Clinio Logo
Clinio
ROLISPORIN › ΠΧΠ

ROLISPORIN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 6 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

ROLISPORIN 1g/vial Κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα ROLISPORIN 2g/vial Κόνις για διάλυμα προς έγχυση

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ KAI ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε φιαλίδιο κόνεως 1 g για ενέσιμο διάλυμα περιέχει 1193 mg νατριούχου κεφτριαξόνης ισοδύναμης με 1000 mg κεφτριαξόνης.

Κάθε φιαλίδιο κόνεως για διάλυμα προς έγχυση περιέχει 2386 mg νατριούχου κεφτριαξόνης ισοδύναμης με 2 g κεφτριαξόνης.

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Κάθε φιαλίδιο 1g κόνεως περιέχει 82,9 mg νατρίου.

Κάθε φιαλίδιο 2g κόνεως περιέχει 165,8 mg νατρίου.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα.

Κόνις για διάλυμα προς έγχυση.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το ROLISPORIN ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων σε ενήλικες και παιδιά, συμπεριλαμβανομένων των νεογνών (από τη γέννηση):

• Βακτηριακή μηνιγγίτιδα

• Πνευμονία από τη κοινότητα

• Νοσοκομειακή πνευμονία

• Οξεία μέση ωτίτιδα

• Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις

• Επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας)

• Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων

• Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων

• Γονόρροια

• Σύφιλη

• Βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα Το ROLISPORIN δύναται να χρησιμοποιηθεί:

Για τη θεραπεία των οξέων παροξύνσεων της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας στους ενήλικες.

Για τη θεραπεία της διάχυτης μπορελίωσης του Lyme (πρώιμη (σταδίου ΙΙ) και όψιμη (σταδίου ΙΙΙ) σε ενήλικες και παιδιά, συμπεριλαμβανομένων των νεογνών από ηλικία 15 ημερών.

Για την προεγχειρητική προφύλαξη έναντι των λοιμώξεων του χειρουργικού πεδίου.

Για την αντιμετώπιση ουδετεροπενικών ασθενών με πυρετό, ο οποίος πιθανολογείται ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη.

Σελίδα 1 από 19

Για τη θεραπεία ασθενών με βακτηριαιμία, η οποία εμφανίζεται σε σχέση με, ή πιθανολογείται ότι σχετίζεται με, οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες λοιμώξεις.

Το ROLISPORIN θα πρέπει να συγχορηγείται με άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες όποτε το πιθανό εύρος των παθογόνων βακτηρίων δεν εμπίπτει στο εύρος δράσης της (βλέπε παράγραφο 4.4).

Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δόση εξαρτάται από τη σοβαρότητα, την ευπάθεια, τη θέση και το είδος της λοίμωξης καθώς και από την ηλικία και την ηπατική-νεφρική λειτουργία του ασθενούς.

Οι δόσεις που συνιστώνται στους παρακάτω πίνακες είναι γενικά οι συνιστώμενες δόσεις για αυτές τις ενδείξεις. Σε ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης δόσεων στο ανώτερο άκρο του συνιστώμενου εύρους.

Ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών (≥ 50kg)

Δόση κεφτριαξόνης*Συχνότητα θεραπείας**Ενδείξεις
1-2 gΆπαξ ημερησίωςΠνευμονία από τη κοινότητα
Οξείες παροξύνσεις χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
Επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας)
2 gΆπαξ ημερησίωςΝοσοκομειακή πνευμονία
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων
2-4 gΆπαξ ημερησίωςΑντιμετώπιση ουδετεροπενικών ασθενών με πυρετό, ο οποίος πιθανολογείται ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη
Βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα
Βακτηριακή μηνιγγίτιδα

* Στην τεκμηριωμένη βακτηριαιμία, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης δόσεων στο ** Το ενδεχόμενο χορήγησης δύο φορές ημερησίως (ανά 12 ώρες) μπορεί να εξεταστεί, όταν χορηγούνται δόσεις μεγαλύτερες από 2 g ημερησίως.

Ενδείξεις για τους ενήλικες και τα παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετών (≥ 50 kg), οι οποίες χρήζουν ειδικών δοσολογικών σχημάτων:

Μπορεί να χορηγηθεί εφάπαξ ενδομυϊκή δόση κεφτριαξόνης των 1-2 g. Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι σε περίπτωση που η κατάσταση της υγείας του ασθενούς είναι πολύ σοβαρή ή η προηγούμενη θεραπεία έχει αποτύχει, η κεφτριαξόνη, ενδέχεται να είναι αποτελεσματική όταν χορηγείται ως ενδομυϊκή δόση των 1-2 g ημερησίως για 3 ημέρες. Παρακαλούμε, ανατρέξτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος άλλων προϊόντων κεφτριαξόνης για ενδομυϊκή χορήγηση.

Προεγχειρητική προφύλαξη έναντι των λοιμώξεων του χειρουργικού πεδίου 2 g ως εφάπαξ προεγχειρητική δόση.

Σελίδα 2 από 19

Γονόρροια 500 mg ως εφάπαξ ενδομυϊκή δόση. Παρακαλούμε, ανατρέξτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος άλλων προϊόντων κεφτριαξόνης για ενδομυϊκή χορήγηση.

Σύφιλη Οι γενικά συνιστώμενες δόσεις είναι 500 mg-1 g άπαξ ημερησίως, τα οποία αυξάνονται στα 2 g άπαξ ημερησίως για τη νευροσύφιλη για 10-14 ημέρες. Οι δοσολογικές συστάσεις στη σύφιλη, συμπεριλαμβανομένης της νευροσύφιλης, βασίζονται σε περιορισμένα δεδομένα. Οι εθνικές ή τοπικές οδηγίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Διάχυτη μπορελίωση του Lyme (πρώιμη [σταδίου II] και όψιμη [σταδίου III])

2 g άπαξ ημερησίως για 14-21 ημέρες. Οι συνιστώμενες διάρκειες της θεραπείας ποικίλουν και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εθνικές ή τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες.

Νεογνά, βρέφη και παιδιά 15 ημερών έως 12 ετών (< 50 kg)

Για τα παιδιά σωματικού βάρους 50 kg ή περισσότερο, θα πρέπει να χορηγείται η συνήθης δόση των ενηλίκων.

Δόση κεφτριαξόνης*Συχνότητα θεραπείας**Ενδείξεις
50-80 mg/kgΆπαξ ημερησίωςΕνδοκοιλιακές λοιμώξεις
Επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας)
Πνευμονία από τη κοινότητα
Νοσοκομειακή πνευμονία
50-100 mg/kg (μέγιστη δόση 4 g)Άπαξ ημερησίωςΕπιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων
Αντιμετώπιση ουδετεροπενικών ασθενών με πυρετό, ο οποίος πιθανολογείται ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη
80-100 mg/kg (μέγιστη δόση 4 g)Άπαξ ημερησίωςΒακτηριακή μηνιγγίτιδα
100 mg/kg (μέγιστη δόση 4 g)Άπαξ ημερησίωςΒακτηριακή ενδοκαρδίτιδα

* Στην τεκμηριωμένη βακτηριαιμία, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης δόσεων στο ** Το ενδεχόμενο χορήγησης δύο φορές ημερησίως (ανά 12 ώρες) μπορεί να εξεταστεί, όταν χορηγούνται δόσεις μεγαλύτερες από 2 g ημερησίως.

Ενδείξεις για νεογνά, βρέφη και παιδιά ηλικίας 15 ημερών έως 12 ετών (< 50 kg), οι οποίες χρήζουν ειδικών δοσολογικών σχημάτων:

Για την αρχική θεραπεία της οξείας μέσης ωτίτιδας, μπορεί να χορηγηθεί εφάπαξ ενδομυϊκή δόση 50 mg/kg κεφτριαξόνης. Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι σε περίπτωση που η κατάσταση της υγείας του παιδιού είναι πολύ σοβαρή ή η αρχική θεραπεία έχει αποτύχει, η κεφτριαξόνη ενδέχεται να είναι αποτελεσματική όταν χορηγείται ως ενδομυϊκή δόση των 50 mg/kg ημερησίως για 3 ημέρες.

Παρακαλούμε, ανατρέξτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος άλλων προϊόντων κεφτριαξόνης για ενδομυϊκή χορήγηση.

Προεγχειρητική προφύλαξη έναντι των λοιμώξεων της χειρουργικής θέσης 50-80 mg/kg ως εφάπαξ προεγχειρητική δόση.

Σελίδα 3 από 19

Σύφιλη Οι γενικά συνιστώμενες δόσεις είναι 75-100 mg/kg (μέγιστη δόση 4 g) άπαξ ημερησίως για 10-14 ημέρες. Οι δοσολογικές συστάσεις για τη σύφιλη, συμπεριλαμβανομένης της νευροσύφιλης, βασίζονται σε πολύ περιορισμένα δεδομένα. Οι εθνικές ή τοπικές οδηγίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Διάχυτη μπορελίωση του Lyme (πρώιμη [σταδίου II] και όψιμη [σταδίου III])

50–80 mg/kg άπαξ ημερησίως για 14-21 ημέρες. Οι συνιστώμενες διάρκειες της θεραπείας ποικίλουν και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εθνικές ή τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες.

Νεογνά 0-14 ημερών Το ROLISPORIN αντενδείκνυται στα πρόωρα νεογνά έως τη μετεμμήνιο ηλικία των 41 εβδομάδων (ηλικία κύησης + χρονολογική ηλικία).

Δόση κεφτριαξόνης*Συχνότητα θεραπείας**Ενδείξεις
20-50 mg/kgΆπαξ ημερησίωςΕνδοκοιλιακές λοιμώξεις
Επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας)
Πνευμονία από τη κοινότητα
Νοσοκομειακή πνευμονία
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων
Αντιμετώπιση ουδετεροπενικών ασθενών με πυρετό, ο οποίος πιθανολογείται ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη
50 mg/kgΆπαξ ημερησίωςΒακτηριακή μηνιγγίτιδα
Βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα

*Στην τεκμηριωμένη βακτηριαιμία, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης δόσεων στο Δεν πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη ημερήσια δόση των 50 mg/kg.

Ενδείξεις για νεογνά 0-14 ημερών, οι οποίες χρήζουν ειδικών δοσολογικών σχημάτων:

Για την αρχική θεραπεία της οξείας μέσης ωτίτιδας, μπορεί να χορηγηθεί εφάπαξ ενδομυϊκή δόση 50 mg/kg κεφτριαξόνης. Παρακαλούμε, ανατρέξτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος άλλων προϊόντων κεφτριαξόνης για ενδομυϊκή χορήγηση.

Προεγχειρητική προφύλαξη έναντι των λοιμώξεων του χειρουργικού πεδίου 20-50 mg/kg ως εφάπαξ προεγχειρητική δόση.

Σύφιλη Η γενικά συνιστώμενη δόση είναι τα 50 mg/kg άπαξ ημερησίως για 10-14 ημέρες. Οι δοσολογικές συστάσεις για τη σύφιλη, συμπεριλαμβανομένης της νευροσύφιλης, βασίζονται σε πολύ περιορισμένα δεδομένα. Οι εθνικές ή τοπικές οδηγίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Διάρκεια θεραπείας Η διάρκεια της θεραπείας ποικίλει ανάλογα με την πορεία της νόσου. Όπως ισχύει με την αντιβιοτική θεραπεία γενικά, η χορήγηση κεφτριαξόνης θα πρέπει να συνεχιστεί για 48-72 ώρες από τη στιγμή που εμφανίζεται απύρετος ο ασθενής ή επιτευχθούν στοιχεία εκρίζωσης του βακτηρίου.

Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας Σελίδα 4 από 19

Οι συνιστώμενες δόσεις ενηλίκων δεν χρήζουν τροποποίησης στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, αρκεί η νεφρική και ηπατική λειτουργία να είναι ικανοποιητική.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υποδεικνύουν ανάγκη για προσαρμογή της δόσης στην ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αρκεί η νεφρική λειτουργία να μην έχει διαταραχθεί.

Δεν υπάρχουν δεδομένα μελετών σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, δεν είναι ανάγκη να μειωθεί η δόση της κεφτριαξόνης, αρκεί η ηπατική λειτουργία να μην έχει διαταραχθεί. Η δόση της κεφτριαξόνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 2 g ημερησίως σε περιστατικά προ-τελικής νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/λεπτό).

Στους ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, δεν απαιτείται επιπλέον συμπληρωματική δόση μετά από την αιμοκάθαρση. Η κεφτριαξόνη δεν απομακρύνεται με περιτοναϊκή κάθαρση ή με αιμοδιύλιση. Συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση για ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.

Ασθενείς με σοβαρή ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς σε αμφότερες σοβαρή νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση για ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.

Τρόπος χορήγησης Το ROLISPORIN μπορεί να χορηγηθεί με ενδοφλέβια έγχυση επί τουλάχιστον 30 λεπτά (προτιμώμενη οδός) ή με βραδεία ενδοφλέβια ένεση επί 5 λεπτά. Ενδοφλέβια διαλείπουσα ένεση πρέπει να χορηγείται σε διάστημα 5 λεπτών, κατά προτίμηση σε μεγαλύτερες φλέβες. Ενδοφλέβιες δόσεις των 50 mg/kg ή περισσότερο σε βρέφη και παιδιά ηλικίας έως 12 ετών θα πρέπει να χορηγούνται με έγχυση. Στα νεογνά, οι ενδοφλέβιες δόσεις θα πρέπει να χορηγούνται σε διάστημα 60 λεπτών για να μειωθεί ο πιθανός κίνδυνος χολερυθρινικής εγκεφαλοπάθειας (βλ. παράγραφο 4.3 και 4.4).

Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο ενδομυϊκής χορήγησης όταν η ενδοφλέβια οδός δεν είναι δυνατή ή είναι λιγότερο κατάλληλη για τον ασθενή. Για δόσεις μεγαλύτερες από 2 g θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ενδοφλέβια χορήγηση.

Η κεφτριαξόνη αντενδείκνυται σε νεογνά (≤ 28 ημερών) εάν χρήζουν (ή αναμένεται να χρήζουν)

θεραπείας με ενδοφλέβια διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο, συμπεριλαμβανομένων των συνεχών εγχύσεων που περιέχουν ασβέστιο, όπως στην περίπτωση της παρεντερικής διατροφής, λόγω του κινδύνου καθίζησης του συμπλέγματος κεφτριαξόνης-ασβεστίου (βλέπε παράγραφο 4.3).

Διαλύτες που περιέχουν ασβέστιο (π.χ. διάλυμα Hartmann’s ή διάλυμα Ringer’s) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ανασύσταση της κεφτριαξόνης ή για την περαιτέρω αραίωση φιαλιδίου το οποίο έχει ανασυσταθεί για ενδοφλέβια χορήγηση γιατί μπορεί να σχηματιστεί ίζημα. Η καθίζηση κεφτριαξόνης-ασβεστίου μπορεί επίσης να συμβεί όταν η κεφτριαξόνη αναμιχθεί με διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο στην ίδια ενδοφλέβια γραμμή χορήγησης. Επομένως, η κεφτριαξόνη και διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο δεν πρέπει να αναμιγνύονται ή να χορηγούνται παράλληλα (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 6.2).

Για την προεγχειρητική προφύλαξη των λοιμώξεων του χειρουργικού πεδίου, η κεφτριαξόνη πρέπει να χορηγηθεί σε διάστημα 30-90 λεπτών πριν από τη χειρουργική επέμβαση.

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ.

παράγραφο 6.6.

4.3 Αντενδείξεις

Σελίδα 5 από 19

Υπερευαισθησία στην κεφτριαξόνη ή σε οποιαδήποτε άλλη κεφαλοσπορίνη.

Ιστορικό σοβαρής υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) σε οποιονδήπoτε άλλο τύπο αντιβακτηριακού παράγοντα βήτα λακτάμης (πενικιλλίνες, μονοβακτάμες και καρβαπενέμες).

Η κεφτριαξόνη αντενδείκνυται σε:

• Πρόωρα νεογνά μετεμμήνιας ηλικίας μέχρι 41 εβδομάδων (ηλικία κύησης + χρονολογική ηλικία)*

• Τελειόμηνα νεογνά (ηλικίας μέχρι 28 ημερών):

- με υπερχολερυθριναιμία, ίκτερο ή με υπολευκωματιναιμία ή οξέωση καθώς πρόκειται για παθήσεις, οι οποίες είναι πιθανό να διαταράξουν την ικανότητα δέσμευσης της χολερυθρίνης*

- εάν χρήζουν (ή αναμένεται να χρήζουν) ενδοφλέβιας θεραπείας με ασβέστιο ή εγχύσεων που περιέχουν ασβέστιο λόγω του κινδύνου καθίζησης άλατος κεφτριαξόνης-ασβεστίου (βλέπε παραγράφους 4.4, 4.8 και 6.2).

*In vitro μελέτες έχουν δείξει ότι η κεφτριαξόνη μπορεί να εκτοπίσει τη χολερυθρίνη από τα σημεία δέσμευσης της αλβουμίνης ορού οδηγώντας σε πιθανό κίνδυνο χολερυθρινικής εγκεφαλοπάθειας σε αυτούς τους ασθενείς.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Όπως και με όλους τους αντιβακτηριακούς παράγοντες βήτα-λακτάμης, έχουν αναφερθεί σοβαρές και σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορεί επίσης να εξελιχθούν στο σύνδρομο Κούνη, μία σοβαρή αλλεργική αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου (βλ. παράγραφο 4.8).

Στην περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας, η θεραπεία με κεφτριαξόνη πρέπει να διακοπεί αμέσως και πρέπει να ξεκινήσει η λήψη επαρκών μέτρων επείγουσας ανάγκης. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, πρέπει να διαπιστωθεί εάν ο ασθενής έχει ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην κεφτριαξόνη, σε άλλες κεφαλοσπορίνες ή οποιονδήποτε άλλο τύπο παράγοντα βήτα-λακτάμης. Πρέπει να δίνεται προσοχή εάν η κεφτριαξόνη χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό μη σοβαρής υπερευαισθησίας σε άλλους παράγοντες βήτα-λακτάμης.

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (σύνδρομο Stevens Johnson ή σύνδρομο Lyell/τοξική επιδερμική νεκρόλυση) και αντίδραση οφειλόμενη στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), η οποία μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή ή θανατηφόρος, έχουν αναφερθεί σε συνδυασμό με θεραπεία με κεφτριαξόνη. Ωστόσο, η συχνότητα αυτών των συμβάντων δεν είναι γνωστή (βλέπε παράγραφο 4.8).

Αντίδραση Jarisch-Herxheimer» (JHR)

Μερικοί ασθενείς με λοιμώξεις από σπειροχαίτη μπορεί να εμφανίσουν αντίδραση Jarisch- Herxheimer (JHR) λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας με κεφτριαξόνη. Η JHR είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενη κατάσταση ή μπορεί να αντιμετωπιστεί με συμπτωματική θεραπεία. Η θεραπεία με αντιβιοτικά δεν θα πρέπει να διακόπτεται εάν παρουσιαστεί τέτοια αντίδραση.

Αλληλεπίδραση µε προϊόντα που περιέχουν ασβέστιο Έχουν περιγραφεί περιστατικά θανάτων λόγω παρουσίας ιζημάτων κεφτριαξόνης-ασβεστίου στους πνεύμονες και τους νεφρούς πρόωρων και τελειόμηνων νεογνών ηλικίας κάτω του 1 μηνός.

Τουλάχιστον ένα από αυτά έχει λάβει κεφτριαξόνη και ασβέστιο σε διαφορετικό χρόνο και από διαφορετική ενδοφλέβια γραμμή. Εκτός από τα νεογνά, στα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία δεν υπάρχουν αναφορές που να επιβεβαιώνουν ενδοαγγειακές καθιζήσεις σε ασθενείς υπό θεραπεία με κεφτριαξόνη και διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο ή άλλα προϊόντα που περιέχουν ασβέστιο.

Μελέτες in vitro κατέδειξαν ότι τα νεογνά διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καθίζησης κεφτριαξόνης- ασβεστίου συγκριτικά με άλλες ηλικιακές ομάδες.

Σελίδα 6 από 19

Σε ασθενείς κάθε ηλικίας, η κεφτριαξόνη δεν πρέπει να αναμιγνύεται ή να χορηγείται ταυτόχρονα µε ενδοφλέβια διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο, ακόμα και μέσω διαφορετικών γραμμών έγχυσης ή σε διαφορετικά σημεία. Ωστόσο, σε ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 28 ημερών, η κεφτριαξόνη και διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο είναι δυνατό να χορηγηθούν το ένα μετά το άλλο, αν χρησιμοποιηθούν γραμμές έγχυσης σε διαφορετικά σημεία ή εάν οι γραμμές έγχυσης αντικατασταθούν ή εκπλυθούν ενδελεχώς μεταξύ των εγχύσεων με φυσιολογικό ορό, προκειμένου να αποφευχθεί η καθίζηση. Σε ασθενείς οι οποίοι χρήζουν συνεχούς έγχυσης διαλυμάτων ολικής παρεντερικής διατροφής (ΤΡΝ) που περιέχουν ασβέστιο, οι επαγγελματίες υγείας ενδέχεται να λάβουν υπόψη τη χρήση εναλλακτικής αντιβακτηριακής θεραπείας, η οποία δεν ενέχει παρόμοιο κίνδυνο καθίζησης. Σε περίπτωση που η χρήση κεφτριαξόνης είναι απαραίτητη σε ασθενείς οι οποίοι χρήζουν συνεχούς διατροφής, τα διαλύματα ολικής παρεντερικής διατροφής (ΤΡΝ) και η κεφτριαξόνη μπορούν να χορηγούνται ταυτόχρονα αλλά από διαφορετικές γραμμές έγχυσης σε διαφορετικά σημεία. Εναλλακτικά, η έγχυση διαλύματος ολικής παρεντερικής διατροφής (TPN) θα μπορούσε να σταματήσει για το χρονικό διάστημα της έγχυσης της κεφτριαξόνης και της έκπλυσης της γραμμής έγχυσης μεταξύ των χορηγήσεων των διαλυμάτων (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.8, 5.2 και 6.2).

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της κεφτριαξόνης στα νεογνά, τα βρέφη και τα παιδιά έχει θεμελιωθεί για τις δόσεις που περιγράφονται στην παράγραφο «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης»

(βλέπε παράγραφο 4.2). Μελέτες έχουν δείξει ότι η κεφτριαξόνη, όπως και κάποιες άλλες κεφαλοσπορίνες, μπορεί να εκτοπίσει τη χολερυθρίνη από τη λευκωματίνη ορού.

Η κεφτριαξόνη αντενδείκνυται σε πρόωρα και τελειόμηνα νεογνά με κίνδυνο ανάπτυξης χολερυθρινικής εγκεφαλοπάθειας (βλέπε παράγραφο 4.3).

Διαμεσολαβούμενη από το ανοσοποιητικό αιμολυτική αναιμία Διαμεσολαβούμενη από το ανοσοποιητικό αιμολυτική αναιμία έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιβακτηριακά της τάξης της κεφαλοσπορίνης, συμπεριλαμβανομένης της κεφτριαξόνης (βλέπε παράγραφο 4.8). Έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά αιμολυτικής αναιμίας, συμπεριλαμβανομένων θανάτων, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κεφτριαξόνη σε ενήλικες και παιδιά.

Εάν ο ασθενής αναπτύξει αναιμία ενώ λαμβάνει κεφτριαξόνη, η διάγνωση σχετιζόμενης µε κεφαλοσπορίνες αναιμίας πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο και να διακόπτεται η χρήση της κεφτριαξόνης μέχρι να προσδιοριστεί η αιτιολογία.

Μακροχρόνια θεραπεία Κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης θεραπείας, πρέπει να πραγματοποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα γενική αίματος.

Κολίτιδα /Υπερβολική ανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβακτηριακό παράγοντα και ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχουν αναφερθεί με σχεδόν όλους τους αντιβακτηριακούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της κεφτριαξόνης, και ενδέχεται να ποικίλει σε βαρύτητα από ήπια έως απειλητική για τη ζωή.

Επομένως, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή η διάγνωση σε ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή κατόπιν χορήγησης κεφτριαξόνης (βλέπε παράγραφο 4.8). Πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με κεφτριαξόνη και χορήγησης ειδικής θεραπείας για το Clostridioides difficile. Δεν πρέπει να χορηγηθούν φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία αναστέλλουν τον περισταλτισμό.

Ενδέχεται να εμφανιστούν επιλοιμώξεις με μη ευπαθείς μικροοργανισμούς, όπως και με άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.

Σοβαρή νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια Σελίδα 7 από 19

Σε σοβαρή νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια, συνιστάται στενή παρακολούθηση για ασφάλεια και αποτελεσματικότητα (βλέπε παράγραφο 4.2).

Παρεμβολή στους ορολογικούς ελέγχους Ενδέχεται να εμφανιστεί παρεμβολή με τις δοκιμασίες Coombs, καθώς η κεφτριαξόνη ενδέχεται να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα στις εργαστηριακές εξετάσεις. Η κεφτριαξόνη μπορεί να οδηγήσει, επίσης, σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα στις εργαστηριακές εξετάσεις για γαλακτοζαιμία (βλέπε παράγραφο 4.8).

Οι μη ενζυματικές μέθοδοι προσδιορισμού της γλυκόζης στα ούρα μπορεί να δώσουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Ο προσδιορισμός της γλυκόζης στα ούρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κεφτριαξόνη πρέπει να γίνεται ενζυματικά (βλέπε παράγραφο 4.8).

Η παρουσία κεφτριαξόνης ενδέχεται ψευδώς να μειώσει τις τιμές της μετρούμενης γλυκόζης αίματος που λαμβάνονται με ορισμένα συστήματα παρακολούθησης της γλυκόζης αίματος. Παρακαλείσθε να ανατρέξετε στις οδηγίες χρήσης κάθε συστήματος. Εναλλακτικές μέθοδοι ελέγχου πρέπει να χρησιμοποιούνται εάν είναι απαραίτητο.

Αντιβακτηριακό εύρος Η κεφτριαξόνη παρόλο ότι είναι είναι αντιβιοτικό ευρέος φάσματος ενδέχεται να μην είναι κατάλληλη για χρήση ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων, εκτός εάν το παθογόνο και η ευαισθησία του έχουν ήδη επιβεβαιωθεί (βλέπε παράγραφο 4.2). Στις πολυμικροβιακές λοιμώξεις, όπου στα πιθανολογούμενα παθογόνα περιλαμβάνονται οργανισμοί ανθεκτικοί στην κεφτριαξόνη, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης επιπλέον αντιβιοτικών.

Χολολιθίαση Όταν παρατηρούνται σκιάσεις στα υπερηχογραφήματα της χοληδόχου κύστης, πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα παρουσίας ιζημάτων κεφτριαξόνης-ασβεστίου. Οι σκιάσεις, οι οποίες έχουν παρερμηνευθεί ως χολόλιθοι, έχουν παρατηρηθεί συχνότερα σε δόσεις κεφτριαξόνης 1g ανά ημέρα και άνω. Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στον παιδιατρικό πληθυσμό. Αυτά τα ιζήματα εξαφανίζονται μετά από τη διακοπή της θεραπείας με κεφτριαξόνη. Σπάνια τα ιζήματα κεφτριαξόνης- ασβεστίου έχουν συσχετισθεί µε συμπτώματα. Στα συμπτωματικά περιστατικά συνιστάται συντηρητική μη-χειρουργική αντιμετώπιση και πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με κεφτριαξόνη από τον ιατρό βάσει της εκτίμησης του ειδικού οφέλους-κινδύνου (βλέπε παράγραφο 4.8).

Χολόσταση Έχουν αναφερθεί περιστατικά παγκρεατίτιδας, πιθανώς λόγω απόφραξης των χοληφόρων, σε ασθενείς υπό θεραπεία με κεφτριαξόνη (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσίασαν παράγοντες κινδύνου για χολόσταση και ίζημα στη χοληδόχο κύστη π.χ. από προηγούμενη μείζονα θεραπεία, σοβαρή νόσο και ολική παρεντερική διατροφή. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η κεφτριαξόνη προκαλεί ή συντελεί στη δημιουργία ιζήματος στη χοληδόχο κύστη.

Νεφρολιθίαση Έχουν αναφερθεί περιστατικά νεφρολιθίασης, η οποία είναι αναστρέψιμη κατά τη διακοπή της κεφτριαξόνης (βλέπε παράγραφο 4.8). Στα συμπτωματικά περιστατικά, πρέπει να πραγματοποιείται υπερηχογράφημα. Η χρήση στους ασθενείς με ιστορικό νεφρολιθίασης ή με υπερασβεστιουρία πρέπει να εξετάζεται από τον γιατρό βάσει ειδικής εκτίμησης οφέλους- κινδύνου.

Εγκεφαλοπάθεια Με τη χορήγηση κεφτριαξόνης έχουν αναφερθεί περιστατικά εγκεφαλοπάθειας (βλ. παράγραφο 4.8), ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2) ή διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος. Σε περίπτωση πιθανολογούμενης εγκεφαλοπάθειας σχετιζόμενης με τη χρήση κεφτριαξόνης (π.χ. μειωμένα επίπεδα συνείδησης, αλλοίωση της ψυχικής κατάστασης, μυοκλονία, σπασμοί), πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης κεφτριαξόνης.

Σελίδα 8 από 19

Νάτριο ROLISPORIN 1g/φιαλίδιο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 82,9 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 4,2% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

ROLISPORIN 2g/φιαλίδιο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 165,8 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 8,3% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Οι διαλύτες που περιέχουν ασβέστιο, όπως είναι το διάλυμα Ringer’s ή το διάλυμα Hartmann’s, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ανασύσταση φιαλιδίων κεφτριαξόνης ή για την περαιτέρω αραίωση ανασυσταμένου φιαλιδίου για ενδοφλέβια χορήγηση, γιατί μπορεί να σχηματιστεί ίζημα.

Καθίζηση κεφτριαξόνης-ασβεστίου μπορεί, επίσης, να εμφανιστεί όταν η κεφτριαξόνη αναμιχθεί µε διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο στην ίδια ενδοφλέβια γραμμή χορήγησης. Η κεφτριαξόνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με ενδοφλέβια διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο, συμπεριλαμβανομένων των συνεχών εγχύσεων που περιέχουν ασβέστιο, όπως στην περίπτωση της παρεντερικής διατροφής μέσω καθετήρα τριπλού αυλού (Y-site). Ωστόσο, σε ασθενείς, εκτός των νεογνών, η κεφτριαξόνη και τα διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο μπορούν να χορηγούνται διαδοχικά, το ένα μετά το άλλο, εφόσον οι γραμμές έγχυσης εκπλένονται ενδελεχώς μεταξύ των εγχύσεων µε συμβατό υγρό. Μελέτες in vitro, στις οποίες χρησιμοποιήθηκε πλάσμα ενηλίκων και νεογνών από αίμα ομφάλιου λώρου, έδειξαν ότι τα νεογνά διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καθίζησης κεφτριαξόνης-ασβεστίου (βλέπε παραγράφους 4.2, 4.3, 4.4, 4.8 και 6.2).

Η ταυτόχρονη χρήση με από στόματος αντιπηκτικά μπορεί να αυξήσει την επίδραση της αντι- βιταμίνης K και τον κίνδυνο αιμορραγίας. Συνιστάται η Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση (INR) να παρακολουθείται συχνά και η δοσολογία του φαρμάκου της αντι-βιταμίνης Κ να προσαρμόζεται ανάλογα, τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τη θεραπεία με κεφτριαξόνη (βλέπε παράγραφο 4.8).

Υπάρχουν αντιφατικά στοιχεία σχετικά με τη δυνητική αύξηση της νεφρικής τοξικότητας των αμινογλυκοσιδών όταν χρησιμοποιούνται με κεφαλοσπορίνες. Η συνιστώμενη παρακολούθηση των επιπέδων της αμινογλυκοσίδης (και της νεφρικής λειτουργίας) στην κλινική πράξη πρέπει να τηρείται στενά σε αυτές τις περιπτώσεις.

Σε μία μελέτη in vitro παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις με τον συνδυασμό χλωραμφενικόλης και κεφτριαξόνης. Η κλινική συσχέτιση αυτού του ευρήματος είναι άγνωστη.

Δεν έχουν υπάρξει αναφορές αλληλεπίδρασης με την κεφτριαξόνη και τα από στόματος λαμβανόμενα προϊόντα που περιέχουν ασβέστιο ή αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην ενδομυϊκή κεφτριαξόνη και τα προϊόντα που περιέχουν ασβέστιο (ενδοφλέβια ή από στόματος χορηγούμενα).

Στους ασθενείς υπό θεραπεία με κεφτριαξόνη, η δοκιμασία Coombs ενδέχεται να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα.

Η κεφτριαξόνη, όπως και άλλα αντιβιοτικά, ενδέχεται να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα για γαλακτοζαιμία.

Αντίστοιχα, οι μη – ενζυματικές μέθοδοι προσδιορισμού της γλυκόζης στα ούρα μπορεί να οδηγήσουν σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Γι’ αυτό το λόγο, ο προσδιορισμός του επιπέδου της γλυκόζης στα ούρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κεφτριαξόνη πρέπει να πραγματοποιείται ενζυματικά.

Σελίδα 9 από 19

Δεν έχει παρατηρηθεί διαταραγμένη νεφρική λειτουργία μετά από την ταυτόχρονη χορήγηση μεγάλων δόσεων κεφτριαξόνης και ισχυρών διουρητικών (π.χ. φουροσεμίδη).

Η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης δεν μειώνει την απομάκρυνση της κεφτριαξόνης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Η κεφτριαξόνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Διατίθεται περιορισμένος όγκος δεδομένων από τη χρήση της κεφτριαξόνης σε εγκύους. Οι μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την εμβρυική, περιγενετική και μεταγενετική ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3). Η κεφτριαξόνη πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης και προπαντώς στο πρώτο τρίμηνο της κύησης, μόνο εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.

Θηλασμός Η κεφτριαξόνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλές συγκεντρώσεις, αλλά στις θεραπευτικές δόσεις της κεφτριαξόνης δεν αναμένονται επιδράσεις στα βρέφη που θηλάζουν.

Ωστόσο, ο κίνδυνος διάρροιας και μυκητιασικής λοίμωξης των βλεννογόνων δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να ληφθεί υπόψη η πιθανότητα ευαισθητοποίησης. Πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά με τη διακοπή του θηλασμού ή τη διακοπή/αποχή από τη θεραπεία με κεφτριαξόνη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Γονιμότητα Οι μελέτες στην αναπαραγωγή δεν έχουν δείξει στοιχεία ανεπιθύμητων επιδράσεων στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κεφτριαξόνη, ενδέχεται να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ζάλη), οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς πρέπει να είναι προσεκτικοί κατά την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες αντιδράσεις για την κεφτριαξόνη είναι η ηωσινοφιλία, η λευκοπενία, η θρομβοπενία, η διάρροια, το εξάνθημα και τα αυξημένα ηπατικά ένζυμα.

Τα δεδομένα για τον προσδιορισμό της συχνότητας των ανεπιθύμητων αντιδράσεων της κεφτριαξόνης προέκυψαν από τις κλινικές μελέτες.

Οι συχνότητες που χρησιμοποιήθηκαν στον παρακάτω πίνακα είναι:

Πολύ συχνές (≥ 1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία/ Οργανικό ΣύστημαΣυχνέςΌχι συχνέςΣπάνιεςΜη γνωστέςα
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΜυκητιασική λοίμωξη των γεννητικών οργάνωνΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαβΕπιλοίμωξηβ

Σελίδα 10 από 19

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματοςΗωσινοφιλία Λευκοπενία ΘρομβοπενίαΚοκκιοκυτταροπενία Αναιμία Διαταραχές πήξηςΑιμολυτική αναιμίαβ Ακοκκιοκυτταραιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑναφυλακτική καταπληξία Αναφυλακτική αντίδραση Αναφυλακτοειδής αντίδραση Υπερευαισθησίαβ Αντίδραση Jarisch- Herxheimerβ (βλ. παράγραφο 4.4).
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΚεφαλαλγία ΖάληΕγκεφαλοπάθειαΣπασμοί
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθουΊλιγγος
Καρδιακές διαταραχέςΣύνδρομο Κούνη
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίουΒρογχόσπασμος
Γαστρεντερικές διαταραχέςΔιάρροιαβ Χαλαρά κόπραναΝαυτία ΈμετοςΠαγκρεατίτιδαβ Στοματίτιδα Γλωσσίτιδα
Ηπατοχολικές διαταραχέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΊζημα στην χοληδόχο κύστηβ Πυρηνικός ίκτερος Ηπατίτιδαγ Χολοστατική ηπατίτιδαβ,γ
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΕξάνθημαΚνησμόςΚνίδωσηΣύνδρομο Stevens Johnsonβ Τοξική επιδερμική νεκρόλυσηβ Πολύμορφο ερύθημα Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση Αντίδραση οφειλόμενη στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (βλ. παράγραφο 4.4).
Διαταραχές των νεφρών και τωνΑιματουρία ΓλυκοζουρίαΟλιγουρία Νεφρικό ίζημα

Σελίδα 11 από 19

ουροφόρων οδών(αναστρέψιμο)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησηςΦλεβίτιδα Άλγος της θέσης ένεσης ΠυρεξίαΟίδημα Ρίγη
Παρακλινικές εξετάσειςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΨευδώς θετική δοκιμασία Coombsβ Ψευδώς θετική δοκιμασία για γαλακτοζαιμίαβ Ψευδώς θετικές μη ενζυματικές μέθοδοι για τον προσδιορισμό της γλυκόζηςβ

α Βάσει των αναφορών μετά από την κυκλοφορία. Καθώς οι εν λόγω αντιδράσεις αναφέρονται αυθόρμητα από πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους, δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί αξιόπιστα η συχνότητά τους με αποτέλεσμα να κατηγοριοποιούνται ως «μη γνωστές».

β Βλέπε παράγραφο 4.4 γ Συνήθως αναστρέψιμη με τη διακοπή της κεφτριαξόνης Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Οι αναφορές της διάρροιας μετά από τη χρήση της κεφτριαξόνης ενδέχεται να σχετίζονται με το Clostridioides difficile. Θα πρέπει να ξεκινήσει αντιμετώπιση με κατάλληλα υγρά και ηλεκτρολύτες (βλέπε παράγραφο 4.4).

Καθίζηση άλατος κεφτριαξόνης-ασβεστίου Σπάνια έχουν αναφερθεί σοβαρές, και σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρες, ανεπιθύμητες αντιδράσεις στα πρόωρα και τελειόμηνα νεογνά (ηλικίας <28 ημερών) τα οποία έχουν θεραπευτεί με ενδοφλέβια κεφτριαξόνη και ασβέστιο. Έχουν παρατηρηθεί καθιζήσεις άλατος κεφτριαξόνης- ασβεστίου στους πνεύμονες και στους νεφρούς μεταθανάτια. Ο υψηλός κίνδυνος καθίζησης στα νεογνά είναι αποτέλεσμα του χαμηλού όγκου αίματος και του μεγαλύτερου χρόνου ημιζωής της κεφτριαξόνης συγκριτικά με τους ενήλικες (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).

Έχουν αναφερθεί περιστατικά καθίζησης κεφτριαξόνης στις ουροφόρες οδούς, κυρίως σε παιδιά τα οποία είχαν ακολουθήσει θεραπεία με υψηλές δόσεις (π.χ. 80mg/kg/ημέρα ή συνολικές δόσεις που υπερέβαιναν τα 10 γραμμάρια) και εμφάνισαν άλλους παράγοντες κινδύνου (π.χ. αφυδάτωση, περιορισμό σε κατάκλιση). Το σύμβαμα αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απόφραξη του ουρητήρα και μετανεφρική οξεία νεφρική ανεπάρκεια, εντούτοις είναι συνήθως αναστρέψιμο με τη διακοπή της κεφτριαξόνης (βλέπε παράγραφο 4.4).

Έχει παρατηρηθεί καθίζηση άλατος κεφτριαξόνης-ασβεστίου στη χοληδόχο κύστη, κυρίως σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με δόσεις υψηλότερες από τη συνιστώμενη καθιερωμένη δόση. Σε παιδιά, προοπτικές μελέτες έχουν δείξει μεταβλητή επίπτωση καθίζησης µε ενδοφλέβια χορήγηση - μεγαλύτερη από 30% σε ορισμένες μελέτες. Η επίπτωση φαίνεται να είναι χαμηλότερη µε την αργή έγχυση (20-30 λεπτά). Αυτή η επίδραση είναι συνήθως ασυμπτωματική, αλλά σε σπάνιες περιπτώσεις οι καθιζήσεις συνοδεύονται από κλινικά συμπτώματα όπως είναι ο πόνος, η ναυτία και ο έµετος. Σε αυτές τις περιπτώσεις συνιστάται η συμπτωματική θεραπεία. Η καθίζηση είναι συνήθως αναστρέψιμη µε τη διακοπή της κεφτριαξόνης (βλέπε παράγραφο 4.4).

Αντιδράσεις στη θέση ένεσης Σελίδα 12 από 19

Η ενδοφλέβια ένεση είναι κλινικά επίπονη. Άλλες αντιδράσεις στη θέση ένεσης περιλαμβάνουν ερύθημα, εξαγγείωση, οίδημα, εξάνθημα, κνησμό, φλεγμονή ή αποσκλήρυνση στη θέση ένεσης και αιμάτωμα στη θέση ένεσης. Σπάνια έχουν αναφερθεί επιπλοκές που περιλαμβάνουν λοίμωξη στο σημείο της ένεσης και απόστημα στο σημείο της ένεσης.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος:

http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Σε περίπτωση υπέρβασης της δοσολογίας, μπορεί να εκδηλωθούν ναυτία, έµετος και διάρροια.

Η συγκέντρωση της κεφτριαξόνης δεν θα μειωθεί με αιμοδιάλυση ή με περιτοναϊκή διάλυση. Δεν υπάρχει κάποιο ειδικό αντίδοτο. Η αντιμετώπιση της υπέρβασης της δοσολογίας πρέπει να είναι συμπτωματική.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβιοτικά για συστηματική χορήγηση. Κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς, κωδικός ATC: J01DD04.

Μηχανισμός δράσης Η κεφτριαξόνη αναστέλλει τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από την προσκόλληση στις πρωτεΐνες δέσμευσης πενικιλίνης (PBP). Αυτό οδηγεί στη διακοπή της βιοσύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος (πεπτιδογλυκάνη), η οποία οδηγεί στην κυτταρική λύση και θάνατο του βακτηρίου.

Ανθεκτικότητα Η βακτηριακή ανθεκτικότητα στην κεφτριαξόνη ενδέχεται να οφείλεται σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους μηχανισμούς:

‐ υδρόλυση από βητα-λακταμάσες, συμπεριλαμβανομένων των ευρέος φάσματος βητα- λακταμασών (ESBL), καρβαπενεμάσες και ένζυμα Amp C τα οποία μπορεί να επάγονται ή να αποκαταστέλλονται σταθερά σε ορισμένα αερόβια Gram-αρνητικά βακτηριακά είδη.

‐ μειωμένη συγγένεια των πρωτεϊνών δέσμευσης της πεκινιλλίνης για την κεφτριαξόνη ‐ αδιαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης των Gram-αρνητικών οργανισμών ‐ βακτηριακές αντλίες εκροής.

Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από την ευρωπαϊκή επιτροπή ελέγχου ευαισθησίας των μικροοργανισμών στα αντιμικροβιακά (EUCAST) για την κεφτριαξόνη και παρατίθενται εδώ:

https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic- breakpoints_en.xlsx Κλινική αποτελεσματικότητα έναντι συγκεκριμένων παθογόνων Σελίδα 13 από 19

Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η ύπαρξη τοπικών επιδημιολογικών δεδομένων αντοχής, ειδικά όταν θεραπεύονται σοβαρές λοιμώξεις. Ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να ζητηθεί η συμβουλή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος που η αποτελεσματικότητα της κεφτριαξόνης, τουλάχιστον σε ορισμένους τύπους λοιμώξεων, είναι αμφισβητίσιμη.

Συχνά ευαίσθητα είδη Gram θετικά αερόβια Staphylococcus aureus (ευαίσθητος στη μεθικιλλίνη) £ Staphylococci coagulase-negative (ευαίσθητος στη μεθικιλλίνη) £ Streptococcus pyogenes (Ομάδα Α)

Streptococcus agalactiae (Ομάδα B)

Streptococcus pneumoniae Streptococci ομάδας Viridans Gram αρνητικά αερόβια Βorrelia burgdorferi Haemophilus influenzae Haemophilus parainfluenzae Moraxella catarrhalis Neisseria gonorrhoeae Neisseria meningitidis Proteus mirabilis Providencia spp.

Treponema pallidum Είδη για τα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελεί πρόβλημα Gram θετικά αερόβια Staphylococcus epidermidis+ Staphylococcus haemolyticus+ Staphylococcus hominis+ Gram αρνητικά αερόβια Citrobacter freundii Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Escherichia coli% Klebsiella pneumoniae% Klebsiella oxytoca% Morganella morganii Proteus vulgaris Serratia marcescens Αναερόβια Bacteroides spp.

Fusobacterium spp.

Peptostreptococcus spp.

Clostridium perfringens Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί Gram θετικά αερόβια Σελίδα 14 από 19

Enterococcus spp.

Listeria monocytogenes Gram αρνητικά αερόβια Acinetobacter baumannii Pseudomonas aeruginosa Stenotrophomonas maltophilia Αναερόβια Clostridioides difficile Άλλα Chlamydia spp.

Chlamydophila spp.

Mycoplasma spp.

Legionella spp.

Ureaplasma urealyticum £Όλοι οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι είναι ανθεκτικοί στην κεφτριαξόνη.

+Ποσοστά ανθεκτικότητας > 50% σε τουλάχιστον μία περιοχή.

%Στελέχη που παράγουν ESBL είναι πάντοτε ανθεκτικά.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά από ενδοφλέβια bolus χορήγηση 500 mg και 1 g κεφτριαξόνης, τα μέσα μέγιστα επίπεδα της κεφτριαξόνης στο πλάσμα είναι περίπου 120 και 200mg/l, αντίστοιχα. Μετά από την ενδοφλέβια έγχυση 500mg, 1g και 2g κεφτριαξόνης, τα επίπεδα της κεφτριαξόνης στο πλάσμα είναι περίπου 80, 150 και 250mg/l, αντίστοιχα.

Κατανομή Ο όγκος κατανομής της κεφτριαξόνης είναι 7-12 L. Συγκεντρώσεις κατά πολύ ανώτερες των ελάχιστων ανασταλτικών συγκεντρώσεων των περισσοτέρων σχετικών παθογόνων έχουν ανιχνευθεί στον ιστό, συμπεριλαμβανομένου του πνεύμονα, της καρδιάς, των χοληφόρων οδών/ήπατος, των αμυγδαλών, του μέσου ωτός και του ρινικού βλεννογόνου, των οστών και στο εγκεφαλονωτιαίο, πλευριτικό, προστατικό και αρθρικό υγρό. Αύξηση κατά 8-15% στη μέση μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος (C ) παρατηρείται με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Η σταθερή κατάσταση max επιτυγχάνεται στις περισσότερες περιπτώσεις εντός 48-72 ωρών ανάλογα με την οδό χορήγησης.

Διείσδυση σε συγκεκριμένους ιστούς Η κεφτριαξόνη διεισδύει στις μήνιγγες. Η διείσδυση είναι μεγαλύτερη όταν οι μήνιγγες φλεγμαίνουν.

Η μέση μέγιστη συγκέντρωση της κεφτριαξόνης είναι στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) ασθενών με βακτηριακή μηνιγγίτιδα αναφέρεται ότι φτάνει έως και το 25% των επιπέδων πλάσματος σε σύγκριση με το 2% των επιπέδων πλάσματος σε ασθενείς χωρίς φλεγμαίνουσες μήνιγγες. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της κεφτριαξόνης στο ΕΝΥ επιτυγχάνονται περίπου 4-6 ώρες μετά από την ενδοφλέβια ένεση. Η κεφτριαξόνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλές συγκεντρώσεις (βλέπε παράγραφο 4.6).

Δέσμευση πρωτεϊνών Η κεφτριαξόνη δεσμεύεται αντιστρεπτά με τη λευκωματίνη. Η δέσμευση της πρωτεΐνης στο πλάσμα είναι περίπου 95% σε συγκεντρώσεις πλάσματος κάτω από 100mg/l. Η δέσμευση είναι κορεσμένη και το ποσοστό δέσμευσης μειώνεται καθώς η συγκέντρωση αυξάνεται (έως 85% σε συγκέντρωση πλάσματος 300mg/l).

Σελίδα 15 από 19

Βιομετασχηματισμός Η κεφτριαξόνη δεν μεταβολίζεται συστηματικά, αλλά μετατρέπεται σε ανενεργούς μεταβολίτες από την εντερική χλωρίδα.

Αποβολή Η κάθαρση της ολικής κεφτριαξόνης στο πλάσμα 10-22ml/λεπτό. Η νεφρική κάθαρση είναι 5- 12ml/λεπτό. Το 50-60% της κεφτριαξόνης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα, κυρίως με σπειραματική διήθηση, ενώ το 40-50% απεκκρίνεται αναλλοίωτο στη χολή. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής της ολικής κεφτριαξόνης στους ενήλικες είναι περίπου 8 ώρες.

Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, η φαρμακοκινητική της κεφτριαξόνης ελάχιστα διαφοροποιείται με την ελάχιστη αύξηση της ημιζωής (λιγότερο από διπλάσια), ακόμα και σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

Η σχετικά μέτρια αύξηση στον χρόνο ημιζωής στη νεφρική δυσλειτουργία εξηγείται από την αντισταθμιστική αύξηση στη μη νεφρική κάθαρση, η οποία είναι αποτέλεσμα της μείωσης στη δέσμευση της πρωτεΐνης και αντιστοιχεί στη μη νεφρική κάθαρση της ολικής κεφτριαξόνης.

Στους ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ο χρόνος ημιζωής αποβολής της κεφτριαξόνης δεν αυξάνεται λόγω της αντισταθμιστικής αύξησης στη νεφρική κάθαρση. Αυτό οφείλεται, επίσης, στην αύξηση στο ελεύθερο κλάσμα κεφτριαξόνης στο πλάσμα, η οποία συμβάλει στην παρατηρηθείσα παράδοξη αύξηση στη συνολική κάθαρση του φαρμάκου, με αύξηση στον όγκο κατανομής παράλληλη με την ολική κάθαρση.

Ηλικιωμένοι Στους ηλικιωμένους άνω των 75 ετών ο μέσος χρόνος ημιζωής της αποβολής είναι συνήθως δύο έως τρεις φορές αυτή των ενηλίκων νεαρής ηλικίας.

Ο χρόνος ημιζωής της κεφτριαξόνης είναι παρατεταμένος στα νεογνά. Από τη γέννηση έως την ηλικία των 14 ημερών, τα επίπεδα της ελεύθερης κεφτριαξόνης ενδέχεται να αυξηθούν περαιτέρω από παράγοντες, όπως είναι η μειωμένη σπειραματική διήθηση και η επηρεασμένη πρωτεϊνική δέσμευση.

Κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, ο χρόνος ημιζωής είναι μικρότερος σε σχέση με τα νεογνά ή τους ενήλικες.

Η κάθαρση στο πλάσμα και ο όγκος κατανομής της ολικής κεφτριαξόνης είναι μεγαλύτερα στα νεογνά, βρέφη και παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Η φαρμακοκινητική της κεφτριαξόνης είναι μη γραμμική και όλες οι βασικές φαρμακοκινητικές παράμετροι, εξαιρουμένης της ημιζωής αποβολής, είναι δοσοεξαρτώμενες εάν, βάσει των συνολικών συγκεντρώσεων του φαρμάκου, αυξάνονται λιγότερο από αναλογικά ως προς τη δόση. Η μη γραμμικότητα οφείλεται στον κορεσμό της πρωτεϊνικής δέσμευσης στο πλάσμα και παρατηρείται, επομένως, στην ολική κεφτριαξόνη πλάσματος αλλά όχι στην ελεύθερη (μη δεσμευμένη)

κεφτριαξόνη.

Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις Όπως και με άλλες βήτα-λακτάμες, ο φαρμακοκινητικός-φαρμακοδυναμικός δείκτης, ο οποίος δείχνει τη βέλτιστη σχέση με την in vivο αποτελεσματικότητα, είναι το ποσοστό του δοσολογικού διαστήματος όπου η μη δεσμευμένη συγκέντρωση παραμένει πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της κεφτριαξόνης για μεμονωμένα είδη-στόχους (δηλ. %T > MIC).

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Υπάρχουν στοιχεία από μελέτες σε ζώα σύμφωνα με τα οποία οι υψηλές δόσεις αλάτων κεφτριαξόνης-ασβεστίου οδήγησαν στον σχηματισμό συμπηγμάτων και ιζήματος στην Σελίδα 16 από 19

χοληδόχο κύστη κύνεων και πιθήκων, τα οποία αποδείχθηκε ότι είναι αναστρέψιμα. Οι μελέτες σε ζώα δεν παρήγαγαν στοιχεία αναπαραγωγικής τοξικότητας και γονοτοξικότητας.

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες καρκινογένεσης για την κεφτριαξόνη.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

ROLISPORIN 1g/Vial Κόνις: Κανένα.

Διαλύτης: Ύδωρ για ενέσιμα.

ROLISPORIN 2g/Vial Κανένα.

6.2 Ασυμβατότητες

Με βάση βιβλιογραφικές αναφορές, η κεφτριαξόνη δεν είναι συμβατή με την αμσακρίνη, τη βανκομυκίνη, τη φλουκοναζόλη και τις αμινογλυκοσίδες.

Τα διαλύματα που περιέχουν κεφτριαξόνη δεν πρέπει να αναμιγνύονται ή να προστίθενται σε άλλους παράγοντες εκτός από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6. Συγκεκριμένα, οι διαλύτες που περιέχουν ασβέστιο (π.χ. διάλυμα Ringer’s ή διάλυμα Hartmann’s) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ανασύσταση των φιαλιδίων κεφτριαξόνης ή για την περαιτέρω αραίωση ανασυσταμένου φιαλιδίου για ενδοφλέβια χορήγηση, γιατί μπορεί να σχηματιστεί ίζημα. Η κεφτριαξόνη δεν πρέπει να αναμιγνύεται ή να χορηγείται παράλληλα µε διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο, συμπεριλαμβανομένης της ολικής παρεντερικής διατροφής (βλέπε παραγράφους 4.2, 4.3, 4.4 και 4.8).

Εάν απαιτείται η χρήση κι άλλου αντιβιοτικού μαζί με την κεφτριαξόνη για την θεραπεία, η χορήγηση δεν θα πρέπει να γίνεται με την ίδια σύριγγα ή με το ίδιο διάλυμα έγχυσης.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

Συνιστάται το διάλυμα να χρησιμοποιείται αμέσως μετά την παρασκευή του.

Tα ανασυσταμένα διαλύματα φυλάσσονται για 6 ώρες σε θερμοκρασία μικρότερη ή ίση των 25oC ή για 24 ώρες στους 2-8oC (ψυγείο).

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί άμεσα, oι χρόνοι και οι συνθήκες αποθήκευσης κατά τη χρήση πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τους χρόνους που αναφέρονται παραπάνω για τη χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25oC.

Για τις συνθήκες φύλαξης του ανασυσταμένου προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κόνις Άχρωμο διαυγές γυάλινο φιαλίδιο (τύπου Ι) που προορίζεται για παρεντερική χρήση.

Το φιαλίδιο σφραγίζεται αεροστεγώς με ελαστικό πώμα που προορίζεται για παρεντερική χρήση και καλύπτεται από καπάκι flip-off.

Σελίδα 17 από 19

Διαλύτης O διαλύτης (10 ml στείρου ύδατος για ενέσιμα) που συνοδεύει το ROLISPORIN 1g/Vial περιέχεται σε άχρωμη διαυγή γυάλινη (τύπου Ι) φύσιγγα.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Η κόνις κεφτριαξόνης πρέπει να ανασυσταθεί πριν από τη χρήση (βλέπε παράγραφο 4.2).

Προετοιμασία των διαλυμάτων για ένεση και έγχυση Συνιστάται το διάλυμα να χρησιμοποιείται αμέσως μετά την παρασκευή του.

Για τις συνθήκες φύλαξης του ανασυσταμένου φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Η κεφτριαξόνη διαλύεται πλήρως και άμεσα στο διάλυμα ανασύστασης λόγω της υψηλής της διαλυτότητας. Το χρώμα των διαλυμάτων κεφτριαξόνης κυμαίνεται από ανοικτό ως σκούρο κίτρινο, που εξαρτάται από τη συγκέντρωση και το χρόνο φύλαξης. Αυτό το χαρακτηριστικό της δραστικής ουσίας είναι άνευ σημασίας όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα ή την ανοχή του φαρμάκου.

Για την ενδοφλέβια ένεση διαλύουμε 1 g ROLISPORIN σε 10 ml ύδατος για ενέσιμα. Κυλάμε απαλά το φιαλίδιο ανάμεσα στις παλάμες και ελέγχουμε το οπτικά, για να διασφαλίσουμε ότι η ανασύσταση έχει ολοκληρωθεί και δεν υπάρχει κάποιο σωματίδιο. Η ενδοφλέβια χορήγηση θα πρέπει να γίνεται σε διάστημα 5 λεπτών απευθείας στη φλέβα ή μέσω της σωλήνωσης μιας ενδοφλέβιας έγχυσης.

Βλέπε επίσης τις πληροφορίες στην παράγραφο 6.2.

Για την ενδοφλέβια έγχυση διαλύουμε 2 g ROLISPORIN σε 40 ml από ένα από τα ακόλουθα, άνευ ασβεστίου, διαλύματα για έγχυση: χλωριούχο νάτριο 0,9%, διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,45% + γλυκόζης 2,5%, γλυκόζη 5%, γλυκόζη 10%, δεξτράνη 6% σε γλυκόζη 5%, ύδωρ για ενέσιμα. Κυλάμε απαλά το φιαλίδιο ανάμεσα στις παλάμες και το ελέγχουμε οπτικά, για να διασφαλίσουμε ότι η ανασύσταση έχει ολοκληρωθεί και δεν υπάρχει κάποιο σωματίδιο. Η έγχυση πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον 30 λεπτά. Βλέπε επίσης τις πληροφορίες στην παράγραφο 6.2.

Στα νεογνά, η ενδοφλέβια χορήγηση θα πρέπει να γίνει σε διάστημα 60 λεπτών, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος χολερυθρινικής εγκεφαλοπάθειας.

Απόρριψη των συριγγών/βελόνων Τα παρακάτω σημεία θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά σχετικά µε τη χρήση και την απόρριψη των συριγγών και άλλων φαρμακευτικών βελόνων:

• Οι βελόνες και οι σύριγγες δεν πρέπει ποτέ να ξαναχρησιμοποιούνται.

• Να τοποθετείτε όλες τις χρησιμοποιημένες βελόνες σε ένα δοχείο βελόνων (δοχείο μιας χρήσης πιστοποιημένης ασφάλειας).

• Να φυλάσσεται σε θέση την οποία δεν βλέπουν και δεν προσεγγίζουν τα παιδιά.

• Πρέπει να αποφεύγεται η απόρριψη των χρησιμοποιημένων βελόνων στα οικιακά απορρίμματα.

• Να απορρίπτετε το δοχείο σύμφωνα µε τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις ή σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας.

Για μια χρήση μόνο. Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

BIANEΞ Α.Ε., Οδός Βαρυμπόμπης 8, 14671 Ν. Ερυθραία, Κηφισιά Τηλ. 210 8009111

8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Σελίδα 18 από 19

ROLISPORIN 1g/Vial: 85281/12/18-07-2013 ROLISPORIN 2g/Vial: 55116/18-07-2013

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 21 Οκτωβρίου 2003 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 1 Οκτωβρίου 2008

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Σελίδα 19 από 19

Πηγή: eof:2559601_SPC_2559601_2.pdf