζόλη + τριμεθοπρίμη, ΜΣΑΦ, γκανσικλοβίρη, ακυκλοβίρη, αμφοτερικίνη Β, ιβουπροφαίνη, σιδοφοβίρη, φοσκαρνέτηΜπορεί να ενισχύσουν τις νεφροτοξικές ή νευροτοξικές επιδράσεις της τακρόλιμους.Η ταυτόχρονη χρήση της τακρόλιμους με φάρμακα που είναι γνωστό ότι έχουν νεφροτοξικές επιδράσεις θα πρέπει να αποφεύγεται. Όταν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, παρακολουθείτε τη νεφρική λειτουργία και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες και προσαρμόστε τη δόση της τακρόλιμους, εάν απαιτείται.
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4: αντιμυκητιασικοί παράγοντες (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη), τα μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. τελιθρομυκίνη, τρολεανδρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ιοσαμυκίνη), αναστολείς της HIV πρωτεάσης (π.χ. ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, σακουιναβίρη), αναστολείς της ΗCV πρωτεάσης (π.χ. τελαπρεβίρη, βοσεπρεβίρη και ο συνδυασμόςΜπορεί να αυξήσει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. νεφροτοξικότητας, νευροτοξικότητας, παράτασης του διαστήματος QT), που απαιτεί στενή επιτήρηση [βλέπε παράγραφο 4.4]Συνιστάται να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση. Εάν δεν είναι εφικτό να αποφευχθεί η συγχορήγηση ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, εξετάστε το ενδεχόμενο να παραλείψετε τη δόση της τακρόλιμους την ημέρα έναρξης του ισχυρού αναστολέα CYP3A4. Ξεκινήστε και πάλι την τακρόλιμους την επόμενη ημέρα σε μειωμένη δόση με βάση τις συγκεντρώσεις της τακρόλιμους
Κατηγορία ή όνομα φαρμάκου/ουσίαςΕπίδραση αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκωνΣυστάσεις σχετικά με τη συγχορήγηση
ομπιτασβίρης και παρατιπρεβίρης με ριτοναβίρη, όταν χρησιμοποιείται με και χωρίς ντασαμπουβίρη), νεφαζοδόνη, τον φαρμακοκινητικό ενισχυτή κομπισιστάτη και τους αναστολείς κινάσης ιδελαλισίμπη, σεριτινίμπη. Ισχυρές αλληλεπιδράσεις έχουν επίσης παρατηρηθεί με το μακρολιδικό αντιβιοτικό ερυθρομυκίνη.Μπορεί να παρατηρηθούν ταχείες και έντονες αυξήσεις στα επίπεδα της τακρόλιμους, ακόμη και εντός 1-3 ημερών μετά τη συγχορήγηση, παρά την άμεση μείωση της δόσης της τακρόλιμους. Η συνολική έκθεση στην τακρόλιμους μπορεί να αυξηθεί > 5 φορές. Όταν συγχορηγούνται συνδυασμοί ριτοναβίρης, η έκθεση στην τακρόλιμους μπορεί να αυξηθεί > 50 φορές. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν μείωση της δόσης της τακρόλιμους, ενώ ενδεχομένως να χρειαστεί επίσης προσωρινή διακοπή της χορήγησης της τακρόλιμους. Η επίδραση στις συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο αίμα μπορεί να παραμείνει για αρκετές ημέρες μετά την ολοκλήρωση της συγχορήγησης.στο αίμα. Οι αλλαγές στη δόση ή/και στη συχνότητα χορήγησης των δόσεων της τακρόλιμους θα πρέπει να εξατομικεύονται και να προσαρμόζονται όπως απαιτείται με βάση τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους, οι οποίες θα πρέπει να αξιολογούνται κατά την έναρξη, να παρακολουθούνται συχνά σε όλη τη διάρκεια (ξεκινώντας εντός των πρώτων λίγων ημερών) και να επαναξιολογούνται κατά την ολοκλήρωση της θεραπείας με τον αναστολέα του CYP3A4 και μετά από αυτήν. Μετά την ολοκλήρωση, η επιλογή της κατάλληλης δόσης και συχνότητας χορήγησης της τακρόλιμους θα πρέπει να καθορίζονται από τις συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο αίμα. Παρακολουθείτε στενά τη νεφρική λειτουργία, το ΗΚΓ για παράταση του διαστήματος QT και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Μέτριοι ή ασθενείς αναστολείς του CYP3A4: αντιμυκητιασικοί παράγοντες (π.χ. φλουκοναζόλη, ισαβουκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, μικοναζόλη), τα μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. αζιθρομυκίνη), αναστολείς διαύλων ασβεστίου (π.χ. νιφεδιπίνη, νικαρδιπίνη, διλτιαζέμη, βεραπαμίλη), αμιωδαρόνη, δαναζόλη, αιθυνυλοιστραδιόλη, λανσοπραζόλη, ομεπραζόλη, τα αντιικά κατά του HCV ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη και γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη, το αντιιικό λετερμοβίρη για τον κυτταρομεγαλοϊό CMV, οι αναστολείς τυροσινικής κινάσης νιλοτινίβη, κριζοτινίβη, ιματινίβη και (κινέζικα) φάρμακα φυτικής προέλευσης που περιέχουν εκχυλίσματα του Schisandra sphenantheraΜπορεί να αυξήσει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. νευροτοξικότητας, παράτασης του διαστήματος QT) [βλέπε παράγραφο 4.4]. Μπορεί να προκληθεί ταχεία αύξηση του επιπέδου της τακρόλιμους.Παρακολουθείτε συχνά τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα, ξεκινώντας εντός των πρώτων λίγων ημερών από τη συγχορήγηση. Μειώστε τη δόση της τακρόλιμους εάν απαιτείται [βλέπε παράγραφο 4.2]. Παρακολουθείτε στενά τη νεφρική λειτουργία, το ΗΚΓ για παράταση του διαστήματος QT και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες.
In vitro, οι παρακάτω ουσίες έχουν καταδειχθεί ότι είναι δυνητικοί αναστολείς του μεταβολισμού της τακρόλιμους: βρωμοκρυπτίνη,Μπορεί να αυξήσει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και να αυξήσει τον κίνδυνοΠαρακολουθείτε συχνά τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και μειώστε τη δόση της τακρόλιμους,
Κατηγορία ή όνομα φαρμάκου/ουσίαςΕπίδραση αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκωνΣυστάσεις σχετικά με τη συγχορήγηση
κορτιζόνη, δαψόνη, εργοταμίνη, γεστοδένη, λιδοκαΐνη, μεφαινυτοΐνη, μιδαζολάμη, νιλβαδιπίνη, νοραιθιστερόνη, κινιδίνη, ταμοξιφαίνησοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. νευροτοξικότητας, παράτασης του διαστήματος QT) [βλέπε παράγραφο 4.4].εάν απαιτείται [βλέπε παράγραφο 4.2]. Παρακολουθείτε στενά τη νεφρική λειτουργία, το ΗΚΓ για παράταση του διαστήματος QT και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4: ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, απαλουταμίδη, ενζαλουταμίδη, μιτοτάνη ή St. John’s Wort (Hypericum perforatum)Μπορεί να μειώσει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και να αυξήσει τον κίνδυνο απόρριψης [βλέπε παράγραφο 4.4]. Η μέγιστη επίδραση στις συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο αίμα μπορεί να επιτευχθεί 1-2 εβδομάδες μετά τη συγχορήγηση. Η επίδραση μπορεί να παραμείνει 1-2 εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.Συνιστάται να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση. Εάν δεν είναι εφικτό να αποφευχθεί, οι ασθενείς μπορεί να χρειάζονται μια αύξηση στη δόση της τακρόλιμους. Οι αλλαγές στη δόση της τακρόλιμους θα πρέπει να εξατομικεύονται και να προσαρμόζονται με βάση τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους, οι οποίες θα πρέπει να αξιολογούνται κατά την έναρξη, να παρακολουθούνται συχνά σε όλη τη διάρκεια (ξεκινώντας εντός των πρώτων λίγων ημερών) και να επαναξιολογούνται κατά την ολοκλήρωση της θεραπείας με τον επαγωγέα του CYP3A4 και μετά από αυτήν. Μετά την ολοκλήρωση της χρήσης του επαγωγέα του CYP3A4, η δόση της τακρόλιμους μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστεί σταδιακά. Παρακολουθείτε στενά τη λειτουργία του μοσχεύματος.
Μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4: μεταμιζόλη, φαινοβαρβιτάλη, ισονιαζίδη, ριφαμπουτίνη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, νεβιραπίνη ασθενείς επαγωγείς του CYP3A4: φλουκλοξακιλλίνηΜπορεί να μειώσει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και να αυξήσει τον κίνδυνο απόρριψης [βλέπε παράγραφο 4.4].Παρακολουθείτε συχνά τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και αυξήστε τη δόση της τακρόλιμους, εάν απαιτείται [βλέπε παράγραφο 4.2]. Παρακολουθείτε στενά τη λειτουργία του μοσχεύματος.
ΚασποφουνγκίνηΜπορεί να μειώσει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και να αυξήσει τον κίνδυνο απόρριψης. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης δεν έχει επιβεβαιωθεί.Παρακολουθείτε συχνά τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και αυξήστε τη δόση της τακρόλιμους, εάν απαιτείται [βλ. παράγραφο 4.2]. Παρακολουθείτε στενά τη λειτουργία του μοσχεύματος.
Κανναβιδιόλη (αναστολέας P-gp)Έχουν υπάρξει αναφορές για αυξημένα επίπεδα τακρόλιμους στο αίμα κατά την ταυτόχρονη χρήση τακρόλιμους καιΗ τακρόλιμους και η κανναβιδιόλη θα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή, υπό στενή παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Κατηγορία ή όνομα φαρμάκου/ουσίαςΕπίδραση αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκωνΣυστάσεις σχετικά με τη συγχορήγηση
κανναβιδιόλης. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε αναστολή της εντερικής P-γλυκοπρωτεΐνης, η οποία οδηγεί σε αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα της τακρόλιμους.Παρακολούθηση των ελάχιστων συγκεντρώσεων τακρόλιμους στο ολικό αίμα και προσαρμογή της δόσης της τακρόλιμους, εφόσον απαιτείται [βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4].
Προϊόντα που είναι γνωστό ότι έχουν υψηλή συγγένεια με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, π.χ.: ΜΣΑΦ, από στόματος αντιπηκτικά ή από στόματος αντιδιαβητικάΗ τακρόλιμους δεσμεύεται εκτενώς σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλες δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι έχουν υψηλή συγγένεια με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.Παρακολουθείτε συχνά τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και προσαρμόστε τη δόση της τακρόλιμους, εάν απαιτείται [βλέπε παράγραφο 4.2].
Προκινητικοί παράγοντες: μετοκλοπραμίδη, σιμετιδίνη και υδροξείδιο μαγνησίου-αλουμινίουΜπορεί να αυξήσει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. νευροτοξικότητας, παράτασης του διαστήματος QT).Παρακολουθείτε συχνά τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και μειώστε τη δόση της τακρόλιμους, εάν απαιτείται [βλέπε παράγραφο 4.2]. Παρακολουθείτε στενά τη νεφρική λειτουργία, για παράταση του διαστήματος QT μέσω ΗΚΓ και για άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Δόσεις συντήρησης των κορτικοστεροειδώνΜπορεί να μειώσει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και να αυξήσει τον κίνδυνο απόρριψης [βλέπε παράγραφο 4.4].Παρακολουθείτε συχνά τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και αυξήστε τη δόση της τακρόλιμους, εάν απαιτείται [βλέπε παράγραφο 4.2]. Παρακολουθείτε στενά τη λειτουργία του μοσχεύματος.
Υψηλή δόση πρεδνιζολόνης ή μεθυλπρεδνιζολόνηςΜπορεί να έχει επίδραση στα επίπεδα της τακρόλιμους στο αίμα (αύξηση ή μείωση) κατά τη χορήγηση για τη θεραπεία της οξείας απόρριψης.Παρακολουθείτε συχνά τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και προσαρμόστε τη δόση της τακρόλιμους, εάν απαιτείται.
Θεραπεία με αντιικά άμεσης δράσης (DAA)Μπορεί να έχουν επίδραση στη φαρμακοκινητική της τακρόλιμους με αλλαγές στην ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας DAA, σε σχέση με την κάθαρση του ιού της ηπατίτιδας. Μπορεί να προκληθεί μείωση των επιπέδων της τακρόλιμους στο αίμα. Ωστόσο, το ενδεχόμενο αναστολής του CYP3A4 ορισμένων DAA μπορεί να αντισταθμίσει αυτήν την επίδραση ή να οδηγήσει σεΠαρακολουθείτε συχνά τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της τακρόλιμους στο ολικό αίμα και προσαρμόστε τη δόση της τακρόλιμους, εάν απαιτείται για να διασφαλίσετε τη συνεχιζόμενη αποτελεσματικότητα και ασφάλεια.

αυξημένα επίπεδα τακρόλιμους στο αίμα.

Η ταυτόχρονη χορήγηση τακρόλιμους με έναν θηλαστικό στόχο του αναστολέα ραπαμυκίνης (mTOR)

(π.χ. σιρόλιμους, εβερόλιμους) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο θρομβωτικής μικροαγγειοπάθειας (συμπεριλαμβανομένων του αιμολυτικού ουραιμικού συνδρόμου και της θρομβωτικής θρομβοπενικής πορφύρας) (βλ. παράγραφο 4.4).

Καθώς η θεραπεία με τακρόλιμους μπορεί να συσχετίζεται με υπερκαλιαιμία ή μπορεί να αυξήσει την προϋπάρχουσα υπερκαλιαιμία, θα πρέπει να αποφεύγονται η υψηλή πρόσληψη καλίου ή τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ. αμιλορίδη, τριαμτερένη ή σπειρονολακτόνη) (βλ. παράγραφο 4.4).

Προσοχή πρέπει να δίνεται όταν η τακρόλιμους συγχορηγείται με άλλους παράγοντες που αυξάνουν το κάλιο του ορού, όπως η τριμεθοπρίμη και η κοτριμοξαζόλη (τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη), καθώς η τριμεθοπρίμη είναι γνωστό ότι δρα ως καλιοσυντηρητικό διουρητικό όπως η αμιλορίδη.

Συνιστάται στενή παρακολούθηση του καλίου στον ορό.

Επίδραση της τακρόλιμους στο μεταβολισμό άλλων φαρμακευτικών προϊόντων Η τακρόλιμους είναι γνωστός αναστολέας του CYP3A4. Γι’ αυτό η ταυτόχρονη χρήση τακρόλιμους με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό τέτοιων φαρμακευτικών προϊόντων.

Ο χρόνος ημιζωής της κυκλοσπορίνης παρατείνεται όταν χορηγείται ταυτόχρονα με τακρόλιμους.

Επιπρόσθετα, μπορεί να παρουσιαστούν συνεργικές/αθροιστικές νεφροτοξικές δράσεις. Γι’ αυτούς τους λόγους δεν συνιστάται η συνδυασμένη χορήγηση κυκλοσπορίνης και τακρόλιμους και πρέπει να δίδεται προσοχή όταν χορηγείται τακρόλιμους σε ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως κυκλοσπορίνη (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).

Η τακρόλιμους έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα της φαινυτοΐνης στο αίμα.

Επειδή η τακρόλιμους ενδέχεται να μειώσει την κάθαρση των στεροειδών αντισυλληπτικών οδηγώντας σε αυξημένη έκθεση στις ορμόνες, πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αποφασίζονται αντισυλληπτικά μέτρα.

Υπάρχει περιορισμένη γνώση για τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ της τακρόλιμους και των στατινών.

Κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η φαρμακοκινητική των στατινών παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστη από τη συγχορήγηση τακρόλιμους.

Δεδομένα από μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η τακρόλιμους μπορεί δυνητικά να μειώσει την κάθαρση και να αυξήσει το χρόνο ημιζωής της πεντοβαρβιτάλης και της φεναζόνης.

Μυκοφαινολικό οξύ.

Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη μετάβαση της θεραπείας συνδυασμού από την κυκλοσπορίνη, η οποία παρεμβαίνει στην εντεροηπατική επανακυκλοφορία του μυκοφαινολικού οξέος, στην τακρόλιμους, η οποία στερείται αυτήν την επίδραση, καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολές στην έκθεση στο μυκοφαινολικό οξύ. Τα φάρμακα που παρεμβαίνουν στον εντεροηπατικό κύκλο του μυκοφαινολικού οξέος έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν το επίπεδο στο πλάσμα και την αποτελεσματικότητα του μυκοφαινολικού οξέος. Η παρακολούθηση της θεραπείας με το μυκοφαινολικό οξύ μπορεί να είναι απαραίτητη κατά τη μετάβαση από την κυκλοσπορίνη στην τακρόλιμους ή το αντίστροφο.

Τα ανοσοκατασταλτικά μπορεί να επηρεάσουν την απόκριση σε εμβολιασμό και οι εμβολιασμοί μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τακρόλιμους. Η χρήση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων πρέπει να αποφεύγεται (βλέπε παράγραφο 4.4).

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Δεδομένα στις γυναίκες δείχνουν ότι η τακρόλιμους διαπερνά τον πλακούντα. Υπάρχει κίνδυνος υπερκαλιαιμίας στο νεογέννητο (π.χ. επίπτωση σε νεογνά 7,2%, δηλ. 8 στα 111) που τείνει να ομαλοποιείται αυθόρμητα. Λόγω της ανάγκης για θεραπεία, η τακρόλιμους μπορεί να εξεταστεί σε έγκυες γυναίκες όταν δεν υπάρχει ασφαλέστερη εναλλακτική θεραπεία και όταν το αναμενόμενο όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Σε περίπτωση in utero έκθεσης, συνιστάται παρακολούθηση του νεογέννητου για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες της τακρόλιμους (ιδιαίτερα επιδράσεις στους νεφρούς).

Αποτελέσματα από μια μη παρεμβατική μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας [EUPAS37025] Μια μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας ανέλυσε 2.905 κυήσεις από το μητρώο Transplant Pregnancy Registry International (TPRI), αξιολογώντας τις εκβάσεις σε γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με τακρόλιμους (383 αναφέρθηκαν προοπτικά, συμπεριλαμβανομένων 247 ασθενών με μεταμόσχευση νεφρού και 136 ασθενών με μεταμόσχευση ήπατος), καθώς και όσες είχαν λάβει άλλα ανοσοκατασταλτικά. Βάσει περιορισμένων δεδομένων (289 προοπτικά αναφερόμενες κυήσεις που εκτέθηκαν στην τακρόλιμους το 1ο τρίμηνο), τα αποτελέσματα δεν υπέδειξαν αυξημένο κίνδυνο μείζονων δυσπλασιών. Παρατηρήθηκε υψηλότερος επιπολασμός αυτόματης έκτρωσης μεταξύ των γυναικών που έλαβαν τακρόλιμους σε σύγκριση με εναλλακτικά ανοσοκατασταλτικά. Μεταξύ των ασθενών με μεταμόσχευση νεφρού υπήρχε επίσης υψηλότερος επιπολασμός προεκλαμψίας σε γυναίκες που έλαβαν τακρόλιμους. Ωστόσο, συνολικά, δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να εξαχθεί συμπέρασμα σχετικά με τον κίνδυνο αυτών των εκβάσεων. Μεταξύ των ασθενών με μεταμόσχευση νεφρού και ήπατος που εκτέθηκαν στην τακρόλιμους, το 45%-55% των ζώντων γεννήσεων ήταν πρόωρες, ενώ το 75%-85% είχε φυσιολογικό βάρος γέννησης για την ηλικία κύησης. Τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια για τη θεραπεία με άλλα ανοσοκατασταλτικά, ωστόσο τα συμπεράσματα είναι ανεπαρκή λόγω περιορισμένων στοιχείων.

Σε αρουραίους και κουνέλια, η τακρόλιμους προκάλεσε εμβρυϊκή τοξικότητα σε δόσεις που επέδειξαν μητρική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).

Θηλασμός Δεδομένα στον άνθρωπο δείχνουν ότι η τακρόλιμους απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή δεν μπορούν να αποκλεισθούν επιβλαβείς δράσεις στο νεογέννητο, οι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν ενώ λαμβάνουν Prograf.

Γονιμότητα Έχει παρατηρηθεί σε αρουραίους αρνητική επίδραση της τακρόλιμους στη γονιμότητα των αρσενικών με τη μορφή μειωμένου αριθμού σπερματοζωαρίων και κινητικότητας (βλέπε παράγραφο 5.3).

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν εφαρμόζεται.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών που συσχετίζονται με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, είναι συχνά δύσκολο να τεκμηριωθεί λόγω της υποκείμενης νόσου και της σύγχρονης χρήσης πολλών φαρμακευτικών προϊόντων.

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (που εμφανίζονται σε > 10% των ασθενών) είναι τρόμος, νεφρική δυσλειτουργία, υπεργλυκαιμικές καταστάσεις, σακχαρώδης διαβήτης, υπερκαλιαιμία, λοιμώξεις, υπέρταση και αϋπνία.

Η χορήγηση από το στόμα φαίνεται ότι συνδέεται με μικρότερη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών συγκρινόμενη με την ενδοφλέβια χορήγηση. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται παρακάτω με φθίνουσα σειρά συχνότητας εμφάνισης: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες

(<1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Όπως είναι ευρέως γνωστό και για άλλους ισχυρούς ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, οι ασθενείς που λαμβάνουν τακρόλιμους διατρέχουν συχνά αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων (ιογενών, βακτηριακών, μυκητιασικών και πρωτοζωικών). Προϋπάρχουσες λοιμώξεις μπορεί να επιδεινωθούν. Μπορεί να εμφανισθούν τόσο γενικευμένες όσο και τοπικές λοιμώξεις.

Σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά, συμπεριλαμβανομένου του Prograf έχουν αναφερθεί περιπτώσεις CMV λοίμωξης, νεφροπάθειας συσχετιζόμενης με τον ιό ΒΚ, καθώς και περιπτώσεις προοδευτικής πολυεστιακής λευκοεγκεφαλοπάθειας (PML) συσχετιζόμενης με τον ιό JC.

Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)

Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική αγωγή διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης νεοπλασιών. Σε συσχέτιση με την αγωγή με τακρόλιμους έχουν αναφερθεί καλοήθη όπως επίσης και κακοήθη νεοπλάσματα συμπεριλαμβανομένων λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών σχετιζόμενων με τον EBV, κακοηθειών του δέρματος και σάρκωμα Kaposi.

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος συχνές: αναιμία, λευκοπενία, θρομβοπενία, λευκοκυττάρωση, μη φυσιολογικές αναλύσεις των ερυθροκυττάρων όχι συχνές: διαταραχές της πήξης, μη φυσιολογικές αναλύσεις για την πήξη και ροή του αίματος, πανκυτταροπενία, ουδετεροπενία, θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια σπάνιες: θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα, υποπροθρομβιναιμία μη γνωστής συχνότητας: αμιγής ερυθροκυτταρική απλασία, ακοκκιοκυττάρρωση, αιμολυτική αναιμία, εμπύρετη ουδετεροπενία Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Έχουν παρατηρηθεί αλλεργικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις σε ασθενείς που λάμβαναν τακρόλιμους (βλέπε παράγραφο 4.4).

Ενδοκρινικές διαταραχές σπάνιες: υπερτρίχωση Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές πολύ συχνές: υπεργλυκαιμικές καταστάσεις, σακχαρώδης διαβήτης, υπερκαλιαιμία συχνές: υπομαγνησιαιμία, υποφωσφαταιμία, υποκαλιαμία, υπασβεστιαιμία, υπονατριαιμία, υπερφόρτωση με υγρά, υπερουριχαιμία, μειωμένη όρεξη, μεταβολική οξέωση, υπερλιπιδαιμία, υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιμία, άλλες διαταραχές των ηλεκτρολυτών όχι συχνές: αφυδάτωση, υποπρωτεϊναιμία, υπερφωσφαταιμία, υπογλυκαιμία Ψυχιατρικές διαταραχές πολύ συχνές: αϋπνία συχνές: συμπτώματα άγχους, σύγχυση και αποπροσανατολισμός, κατάθλιψη, καταθλιπτική διάθεση, διαταραχές και ενοχλήσεις της διάθεσης, εφιάλτες, παραισθήσεις, ψυχικές διαταραχές όχι συχνές: ψυχωσική διαταραχή Διαταραχές του νευρικού συστήματος πολύ συχνές: τρόμος, κεφαλαλγία συχνές: επιληπτικές κρίσεις, διαταραχές της συνείδησης, παραισθησία και δυσαισθησία, περιφερική νευροπάθεια, ζάλη, μειωμένη ικανότητα στη γραφή, διαταραχές του νευρικού συστήματος όχι συχνές: κώμα, αιμορραγία του κεντρικού νευρικού συστήματος και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, παράλυση και πάρεση, εγκεφαλοπάθεια, διαταραχές του λόγου και της ομιλίας, αμνησία σπάνιες: υπερτονία

πολύ σπάνιες: μυασθένεια μη γνωστής συχνότητας: σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειας (PRES)

Διαταραχές του οφθαλμού συχνές: θαμπή όραση, φωτοφοβία, διαταραχές του οφθαλμού όχι συχνές: καταρράκτης σπάνιες: τύφλωση μη γνωστής συχνότητας: οπτική νευροπάθεια Διαταραχές του ωτός και λαβυρίνθου συχνές: εμβοές όχι συχνές: υποακοϊα σπάνιες: νευροαισθητήριος κώφωση πολύ σπάνιες: έκπτωση της ακουστικής οξύτητας Καρδιακές διαταραχές συχνές: ισχαιμικές διαταραχές της στεφανιαίας αρτηρίας, ταχυκαρδία όχι συχνές: κοιλιακές αρρυθμίες και καρδιακή ανακοπή, καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιομυοπάθειες, κοιλιακή υπερτροφία, υπερκοιλιακές αρρυθμίες, αίσθημα παλμών σπάνιες: περικαρδιακή συλλογή πολύ σπάνιες: κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsades de pointes)

Αγγειακές διαταραχές πολύ συχνές: υπέρταση συχνές: αιμορραγία, θρομβοεμβολικά και ισχαιμικά συμβάματα, περιφερικές αγγειακές διαταραχές, αγγειακές υποτασικές διαταραχές όχι συχνές: έμφραγμα, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση άκρου, καταπληξία Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου συχνές: δύσπνοια, διαταραχές του πνευμονικού παρεγχύματος, εξιδρωματική πλευρίτιδα, φαρυγγίτιδα, βήχας, ρινική συμφόρηση και φλεγμονή όχι συχνές: αναπνευστική ανεπάρκεια, διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, άσθμα σπάνιες: οξύ σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας Γαστρεντερικές διαταραχές πολύ συχνές: διάρροια, ναυτία συχνές: γαστρεντερικές φλεγμονώδεις καταστάσεις, γαστρεντερικό έλκος και διάτρηση, γαστρεντερικές αιμορραγίες, στοματίτιδα και έλκη, ασκίτης, έμετος, γαστρεντερικά και κοιλιακά άλγη, δυσπεπτικά σημεία και συμπτώματα, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, εντερικά αέρια και διάταση, χαλαρά κόπρανα, σημεία και συμπτώματα του γαστρεντερικού όχι συχνές: παραλυτικός ειλεός, οξεία και χρόνια παγκρεατίτιδα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, μειωμένη γαστρική κένωση σπάνιες: ατελής ειλεός, ψευδοκύστη του παγκρέατος Ηπατοχολικές διαταραχές συχνές: χολόσταση και ίκτερος, ηπατοκυτταρική βλάβη και ηπατίτιδα, χολαγγειΐτιδα σπάνιες: θρόμβωση ηπατικής αρτηρίας, φλεβοαποφρακτική ηπατοπάθεια πολύ σπάνιες: ηπατική ανεπάρκεια, στένωση του χοληφόρου πόρου Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού συχνές: κνησμός, εξάνθημα, αλωπεκία, ακμή, αυξημένη εφίδρωση όχι συχνές: δερματίτιδα, φωτοευαισθησία σπάνιες: τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell)

πολύ σπάνιες: σύνδρομο Stevens-Johnson

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού συχνές: αρθραλγία, μυϊκοί σπασμοί, άλγος στα άκρα, οσφυαλγία όχι συχνές: αρθροπάθειες σπάνιες: μειωμένη κινητικότητα Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών πολύ συχνές: νεφρική δυσλειτουργία συχνές: νεφρική ανεπάρκεια, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ολιγουρία, σωληναριακή νέκρωση, τοξική νεφροπάθεια, διαταραχές της διούρησης, συμπτώματα της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας όχι συχνές: ανουρία, αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο πολύ σπάνιες: νεφροπάθεια, αιμορραγική κυστίτιδα Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού όχι συχνές: δυσμηνόρροια και αιμορραγία της μήτρας Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης συχνές: ασθενικές καταστάσεις, πυρετικές διαταραχές, οίδημα, άλγος και δυσφορία, διαταραχή της αίσθησης της θερμοκρασίας σώματος όχι συχνές: πολυοργανική ανεπάρκεια, γριπώδης συνδρομή, δυσανεξία στη θερμοκρασία, αίσθηση πίεσης στο θώρακα, αίσθηση εκνευρισμού, μη φυσιολογική αίσθηση σπάνιες: δίψα, πτώση, αίσθημα σύσφιξης στο θώρακα, έλκος πολύ σπάνιες: αυξημένος λιπώδης ιστός Διερευνήσεις συχνές: δοκιμασίες ηπατικής λειτουργία μη φυσιολογικές, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος, αυξημένο σωματικό βάρος όχι συχνές: αυξημένη αμυλάση αίματος, μη φυσιολογικό ΗΚΓ, μη φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός και σ φυγμός, μειωμένο σωματικό βάρος, αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος πολύ σπάνιες: μη φυσιολογικό ηχοκαρδιογράφημα, παρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών συχνές: δυσλειτουργία πρωτογενούς μοσχεύματος Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Ο πόνος στα άκρα έχει περιγραφεί σε αρκετές δημοσιευμένες αναφορές περιπτώσεων ως μέρος της δράσης του αναστολέα της καλσινευρίνης που επάγει το σύνδρομο πόνου [Calcineurin-Inhibitor Induced Pain Syndrome (CIPS)]. Αυτό τυπικά εμφανίζεται ως ένας αμφίπλευρος και συμμετρικός, σοβαρός, ανερχόμενος πόνος στα κάτω άκρα και μπορεί να σχετίζεται με πολύ υψηλά θεραπευτικά επίπεδα τακρόλιμους. Το σύνδρομο μπορεί να ανταποκριθεί στη μείωση της δόσης τακρόλιμους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν απαραίτητη η εναλλακτική ανοσοκαταστολή.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:

Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Η εμπειρία αναφορικά με την υπερδοσολογία είναι περιορισμένη. Έχουν αναφερθεί αρκετές περιπτώσεις τυχαίας υπερδοσολογίας. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν τρόμο, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετο, λοιμώξεις, κνίδωση, λήθαργος, αυξήσεις στα επίπεδα συγκέντρωσης του αζώτου ουρίας του αίματος, της κρεατινίνης ορού και της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης.

Δεν υπάρχει διαθέσιμο ειδικό αντίδοτο για τη θεραπεία με Prograf. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας πρέπει να ληφθούν γενικά υποστηρικτικά μέτρα και να ακολουθηθεί συμπτωματική θεραπεία.

Λόγω του μεγάλου μοριακού βάρους της, τη μικρή της διαλυτότητα στο νερό και την εκτεταμένη σύνδεση με τα ερυθρά αιμοσφαίρια και τις πρωτεΐνες του πλάσματος, αναμένεται ότι η τακρόλιμους δεν απομακρύνεται με αιμοκάθαρση. Σε μεμονωμένους ασθενείς με πολύ υψηλά επίπεδα στο αίμα, η αιμοδιήθηση ή αιμοδιαδιήθηση ήταν αποτελεσματικές στη μείωση των τοξικών συγκεντρώσεων. Σε περιπτώσεις δηλητηρίασης από το στόμα, η γαστρική πλύση και/ή η χρήση προσροφητικών ουσιών (όπως ο ενεργός άνθρακας) μπορεί να βοηθήσει εάν χρησιμοποιηθούν σύντομα μετά την πρόσληψη.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, αναστολείς της καλσινευρίνης, Kωδικός ATC: L04AD02 Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Σε μοριακό επίπεδο, οι δράσεις της τακρόλιμους φαίνεται ότι επιτυγχάνονται μέσω σύνδεσης με μία κυτταροπλασματική πρωτεΐνη (FKBP12) η οποία ευθύνεται για την ενδοκυτταρική συσσώρευση της ουσίας. Το σύμπλεγμα FKBP12-τακρόλιμους συνδέεται ειδικά και ανταγωνιστικά στην καλσινευρίνη και την αναστέλλει οδηγώντας έτσι σε ασβεστιο-εξαρτώμενη αναστολή των μονοπατιών μεταγωγής σήματος στα Τ κύτταρα και εμποδίζοντας συνακόλουθα τη μεταγραφή μιας διακριτής ομάδας των γονιδίων λεμφοκινών.

Η τακρόλιμους είναι ένας εξαιρετικά ισχυρός ανοσοκατασταλτικός παράγοντας με αποδεδειγμένη δράση τόσο σε in vitro όσο και σε in vivo πειράματα.

Συγκεκριμένα, η τακρόλιμους αναστέλλει τη δημιουργία κυτταροτοξικών λεμφοκυττάρων τα οποία κυρίως ευθύνονται για την απόρριψη του μοσχεύματος. Η τακρόλιμους καταστέλλει την ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων και τον εξαρτώμενο από τα Τ-βοηθητικά κύτταρα πολλαπλασιασμό των Β-κυττάρων καθώς επίσης και τον σχηματισμό λεμφοκινών (όπως ιντερλευκινών-2, -3 και γ-ιντερφερόνης) και την έκφραση του υποδοχέα της ιντερλευκίνης-2.

Αποτελέσματα από δημοσιευμένα στοιχεία σε άλλη πρωτογενή μεταμόσχευση οργάνου Το Prograf έχει εξελιχθεί σε μία αποδεκτή θεραπεία ως κύριο ανοσοκατασταλτικό φαρμακευτικό προϊόν μετά από μεταμόσχευση παγκρέατος, πνεύμονα και εντέρου. Σε προοπτικές μελέτες η τακρόλιμους χορηγούμενη από στόματος ερευνήθηκε ως κύριο ανοσοκατασταλτικό σε περίπου 175 ασθενείς μετά από μεταμόσχευση πνεύμονα, 475 ασθενείς μετά από μεταμόσχευση παγκρέατος και 630 ασθενείς μετά από μεταμόσχευση εντέρου. Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας της τακρόλιμους από στόματος σε αυτές τις δημοσιευμένες μελέτες εμφανίστηκε παρόμοιο με ό,τι έχει αναφερθεί στις μεγάλες μελέτες, όπου η τακρόλιμους χρησιμοποιήθηκε ως κύρια θεραπεία σε μεταμόσχευση ήπατος, νεφρού και καρδιάς. Τα αποτελέσματα των μεγαλύτερων μελετών σχετικά με την αποτελεσματικότητα για κάθε ένδειξη αναφέρονται περιληπτικά παρακάτω.

Μεταμόσχευση πνεύμονα Η ενδιάμεση ανάλυση μιας πρόσφατης πολυκεντρικής μελέτης αναφέρθηκε στις περιπτώσεις 110 ασθενών οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν 1:1 στην τακρόλιμους ή στην κυκλοσπορίνη. Η αγωγή με τακρόλιμους άρχισε με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση σε δόση 0,01 έως 0,03 mg/kg/ημέρα και η από στόματος τακρόλιμους χορηγήθηκε σε δόση 0,05 έως 0,3 mg/kg/ημέρα. Εντός του πρώτου χρόνου μετά τη μεταμόσχευση αναφέρθηκε χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης επεισοδίων οξείας απόρριψης για την τακρόλιμους – έναντι των ασθενών που υπεβλήθησαν σε θεραπεία με κυκλοσπορίνη (11,5% έναντι 22,6%) και χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης χρόνιας απόρριψης, του συνδρόμου αποφρακτικής βρογχιολίτιδας (2,86% έναντι 8,57%). Το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών στον

1ο χρόνο ήταν 80,8% στην ομάδα της τακρόλιμους και 83% στην ομάδα της κυκλοσπορίνης (Treede et al., 3rd ICI San Diego, US, 2004; Abstract 22).

Μια άλλη τυχαιοποιημένη μελέτη συμπεριέλαβε 66 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε τακρόλιμους έναντι 67 ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε κυκλοσπορίνη. Η αγωγή με τακρόλιμους άρχισε με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση σε δόση 0,025 mg/kg/ημέρα και η από στόματος τακρόλιμους χορηγήθηκε σε δόση 0,15 mg/kg/ημέρα με επακόλουθες προσαρμογές της δόσης με στόχο κατώτερα επίπεδα συγκέντρωσης 10 έως 20 ng/ml. Το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών στον 1ο χρόνο ήταν 83% για την ομάδα της τακρόλιμους και 71% για την ομάδα της κυκλοσπορίνης, το ποσοστό επιβίωσης στα 2 χρόνια ήταν 76% και 66%, αντίστοιχα. Τα επεισόδια οξείας απόρριψης ανά 100 ημέρες ασθένειας ήταν αριθμητικά λιγότερα στην τακρόλιμους (0,85 επεισόδια) από ότι στην ομάδα της κυκλοσπορίνης (1,09 επεισόδια). Αποφρακτική βρογχιολίτιδα αναπτύχθηκε σε 21,7% των ασθενών της ομάδας της τακρόλιμους σε σύγκριση με το 38,0% των ασθενών της ομάδας της κυκλοσπορίνης (p = 0,025).

Σημαντικά περισσότεροι ασθενείς σε αγωγή με κυκλοσπορίνη (n = 13) χρειάσθηκε να μεταβούν σε αγωγή με τακρόλιμους από εκείνους που ήταν σε αγωγή με τακρόλιμους και χρειάσθηκε να μεταβούν σε αγωγή με κυκλοσπορίνη (n = 2) ( p = 0,02) (Keenan et al., Ann Thoracic Surg 1995;60:580).

Σε μία επιπλέον μελέτη δύο κέντρων, 26 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα της τακρόλιμους έναντι 24 ασθενών στην ομάδα της κυκλοσπορίνης. Η αγωγή με τακρόλιμους άρχισε με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση σε δόση 0,05 mg/kg/ημέρα και η από στόματος τακρόλιμους χορηγήθηκε σε δόση 0,1 έως 0,3 mg/kg/ημέρα με επακόλουθες προσαρμογές της δόσης με στόχο κατώτερα επίπεδα συγκέντρωσης 12 έως 15 ng/ml. Το ποσοστό επιβίωσης στον 1ο χρόνο ήταν 73,1% στην ομάδα της τακρόλιμους έναντι 79,2% στην ομάδα της κυκλοσπορίνης. Η απουσία οξείας απόρριψης ήταν υψηλότερη στην ομάδα της τακρόλιμους στους 6 μήνες (57,7% έναντι 45,8%) και στον 1ο χρόνο μετά από μεταμόσχευση πνεύμονα (50% έναντι 33,3%) (Treede et al., J Heart Lung Transplant 2001;20:511).

Οι τρεις μελέτες έδειξαν παρόμοια ποσοστά επιβίωσης. Η συχνότητα εμφάνισης οξείας απόρριψης ήταν αριθμητικά μικρότερη με την τακρόλιμους και στις τρεις μελέτες ενώ μία από τις μελέτες ανέφερε σημαντικά χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης συνδρόμου αποφρακτικής βρογχιολίτιδας με την τακρόλιμους.

Μεταμόσχευση παγκρέατος Μια πολυκεντρική μελέτη περιέλαβε 205 ασθενείς που υπεβλήθησαν σε ταυτόχρονη μεταμόσχευση παγκρέατος-νεφρού οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν στην τακρόλιμους (n=103) ή την κυκλοσπορίνη (n=102). Η αρχική από στόματος δόση τακρόλιμους κατά το πρωτόκολλο ήταν 0,2 mg/kg/ημέρα με επακόλουθες προσαρμογές της δόσης με στόχο κατώτερα επίπεδα συγκέντρωσης 8 έως 15 ng/ml μέχρι την Ημέρα 5 και 5 έως 10 ng/ml μετά το Μήνα 6. Η επιβίωση του παγκρέατος στον ένα χρόνο ήταν σημαντικά ανώτερη με την τακρόλιμους: 91,3% έναντι 74,5% με την κυκλοσπορίνη (p < 0.0005), ενώ η επιβίωση του νεφρικού μοσχεύματος ήταν παρόμοια και στις δύο ομάδες.

Συνολικά, 34 ασθενείς άλλαξαν θεραπεία από κυκλοσπορίνη σε τακρόλιμους, ενώ μόνο 6 ασθενείς της ομάδας της τακρόλιμους χρειάσθηκαν εναλλακτική θεραπεία (Bechstein et al., Transplantation 2004;77:1221).

Μεταμόσχευση εντέρου Δημοσιευμένη κλινική εμπειρία από ένα κέντρο για τη χρήση της τακρόλιμους ως κύρια θεραπεία μετά από μεταμόσχευση εντέρου έδειξε ότι το αναλογιστικό ποσοστό επιβίωσης 155 ασθενών (65 με μεταμόσχευση εντέρου μόνο, 75 με μεταμόσχευση ήπατος και εντέρου, και 25 με πολυσπλαχνική μεταμόσχευση) που έλαβαν τακρόλιμους και πρεδνιζόνη ήταν 75% στον ένα χρόνο, 54% στα 5 χρόνια και 42% στα 10 χρόνια. Στα πρώτα χρόνια η αρχική δόση τακρόλιμους από στόματος ήταν 0,3 mg/kg/ημέρα. Τα αποτελέσματα συνεχώς βελτιώνονταν με την αυξανόμενη εμπειρία στη διάρκεια 11 χρόνων. Μια ποικιλία καινοτομιών όπως οι τεχνικές για την έγκαιρη ανίχνευση λοιμώξεων από τον ιό Epstein-Barr (EBV) και από τον CMV, ο εμπλουτισμός μυελού των οστών, η συμπληρωματική χρήση του ανταγωνιστή της ιντερλευκίνης-2 δακλιζουμάμπης, οι μικρότερες αρχικές δόσεις τακρόλιμους με στόχο κατώτερα επίπεδα συγκέντρωσης 10 έως 15 ng/ml, και πλέον πρόσφατα η ακτινοβόληση των αλλομοσχευμάτων θεωρήθηκαν ότι έχουν συνεισφέρει στη βελτίωση των

αποτελεσμάτων στην ένδειξη αυτή με την πάροδο του χρόνου (Abu-Elmagd et al., Ann Surg 2001;234:404).

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Στον άνθρωπο έχει αποδειχθεί ότι η τακρόλιμους μπορεί να απορροφάται σε όλη την έκταση του γαστρεντερικού σωλήνα. Μετά τη χορήγηση από το στόμα καψακίων Prograf οι μέγιστες συγκεντρώσεις (C ) της τακρόλιμους στο αίμα επιτυγχάνονται περίπου μέσα σε 1-3 ώρες. Σε max μερικούς ασθενείς η τακρόλιμους φαίνεται ότι απορροφάται συνεχώς για μεγάλο χρονικό διάστημα δίδοντας ένα σχετικά επίπεδο προφίλ απορρόφησης. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα της από στόματος τακρόλιμους κυμαίνεται από 20% - 25%.

Μετά τη χορήγηση από στόματος (0,30 mg/kg/ημέρα) σε ασθενείς με μεταμόσχευση ήπατος, επίπεδα σταθεροποιημένης κατάστασης του Prograf επιτεύχθηκαν μέσα σε 3 ημέρες στην πλειονότητα των ασθενών.

Σε υγιείς ανθρώπους, τα Prograf 0,5 mg, Prograf 1 mg και Prograf 5 mg σκληρά καψάκια αποδείχθηκαν βιοϊσοδύναμα, όταν χορηγήθηκαν σε ισοδύναμες δόσεις.

Ο ρυθμός και η έκταση της απορρόφησης της τακρόλιμους είναι μεγαλύτερα σε νηστεία. Η παρουσία τροφής μειώνει τόσο το ρυθμό όσο και την έκταση της απορρόφησης της τακρόλιμους και η επίδραση είναι περισσότερο έκδηλη μετά από ένα γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Η επίδραση ενός γεύματος υψηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες είναι λιγότερο έκδηλη.

Σε λήπτες ηπατικών μοσχευμάτων, που βρίσκονται σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η βιοδιαθεσιμότητα του Prograf, χορηγούμενου από στόματος, μειώθηκε όταν το φάρμακο χορηγήθηκε μετά από γεύμα μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά (34% των θερμίδων). Παρατηρήθηκαν μειώσεις στις τιμές της ΑUC (27%) και του C (50%) και μία αύξηση στο t (173%) στο ολικό αίμα.

max max Σε μία μελέτη σε λήπτες νεφρικών μοσχευμάτων σε σταθεροποιημένη κατάσταση στους οποίους χορηγήθηκε Prograf αμέσως μετά από ένα συμβατικό ελαφρύ πρόγευμα, η επίδραση στην βιοδιαθεσιμότητα όταν χορηγήθηκε από το στόμα ήταν λιγότερο έκδηλη. Παρατηρήθηκαν μειώσεις στις τιμές της ΑUC (2 έως 12%) και C (15 έως 38%), και μία αύξηση στο t (38 έως 80%) στο max max ολικό αίμα.

Η ροή της χολής δεν επηρεάζει την απορρόφηση του Prograf.

Υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της AUC και των κατώτερων επιπέδων συγκέντρωσης στο ολικό αίμα στη σταθεροποιημένη κατάσταση. Η παρακολούθηση των κατώτερων επιπέδων συγκέντρωσης στο ολικό αίμα παρέχει ως εκ τούτου μία καλή εκτίμηση της συστηματικής έκθεσης.

Κατανομή Στον άνθρωπο, η κατανομή της τακρόλιμους μετά από ενδοφλέβια έγχυση μπορεί να περιγραφεί ως διφασική.

Στη συστηματική κυκλοφορία, η τακρόλιμους συνδέεται ισχυρά με τα ερυθρά αιμοσφαίρια με αποτέλεσμα λόγο κατανομής των συγκεντρώσεων στο ολικό αίμα/πλάσμα 20:1 περίπου. Στο πλάσμα, η τακρόλιμους συνδέεται σε πολύ μεγάλο βαθμό (98,8%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με την λευκωματίνη ορού και α-1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.

Η τακρόλιμους κατανέμεται ευρέως στο σώμα. Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση με βάση τις συγκεντρώσεις του πλάσματος είναι περίπου 1.300 l (σε υγιή άτομα). Αντίστοιχα δεδομένα με βάση το ολικό αίμα έδωσαν κατά μέσο όρο σε 47,6 l.

Βιομετασχηματισμός Η τακρόλιμους μεταβολίζεται ευρέως στο ήπαρ, κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450-3A4 (CYP3A4) και του κυτοχρώματος P450-3A5 (CYP3A5). Η τακρόλιμους μεταβολίζεται επίσης σε σημαντικό βαθμό στο εντερικό τοίχωμα. Έχουν ταυτοποιηθεί αρκετοί μεταβολίτες που έχουν προσδιοριστεί. In vitro μόνο ένας από αυτούς έχει επιδείξει ανοσοκατασταλτική δράση παρόμοια με εκείνη της τακρόλιμους. Οι άλλοι μεταβολίτες έχουν μόνο ασθενή ή δεν έχουν καμία ανοσοκατασταλτική δράση. Στη συστηματική κυκλοφορία ανευρίσκεται μόνο ένας από τους αδρανείς μεταβολίτες σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Επομένως, οι μεταβολίτες δεν συμβάλλουν στη φαρμακολογική δράση της τακρόλιμους.

Αποβολή Η τακρόλιμους είναι μία ουσία με χαμηλή κάθαρση. Σε υγιή άτομα, η μέση ολική κάθαρση (TBC) από το σώμα όπως εκτιμήθηκε από τις συγκεντρώσεις σε ολικό αίμα ήταν 2,25 l/h. Σε ενήλικες λήπτες ηπατικών, νεφρικών και καρδιακών μοσχευμάτων παρατηρήθηκαν τιμές 4,1 l/h, 6,7 l/h και 3,9 l/h αντίστοιχα. Παιδιά-λήπτες ηπατικών μοσχευμάτων εμφανίζουν TBC περίπου δύο φορές μεγαλύτερη από εκείνη των ενηλίκων ληπτών ηπατικών μοσχευμάτων. Παράγοντες όπως χαμηλός αιματοκρίτης και επίπεδα πρωτεΐνών, που επιφέρουν αύξηση του ασύνδετου κλάσματος της τακρόλιμους ή αυξημένος μεταβολισμός επαγόμενος από κορτικοστεροειδή θεωρούνται ως υπεύθυνοι για τους υψηλότερους ρυθμούς κάθαρσης που παρατηρούνται μετά τη μεταμόσχευση.

Ο χρόνος ημιζωής της τακρόλιμους είναι μεγάλος και ποικίλλει. Σε υγιή άτομα ο μέσος χρόνος ημιζωής στο ολικό αίμα είναι περίπου 43 ώρες. Σε ενήλικες και παιδιά λήπτες ηπατικών μοσχευμάτων υπολογίσθηκε κατά μέσο όρο σε 11,7 ώρες και 12,4 ώρες αντίστοιχα, συγκρινόμενος με 15,6 ώρες σε ενήλικες λήπτες νεφρικών μοσχευμάτων. Ο αυξημένος ρυθμός κάθαρσης επιφέρει μικρότερο χρόνο ημιζωής σε λήπτες μοσχευμάτων.

Μετά από ενδοφλέβια και από στόματος χορήγηση επισημασμένης με 14C τακρόλιμους, το μεγαλύτερο ποσοστό ραδιενέργειας αποβλήθηκε στα κόπρανα. Περίπου 2% της ραδιενέργειας αποβλήθηκε στα ούρα. Λιγότερο από 1% αμετάβλητης τακρόλιμους ανιχνεύθηκε στα ούρα και στα κόπρανα αποδεικνύοντας έτσι ότι η τακρόλιμους μεταβολίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά πριν την αποβολή: η κύρια οδός απέκκρισης είναι μέσω της χολής.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Οι νεφροί και το πάγκρεας ήταν τα κύρια όργανα που επηρεάστηκαν σε μελέτες τοξικότητας που διενεργήθηκαν σε αρουραίους και βαβουίνους. Σε αρουραίους, η τακρόλιμους προκάλεσε τοξικές δράσεις στο νευρικό σύστημα και τους οφθαλμούς. Παρατηρήθηκαν αναστρέψιμες καρδιοτοξικές δράσεις σε κουνέλια μετά από ενδοφλέβια χορήγηση τακρόλιμους.

Όταν η τακρόλιμους χορηγείται ενδοφλεβίως ως ένεση ταχείας έγχυσης/δόσης εφόδου (bolus) σε δόση 0,1 έως 1,0 mg/kg, έχει παρατηρηθεί παράταση του διαστήματος QTc σε ορισμένα είδη ζώων.

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο αίμα που επιτεύχθηκαν με αυτές τις δόσεις ήταν πάνω από 150 ng/mL, οι οποίες είναι περισσότερο από 6 φορές υψηλότερες από τις μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν με το Prograf σε κλινική μεταμόσχευση.

Εμβρυοτοξικότητα παρατηρήθηκε σε αρουραίους και κουνέλια και περιορίστηκε σε δόσεις που προκάλεσαν σημαντική τοξικότητα στις μητέρες. Σε αρουραίους, η αναπαραγωγική λειτουργία των θηλυκών συμπεριλαμβανομένης της γέννησης επηρεάστηκε αρνητικά σε τοξικές δόσεις και οι απόγονοι εμφάνισαν μειωμένο βάρος κατά τη γέννηση, μειωμένη βιωσιμότητα και μειωμένη ανάπτυξη.

Σε αρουραίους παρατηρήθηκε μία αρνητική επίδραση της τακρόλιμους στη γονιμότητα των αρσενικών με τη μορφή μειωμένου αριθμού και κινητικότητας των σπερματοζωαρίων.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Υδρογονωμένο κικέλαιο πολυοξυαιθυλενίου Αλκοόλη αφυδατωμένη

6.2 Ασυμβατότητες

Κατά τη διάλυση, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Η τακρόλιμους απορροφάται από τα πλαστικά υλικά από PVC. Συσκευές εγχύσεως, σύριγγες και όποιο άλλο υλικό χρησιμοποιηθεί για την προετοιμασία και χορήγηση του Prograf 5 mg/ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση δεν πρέπει να περιέχει PVC.

Η τακρόλιμους είναι ασταθής σε αλκαλικό περιβάλλον. Πρέπει να αποφεύγεται ο συνδυασμός του ανασυσταθέντος Prograf 5 mg/ml διαλύματος προς έγχυση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που δημιουργούν αλκαλικό περιβάλλον (π.χ. ακυκλοβίρη και γκανσικλοβίρη).

6.3 Διάρκεια ζωής

2 χρόνια.

Χημική και φυσική κατά τη χρήση σταθερότητα έχει επιδειχθεί για 24 ώρες σε 25°C.

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται απευθείας. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί άμεσα, ο χρόνος και οι συνθήκες φύλαξης πριν από τη χρήση είναι ευθύνη του χρήστη και υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα πρέπει να ξεπερνούν τις 24 ώρες σε 2-8°C, εκτός εάν η διάλυση έχει πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε τη φύσιγγα στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.

Μην φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25C.

Για τις συνθήκες φύλαξης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Γυάλινες, 1 ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση σε 2 ml, τύπου I Ph. Eur.

διαυγείς, άχρωμες φύσιγγες.

Κάθε κουτί περιέχει 10 φύσιγγες (BT x 10 Amps)

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμού

Με βάση τις ανοσοκατασταλτικές επιδράσεις της τακρόλιμους, η εισπνοή ή η άμεση επαφή με το δέρμα ή τους βλεννογόνους μέσω των ενεσίμων σκευασμάτων, η κόνις ή τα κοκκία που περιέχονται σε προϊόντα της τακρόλιμους θα πρέπει να αποφεύγονται κατά την προετοιμασία. Εάν πραγματοποιηθεί αυτή η επαφή, πλύνετε το δέρμα και ξεπλύνετε το προσβεβλημένο οφθαλμό ή οφθαλμούς.

To Prograf 5 mg/ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση δεν πρέπει να ενίεται αδιάλυτο.

Το Prograf 5 mg/ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να διαλύεται σε 5% w/v διάλυμα γλυκόζης ή φυσιολογικό ορό σε φιάλες από πολυαιθυλένιο, πολυπροπυλένιο ή από γυαλί, αλλά όχι σε περιέκτες από PVC (βλέπε παράγραφο 6.2). Μόνο διαυγή και άχρωμα διαλύματα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Η συγκέντρωση του διαλύματος για έγχυση πρέπει να είναι της τάξεως του 0,004-0,100 mg/ml. Ο συνολικός όγκος της έγχυσης κατά τη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου πρέπει να είναι της τάξεως των 20-500 ml.

Το διάλυμα δεν πρέπει να δίδεται σε bolus ένεση.

Κάθε αχρησιμοποίητο διάλυμα Prograf που βρίσκεται σε ανοιγμένη φύσιγγα ή αχρησιμοποίητο ανασυσταθέν διάλυμα Prograf πρέπει να απορρίπτεται αμέσως σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις για να αποφευχθεί η πιθανότητα μόλυνσης.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Astellas Pharmaceuticals Α.Ε.Β.Ε.

Λ. Κηφισίας 7 & Νεαπόλεως 2 15123 Μαρούσι Αθήνα - Ελλάδα Τηλ: +30 210 8189900

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Αριθμός Άδειας Κυκλοφορίας: 44779/19-06-2009, ορθή: 30-07-2014

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 14 Σεπτεμβρίου 1998 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 30 Ιουλίου 2014

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

11 Μαρτίου 2026

Πηγή: eof:2393203_SPC_2393203_12.pdf