1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
QPAIN 1,5% w/w δερματικό διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
1 ml δερματικού διαλύματος περιέχει: κατά μέσο όρο 15,8 mg νατριούχο δικλοφαινάκη.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Το δερματικό διάλυμα QPAIN περιέχει 117,5 mg αιθανόλης, 455 mg διμεθυλοσουλφοξειδίου και 113 mg προπυλενογλυκόλης ανά ml δερματικού διαλύματος.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δερματικό διάλυμα.
Το δερματικό διάλυμα είναι ένα υγρό διαυγές, άχρωμο έως ροζ ή πορτοκαλί.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το QPAIN (15,8 mg/ml νατριούχος δικλοφαινάκη) είναι ένα δερματικό διάλυμα το οποίο ενδείκνυται για τη συμπτωματική ανακούφιση του πόνου που συνδέεται με την οστεοαρθρίτιδα σε επιπολής αρθρώσεις στις οποίες περιλαμβάνεται και το γόνατο. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τη χρήση του QPAIN σε μεγάλες, εν τω βάθει αρθρώσεις καλυμμένες από μυς ή άλλους μαλακούς ιστούς, όπως το ισχίο ή η σπονδυλική στήλη.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία και τρόπος χορήγησης Το QPAIN εφαρμόζεται τοπικά πάνω στην επώδυνη άρθρωση.
Αφού η περιοχή στην οποία θα γίνει η θεραπεία, πλυθεί με νερό και σαπούνι και αφεθεί να στεγνώσει, εφαρμόζονται συνολικά περίπου 20 ή 40 σταγόνες (περίπου 0,5 ή 1 ml) QPAIN πάνω σε μία μετρίου μεγέθους (π.χ. καρπός) ή μεγάλου μεγέθους άρθρωση (π.χ. γόνατο), αντίστοιχα. Οι ασθενείς πρέπει να εφαρμόζουν έως τη μέγιστη δόση που είναι 40 σταγόνες τέσσερις φορές την ημέρα στην κάθε άρθρωση, σύμφωνα με τη σύσταση του γιατρού. Για να διασφαλισθεί ότι το προϊόν δεν διαρρέει από την περιοχή που εφαρμόζεται η θεραπεία, πρέπει το διάλυμα να τοποθετείται σε μικρές ποσότητες από 5 ή 10 σταγόνες πάνω στην μετρίου μεγέθους ή μεγάλη άρθρωση. Το QPAIN απλώνεται ομοιόμορφα πάνω στην περιοχή θεραπείας με το χέρι ή τα δάχτυλα. Η διαδικασία αυτή πρέπει να επαναλαμβάνεται μέχρι να εφαρμοσθεί όλη η ποσότητα του QPAIN. Η ίδια διαδικασία πρέπει να ακολουθείται τέσσερις φορές την ημέρα.
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία:
Ασθενείς με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία: Για τη χρήση του QPAIN σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία βλέπε παράγραφο 4.4.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του QPAIN σε παιδιά δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Καθώς δεν υπάρχει εμπειρία από τη χρήση του QPAIN σε παιδιά, δεν συνιστάται για χρήση σε αυτή την ομάδα ασθενών.
Οδός χορήγησης Δερματική χρήση.
4.3 Αντενδείξεις
Το QPAIN αντενδείκνυται:
- σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στο διμεθυλοσουλφοξείδιο (DMSO) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας
- σε ασθενείς στους οποίους οξείες κρίσεις άσθματος, κνίδωση, ρινίτιδα ή άλλες αλλεργικές εκδηλώσεις έχουν προκληθεί από την από του στόματος χρήση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ASA) ή άλλων μη-στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, καθώς υπάρχει δυνατότητα διασταυρούμενης ευαισθησίας με άλλα ΜΣΑΦ, ακόμα και διαφορετικών ομάδων.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν με τη χρήση της μικρότερης αποτελεσματικής δόσης για το συντομότερο διάστημα που είναι αναγκαίο για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
Ηλικιωμένοι: Οι ηλικιωμένοι έχουν μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών όταν λαμβάνουν από το στόμα ΜΣΑΦ ειδικά αιμορραγία από το γαστρεντερικό και διάτρηση, που μπορεί να αποβούν μοιραίες.
Ασθενείς με ιστορικό τοξικότητας από το γαστρεντερικό, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα συμπτώματα από το υπογάστριο (ειδικά αιμορραγία από το γαστρεντερικό) ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της θεραπείας.
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, εκ των οποίων ορισμένες θανάσιμες, συμπεριλαμβανομένων της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση ΜΣΑΦ (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης αυτών των αντιδράσεων στην αρχή της θεραπείας, με την έναρξη της αντίδρασης να εμφανίζεται, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, μέσα στον πρώτο μήνα της θεραπείας. Η θεραπεία με QPAIN πρέπει να διακόπτεται μόλις εμφανιστεί δερματικό εξάνθημα, βλάβες του βλεννογόνου ή οποιοδήποτε άλλο σημείο υπερευαισθησίας.
Πρέπει να δίδονται οδηγίες στους ασθενείς να πλένουν τα χέρια τους μετά τη διαδικασία χορήγησης ώστε να αποφευχθεί επαφή με τα μάτια, τους βλεννογόνους και το δέρμα που δεν προορίζεται για θεραπεία.
Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται άλλα φαρμακευτικά προϊόντα στην πάσχουσα περιοχή, ταυτόχρονα με το QPAIN.
Η πιθανότητα εμφάνισης συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την τοπική εφαρμογή του QPAIN είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με τη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την από του στόματος χορήγηση δικλοφαινάκης, γεγονός που οφείλεται στην περιορισμένη συστηματική απορρόφηση του QPAIN . Το προϊόν αυτό πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας, επειδή έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών που οδήγησαν σε επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας μετά από την τοπική ή από του στόματος χρήση ΜΣΑΦ.
Πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη δόση QPAIN σε κάθε άρθρωση.
Ήπαρ
Μπορεί να εμφανισθεί μικρή αύξηση των τιμών των ηπατικών δοκιμασιών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με QPAIN.
Εάν οι μη φυσιολογικές τιμές των ηπατικών δοκιμασιών επιμένουν ή επιδεινωθούν, εμφανισθούν κλινικά σημεία και συμπτώματα συμβατά με ηπατική νόσο ή εάν εμφανισθούν άλλες εκδηλώσεις (π.χ. ηωσινοφιλία, εξάνθημα), τότε πρέπει να διακοπεί η χρήση του QPAIN. Εάν είναι απαραίτητο να συνταγογραφηθεί το φάρμακο αυτό, ενώ υπάρχει σοβαρή ηπατική βλάβη, η χορήγηση πρέπει να γίνει κάτω από στενή παρακολούθηση.
Απαιτείται προσοχή όταν χορηγείται νατριούχος δικλοφαινάκη σε ασθενείς με ηπατική πορφυρία, επειδή η νατριούχος δικλοφαινάκη μπορεί να πυροδοτήσει μια κρίση.
Γαστρεντερικό Σύστημα Πεπτικό έλκος, διάτρηση και γαστρεντερική αιμορραγία, μερικές φορές σοβαρές και περιστασιακά (σπάνια)
θανατηφόρες, είτε παρουσία είτε απουσία προηγουμένων συμπτωμάτων είναι γνωστό ότι εμφανίζονται κατά τη διάρκεια θεραπείας από το στόμα και από το ορθό με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ). Ωστόσο, το μέγιστο επίπεδο της δικλοφαινάκης στο αίμα μετά την τοπική εφαρμογή του QPAIN είναι χαμηλό (50 φορές χαμηλότερο από εκείνο που επιτυγχάνεται με χορήγηση 25 mg δικλοφαινάκης από το στόμα). Επομένως, το QPAIN (νατριούχος δικλοφαινάκη) μπορεί λογικά να χορηγηθεί σε ασθενείς επιρρεπείς σε ερεθισμό του γαστρεντερικού συστήματος, όπως αυτοί με ιστορικό πεπτικού έλκους που έχει προκληθεί από ΜΣΑΦ ή άλλο φλεγμονώδες νόσημα του γαστρεντερικού συστήματος (όπως ελκώδη κολίτιδα ή νόσος του Crohn), κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. Στις περιπτώσεις αυτές ο γιατρός πρέπει να εκτιμά τα οφέλη της θεραπείας έναντι των πιθανών κινδύνων (βλέπε παραγράφους 4.3 & 4.8). Πρέπει να δίδονται οδηγίες στον ασθενή να επικοινωνήσει αμέσως με το γιατρό εάν εμφανισθούν συμπτώματα ή σημεία που υποδηλώνουν πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική αιμορραγία. Οι ανεπιθύμητες αυτές ενέργειες μπορεί να εμφανισθούν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή σημεία.
Δέρμα Το QPAIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται με κλειστή επίδεση. Το QPAIN δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε ανοικτό, ερεθισμένο ή μολυσμένο δέρμα. Το QPAIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε περιοχές αρθρώσεων όπου υπάρχει ήδη δερματική νόσος (π.χ. ψωρίαση) εκτός εάν το συστήσει ο ιατρός σας. Δεν συνιστάται η εφαρμογή του QPAIN στις βλεννογόνιες μεμβράνες.
Υπερευαισθησία Το διμεθυλοσουλφοξίδιο (DMSO) στο QPAIN μπορεί να πυροδοτήσει την απελευθέρωση της ισταμίνης και έχουν αναφερθεί περιστασιακά αντιδράσεις υπερευαισθησίας με την τοπική χρήση. Αν εμφανισθούν αντιδράσεις αναφυλακτικού τύπου, πρέπει να ακολουθηθεί η κατάλληλη θεραπεία και να διακοπεί η περαιτέρω χρήση του QPAIN.
Οφθαλμοί Σε μελέτες σε ζώα, η χορήγηση υπερβολικά μεγάλης δόσης DMSO, ιδιαίτερα από το στόμα, είχε σαν αποτέλεσμα παθολογικές αλλοιώσεις στους φακούς του οφθαλμού. Σε μελέτες που έγιναν σε πρωτεύοντα και ανθρώπους, μετά από χορήγηση DMSO τόσο τοπικά στον οφθαλμό όσο και από το στόμα, δεν παρατηρήθηκαν τέτοιου είδους αλλοιώσεις.
Λοίμωξη Οι αντιφλεγμονώδεις και αναλγητικές δράσεις της νατριούχου δικλοφαινάκης μπορούν να καλύψουν τα συνήθη σημεία της λοίμωξης. Επομένως, ο γιατρός πρέπει να βρίσκεται σε επιφυλακή για τυχόν ανάπτυξη τοπικής δερματικής λοίμωξης στην περιοχή που ο ασθενής έχει εφαρμόσει το φάρμακο.
Η μέγιστη συγκέντρωση της δικλοφαινάκης στο αίμα, μετά από εφαρμογή της μεγαλύτερης δόσης QPAIN (1 ml), βρέθηκε να είναι λιγότερη από 10 ng/ml. Η τιμή αυτή είναι 50 φορές μικρότερη από τη μέγιστη συγκέντρωση της δικλοφαινάκης στο αίμα μετά χορήγηση 25mg δικλοφαινάκης από το στόμα.
Έκδοχα:
Το QPAIN περιέχει 455 mg διμεθυλοσουλφοξειδίου (DMSO) σε κάθε mL δερματικού διαλύματος. Μπορεί να είναι ερεθιστικό του δέρματος.
Το QPAIN περιέχει αιθανόλη. Αυτό το φάρμακο περιέχει 117,5 mg αλκοόλης (αιθανόλη) σε κάθε mL δερματικού
διαλύματος. Μπορεί να προκαλέσει αίσθημα καψίματος στο δέρμα που έχει υποστεί βλάβη.
Το QPAIN περιέχει προπυλενογλυκόλη (Ε 1520). Αυτό το φάρμακο περιέχει 113 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε mL δερματικού διαλύματος.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Οι αλληλεπιδράσεις που καταγράφονται στην παράγραφο αυτή της ΠΧΠ έχουν παρατηρηθεί μετά από συστηματική χορήγηση νατριούχου δικλοφαινάκης. Ο κίνδυνος που συσχετίζεται με την τοπική χρήση του φαρμάκου QPAIN δεν είναι γνωστός, αλλά πιθανόν χαμηλός.
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ASA):
Τα επίπεδα της δικλοφαινάκης στο αίμα μπορεί να μειωθούν όταν χορηγείται ταυτόχρονα με ASA. Η βιοδιαθεσιμότητα του ASA μειώνεται παρουσία της δικλοφαινάκης. Παρ’ όλο που οι φαρμακοκινητικές αυτές αλληλεπιδράσεις δεν φαίνεται να έχουν κλινική σημασία, δεν υπάρχει αποδεδειγμένο όφελος από την ταυτόχρονη χρήση των δύο αυτών φαρμάκων.
Διγοξίνη:
Η δικλοφαινάκη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της διγοξίνης στο αίμα. Μπορεί να απαιτηθεί ρύθμιση της δοσολογίας.
Λίθιο:
Οι συγκεντρώσεις του λιθίου στο αίμα μπορεί να αυξηθούν όταν χορηγείται ταυτόχρονα με δικλοφαινάκη (γεγονός που επηρεάζει τη νεφρική κάθαρση του λιθίου). Μπορεί να απαιτηθεί ρύθμιση της δοσολογίας του λιθίου.
Από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακα:
Φαρμακοδυναμικές μελέτες δεν έχουν δείξει ενίσχυση της δράσης όταν χορηγήθηκαν ταυτόχρονα με δικλοφαινάκη. Ωστόσο, υπάρχουν μεμονωμένες αναφορές τόσο υπογλυκαιμικών όσο και υπεργλυκαιμικών ενεργειών στη δοσολογία των υπογλυκαιμικών φαρμάκων.
Αντιπηκτικά:
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να ενισχύσουν τη δράση των αντιπηκτικών, όπως η βαρφαρίνη (βλέπε παράγραφο 4.4).
Διουρητικά:
Τα ΜΣΑΦ έχει αναφερθεί ότι μειώνουν τη δραστικότητα των διουρητικών. Η ταυτόχρονη θεραπεία με καλιοσυντηρητικά διουρητικά μπορεί να συνοδευθεί με αυξημένο κάλιο στο αίμα, έτσι είναι απαραίτητο να παρακολουθούνται τα επίπεδα στο αίμα/πλάσμα τακτικά.
Γλυκοκορτικοειδή:
Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να επιδεινώσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό.
ΜΣΑΦ:
Η ταυτόχρονη θεραπεία από το στόμα με δύο ή περισσότερα ΜΣΑΦ μπορεί να ενισχύσει την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών (βλέπε ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Μεθοτρεξάτη:
Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν τα ΜΣΑΦ χορηγούνται σε διάστημα λιγότερο των 24 ωρών πριν ή μετά τη θεραπεία με μεθοτρεξάτη. Μπορεί να εμφανισθούν αυξημένες συγκεντρώσεις της μεθοτρεξάτης στο αίμα με αποτέλεσμα αύξηση της τοξικότητας.
Κυκλοσπορίνη:
Η νεφροτοξικότητα από την κυκλοσπορίνη μπορεί να αυξηθεί λόγω της επίδρασης των ΜΣΑΦ στη νεφρική προσταγλανδίνη.
Αντιβακτηριακά κινολόνης:
Υπάρχουν μεμονωμένες αναφορές σπασμών, οι οποίοι μπορεί να οφείλονται στην ταυτόχρονη χρήση κινολονών και ΜΣΑΦ.
Αντιυπερτασικά φάρμακα:
Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η δικλοφαινάκη μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση της προπανολόλης και άλλων β- αποκλειστών, καθώς επίσης και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων.
Άλλα φάρμακα:
Η νατριούχος δικλοφαινάκη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με καλιούχο δικλοφαινάκη επειδή και οι δύο υπάρχουν στο αίμα ως το ίδιο δραστικό οργανικό ιόν.
Κορτικοστεροειδή:
Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης έλκους ή αιμορραγίας από το γαστρεντερικό (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs):
Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας από το γαστρεντερικό (βλέπε παράγραφο 4.4).
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση:
Το QPAIN αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης (βλέπε παραγράφους 4.3 και 5.3).
Θηλασμός:
Το QPAIN αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας (βλέπε παραγράφους 4.3 και 5.3).
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το QPAIN δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Κεφαλαλγία, ζάλη, καρηβαρία και νοητική σύγχυση έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια από του στόματος θεραπείας με δικλοφαινάκη. Οι ασθενείς πρέπει να είναι ενήμεροι ότι αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανισθούν και να είναι προσεκτικοί όταν χειρίζονται μηχανήματα ή οδηγούν σε περίπτωση που αισθανθούν κάποιο από τα συμπτώματα αυτά.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες χωρίζονται σε αυτές που εμφανίζονται τοπικά στη θέση εφαρμογής και σε εκείνες που εμφανίζονται ως αποτέλεσμα συστηματικής αντίδρασης.
Τοπική χρήση:
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε έξι διπλά-τυφλές, κλινικές μελέτες με σημαντικά αυξημένη συχνότητα στην ομάδα της νατριούχου δικλοφαινάκης σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (placebo). Στη θέση εφαρμογής, η ξηρότητα του δέρματος (35,8% έναντι 6,86% στην ομάδα του placebo) και το εξάνθημα (10,44% έναντι 2,86% στην ομάδα του placebo) ήταν στατιστικά σημαντικές.
Άλλες στατιστικά σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες της νατριούχου δικλοφαινάκης έναντι του εικονικού φαρμάκου είναι δυσκοιλιότητα (3,83% έναντι 0,57%), δυσπεψία (8,98% έναντι 4%) και μετεωρισμός (4,49% έναντι 0,57%).
Μετά την τοπική εφαρμογή δικλοφαινάκης έχουν αναφερθεί φωτοαλλεργικές αντιδράσεις και δερματίτιδα εξ’ επαφής.
Η συστηματική απορρόφηση της νατριούχου δικλοφαινάκης μετά από τοπική εφαρμογή του QPAIN είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με τη χρήση των δισκίων νατριούχου δικλοφαινάκης. Ωστόσο, όταν το QPAIN εφαρμόζεται σε μεγάλη σχετικά επιφάνεια δέρματος για μεγάλο χρονικό διάστημα, η πιθανότητα εμφάνισης συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών ομοίων με εκείνες τις συστηματικές αντιδράσεις που εμφανίζονται
μετά από τη χορήγηση δικλοφαινάκης από το στόμα (βλέπε κατωτέρω) δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς.
Πιθανές συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες περιγράφονται πιο κάτω.
Από του στόματος χρήση:
Η από του στόματος χορήγηση της δικλοφαινάκης έχει ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω των συστηματικών και τοπικών γαστρεντερικών αντιδράσεων.
Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό που παρατηρήθηκαν, ήταν έλκος και αιμορραγία, ενώ, οι πιο σοβαρές αν και σπάνιες δερματολογικές αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν, ήταν πολύμορφο ερύθημα (σύνδρομο Stevens-Johnson και σύνδρομο Lyell). Θανατηφόρα περιστατικά έχουν εμφανισθεί σποραδικά, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους.
Φυσαλιδώδεις αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένων του συνδρόμου Stevens-Johnson και Τοξικής Επιδερμικής Νεκρόλυσης (πολύ σπάνιες).
Έχουν αναφερθεί οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια σε σχέση με την αγωγή με ΜΣΑΦ.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ανάλογα με τη συχνότητα ως ακολούθως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του γαστρεντερικού:
Όχι συχνές: επιγαστρικό, γαστρικό ή κοιλιακό άλγος, κοιλιακές κράμπες, ναυτία, δυσπεψία, ανορεξία, διάρροια, εμετός και μετεωρισμός..
Σπάνιες: γαστρεντερική αιμορραγία (διάρροια με αίμα, μέλαινα, αιματέμεση) γαστρικά και εντερικά έλκη με ή χωρίς αιμορραγία ή διάτρηση.
Μη γνωστές:: διαταραχές του κατώτερου εντερικού σωλήνα (π.χ. μη-ειδική αιμορραγική κολίτιδα και επιδείνωση ελκώδους κολίτιδας ή νόσος του Crohn), εντερική στένωση προσομοιάζουσα με διάφραγμα, υπεροξύτητα, στοματίτιδα, γλωσσίτιδα, επίχριστη γλώσσα, οισοφαγικές βλάβες, δυσκοιλιότητα και παγκρεατίτιδα, διαταραχές αλλοίωσης της γεύσης.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
Όχι συχνές: ζάλη, κεφαλαλγία και ίλιγγος.
Σπάνιες: υπνηλία, κακουχία, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και κόπωση.
Μη γνωστές: διαταραχές των αισθήσεων συμπεριλαμβανομένης και της παραισθησίας, διαταραχές της μνήμης, αποπροσανατολισμός, αϋπνία, ευερεθιστότητα, σπασμοί, κατάθλιψη, ανησυχία, εφιάλτες, τρόμος, ψυχωτικές αντιδράσεις και άσηπτη μηνιγγίτιδα.
Οφθαλμικές διαταραχές:
Μη γνωστές: διαταραχές της όρασης (θάμβος οράσεως, διπλωπία Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου:
Μη γνωστές: διαταραχές της ακοής, εμβοές Καρδιακές διαταραχές:
Σπάνιες: αίσθημα παλμών, στηθάγχη και αρρυθμίες.
Μη γνωστές: επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας και της υπέρτασης.
Αγγειακές διαταραχές:
Μη γνωστές: αγγειίτιδα.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
Όχι συχνές: εξάνθημα και κνησμός.
Σπάνιες: κνίδωση.
Μη γνωστές:: φυσαλιδώδες εξάνθημα, ερύθημα, έκζεμα, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, σύνδρομο Lyell (τοξική επιδερμική νεκρόλυση), ερυθροδερμία (αποφολιδωτική δερματίτιδα), αλωπεκία,
αντιδράσεις φωτοευαισθησίας και πορφύρα περιλαμβανομένης της αλλεργικής πορφύρας, αίσθημα καύσου της θέσης εφαρμογής, ξηρoδερμία.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:
Σπάνιες: οίδημα (προσώπου, γενικό, περιφερικό).
Μη γνωστές: οξεία νεφρική ανεπάρκεια, νεφρωσικό σύνδρομο, ανωμαλίες στην ούρηση (π.χ. αιματουρία και πρωτεϊνουρία), διάμεση νεφρίτιδα και νέκρωση των θηλών.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος:
Μη γνωστές: θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμία, απλαστική αναιμία και δευτεροπαθής αναιμία από γαστρεντερική αιμορραγία.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:
Όχι συχνές: αύξηση (≥ 3 φορές πάνω από το ανώτερο φυσιολογικό όριο) της AST, ALT.
Σπάνιες: διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας περιλαμβανομένης της ηπατίτιδας με ή χωρίς ίκτερο.
Μη γνωστές: κεραυνοβόλος ηπατίτιδα.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου:
Σπάνιες: αντίδραση υπερευαισθησίας όπως άσθμα σε ασθενείς ευαίσθητους στο ASSA π.χ. βρογχοσπασμός, αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς συστηματικές αντιδράσεις περιλαμβανομένης της υπότασης.
Μη γνωστές: πνευμονίτιδα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284,GR-15562 Χολαργός, Αθήνα,Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος:
http://www.eof.gr.
4.9 Υπερδοσολογία
Το QPAIN προορίζεται για εξωτερική χρήση μόνο. Η μικρή απορρόφηση της δικλοφαινάκης από το QPAIN υποδηλώνει ότι η τοξικότητα από τοπική υπερδοσολογία είναι εξαιρετικά απίθανη.
Σε περίπτωση τυχαίας κατάποσης, η ποσότητα νατριούχου δικλοφαινάκης (κατά μέσο όρο 948 mg) η οποία περιέχεται σε ένα μπουκάλι QPAIN 60 ml, θα μπορούσε να προκαλέσει στομαχικά ενοχλήματα και/ή παροδική νεφρική δυσλειτουργία. Η απορρόφηση πρέπει να ελαχιστοποιηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα με χορήγηση ενεργού άνθρακα. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται, καθώς επίσης και η γαστρεντερική κατάσταση για πιθανό ερεθισμό ή αιμορραγία. Υποστηρικτική και συμπτωματική θεραπεία πρέπει να χορηγηθεί για τυχόν επιπλοκές, στις οποίες περιλαμβάνονται για παράδειγμα: η υπόταση, η γαστρεντερική αιμορραγία και η νεφρική ανεπάρκεια. Η προκλητή διούρηση μπορεί να έχει περιορισμένη χρήση. Η ποσότητα του DMSO (36 g) πρέπει να είναι πολύ χαμηλότερη από οποιοδήποτε επικίνδυνο όριο για τον άνθρωπο (με βάση την LD >11 g/kg στους πιθήκους).
Οξεία έκθεση στο διμεθυλοσουλφοξείδιο (DMSO) μέσω εισπνοής υψηλών συγκεντρώσεων υδρατμών από τη χρήση ή την κατάχρηση του QPAIN είναι κάτι πολύ σπάνιο. Σε περίπτωση έκθεσης είναι πιθανόν να προκληθεί ερεθισμός των βλεννογόνων του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, δύσπνοια, ναυτία ή έμετος. Η θεραπεία περιλαμβάνει χορήγηση οξυγόνου ή ακολουθείται άλλη συμπτωματική θεραπεία.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Τοπικά προϊόντα για αρθρώσεις και μυϊκό πόνο.
Κωδικός ATC: M02ΑΑ15.
Μηχανισμός δράσης Η νατριούχος δικλοφαινάκη είναι μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο της ομάδας του αρυλακανοϊκού οξέος, με αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Η δικλοφαινάκη αναστέλλει τη βιοσύνθεση των προσταγλανδινών αναστέλλοντας τη δράση της συνθετάσης της προσταγλανδίνης κατά τρόπο μη αναστρέψιμο. Αυτή η μειωμένη παραγωγή προσταγλανδινών είναι συνέπεια του ανταγωνισμού μεταξύ της δικλοφαινάκης και του αραχιδονικού οξέος στη σύνδεση με την κυκλοοξυγονάση (συνθετάση της προσταγλανδίνης). Αυτό εξηγεί μερικώς τον μηχανισμό δράσης της. Επειδή η αντιφλεγμονώδης δράση της δικλοφαινάκης διατηρείται ακόμη και στα ζώα που έχουν υποστεί επινεφριδιεκτομή, δεν δρα μέσω του υποφυσο-επινεφριδικού άξονα. Η δικλοφαινάκη θεωρείται αναλγητικό με περιφερική δράση.
Το QPAIN περιέχει νατριούχο δικλοφαινάκη σε διάλυμα που περιέχει διμεθυλοσουλφοξείδιο (DMSO), το οποίο ενισχύει τη διείσδυση του φαρμάκου μέσω του δέρματος στους υποκείμενους ιστούς και στους αρθρικούς χώρους. Υπάρχουν πολλοί μηχανισμοί δράσης που αποδίδονται στο DMSO, και είναι πιθανόν ένας συνδυασμός δράσεων να είναι λειτουργικός.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η νατριούχος δικλοφαινάκη απορροφάται ταχέως όταν χορηγείται ως διάλυμα από το στόμα, ως υπόθετο από το ορθό ή ως ενδομυϊκή ένεση. Απορροφάται πιο αργά όταν χορηγείται στη μορφή των επικαλυμμένων εντεροδιαλυτών δισκίων, ιδιαίτερα όταν η μορφή αυτή χορηγείται μαζί με τη τροφή. Η δικλοφαινάκη απορροφάται επίσης διαδερμικά.
Μετά την τοπική εφαρμογή 1,0 ml QPAIN η μέση μέγιστη συγκέντρωση δικλοφαινάκης στο πλάσμα (C )
max είναι περίπου 9,7 ng/ml. Αυτή η συγκέντρωση επιτυγχάνεται σε 24 έως 48 ώρες (T ).
max Κατανομή Παρ’ όλο που η από του στόματος χορηγούμενη δικλοφαινάκη απορροφάται σχεδόν πλήρως, υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου, έτσι μόνο 50 έως 60% του φαρμάκου φθάνει στη συστηματική κυκλοφορία αναλλοίωτο. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις συνδέεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 99% με πρωτεΐνες του πλάσματος. Η δικλοφαινάκη διεισδύει στο αρθρικό υγρό και έχει ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι περίπου 1 έως 2 ώρες.
Η δικλοφαινάκη μεταβολίζεται σε 4’-hydroxydiclofenac, 5-hydroxydiclofenac, 3’-hydroxydiclofenac, 3’-hydroxy- 4’methoxy diclofenac και 4’,5-dihydroxydiclofenac.
Αποβολή Η νατριούχος δικλοφαινάκη αποβάλλεται με τη μορφή του γλυκορονιδίου και θειικών συνεζευγμένων, κυρίως στα ούρα και στη χολή, Η μέση ολική αποβολή της δικλοφαινάκης στα ούρα μετά από 120 ώρες είναι 3,68%. Το μέγιστο ποσοστό αποβολής στα ούρα επιτυγχάνεται μέσα σε 24 ώρες και διατηρείται μέχρι 48-72 ώρες.
Η νατριούχος δικλοφαινάκη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως (60%) από τα νεφρά.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Σε in vitro και in vivo μελέτες έχει αποδειχθεί ότι η νατριούχος δικλοφαινάκη δεν είναι μεταλλαξιογόνος. Δεν έχει παρατηρηθεί αύξηση της ογκογένεσης σε μακροχρόνιες μελέτες σε πειραματόζωα με νατριούχο δικλοφαινάκη.
Το έκδοχο DMSO μπορεί να προκαλέσει τοπική τοξικότητα, ιδιαίτερα όταν χορηγείται σε αδιάλυτη μορφή (μυϊκή νέκρωση, φλεγμονή και οίδημα, απολέπιση του δέρματος μετά από ενδομυϊκή, υποδόρια, ή τοπική χορήγηση, αντίστοιχα). Το DMSO έχει προκαλέσει τερατογόνες βλάβες σε μερικά θηλαστικά σε δόσεις
περίπου 2,5g/kg την ημέρα ή μεγαλύτερες και με διαφορετικές οδούς χορήγησης.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Διμεθυλοσουλφοξείδιο (DMSO), γλυκερίνη, προπυλενογλυκόλη, αιθανόλη, κεκαθαρμένο ύδωρ.
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται
6.3 Διάρκεια ζωής
24 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Δεν πρέπει να φυλάσσεται σε θερμοκρασία άνω των 25οC.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Το QPAIN συσκευάζεται σε λευκά πλαστικά φιαλίδια ονομαστικής χωρητικότητας 30 και 60 ml και είναι σφραγισμένα με ένα λευκό πλαστικό στόμιο σταγονόμετρου και βιδωτό πώμα.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΦΑΡΜΑΖΑΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ δ.τ. PHARMAZAC Α.Ε.
Ναούσης 31 104 47, ΑΘΗΝΑ τηλ.: 210 34 18 890
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
2300/11-01-2019
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 29-02-2012 Ημερομηνία ανανέωσης: 23-11-2018