1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Rheostop R 2 mg, δισκία διασπειρόμενα στο στόμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα περιέχει 2 mg υδροχλωρικής λοπεραμίδης Έκδοχo με γνωστή δράση:
Κάθε δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα περιέχει 4,6 mg ασπαρτάμης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκίo διασπειρόμενo στο στόμα.
Φακοειδή, λευκά έως υπόλευκα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Η υδροχλωρική λοπεραμίδη ενδείκνυται για τη συμπτωματική αντιμετώπιση της οξείας μη αιμορραγικής διάρροιας.
Εάν υπάρχει αίμα στα κόπρανα ή τα συμπτώματα επιμένουν πέραν των 48 ωρών, να ζητηθεί ιατρική συμβουλή.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών Αρχικώς 4 mg και ακολούθως 2 mg μετά από κάθε διαρροϊκή κένωση. Μέγιστη ημερήσια δόση 8 mg.
Παιδιά κάτω των 12 ετών Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία σχετικά με τη χρήση σε παιδιά κάτω των 12 ετών (βλ.
παράγραφο 4.8). Δεν συνιστάται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
Ηλικιωμένοι Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης στους ηλικιωμένους.
Νεφρική ανεπάρκεια Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Ηπατική ανεπάρκεια Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Η υδροχλωρική λοπεραμίδη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς, λόγω του ελαττωμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου (βλ. παράγραφο 4.4). Δεν συνιστάται σε περιπτώσεις σοβαρής ηπατικής βλάβης.
Τρόπος χορήγησης
Τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία θα πρέπει να τοποθετούνται πάνω στη γλώσσα. Το δισκίο θα διαλυθεί και πρέπει να καταποθεί μαζί με το σάλιο. Δεν απαιτείται η λήψη υγρού με το διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία υδροχλωρικής λοπεραμίδης δεν πρέπει να δίνονται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
Δεν πρέπει να δίνεται ως πρωταρχική θεραπεία σε ασθενείς
- με οξεία ελκώδη κολίτιδα
- με βακτηριακή εντεροκολίτιδα που προκαλείται από διηθητικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των Salmonella, Shigella και Campylobacter
- με ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα που συσχετίζεται με τη χρήση αντιβιοτικών
- με οξεία δυσεντερία, που χαρακτηρίζεται από αίμα στα κόπρανα και υψηλό πυρετό.
Γενικότερα, η υδροχλωρική λοπεραμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που αναστολή της περισταλτικότητας πρέπει να αποφεύγεται, λόγω του πιθανού κινδύνου σημαντικών επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των: ειλεός, μεγάκολο και τοξικό μεγάκολο. Η χρήση της υδροχλωρικής λοπεραμίδης πρέπει να διακόπτεται αμέσως όταν παρουσιάζονται δυσκοιλιότητα, κοιλιακή διάταση ή κλινικά φαινόμενα ατελούς ειλεού ή ενδείξεις τοξικού μεγακόλου.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Επειδή η θεραπεία της διάρροιας με υδροχλωρική λοπεραμίδη είναι μόνο συμπτωματική, σε περιπτώσεις που η διάρροια μπορεί να αντιμετωπιστεί αιτιολογικά, πρέπει να προτιμάται η αιτιολογική θεραπεία.
Σε ασθενείς με διάρροια και ιδιαίτερα σε παιδιά, μπορεί να εμφανιστεί απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η θεραπεία αναπλήρωσης με χορήγηση κατάλληλων υγρών και ηλεκτρολυτών είναι το πιο σημαντικό μέτρο.
Σε οξεία διάρροια, εάν δεν παρουσιαστεί κλινική βελτίωση μέσα σε 48 ώρες, η χορήγηση της υδροχλωρικής λοπεραμίδης πρέπει να διακοπεί και οι ασθενείς πρέπει να συμβουλευθούν τον/την γιατρό τους.
Οι ασθενείς με AIDS που λαμβάνουν υδροχλωρική λοπεραμίδη για τη διάρροια πρέπει να διακόψουν τη θεραπεία όταν εμφανιστούν πρώιμα σημεία κοιλιακής διάτασης. Υπάρχουν μεμονωμένες αναφορές δυσκοιλιότητας με αυξημένο κίνδυνο τοξικού μεγακόλου σε ασθενείς με AIDS που είχαν λοιμώδη κολίτιδα οφειλόμενη σε ιούς ή βακτήρια και έκαναν θεραπεία με υδροχλωρική λοπεραμίδη .
Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να λαμβάνουν με προσοχή τη θεραπεία λόγω του μειωμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου. Θα πρέπει, επίσης, να παρακολουθούνται στενά για σημεία τοξικότητας από το ΚΝΣ (βλ. παράγραφο 4.2).
Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου μεταβολίζεται και οι μεταβολίτες του ή το μη μεταβολισμένο φάρμακο απεκκρίνεται στα κόπρανα, δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική διαταραχή.
Κακή χρήση και κατάχρηση της λοπεραμίδης, ως υποκατάστατο οπιοειδών έχουν περιγραφεί σε άτομα με οπιοειδή εθισμό (βλ. παράγραφο 4.9).
Έχουν αναφερθεί καρδιακά επεισόδια, συμπεριλαμβανομένων των περιστατικών επιμήκυνσης του διαστήματος QT και του συμπλέγματος QRS και ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου, τα οποία σχετίζονται με υπερδοσολογία. Ορισμένα επεισόδια είχαν θανατηφόρα έκβαση (βλ. παράγραφο 4.9). Η υπερδοσολογία μπορεί να φέρει στην επιφάνεια προϋπάρχον σύνδρομο Brugada. Οι ασθενείς δεν πρέπει να υπερβαίνουν τη συνιστώμενη δόση ή/και τη συνιστώμενη διάρκεια της θεραπείας.
Έκδοχα:
Το Rheostop R περιέχει ασπαρτάμη Αυτό το φάρμακο περιέχει 4,60 mg ασπαρτάμης σε κάθε δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα. Η ασπαρτάμη είναι πηγή φαινυλαλανίνης. Μπορεί να είναι επιβλαβής εάν κάποιος έχει φαινυλκετονουρία (PKU) μία σπάνια γενετική διαταραχή στην οποία η φαινυλαλανίνη συσσωρεύεται επειδή το σώμα δεν μπορεί να την αποβάλλει φυσιολογικά.
Δεν είναι διαθέσιμα ούτε μη κλινικά αλλά ούτε και κλινικά δεδομένα για την αξιολόγηση της χρήσης ασπαρτάμης σε βρέφη ηλικίας κάτω των 12 εβδομάδων.
Το Rheostop R περιέχει νάτριο Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Είναι αναμενόμενο ότι φάρμακα με παρόμοιες φαρμακολογικές ιδιότητες μπορεί να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα της λοπεραμίδης.
Μη κλινικά δεδομένα έχουν δείξει ότι η λοπεραμίδη είναι ένα υπόστρωμα Ρ-γλυκοπρωτεΐνης.
Ταυτόχρονη χορήγηση λοπεραμίδης (εφάπαξ δόση 16 mg) με κινιδίνη ή ριτοναβίρη, που είναι και οι δύο αναστολείς της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης, είχε ως αποτέλεσμα μια διπλάσια ως τριπλάσια αύξηση των επιπέδων της λοπεραμίδης στο πλάσμα. Η κλινική συσχέτιση αυτής της φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης με αναστολείς της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης, όταν η λοπεραμίδη χορηγείται στις συνιστώμενες δόσεις (2 mg μέχρι 16 mg μέγιστη ημερήσια δόση), είναι άγνωστη.
Η ταυτόχρονη χορήγηση λοπεραμίδης (μια δόση 4 mg) και ιτρακοναζόλης, αναστολέα του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης, οδήγησε σε 3 ως 4 φορές αύξηση της συγκέντρωσης της λοπεραμίδης στο πλάσμα. Στην ίδια μελέτη, η γεμφιβροζίλη, αναστολέας του CYP2C8, αύξησε τη λοπεραμίδη κατά το διπλάσιο περίπου. Ο συνδυασμός ιτρακοναζόλης και γεμφιβροζίλης οδήγησε στην αύξηση του μέγιστου επιπέδου λοπεραμίδης στο πλάσμα κατά 4 φορές και στην αύξηση της ολικής παρουσίας στο πλάσμα κατά 13 φορές. Οι αυξήσεις αυτές δεν συσχετίζονταν με δράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ), όπως μετρήθηκαν σε ψυχοκινητικές δοκιμές (δηλ.
υποκείμενη υπνηλία και Digit Symbol Substitution Test).
H ταυτόχρονη χορήγηση λοπεραμίδης (εφάπαξ δόση 16 mg) και κετοκοναζόλης, αναστολέα του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης, οδήγησε σε αύξηση κατά 5 φορές της συγκέντρωσης της λοπεραμίδης στο πλάσμα. Η αύξηση αυτή δεν συσχετιζόταν με αυξημένα φαρμακοδυναμικά φαινόμενα όπως μετρήθηκαν με οφθαλμομετρία.
Ταυτόχρονη χορήγηση από του στόματος δεσμοπρεσίνης οδήγησε στην αύξηση κατά 3 φορές της συγκέντρωσης της δεσμοπρεσίνης στο πλάσμα, πιθανότατα λόγω βραδύτερης γαστρεντερικής κινητικότητας.
Αναμένεται ότι φάρμακα με παρόμοιες φαρμακολογικές ιδιότητες μπορεί να ενισχύσουν τη δράση της λοπεραμίδης και ότι φάρμακα που επιταχύνουν τη γαστρεντερική κίνηση μπορεί να μειώσουν τη δράση της.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Παρόλο που δεν υπάρχουν ενδείξεις για τη υδροχλωρική λοπεραμίδη ότι έχει τερατογόνες ή εμβρυοτοξικές ιδιότητες, το αναμενόμενο θεραπευτικό όφελος πρέπει να σταθμίζεται έναντι των δυνητικών κινδύνων, πριν η υδροχλωρική λοπεραμίδη χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ειδικότερα κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Σε περιπτώσεις παρατεταμένης χρήσης, λόγω των οπιοειδών ιδιοτήτων της, οι έγκυες πρέπει να λαμβάνουν υδροχλωρική λοπεραμίδη με μεγάλη προσοχή.
Θηλασμός Πολύ μικρά ποσά του φαρμάκου απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Για το λόγο αυτό, η υδροχλωρική λοπεραμίδη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Απώλεια συνείδησης, μειωμένα επίπεδα συνείδησης, κόπωση, ζάλη ή υπνηλία μπορεί να παρουσιασθούν κατά τη διάρκεια θεραπείας διαρροϊκού συνδρόμου με υδροχλωρική λοπεραμίδη .
Για το λόγο αυτό, εφιστάται προσοχή κατά την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων. Η υδροχλωρική λοπεραμίδη καθ’ αυτή δεν έχει επίδραση στην ικανότητα αντίδρασης (βλ.
παράγραφο 4.8).
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ενήλικες και παιδιά ≥ 12 ετών Η ασφάλεια της λοπεραμίδης αξιολογήθηκε σε 2.755 ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών που συμμετείχαν σε 26 ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές υδροχλωρικής λοπεραμίδης για τη θεραπεία της διάρροιας.
Οι πιο συχνά αναφερόμενες (≥ 1%) ανεπιθύμητες ενέργειες στις δοκιμές της οξείας διάρροιας ήταν: δυσκοιλιότητα (2,7%), μετεωρισμός (1,7%), πονοκέφαλος (1,2%) και ναυτία (1,1%).
Τα δεδομένα του πίνακα 1 αντιπροσωπεύουν τα αποτελέσματα μελετών από 2755 ενήλικες και παιδιά ≥12 ετών που συμμετείχαν σε 26, ελεγχόμενες και μη κλινικές δοκιμές υδροχλωρικής λοπεραμίδης για την αντιμετώπιση της διάρροιας.
Η υπερδοσολογία μπορεί να προκαλέσει καρδιακό επεισόδιο λόγω προϋπάρχοντος συνδρόμου Brugada (βλ. παράγραφο 4.9).
Οι κατηγορίες συχνότητας που παρουσιάζονται στον πίνακα Α βασίζονται στην ακόλουθη παραδοχή:
Πολύ συχνές (≥ 1/10)
Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100)
Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)
Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Πίνακας Α: Συχνότητες Ανεπιθύμητων Αντιδράσεων που αναφέρθηκαν κατά την χρήση υδροχλωρικής λοπεραμίδης σε κλινικές μελέτες σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας ≥12 ετών.
Δεδομένα μετά την κυκλοφορία της υδροχλωρικής λοπεραμίδης Η διαδικασία για τον καθορισμό Ανεπιθύμητων Ενεργειών (ΑΕ) για τη υδροχλωρική λοπεραμίδη δεν διαφέρουν μεταξύ των ενδείξεων της χρόνιας και οξείας διάρροιας ή μεταξύ ενηλίκων και παιδιών 12 ετών. Για το λόγο αυτό, οι ΑΕ που παρέχονται παρακάτω αντιπροσωπεύουν έναν συνδυασμό ενδείξεων και υποκείμενων πληθυσμών.
| Σύστημα/Κατηγορία οργάνων | Οξεία διάρροια (Ν = 2755) | Χρόνια διάρροια (Ν = 321) | Οξεία και χρόνια διάρροια Εμπειρία μετά την κυκλοφορία |
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |||
| Υπερευαισθησία, αναφυλακτική αντίδραση (συμπ. αναφυλακτικού σοκ), αναφυλακτοειδής αντίδραση | Σπάνιες | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |||
| Πονοκέφαλος | Συχνές | Όχι συχνές | Συχνές |
| Ζάλη | Όχι συχνές | Συχνές | Συχνές |
| Υπνηλία | Όχι συχνές | ||
| Μυρμηκίαση Απώλεια συνείδησης, νάρκη, χαμηλό επίπεδο συνείδησης, υπερτονία, αδυναμία συντονισμού κινήσεων | Σπάνιες | Σπάνιες | Σπάνιες |
| Σπάνιες | |||
| Διαταραχές των οφθαλμών | |||
| Μύση | Σπάνιες | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |||
| Δυσκοιλιότητα, ναυτία, μετεωρισμός | Συχνές | Συχνές | Συχνές |
| Κοιλιακός πόνος, κοιλιακή δυσφορία, ξηροστομία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Άλγος στην άνω κοιλία, έμετος | Όχι συχνές Σπάνιες | Όχι συχνές | |
| Δυσπεψία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Ειλεός (συμπεριλαμβανομένου του παραλυτικού ειλεού), μεγάκολοα (συμπεριλαμβανομένου τοξικού μεγάκολου) Κοιλιακή διάταση Οξεία παγκρεατίτιδα | Σπάνιες | Σπάνιες Σπάνιες Μη γνωστής συχνότητας |
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
| Όχι συχνές | Όχι συχνές | ||
|---|---|---|---|
| Πομφολυγώδες εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένου συνδρόμου Stevens-Johnson, τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης και ερυθήματος), αγγειοοίδημα, κνίδωση, κνησμός | Σπάνιες | ||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |||
| Κατακράτηση ούρων | Σπάνιες | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |||
| Αίσθημα καύσου γλώσσας | Σπάνιες | ||
| Κόπωση | Σπάνιες | Σπάνιες | Σπάνιες |
α Βλέπε: Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια της υδροχλωρικής λοπεραμίδης εκτιμήθηκε σε 607 ασθενείς ηλικίας από 10 ημερών ως 13 ετών που συμμετείχαν σε 13 ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες λοπεραμίδης για χρήση στην αντιμετώπιση της οξείας διάρροιας. Γενικά, το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στις κλινικές μελέτες της λοπεραμίδης σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του:
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr και http://www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Σε άτομα που έλαβαν υπερβολική δόση υδροχλωρικής λοπεραμίδης , (σε δόσεις από 40 mg έως 792 mg ανά ημέρα), παρατηρήθηκαν επιμήκυνση του διαστήματος QT και του συμπλέγματος QRS και/ή σοβαρές κοιλιακές αρρυθμίες, συμπεριλαμβανομένης της πολύμορφης ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου, καρδιακή ανακοπή και συγκοπή (βλ. παράγραφο 4.4). Υπήρξαν ακόμη και αναφορές θανατηφόρων περιστατικών. Η υπερδοσολογία μπορεί να φέρει στην επιφάνεια προϋπάρχον σύνδρομο Brugada.
Συμπτώματα Σε περίπτωση υπερδοσολογίας (συμπεριλαμβανομένης και της υπερδοσολογίας από ηπατική δυσλειτουργία), μπορεί να εμφανιστεί καταστολή του ΚΝΣ (λήθαργος, δυσχέρεια συντονισμού, υπνηλία, μύση, μυϊκή υπερτονία, αναπνευστική καταστολή), κατακράτηση ούρων και ειλεός. Τα παιδιά μπορεί να είναι πιο ευαίσθητα στα αποτελέσματα από το ΚΝΣ σε σύγκριση με τους ενήλικες.
Μετά τη διακοπή, έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις συνδρόμου απόσυρσης φαρμάκων σε άτομα που έκαναν κατάχρηση, κακή χρήση ή σκόπιμη υπερδοσολόγηση με υπερβολικά μεγάλες δόσεις λοπεραμίδης.
Θεραπεία Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας, θα πρέπει να ξεκινήσει η παρακολούθηση ΗΚΓ για παράταση του διαστήματος QT.
Η θεραπεία είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Σε ασθενείς που δεν έχουν εμέτους, πρέπει να προηγείται πλύση στομάχου προ της χορήγησης ενεργού άνθρακα. Πόσιμο εναιώρημα ενεργού άνθρακα που θα δοθεί εντός 3 ωρών από την κατάποση της λοπεραμίδης είναι πιθανό να μειώσει την απορρόφηση.
Αν εμφανιστούν συμπτώματα υπερδοσολογίας, μπορεί να χορηγηθεί ναλοξόνη σαν αντίδοτο.
Επειδή η διάρκεια δράσης της λοπεραμίδης είναι μεγαλύτερη από της ναλοξόνης (1-3 ώρες), μπορεί να χρειαστεί να επαναληφθεί η χορήγηση της ναλοξόνης. Επιπλέον, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά, για τουλάχιστον 48 ώρες, σε περίπτωση εμφάνισης αναπνευστικής καταστολής.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιπροωθητικό, κωδικός ATC: A07 DA03 Η λοπεραμίδη συνδέεται με τους υποδοχείς των οπιούχων στο εντερικό τοίχωμα. Κατά συνέπεια, αναστέλλει την απελευθέρωση της ακετυλοχολίνης και των προσταγλανδινών, ελαττώνοντας έτσι την προωθητική περισταλτικότητα αυξανόμενου και του χρόνου διάβασης του εντέρου. Η λοπεραμίδη αυξάνει τον τόνο του σφιγκτήρα του ορθού, ελαττώνοντας έτσι την ακράτεια και την έπειξη προς κένωση. Λόγω της μεγάλης χημικής συγγένειας προς το εντερικό τοίχωμα και του υψηλού μεταβολικού φαινομένου πρώτης διόδου, η λοπεραμίδη σχεδόν δεν φθάνει στη συστηματική κυκλοφορία.
Σε μια διπλή-τυφλή τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή σε 56 ασθενείς με οξεία διάρροια που λάμβαναν λοπεραμίδη, παρατηρήθηκε έναρξη της αντιδιαρροϊκής δράσης εντός μιας ώρας μετά από μονή δόση 4 mg.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η μεγαλύτερη ποσότητα της χορηγούμενης από του στόματος λοπεραμίδης απορροφάται από το έντερο, όμως ως αποτέλεσμα του σημαντικού μεταβολισμού μέσω της πρώτης διόδου, η συστημική βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου μόνο 0,3%.
Κατανομή Μελέτες κατανομής σε αρουραίους έδειξαν μία υψηλή συγγένεια για το εντερικό τοίχωμα με προτίμηση προς σύνδεση με τους υποδοχείς των επιμήκων λείων μυϊκών ινών. Η σύνδεση της λοπεραμίδης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 95%, κυρίως με την αλβουμίνη. Μη κλινικά δεδομένα έδειξαν ότι η λοπεραμίδη είναι υπόστρωμα της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης.
Βιομετασχηματισμός Η λοπεραμίδη απορροφάται εύκολα από το έντερο και μεταβολίζεται στο ήπαρ, όπου συζεύγνυται και απεκκρίνεται μέσω της χολής. Η οξειδωτική Ν-απομεθυλίωση είναι η κύρια μεταβολική οδός για τη λοπεραμίδη και διαμεσολαβείται κυρίως μέσω του CYP3A4 και του CYP2C8. Λόγω αυτού του πολύ υψηλού μεταβολισμού πρώτης διόδου από το ήπαρ, οι συγκεντρώσεις του αμετάβλητου φαρμάκου στο πλάσμα παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές.
Αποβολή Ο χρόνος ημιζωής της λοπεραμίδης στον άνθρωπο είναι περίπου 11 ώρες με διακύμανση 9-14 ώρες. Η απέκκριση της μη μεταβολισμένης λοπεραμίδης και των μεταβολιτών γίνεται κυρίως μέσω των κοπράνων.
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν έχουν πραγματοποιηθεί φαρμακοκινητικές μελέτες σε παιδιατρικό πληθυσμό. Αναμένεται ότι η φαρμακοκινητική συμπεριφορά της λοπεραμίδης και οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με τη λοπεραμίδη θα είναι παρόμοιες με αυτές των ενηλίκων.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Η μη κλινική in vitro και in vivo αξιολόγηση της λοπεραμίδης στο θεραπευτικό εύρος συγκεντρώσεων στο αίμα, αλλά και με σημαντικά μεγαλύτερο εύρος συγκεντρώσεων (έως και 47 φορές μεγαλύτερες), δεν δείχνει σημαντική επίδραση στην καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία. Ωστόσο, σε εξαιρετικά υψηλές συγκεντρώσεις σχετιζόμενες με υπερδοσολογία (βλ. παράγραφο 4.4), η λοπεραμίδη έχει επίδραση στην καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία, όπως αναστολή των διαύλων καλίου (hERG) και νατρίου και αρρυθμίες.
Μελέτες τοξικότητας με τη λοπεραμίδη διάρκειας μέχρι 12 μήνες σε σκύλους και 18 μήνες σε αρουραίους, δεν έδειξαν καμία τοξική δράση, εκτός από μία μικρή μείωση βάρους και κατανάλωσης τροφής σε ημερήσιες δόσεις μέχρι 50 mg/kg/ημέρα (30 φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη ανθρώπινη δόση) και 40 mg/kg/ημέρα (240 φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη ανθρώπινη δόση), αντίστοιχα. Τα επίπεδα μη τοξικής δράσης σε αυτές τις μελέτες ήταν 1,25 mg/kg/ημέρα (8 φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη ανθρώπινη δόση) και 10 mg/kg/ημέρα (60 φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη ανθρώπινη δόση) στους σκύλους και στους αρουραίους, αντίστοιχα. Αποτελέσματα από in vivo και in vitro μελέτες που διεξήχθησαν, έδειξαν ότι η λοπεραμίδη δεν είναι γονοτοξική.
Δεν υπήρξε καμία ένδειξη καρκινογένεσης. Σε μελέτες αναπαραγωγής, πολύ υψηλές δόσεις λοπεραμίδης (40 mg/kg/ημέρα - 240 φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη ανθρώπινη δόση)
προκάλεσαν διαταραχή στη γονιμότητα και στην επιβίωση του εμβρύου σε συνδυασμό με τη μητρική τοξικότητα στους αρουραίους. Χαμηλότερες δόσεις δεν είχαν επίδραση στην υγεία της μητέρας ή του εμβρύου και δεν επηρέασαν την περι- ή μετα-γεννητική ανάπτυξη.
Σε προκλινικό επίπεδο, επιδράσεις παρατηρήθηκαν μόνο μετά από χορήγηση δόσεων που θεωρήθηκαν πολύ υπερβολικές σε σχέση με τη μέγιστη ανθρώπινη έκθεση, υποδηλώνοντας μικρή συσχέτιση με την κλινική πράξη.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Ποβιδόνη διασταυρούμενη Νάτριο ανθρακικό όξινο Μαννιτόλη Ποβιδόνη Κιτρικό οξύ άνυδρο Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Μεθυλοκυτταρίνη Ασπαρτάμη Βελτιωτικό γεύσης πορτοκάλι Μαγνήσιο στεατικό
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
5 χρόνια.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25ºC.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 6 δισκία διασπειρόμενα στο στόμα, συσκευασμένα ανά 6 σε κυψέλη αλουμινίου και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
UNI-PHARMA ΚΛΕΩΝ ΤΣΕΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ Α.Β.Ε.Ε.
14º χλμ. Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας 1 145 64, Κηφισιά Τηλ.: 210 8072512 Fax: 210 8078907
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 17.12.2007.
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 20.02.2013.