1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Roiplon 50% (1 g/2 ml) ενέσιμο ελαιώδες διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
1 φύσιγγα Roiplon 2 ml διαλύματος προς ενδομυϊκή ένεση περιέχει 1 g ετοφαιναμάτης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Eνέσιμο ελαιώδες διάλυμα
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Ενδείκνυται για τη συμπτωματική θεραπεία των παρακάτω οξέων επώνυμων φλεγμονωδών καταστάσεων:
- Ρευματοειδή αρθρίτιδα
- Οστεοαρθρίτιδα
- Αγκυλωτική σπονδυλοαρθρίτιδα
- Εξωαρθρικές παθήσεις, όπως τενοντίτιδα, θυλακίτιδα, περιαρθρίτιδα του ώμου ή του ισχίου
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Στους ενήλικες, μια εφάπαξ βαθιά ενδομυϊκή ένεση 2 ml Roiplon ενέσιμου διαλύματος (1 φύσιγγα αντιστοιχεί σε 1000 mg ετοφαιναμάτης) είναι συνήθως επαρκής.
Μετά τη θραύση της φύσιγγας, το ενέσιμο διάλυμα απομακρύνεται με μια σύριγγα και μετά την αλλαγή της βελόνας με μια επαρκώς μακριά βελόνα ένεσης, ενίεται βαθιά στο μυ (συνήθως στο γλουτιαίο μυ). Πριν την ένεση του διαλύματος, το έμβολο της σύριγγας θα πρέπει να ανασηκωθεί ελαφρά για να διασφαλιστεί ότι δεν έχουν τραυματιστεί αιμοφόρα αγγεία.
Εξαιτίας της πιθανής εμφάνισης αναφυλακτικών αντιδράσεων έως και καταπληξίας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον μια ώρα μετά την ένεση του Roiplon . Ένα λειτουργικό κουτί πρώτων βοηθειών θα πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμο. Ο ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί για τον σκοπό αυτού του μέτρου.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ενδέχεται να ελαχιστοποιηθούν με τη χρήση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης για τη μικρότερη διάρκεια που είναι απαραίτητη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
Να μην χορηγούνται περισσότερες από 3 φύσιγγες συνολικά ανά κύκλο θεραπείας.
Ηλικιωμένοι ασθενείς:
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να αντιμετωπίσουν σοβαρές συνέπειες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Γενικά, εάν ένα ΜΣΑΦ κρίνεται απαραίτητο, η ελάχιστη αποτελεσματική δόση θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά για γαστρεντερική αιμορραγία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΜΣΑΦ.
Το Roiplon θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό προσεκτική ιατρική παρακολούθηση σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιά και έφηβοι:
Η ετοφαιναμάτη δεν συνιστάται σε παιδιά και εφήβους καθώς δεν υπάρχει εμπειρία για αυτήν την ηλικιακή ομάδα.
4.3 Αντενδείξεις
Το Roiplon i.m δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με:
• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
• Ιστορικό αντιδράσεων υπερευαισθησίας (π.χ. άσθμα, ρινίτιδα, αγγειοοίδημα ή κνίδωση) στην ιβουπροφαίνη, την ασπιρίνη ή σε άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα
• Διαταραχές της αιμοποίησης
• Γαστρεντερική, αγγειακή-εγκεφαλική ή άλλη ενεργή αιμορραγία
• Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης που σχετίζεται µε προηγούμενη θεραπεία µε ΜΣΑΦ
• Ενεργό ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας)
• Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
• Σοβαρή ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια
• Στο τρίτο τρίμηνο κύησης (βλ. παράγραφο 4.6)
• Στη γαλουχία (βλ. παράγραφο 4.6)
• Παιδιά και εφήβους
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η ένεση πρέπει να χορηγείται αυστηρά ενδομυϊκά (έλεγχος αναρρόφησης). Εάν το προϊόν χορηγηθεί κατά λάθος μέσω της ενδοφλέβιας οδού χορήγησης, ενδέχεται να συμβεί σοβαρή βλάβη των ιστών.
Να δίνεται προσοχή σε σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας που ενδέχεται να εμφανιστούν μετά την ένεση του Roiplon (βλ. παράγραφο 4.8). Ο ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί για τον σκοπό αυτής της παρακολούθησης.
Λόγω της επιδείνωσης των φλεγμονών που προκαλούνται από λοιμώξεις, όπως έχει παρατηρηθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις, οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να επικοινωνήσουν αμέσως με έναν ιατρό το συντομότερο δυνατόν εφόσον εμφανιστούν οποιαδήποτε συμπτώματα και σημεία μιας νέας λοίμωξης ή επιδεινωθούν τα σημεία μιας προϋπάρχουσας λοίμωξης. Να ελεγχθεί εάν ενδείκνυται αντιλοιμώδης/αντιβιοτική θεραπεία.
Όχι συχνά, έχουν αναφερθεί μια αύξηση των τρανσαμινασών του ορού καθώς και μεμονωμένες περιπτώσεις βλάβης του νεφρικού ιστού (βλ. παράγραφο 4.8). Γι’ αυτό συνιστάται στενή παρακολούθηση των ηπατικών και νεφρικών παραμέτρων στους ασθενείς που έχουν προδιάθεση και/ή σε επαναλαμβανόμενη χρήση.
Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση του Roiplon με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ενδέχεται να ελαχιστοποιηθούν με τη χρήση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης για τη μικρότερη διάρκεια που είναι αναγκαία για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.2 καθώς και «Γαστρεντερικός και Καρδιαγγειακός Κίνδυνος»
παρακάτω).
Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση και διάτρηση:
Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση, οι οποίες μπορούν να είναι θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών συμβαμάτων.
Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, εξέλκωσης ή διάτρησης είναι υψηλότερος με αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό ελκών, ιδιαίτερα εάν είναι επιπλεγμένα με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. παράγραφο 4.3) και σε ηλικιωμένους. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία με τη μικρότερη διαθέσιμη δόση.
Η θεραπεία συνδυασμού με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς της αντλίας πρωτονίων) θα πρέπει να εξετάζεται σε αυτούς τους ασθενείς και επίσης σε ασθενείς που έχουν ανάγκη ταυτόχρονης μικρής δόσης ασπιρίνης ή άλλων φαρμάκων που πιθανά να αυξάνουν τον γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. παρακάτω και παράγραφο 4.5).
Οι ασθενείς με ιστορικό τοξικότητας του γαστρεντερικού, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι, θα πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα γαστρεντερικά συμπτώματα (ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία)
ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Συνιστάται προσοχή στους ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη, εκλεκτικούς αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης ή αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες όπως ασπιρίνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Όταν εμφανιστεί γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν ένα ΜΣΑΦ, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία.
Τα ΜΣΑΦ θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Crohn) καθώς η κατάστασή τους ενδέχεται να επιδεινωθεί (βλ.
παράγραφο 4.8).
Ηλικιωμένοι Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών με τα ΜΣΑΦ, ειδικά η γαστρεντερική αιμορραγία και η διάτρηση ενδέχεται να είναι θανατηφόρες (βλ. παράγραφο 4.2).
Καρδιαγγειακή, νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία Η χορήγηση ενός ΜΣΑΦ ενδέχεται να προκαλέσει μία δοσο-εξαρτώμενη μείωση της σύνθεσης των προσταγλανδινών και να επιταχύνει τη νεφρική ανεπάρκεια. Οι ασθενείς που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για αυτήν την αντίδραση είναι όσοι έχουν νεφρική, καρδιακή, ηπατική δυσλειτουργία, όσοι λαμβάνουν διουρητικά και οι ηλικιωμένοι. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να υπόκειται σε παρακολούθηση σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις Απαιτείται η κατάλληλη παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και /ή ήπια έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σχετιζόμενα με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση μερικών ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνιες θεραπείες), ενδέχεται να συσχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβαμάτων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να αποκλεισθεί ένας τέτοιος κίνδυνος για το Roiplon .
Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο και /ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβληθούν σε θεραπεία με Roiplon i.m μόνο μετά από προσεκτική εξέταση.
Δερματικές αντιδράσεις Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές εκ των οποίων θανατηφόρες, συμπεριλαμβανομένων της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σχετιζόμενες με τη χρήση ΜΣΑΦ (βλ. παράγραφο 4.8).
Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο για αυτές τις αντιδράσεις νωρίς στη διάρκεια της θεραπείας, με την έναρξη της αντίδρασης να συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις
εντός του πρώτου μήνα της θεραπείας. Η θεραπεία με ΜΣΑΦ θα πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλαβών στο βλεννογόνο ή οποιοδήποτε άλλο σημείο υπερευαισθησίας.
Άλλα δεδομένα Σε ασθενείς με επαγώγιμη πορφυρία, το Roiplon θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης κινδύνου-οφέλους.
Ιδιαίτερα, η προσεκτική ιατρική επίβλεψη είναι απαραίτητη σε ασθενείς αμέσως μετά από μείζον χειρουργείο και σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Οι ασθενείς με άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, αλλεργική ρινίτιδα ή χρόνιο οίδημα των ρινικών βλεννογόνων (αποκαλούμενο ρινικοί πολύποδες) βρίσκονται σε κίνδυνο σε σχέση με άλλους ασθενείς, να αντιδράσουν σε μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες με συμπτώματα όπως κρίσεις άσθματος (αποκαλούμενες δυσανεξία σε αναλγητικά / αναλγητικό άσθμα), τοπικό οίδημα του δέρματος ή των βλεννωδών μεμβρανών (αποκαλούμενο νόσος του Quincke) ή κνησμώδες εξάνθημα (κνίδωση). Γι’ αυτό το Roiplon i.m πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς μόνο όταν λαμβάνονται συγκεκριμένες προφυλάξεις (υπηρεσία επειγόντων περιστατικών) και μόνο υπό άμεση ιατρική επίβλεψη.
Τα ίδια ισχύουν για τους ασθενείς που εμφανίζουν αλλεργία σε άλλα συστατικά, π.χ. με τη μορφή δερματικών αντιδράσεων, κνησμού ή κνησμώδους εξανθήματος.
Το Roiplon ενδέχεται να προκαλέσει προσωρινή αναστολή της συσσωμάτωσης των αιμοπεταλίων.
Γι’ αυτό οι ασθενείς με διαταραχές της πήξης του αίματος θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Οι ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ) και μικτές διαταραχές του συνδετικού ιστού ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για άσηπτη μηνιγγίτιδα (βλ. παράγραφο 4.8).
Το Roiplon θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό προσεκτική ιατρική παρακολούθηση σε λοιμώξεις του ιού Varicella zoster (ανεμοβλογιά, έρπης ζωστήρας) λόγω του πιθανού αυξημένου κινδύνου σοβαρών δερματικών αντιδράσεων.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Κορτικοστεροειδή: αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης: αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Άλλα αναλγητικά συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2: να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση δύο ή περισσότερων ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης)
καθώς αυτή ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.4).
Αντιουριχαιμικά προβενεσίδη και σουλφινπυραζόνη: βραδύτερη απέκκριση της δραστικής ουσίας του Roiplon .
Αιθανόλη: ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας.
Αντιπηκτικά: τα ΜΣΑΦ ενδέχεται να ενισχύσουν τις επιδράσεις των αντιπηκτικών, όπως η βαρφαρίνη (βλ. παράγραφο 4.4). Έως τώρα οι κλινικές μελέτες δεν έχουν δείξει αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ετοφαιναμάτης και των αναστολέων της πήξης του αίματος. Εντούτοις, ο κατάλληλος έλεγχος της κατάστασης πήξης συνιστάται σε περιπτώσεις ταυτόχρονης θεραπείας.
Διάφορα διουρητικά (π.χ. φουροσεμίδη, θειαζιδικά διουρητικά) και αντιυπερτασικά (π.χ. β- αποκλειστές): το Roiplon . ενδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα.
Οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις έχουν περιγραφεί μετά την ταυτόχρονη χορήγηση άλλων από την ετοφαιναμάτη ΜΣΑΦ και των ακόλουθων σκευασμάτων. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να αποκλειστούν με το Roiplon .
Σκευάσματα διγοξίνης, φαινυτοΐνης ή λιθίου: είναι πιθανά αυξημένα τα επίπεδα αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στον ορό.
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ): ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας. Η αποτελεσματικότητα των αναστολέων ΜΕΑ ενδέχεται να μειωθεί.
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά: ενδέχεται να προκαλέσουν υπερκαλιαιμία. Γι’ αυτό θα πρέπει να ελέγχονται οι τιμές του καλίου.
Μεθοτρεξάτη: η ταυτόχρονη χορήγηση ΜΣΑΦ εντός 24 ωρών πριν ή μετά τη χορήγηση της μεθοτρεξάτης ενδέχεται να αυξήσει τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο αίμα και να ενισχύσει τις τοξικές της επιδράσεις.
Κυκλοσπορίνη: ενδέχεται να αυξήσει τη νεφρική τοξικότητα της κυκλοσπορίνης.
Σε μεμονωμένα περιστατικά έχει περιγραφεί επίδραση στα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα μετά τη χορήγηση μη στεροειδών αντιφλογιστικών παραγόντων, δημιουργώντας την ανάγκη για προσαρμογή της δόσης της αντιδιαβητικής αγωγής. Γι’ αυτό το λόγο, συνιστάται ως προφύλαξη ο έλεγχος των επιπέδων του σακχάρου στο αίμα στην περίπτωση ταυτόχρονης θεραπείας.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την κύηση ή/και την ανάπτυξη του εμβρύου. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες υποδηλώνουν έναν αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακής δυσμορφίας και γαστρόσχισης μετά τη χρήση ενός αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδινών κατά τα πρώιμα στάδια της κύησης. Ο απόλυτος κίνδυνος για καρδιαγγειακή δυσμορφία ήταν αυξημένος από λιγότερο από 1% σε έως και 1,5% περίπου. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας.
Σε ζώα, η χορήγηση ενός αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδινών έχει αποδειχθεί ότι είχε ως αποτέλεσμα αυξημένη απώλεια του εμφυτεύματος, πριν και μετά την εμφύτευση, καθώς και αυξημένη εμβρυϊκή θνησιμότητα. Επιπλέον, αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διάφορων δυσμορφιών, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών, έχει αναφερθεί σε ζώα που τους χορηγήθηκε ένας αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών κατά την οργανογενετική περίοδο.
Από την 20η εβδομάδα της κύησης και μετά, το Roiplon μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο ως αποτέλεσμα νεφρικής δυσλειτουργίας του εμβρύου. Αυτό μπορεί να συμβεί λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμο με τη διακοπή της θεραπείας. Επιπλέον, υπήρξαν αναφορές στένωσης του αρτηριακού πόρου μετά από θεραπεία στο δεύτερο τρίμηνο, οι περισσότερες από τις οποίες υποχώρησαν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Επομένως, κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της κύησης, το Roiplon δεν θα πρέπει να χορηγείται εκτός και εάν είναι απολύτως απαραίτητο. Εάν το Roiplon χρησιμοποιείται από μια γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η δόση θα πρέπει να παραμείνει όσο το δυνατό χαμηλότερη και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατόν συντομότερη. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προγεννητική παρακολούθηση για ολιγοϋδράμνιο και στένωση του αρτηριακού πόρου μετά από έκθεση σε Roiplon για αρκετές ημέρες από την εβδομάδα κύησης 20 και μετά. Το Roiplon θα πρέπει να διακόπτεται εάν εντοπιστεί ολιγοϋδράμνιο ή στένωση του αρτηριακού πόρου.
Κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης των προσταγλανδινών ενδέχεται να εκθέσουν
• το έμβρυο σε:
- καρδιοπνευμονική τοξικότητα (πρώιμη στένωση/κλείσιμο του αορτικού πόρου και πνευμονική υπέρταση),
- νεφρική δυσλειτουργία που μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο (βλ. παραπάνω),
• τη μητέρα και το νεογνό, κατά την ολοκλήρωση της κύησης, σε:
- πιθανή παράταση του χρόνου ροής, μία αντι-συσσωρευτική επίδραση που μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε πολύ χαμηλές δόσεις,
- αναστολή των συσπάσεων της μήτρας, με αποτέλεσμα καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό.
Συνεπώς, το Roiplon αντενδείκνυται κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης.
Θηλασμός Η αντένδειξη ισχύει και για τον θηλασμό, καθώς μικρές ποσότητες της δραστικής ουσίας μπορούν να περάσουν στο μητρικό γάλα.
Γονιμότητα Η χρήση του Roiplon ενδέχεται να προκαλέσει διαταραχή στη γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Στις γυναίκες που έχουν δυσκολία να συλλάβουν ή υφίστανται έλεγχο για υπογονιμότητα θα πρέπει να εξεταστεί η διακοπή του Roiplon .
μητέρες ή σε βρέφη και νήπια, εφόσον δεν υπάρχει ακόμη επαρκής σχετική εμπειρία.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Οι ασθενείς που εμφανίζουν ανεπιθύμητα συμβάματα τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων, όπως ίλιγγος, ζάλη ή οπτικές διαταραχές θα πρέπει να αποφεύγουν την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανημάτων. Αυτές οι επιδράσεις θα ενισχυθούν σε συνδυασμό με οινοπνευματώδη.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Εντός της κατάταξης ανά οργανικό σύστημα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι καταγεγραμμένες ανάλογα με τη συχνότητα (αριθμός ασθενών που αναμένεται να βιώσουν την ανεπιθύμητη ενέργεια), χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες:
Πολύ συχνές (≥ 1/10)
Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100 )
Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)
Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)
Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Στην περίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών που περιγράφονται παρακάτω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτές είναι κυρίως δοσο-εξαρτώμενες και ενδέχεται να ποικίλουν δια-ατομικά.
Οι πιο συχνά παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γαστρεντερικής φύσης. Πεπτικά έλκη, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, μερικές φορές θανατηφόρα, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, ενδέχεται να εμφανιστούν (βλ. παράγραφο 4.4).
Ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, μέλαινα, αιματέμεση, ελκώδης στοματίτιδα, εξάρσεις κολίτιδας και νόσος του Crohn (βλ. παράγραφο 4.4 - Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση) έχουν αναφερθεί μετά από τη χορήγηση.
Λιγότερο συχνά έχει παρατηρηθεί γαστρίτιδα.
Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σχετιζόμενα με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Δεδομένα από επιδημιολογικές και κλινικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και για μακροχρόνια θεραπεία) ενδέχεται να συσχετίζεται με ένα μικρό αυξημένο κίνδυνο αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. παράγραφο 4.4).
| Οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Πολύ σπάνιες | Επιδείνωση φλεγμονών που προκαλούνται από λοιμώξεις |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | Σπάνιες | Πανκυττοπενία (αναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοπενία) |
| Πολύ σπάνιες | Αιμολυτική αναιμία | |
| μη γνωστής συχνότητας | Απλαστική αναιμία | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Όχι συχνές | Ανορεξία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Όχι συχνές | Διέγερση, αποπροσανατολισμός, άγχος, εφιάλτες, κατάθλιψη και άλλες νοητικές διαταραχές |
| Πολύ σπάνιες | Ψευδαισθήσεις | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Όχι συχνές | Κεφαλαλγία, ζάλη, ίλιγγος, υπνηλία |
| Πολύ σπάνιες | Δυσγευσία, διαταραχή της μνήμης, τρόμος | |
| μη γνωστής συχνότητας | Οπτική νευρίτιδα και παραισθησία. Άσηπτη μηνιγγίτιδα | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Πολύ σπάνιες | Διαταραχές της όρασης (θαμπή όραση, διπλωπία) |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Πολύ σπάνιες | Εμβοές, προσωρινή διαταραχή της ακοής |
| Καρδιακές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Αίσθημα παλμών Σε μεμονωμένα περιστατικά ενδέχεται να εμφανιστεί καρδιακή ανεπάρκεια. |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Υπέρταση |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | μη γνωστής συχνότητας | Αλλεργική κυψελιδίτιδα |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Συχνές | Γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, έμετος, διάρροια και ελάσσονα γαστρεντερική αιμορραγία που σε εξαιρετικές περιπτώσεις ενδέχεται να προκαλέσει αναιμία. |
| Όχι συχνές | Δυσπεψία, μετεωρισμός, ακαμψία κοιλιακού τοιχώματος καθώς και γαστρεντερικά έλκη (πιθανά με αιμορραγία και διάτρηση) | |
| Σπάνιες | Αιματέμεση, μέλαινα ή αιμορραγική διάρροια. Ο ασθενής θα πρέπει να καθοδηγηθεί να διακόψει το |
| φάρμακο και αμέσως να ενημερώσει έναν ιατρό εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα. | ||
|---|---|---|
| Πολύ σπάνιες | Ελκώδης στοματίτιδα, γλωσσίτιδα, βλάβες στον οισοφάγο, γαστρίτιδα, ενοχλήσεις στην κάτω κοιλιακή χώρα (π.χ. αιμορραγική κολίτιδα ή επιδείνωση της νόσου του Crohn/ελκώδης κολίτιδα), δυσκοιλιότητα και παγκρεατίτιδα. | |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Σπάνιες | Ηπατική βλάβη (ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο, σε μεμονωμένα περιστατικά με ραγδαία εξέλιξη, περιστασιακά χωρίς, επίσης, πρόδρομα συμπτώματα). |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Σπάνιες | Κνίδωση, αλωπεκία |
| Πολύ σπάνιες | Δερματίτιδα πομφολυγώδης, έκζεμα, ερύθημα, πορφύρα (επίσης πορφύρα Henοch- Schonlein) και σοβαρές μορφές δερματικών αντιδράσεων (σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση). | |
| μη γνωστής συχνότητας | Λευκοκυτταροκλαστική αγγειΐτιδα, φωτοευαισθησία | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πολύ σπάνιες | Μυϊκοί σπασμοί |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Σπάνιες | Οίδημα (π.χ. περιφερικό οίδημα), ειδικά σε ασθενείς με υπέρταση ή διαταραγμένη νεφρική λειτουργία |
| Πολύ σπάνιες | Νεφρική βλάβη (διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων, νέκρωση νεφρικής θηλής) που μπορεί να συνοδεύεται από οξεία νεφρική ανεπάρκεια, πρωτεϊνουρία και/ή αιματουρία | |
| μη γνωστής συχνότητας | Νεφρωσικό σύνδρομο | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Όχι συχνές | Ευερεθιστότητα, κόπωση, θωρακικό άλγος |
| μη γνωστής συχνότητας | Αίσθημα κακουχίας | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Όχι συχνές | Αυξημένες τρανσαμινάσες |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Επιδείνωση φλεγμονών που προκαλούνται από λοιμώξεις (π.χ. ανάπτυξη νεκρωτικής περιτονίτιδας) έχει περιγραφεί με την ταυτόχρονη συστηματική χορήγηση μη στεροειδών αντιφλογιστικών παραγόντων.
Αυτό πιθανά συνδέεται με τον μηχανισμό δράσης των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων.
Εάν κατά τη διάρκεια της χρήσης του Roiplon εμφανιστούν σημεία μιας νέας λοίμωξης ή επιδείνωση των σημείων μιας υπάρχουσας λοίμωξης, συνιστάται ο ασθενής να επικοινωνήσει αμέσως με έναν ιατρό. Πρέπει να ελεγχθεί εάν ενδείκνυται αντιλοιμώδης/αντιβιοτική θεραπεία.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί μετά τη θεραπεία με ΜΣΑΦ. Αυτές ενδέχεται να εμφανιστούν ως (α) μη ειδικές αλλεργικές αντιδράσεις (π.χ. οίδημα του προσώπου, της γλώσσας και του εσωτερικού του λάρυγγα) και αναφυλαξία (π.χ. ταχυκαρδία, υπόταση και απειλητική για τη ζωή καταπληξία), (β) αντίδραση της αναπνευστικής οδού που περιλαμβάνει άσθμα, επιδείνωση άσθματος, βρογχόσπασμο ή δύσπνοια ή (γ) διάφορες δερματικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν εξανθήματα διαφόρων τύπων, κνησμό, κνίδωση, πορφύρα, αγγειοοίδημα και πιο σπάνια απολεπιστικές και πομφολυγώδεις δερματοπάθειες (που περιλαμβάνουν επιδερμική νεκρόλυση και πολύμορφο ερύθημα). Μόλις εμφανιστεί κάποιο από αυτά τα συμπτώματα, το οποίο είναι πιθανό μετά την πρώτη χορήγηση, να ζητείται άμεση ιατρική βοήθεια.
Άσηπτη μηνιγγίτιδα (ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσες αυτοάνοσες διαταραχές όπως συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, μικτή νόσο του συνδετικού ιστού), με συμπτώματα όπως αυχενική δυσκαμψία, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο, πυρετό και αποπροσανατολισμό (βλ. παράγραφο 4.4).
Για το οργανικό σύστημα Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Μετά την ενδομυϊκή χορήγηση τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες (αίσθημα καύσου) ή βλάβη σε ιστούς όπως ο σχηματισμός στείρου αποστήματος, νέκρωση του λιπώδους ιστού ή του δέρματος (εμβολή του δέρματος προκαλούμενη από φάρμακο) ενδέχεται να εμφανιστούν στο σημείο της ένεσης.
Πόνος, σκληρύνσεις, ερύθημα, οίδημα και κνησμός στην περιοχή της ένεσης έχουν αναφερθεί μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του:
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Η υπερδοσολογία με ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσει σε γαστρεντερικά συμπτώματα π.χ. ναυτία, έμετο, μετεωρισμό, κοιλιακό άλγος και τεινεσμό, διάρροια και γαστρεντερική αιμορραγία και σε συμπτώματα του κεντρικού νευρικού συστήματος π.χ. κεφαλαλγία, αϋπνία, κόπωση, ζάλη, οπτικές διαταραχές, ανησυχία, σύγχυση καθώς και διαταραχές στην ηπατική και τη νεφρική λειτουργία.
Αντίδοτο:
Δεν υπάρχει συγκεκριμένο αντίδοτο. Γενικά μέτρα θα πρέπει να εφαρμοστούν για τα συμπτώματα δηλητηρίασης που προκύπτουν από την υπερδοσολογία. Για παράδειγμα το ισοζύγιο νερού και ηλεκτρολυτών πρέπει να ελεγχθεί και οι οποιεσδήποτε διαταραχές να αντιμετωπιστούν κατάλληλα.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιρευματικός, αντιφλεγμονώδης και αναλγητικός παράγοντας,
κωδικός ATC: Μ02ΑΑ06 Η ετοφαιναμάτη είναι ένας μη στεροειδής αντιφλεγμονώδης παράγοντας με αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Η έντονη αντιφλεγμονώδης επίδραση που έχει αποδειχθεί σε πειράματα σε ζώα και επιβεβαιωθεί σε πολυάριθμες κλινικές μελέτες σε ανθρώπους, βασίζεται σε έναν αριθμό μεμονωμένων επιδράσεων. Η ετοφαιναμάτη παρεμβαίνει σε διάφορα σημεία της φλεγμονώδους διαδικασίας: Εκτός από την αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών, έχουν προσδιοριστεί αναστολή της απελευθέρωσης της ισταμίνης, ανταγωνιστική επίδραση στη βραδυκινίνη και τη σεροτονίνη, αναστολή της δράσης του συμπληρώματος καθώς και αναστολή της απελευθέρωσης της υαλουρονιδάσης.
Οι ιδιότητες σταθεροποίησης της μεμβράνης αναστέλλουν την απελευθέρωση πρωτεολυτικών ενζύμων. Το αποτέλεσμα είναι η αναστολή των εξιδρωματικών και πολλαπλασιαστικών φλεγμονωδών αντιδράσεων. Οι αναφυλακτικές και οι αντιδράσεις ξένου σώματος μειώνονται.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Επίπεδα στο πλάσμα Η απελευθέρωση της ετοφαιναμάτης από το ελαιώδες έκδοχο του Roiplon παρατείνεται, τόσο ώστε να αναμένεται μια μακρύτερη διάρκεια δράσης (έως 24 ώρες) σε σχέση με υδατοδιαλυτές ενέσιμες μορφές συγκρίσιμων χημικών ενώσεων.
Η κινητική της ετοφαιναμάτης μετά την ένεση του Roiplon είναι ανεξάρτητη της ηλικίας. Οι καμπύλες των επιπέδων στο πλάσμα σε μεγαλύτερους και νεότερους ασθενείς σχεδόν συμπίπτουν.
Δέσμευση στις πρωτεΐνες Η δέσμευση στις πρωτεΐνες είναι 98 έως 99%.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή Η ετοφαιναμάτη αποβάλλεται με τη μορφή πολυάριθμων μεταβολιτών (υδροξυλίωση, διάσπαση αιθερικών και εστερικών δεσμών) και των προϊόντων σύζευξής τους μέσω των νεφρών (35%) και κυρίως με τη χολή ή τα κόπρανα, αντίστοιχα.
Η ύπαρξη εντεροηπατικής κυκλοφορίας είναι πιθανή.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία οι συγκεντρώσεις ετοφαιναμάτης στο πλάσμα είναι στο ίδιο εύρος όπως σε υγιείς εθελοντές λόγω αυξημένης χολικής απέκκρισης.
Βιοδιαθεσιμότητα Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της ενδομυϊκά χορηγούμενης ετοφαιναμάτης (Roiplon , ενέσιμο διάλυμα) σε σύγκριση με το από του στόματος χορηγούμενο φλουφεναμικό οξύ (δισκία) είναι 91%.
Τα μέγιστα επίπεδα της ενδομυϊκά χορηγούμενης ετοφαιναμάτης στο πλάσμα (C = 0,633 μmol/l ± max 0,232 μmol/l) επιτυγχάνονται μετά από 5,67 ώρες κατά μέσο όρο (5,67 ± 2,66 ώρες) από τη χορήγηση του Roiplon . Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) είναι 8,95 μmol/l*h/l ± 3,51μmol/l*h/l.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Η ανεκτικότητα της ετοφαιναμάτης έχει ελεγχθεί σε πολυάριθμες μελέτες οξείας και χρόνιας τοξικότητας σε διάφορα είδη ζώων.
Οξεία τοξικότητα Η LD είναι 140 mg/kg μετά από ενδοφλέβια χορήγηση και 292 mg/kg μετά από του στόματος χορήγηση σε αρουραίο.
Χρόνια τοξικότητα
Οι χρόνιες έρευνες με ημερήσια από του στόματος χορήγηση σε αρουραίους (7, 27, 100 mg/kg) και πίθηκους (7, 26, 100 mg/kg) για ένα χρόνο σε κάθε είδος έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η δόση χωρίς επίδραση των 27 mg/kg (αρουραίος) και 26 mg/kg (πίθηκος) είναι κατά πολύ υψηλότερη από την ημερήσια θεραπευτική δόση στους ανθρώπους.
Μεταλλαξιογόνο και ογκογόνο δυναμικό Όπως έχει δειχθεί σε πολυάριθμες μελέτες δεν υπάρχει απόδειξη μεταλλαξιογόνων ή καρκινογόνων επιδράσεων.
Αναπαραγωγική τοξικότητα Η διαπερατότητα από το φραγμό του πλακούντα μπορεί να δειχθεί για την ετοφαιναμάτη και ορισμένους από τους μεταβολίτες της στον αρουραίο (από του στόματος και δερματική χορήγηση) και το κουνέλι (δερματική χορήγηση). Στα κουνέλια 10, 30 και 100 mg/kg την ημέρα έχουν χορηγηθεί έως την 18η ημέρα της κύησης. Μετά τη διακοπή τα επίπεδα στον πλακούντα, τη μήτρα, το έμβρυο, σε όργανα και χολή μειώθηκαν ταχέως και ήταν κάτω από το εύρος του 0,1%.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Τριγλυκερίδια μέσης αλύσου 6.2 Aσυμβατότητες Δεν υπάρχουν γνωστές ασυμβατότητες μέχρι τώρα.
6.3 Διάρκεια ζωής
4 χρόνια σε θερμοκρασία ≤ 25°C.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Καμία.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Γυάλινη φύσιγγα, άχρωμη, από γυαλί τύπου Ι.
Διατίθενται σε συσκευασίες 1, 3 και 50 φυσίγγων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας Cooper Consumer Health B.V.
Verrijn Stuartweg 60, 1112AX Diemen Ολλανδία Τοπικός Αντιπρόσωπος Galenica A.E.
Ελευθερίας 4, 145 64 Κηφισιά Τηλ: 210 52 81 700
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
43732/29-09-2009
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 21 Σεπτεμβρίου 1994 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 29 Σεπτεμβρίου 2009