Clinio Logo
Clinio
SKOVOLEN › ΠΧΠ

SKOVOLEN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 3 συσκευασίες 4 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε φιαλίδιο περιέχει 500 mg φλουκλοξακιλλίνη ως μονοϋδρική νατριούχο φλουκλοξακιλλίνη.

Κάθε φιαλίδιο περιέχει 1000 mg φλουκλοξακιλλίνη ως μονοϋδρική νατριούχο φλουκλοξακιλλίνη.

Κάθε φιαλίδιο περιέχει 2000 mg φλουκλοξακιλλίνη ως μονοϋδρική νατριούχο φλουκλοξακιλλίνη.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα προς έγχυση Λευκή ή υπόλευκη, κρυσταλλική κόνις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το SKOVOLEN ενδείκνυται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων λόγω σταφυλόκοκκων που παράγουν βήτα-λακταμάση και άλλων ευαίσθητων Gram- θετικών οργανισμών όπως είναι οι στρεπτόκοκκοι (βλ. παράγραφο 4.2 και 5.1):

• Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων, όπως είναι τα αποστήματα, η κυτταρίτιδα, τα επιμολυσμένα εγκαύματα, το μολυσματικό κηρίο

• Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, όπως είναι η φαρυγγίτιδα, η αμυγδαλίτιδα, η ρινοκολπίτιδα

• Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού, όπως είναι η πνευμονία, η βρογχοπνευμονία, το πνευμονικό απόστημα

• Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων, όπως είναι η οστεομυελίτιδα και η αρθρίτιδα

• Ενδοκαρδίτιδα

• Προφύλαξη στην καρδιαγγειακή χειρουργική επέμβαση (προσθέσεις βαλβίδων, προσθέσεις αρτηριών) και στην ορθοπεδική χειρουργική επέμβαση (αρθροπλαστική, οστεοσύνθεση και αρθροτομή)

Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δόση εξαρτάται από την ηλικία, το βάρος και τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς, καθώς και από τη βαρύτητα και τη φύση της λοίμωξης.

Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 12 και άνω ετών Συνολική ημερήσια δόση 1000 mg έως 4000 mg, χορηγούμενη σε τρεις έως τέσσερις διαιρεμένες δόσεις, μέσω ενδοφλέβιας ή ενδομυϊκής ένεσης.

Σε περιπτώσεις σοβαρών λοιμώξεων: έως 8000 mg ανά ημέρα, χορηγούμενα σε τέσσερις εγχύσεις (σε διάστημα 20 έως 30 λεπτών). Μία μεμονωμένη ένεση bolus ή έγχυση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 2000 mg.

Δεν θα πρέπει να γίνεται υπέρβαση της μέγιστης δόσης των 12.000 mg ανά ημέρα.

Σε χειρουργική προφύλαξη: 2000 mg i.v. (bolus ή έγχυση) κατά την επαγωγή της αναισθησίας, η οποία θα επαναλαμβάνεται κάθε 6 ώρες για 24 ώρες σε περίπτωση αγγειακού ή ορθοπεδικού χειρουργείου, και για 48 ώρες σε περιπτώσεις καρδιακού ή στεφανιαίου χειρουργείου.

Ευπαθής στη μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus. Ενδοκαρδίτιδα: 2.000 mg φλουκλοξακιλλίνης κάθε 6 ώρες, αυξανόμενες σε 2000 mg κάθε 4 ώρες σε ασθενείς βάρους >85 kg.

Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών Σε ήπιες έως μέτριες λοιμώξεις: 25 έως 50 mg/kg/24 ώρες χορηγούμενες σε τρεις έως τέσσερις ισόποσα διαιρεμένες δόσεις με ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια ένεση.

Σε περιπτώσεις σοβαρών λοιμώξεων: Έως 100 mg/kg/24 ώρες σε τρεις έως τέσσερις διαιρεμένες δόσεις. Μία μεμονωμένη ένεση bolus ή έγχυση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 33 mg/kg.

Ευπαθής στη μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus. Ενδοκαρδίτιδα: 200 mg/kg/24 ώρες φλουκλοξακιλλίνης σε τρεις έως τέσσερις διαιρεμένες δόσεις.

Πρόωρα βρέφη, νεογνά, θηλάζοντα βρέφη και παιδιά Εξαιτίας της πιθανής πρόκλησης κερνικτέρου, η φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε πρόωρα βρέφη και νεογνά μόνο μετά από αυστηρή εκτίμηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου (βλ.

παράγραφο 4.4).

Τα πρόωρα βρέφη και τα νεογνά καθώς και τα θηλάζοντα βρέφη και τα νήπια γενικά λαμβάνουν θεραπεία με 25 mg έως 50 mg/kg/24 ώρες, διαιρεμένα σε τρεις έως τέσσερις ίσες δόσεις. Η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί στη μέγιστη δόση των 100 mg/kg/24 ώρες.

Νεφρική δυσλειτουργία Στους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η απέκκριση της φλουκλοξακιλλίνης επιβραδύνεται. Ωστόσο, παρουσία σοβαρής νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατινίνης <10 mL/min) θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή επέκτασης του δοσολογικού διαστήματος. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση στους ενήλικες είναι 1000 mg κάθε 8 έως 12 ώρες (σε ανουρικούς ασθενείς, η μέγιστη δόση είναι 1000 mg κάθε 12 ώρες).

Το SKOVOLEN δεν απομακρύνεται σημαντικά με την αιμοκάθαρση και επομένως δεν χρειάζεται να χορηγηθούν συμπληρωματικές δόσεις είτε κατά τη διάρκεια είτε στο τέλος της περιόδου αιμοκάθαρσης.

Ηπατική δυσλειτουργία Η μείωση της δόσης στους ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία δεν είναι απαραίτητη.

Ενδοϋπεζωκοτική και ενδοαρθρική Η συνήθης δόση είναι 250 mg έως 500 mg άπαξ ημερησίως.

Τρόπος χορήγησης Η παρεντερική θεραπεία ενδείκνυται εάν η από του στόματος οδός δεν θεωρείται πρακτική ή κατάλληλη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση σοβαρής διάρροιας ή εμέτου, και ιδιαίτερα στην επείγουσα θεραπεία της σοβαρής λοίμωξης.

Για ενδομυική, ενδοφλέβια, ενδοϋπεζωκοτική και ενδοαρθρική χρήση.

Για ενδομυική και ενδοφλέβια χρήση.

Για ενδομυϊκή και ενδοφλέβια χρήση.

Η ενδοφλέβια ένεση/έγχυση θα πρέπει να πραγματοποιείται με βραδύ ρυθμό.

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση/αραίωσης του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

4.3 Αντενδείξεις

- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία.

- Ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας στα αντιβιοτικά βήτα-λακτάμης (π.χ. πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες).

- Ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό σχετιζόμενου με τη φλουκλοξακιλλίνη ικτέρου/ηπατικής δυσλειτουργίας.

- Οφθαλμική ή υποεπιπεφυκοτική χορήγηση.

- Ενδορραχιαία ένεση.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Πριν από την έναρξη της θεραπείας με φλουκλοξακιλλίνη, θα πρέπει να ρωτάτε προσεκτικά σχετικά με τις προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας στις βήτα λακτάμες. Η διασταυρούμενη ευαισθησία ανάμεσα στις πενικιλλίνες και τις κεφαλοσπορίνες είναι καλά θεμελιωμένη.

Σοβαρές και περιστασιακές θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιβιοτικά βήτα-λακτάμης. Παρόλο που η αναφυλαξία είναι συχνότερη μετά από την παρεντερική θεραπεία, εμφανίστηκε σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος λαμβανόμενη θεραπεία. Οι αντιδράσεις αυτές είναι πιθανότερο να εμφανιστούν σε άτομα με ιστορικό υπερευαισθησίας στις βήτα λακτάμες. Εάν σημειωθεί αλλεργική αντίδραση, η φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να διακοπεί και θα πρέπει να θεμελιωθεί κατάλληλη θεραπεία. Οι σοβαρές αντιδράσεις αναφυλαξίας μπορεί να απαιτούν άμεση επείγουσα θεραπεία με αδρεναλίνη.

Μπορεί να απαιτηθεί, επίσης, οξυγόνο, ενδοφλέβια στεροειδή, και διαχείριση του αεραγωγού, συμπεριλαμβανομένης της διασωλήνωσης.

Η εμφάνιση κατά την έναρξη της θεραπείας ενός πυρετοειδούς γενικευμένου ερυθήματος που σχετίζεται με φλύκταινες μπορεί να είναι σύμπτωμα οξείας γενικευμένης εξανθώδους φλυκταίνωσης (AGEP) (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση διάγνωσης AGEP, η φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να διακόπτεται και τυχόν επόμενη χορήγηση φλουκλοξακιλλίνης αντενδείκνυται.

Η φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με στοιχεία ηπατικής δυσλειτουργίας, ασθενείς ηλικίας ≥ 50 ετών και ασθενείς με σοβαρή υποκείμενη νόσο. Σε αυτούς τους ασθενείς, τα ηπατικά συμβάντα μπορεί να είναι σοβαρά και σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί θάνατοι (βλ. παράγραφο 4.8).

Δεν θα πρέπει να χορηγούνται με ενδοφλέβια χορήγηση διαλύματα φλουκλοξακιλλίνης ανασυσταμένα με τοπικά αναισθητικά (λιδοκαΐνη) (βλ. παράγραφο 6.6).

Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται στη νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).

Απαιτείται ειδική προσοχή στα νεογέννητα εξαιτίας του κινδύνου υπερχολερυθριναιμίας. Οι μελέτες έχουν δείξει ότι, σε υψηλή δόση μετά από παρεντερική χορήγηση, η φλουκλοξακιλλίνη μπορεί να εκτοπίσει τη χολερυθρίνη από τις θέσεις δέσμευσης της πρωτεΐνης πλάσματος, και μπορεί επομένως να προδιαθέσει ένα ικτερικό μωρό για πυρηνικό ίκτερο. Επιπρόσθετα, απαιτείται ειδική προσοχή στα νεογνά εξαιτίας της πιθανότητας υψηλών επιπέδων φλουκλοξακιλλίνης στον ορό λόγω του μειωμένου ρυθμού νεφρικής απέκκρισης.

Κατά τη διάρκεια παρατεταμένων θεραπειών (π.χ. οστεομυελίτιδα, ενδοκαρδίτιδα), συνιστάται τακτική παρακολούθηση του αιμοδιαγράμματος, της ηπατικής και της νεφρικής λειτουργίας.

Μπορεί να εμφανιστεί ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα κατά τη διάρκεια της λήψης αντιβιοτικών. Σε περίπτωση που εμφανιστεί ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, η θεραπεία με φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να διακοπεί και θα πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία, όπως είναι η από του στόματος χορήγηση βανκομυκίνης.

Η παρατεταμένη χρήση μπορεί περιστασιακά να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευπαθών οργανισμών.

Συνιστάται προσοχή όταν η φλουκλοξακιλλίνη χορηγείται ταυτόχρονα με παρακεταμόλη λόγω αυξημένου κινδύνου μεταβολικής οξέωσης με υψηλό χάσμα ανιόντων (HAGMA). Οι ασθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο HAGMA και συγκεκριμένα οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, σηψαιμία ή υποσιτισμό ειδικά εάν χρησιμοποιούνται μέγιστες ημερήσιες δόσεις παρακεταμόλης.

Μετά από τη συγχορήγηση φλουκλοξακιλλίνης και παρακεταμόλης, συνιστάται στενή παρακολούθηση προκειμένου να εντοπιστεί η εμφάνιση διαταραχών οξεοβασικής ισορροπίας, και συγκεκριμένα HAGMA, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας για 5-οξοπρολίνης στα ούρα.

Εάν η φλουκλοξακιλλίνη συνεχιστεί μετά από τη διακοπή της παρακεταμόλης, συνιστάται να διασφαλιστεί ότι δεν υπάρχουν σημεία HAGMA, καθώς υπάρχει η πιθανότητα η φλουκλοξακιλλίνη να διατηρεί την κλινική εικόνα της HAGMA (βλ. παράγραφο 4.5).

Συνιστάται ειδική προσοχή σε σχέση με τη φαρμακογενή ηπατική βλάβη σε ασθενείς με HLA-B * 5701 απλότυπο. Πράγματι, η συχνότητα αυτών των διαταραχών επί του παρόντος αυξάνεται στους ασθενείς με λοίμωξη HIV, οι οποίοι μπορεί να διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο έκθεσης στη φλουκλοξακιλλίνη (βλ. παράγραφο 5.1).

Μπορεί να εμφανιστεί υποκαλιαιμία (δυνητικά απειλητική για τη ζωή) με τη χρήση φλουκλοξακιλλίνης, ειδικά σε υψηλές δόσεις. Η υποκαλιαιμία που προκαλείται από τη φλουκλοξακιλλίνη μπορεί να είναι ανθεκτική στα συμπληρώματα καλίου. Συνιστώνται τακτικές μετρήσεις των επιπέδων του καλίου κατά τη διάρκεια της θεραπείας με υψηλότερες δόσεις φλουκλοξακιλλίνης. Η προσοχή γι’ αυτόν τον κίνδυνο είναι αιτιολογημένη, ακόμα και κατά τον συνδυασμό της φλουκλοξακιλλίνης με διουρητικά που επάγουν την υποκαλιαιμία ή όταν εμφανίζονται άλλοι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη υποκαλιαιμίας (π.χ. υποσιτισμός, νεφρική σωληναριακή δυσλειτουργία)

Νάτριο SKOVOLEN 500 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα προς έγχυση: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 25,32 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, το οποίο ισοδυναμεί με 1,2% της συνιστώμενης μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης κατά ΠΟΥ 2 g νατρίου για έναν ενήλικα.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 50,64 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, το οποίο ισοδυναμεί με 2,5% της συνιστώμενης μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης κατά ΠΟΥ 2 g νατρίου για έναν ενήλικα.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 101,23 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, το οποίο ισοδυναμεί με 5% της συνιστώμενης μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης κατά ΠΟΥ 2 g νατρίου για έναν ενήλικα.»

Το SKOVOLEN θεωρείται πλούσιο σε νάτριο. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν ο ασθενής ακολουθεί διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας άλατος.

Η μέγιστη ημερήσια δόση αυτού του προϊόντος αντιστοιχεί σε 30,38% της μέγιστης ημερήσιας ποσότητας για έναν ενήλικες που συνιστάται από τον ΠΟΥ.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η προβενεσίδη, η φαινυλβουταζόνη, η οξυφαινοβουταζόνη, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, η ινδομεθακίνη και η σουλφινπυραζόνη μειώνουν τη νεφρική σωληναριακή απέκκριση της φλουκλοξακιλλίνης. Η ταυτόχρονη χορήγηση της προβενεσίδης καθυστερεί τη νεφρική απέκκριση της φλουκλοξακιλλίνης.

Τα βακτηριοστατικά φάρμακα (χλωραμφενικόλη, ερυθρομυκίνες και τετρακυκλίνες) μπορεί να παρεμβληθούν με τη βακτηριοκτόνο δράση της φλουκλοξακιλλίνης.

Μεθοτρεξάτη, μειωμένη απέκκριση μπορεί να εμφανιστεί με τη φλουκλοξακιλλίνη (αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας).

Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η φλουκλοξακιλλίνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με παρακεταμόλη καθώς η ταυτόχρονη πρόσληψη μπορεί να σχετίζεται με μεταβολική οξέωση με υψηλό χάσμα ανιόντων, ειδικά σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).

Η φλουκλοξακιλλίνη μπορεί να επηρεάσει την έκβαση της εξέτασης Guthrie (ψευδώς-θετική). Θα πρέπει να ληφθούν δείγματα αίματος πριν από τη χορήγηση της φλουκλοξακιλλίνης.

Οι πενικιλλίνες μπορεί να προκαλέσουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα στην άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης (Coombs'), ψευδώς υψηλά αποτελέσματα γλυκόζης ούρων με τη δοκιμασία χαλκού- θείου και ψευδώς υψηλά αποτελέσματα πρωτεΐνης ούρων, αλλά η ενζυματική δοκιμασία γλυκόζης (π.χ. Clinistix) και οι μπλε δοκιμασίες βρωμοφαινόλης δεν επηρεάζονται (π.χ. Multistix ή Albustix).

Έχει αναφερθεί ότι η φλουκλοξακιλλίνη (επαγωγέας CYP450) μειώνει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της βορικοναζόλης στο πλάσμα. Εάν η ταυτόχρονη χορήγηση φλουκλοξακιλλίνης με βορικοναζόλη δεν μπορεί να αποφευχθεί, παρακολουθήστε για πιθανή απώλεια της αποτελεσματικότητας της βορικοναζόλης (π.χ. μέσω της παρακολούθησης του θεραπευτικού φαρμάκου). Μπορεί να χρειαστεί αύξηση της δόσης της βορικοναζόλης.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχει περιγραφή αλλοιωμένο (συνήθως μειωμένο) διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR) σε ασθενείς που παίρνουν βαρφαρίνη μετά από την έναρξη της θεραπείας με φλουκλοξακιλλίνη. Επομένως, ως προληπτικό μέτρο, συνιστάται η παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης ή του INR κατά την έναρξη, κατά τη διάρκεια και μετά από το τέλος της θεραπείας με φλουκλοξακιλλίνη.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Είναι περιορισμένα τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της φλουκλοξακιλλίνης σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα με τη φλουκλοξακιλλίνη δεν έχουν δείξει τερατογόνο επίδραση. Το SKOVOLEN θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερσκελίζουν τους πιθανούς κινδύνους που σχετίζονται με τη θεραπεία.

Θηλασμός Κατά τη διάρκεια του θηλασμού, μπορούν να εντοπιστούν ανιχνεύσιμες ποσότητες πενικιλλίνης στο ανθρώπινο γάλα. Η φλουκλοξακιλλίνη μπορεί να διατηρηθεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Εξαιρουμένου του πιθανού κινδύνου αντιδράσεων υπερευαισθησίας στα νεογέννητα μωρά που

θηλάζουν ή των οξέων αλλαγών στη χλωρίδα του εντέρου με αποτέλεσμα την εμφάνιση διάρροιας ή καντιντίασης, δεν υπάρχουν άλλες επιβλαβείς επιδράσεις για το βρέφος.

Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη γονιμότητα στους ανθρώπους ή τα ζώα.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Δεν εφαρμόζεται

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ακόλουθη σύμβαση για την ταξινόμηση των ανεπιθύμητων επιδράσεων:

πολύ συχνές (> 1/10)

συχνές (>1/100, <1/10)

όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100)

σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000)

πολύ σπάνιες (<1/10.000)

μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά, η συχνότητα των ανεπιθύμητων επιδράσεων έχει προκύψει από περισσότερα από 30 χρόνια αναφορών μετά από την κυκλοφορία.

Κατηγορία οργανικού συστήματοςΣυχνότητα
Πολύ συχνέςσυχνέςόχι συχνέςσπάνιεςΠολύ σπάνιεςΜη γνωστές
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςουδετεροπενία (συμπεριλαμβανομένης της ακοκκιοκυττάρωσης)1, θρομβοκυτταροπενία1 , ηωσινοφιλία, αιμολυτική αναιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςαναφυλακτική καταπληξία (εξαιρουμένης της από του στόματος χορήγησης) (βλ. παράγραφο 4.4), αγγειονευρωτικό οίδημα2
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςμεταβολική οξέωση με υψηλό χάσμα ανιόντων9υποκαλιαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςσε ασθενείς που πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια, οι νευρολογικές διαταραχές με
σπασμούς είναι πιθανές με την ενδοφλέβια ένεση υψηλών δόσεων.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματοςήσσονες γαστρεντερικές διαταραχές3ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα4
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνηπατίτιδα, χολοστατικός ίκτερος (βλ. παράγραφο 4.4)5, αλλαγές στα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας6
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούεξάνθημα, κνίδωση, πορφύρα3πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens- Johnson, τοξικό επιδερμική νεκρόλυσηοξεία γενικευμένη εξανθώδης φλυκταίνωση (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούαρθραλγία7, μυαλγία7
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνδιάμεση νεφρίτιδα8
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςμερικές φορές εμφανίζεται πυρετός περισσότερες από 48 ώρες μετά από την έναρξη της θεραπείας.φλεβίτιδα

1 Τα συμβάντα αυτά είναι αναστρέψιμα κατά τη διακοπή της θεραπείας.

2 Εάν εμφανιστεί οποιαδήποτε αντίδραση υπερευαισθησίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.

3 Η επίπτωση αυτών των ανεπιθύμητων συμβάντων (ΑΣ) προέκυψε από κλινικές μελέτες που αφορούσαν συνολικά περίπου 929 ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς που λαμβάνουν φλουκλοξακιλλίνη.

4 Σε περίπτωση που εμφανιστεί ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, η θεραπεία με φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να διακοπεί και θα πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία, όπως είναι η από του στόματος θεραπεία βανκομυκίνης.

5 Η ηπατίτιδα και ο χολοστατικός ίκτερος μπορεί να καθυστερήσουν έως και δύο μήνες μετά από τη θεραπεία. Σε ορισμένα περιστατικά, η πορεία παρατάθηκε και διήρκησε αρκετούς μήνες. Τα ηπατικά

συμβάντα μπορεί να είναι σοβαρά, και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί θάνατοι. Οι περισσότερες αναφορές θανάτων αφορούσαν ασθενείς ηλικίας >50 ετών και ασθενείς με σοβαρή υποκείμενη νόσο. Υπάρχουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο κίνδυνος επαγώμενης από τη φλουκλοξακιλλίνη ηπατικής βλάβης είναι αυξημένος σε ασθενείς που φέρουν το HLA-B*5701 αλληλόμορφο. Παρά την ισχυρή αυτή συσχέτιση, μόνο 1 στους 500-1.000 φορείς θα αναπτύξει ηπατική βλάβη. Κατά συνέπεια, η θετική προγνωστική τιμή της εξέτασης του HLA-B*5701 αλληλόμορφου για την ηπατική βλάβη είναι πολύ χαμηλή (0,12%) και δεν συνιστάται η τακτική διαλογή γι’ αυτό το αλληλόμορφο.

6 Αναστρέψιμο όταν διακόπτεται η θεραπεία.

7 Ορισμένες φορές αναπτύσσεται περισσότερες από 48 ώρες μετά από την έναρξη της θεραπείας.

8 Αυτό είναι είναι αναστρέψιμο κατά τη διακοπή της θεραπείας.

9 Εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά: πολύ σπάνια περιστατικά μεταβολικής οξέωσης με υψηλό χάσμα ανιόντων, όταν η φλουκλοξακιλλίνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με παρακεταμόλη, γενικά επί παρουσίας παραγόντων κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4.).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων.

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Μπορεί να εμφανιστούν γαστρεντερικές επιδράσεις όπως είναι η ναυτία, ο έμετος και η διάρροια, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε διαταραχές στην ισορροπία των υγρών και των ηλεκτρολυτών, και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται συμπτωματικά.

Σε περίπτωση νευρολογικών διαταραχών με σπασμούς, η συμπτωματική θεραπεία είναι βασική (ενυδάτωση και διαζεπάμη).

Η φλουκλοξακιλλίνη δεν απομακρύνεται από την κυκλοφορία με αιμοδιύλιση.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, πενικιλλίνες ανθεκτικές στη βήτα-λακταμάση, κωδικός ATC: J01CF05.

Η φλουκλοξακιλλίνη είναι μία ημισυνθετική πενικιλλίνη (αντιβιοτικό βήτα λακτάμης, ισοξαζολυλπενικιλλίνη) με στενό φάσμα δραστικότητας κυρίως έναντι των Gram-θετικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των στελεχών που παράγουν λακταμάση.

Μηχανισμός δράσης Η φλουκλοξακιλλίνη αναστέλλει ένα ή περισσότερα ένζυμα (τα οποία συχνά αναφέρονται ως πρωτεΐνες δέσμευσης πενικιλίνης, PBP) στο βιοσυνθετικό μονοπάτι της βακτηριακής πεπτιδογλυκάνης, η οποία είναι ένα βασικό δομικό στοιχείο του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος.

Η αναστολή της σύνθεσης της πεπτιδογλυκάνης οδηγεί σε εξασθένιση του κυτταρικού τοιχώματος, η οποία συνήθως ακολουθείται από κυτταρική λύση και θάνατο.

Σχέση ΦΚ/ΦΔ Ο χρόνος πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (T>MIC) θεωρείται μείζων καθοριστικός παράγοντας της αποτελεσματικότητας για τη φλουκλοξακιλλίνη.

Μηχανισμός αντίστασης Η αντίσταση στην ισοξαζολυλπενικιλλίνες (η επονομαζόμενη αντίσταση στη μεθικιλλίνη)

προκαλείται από βακτήρια που παράγουν αλλοιωμένη πρωτεΐνη δέσμευσης της πενικιλλίνης. Μπορεί να εμφανιστεί διασταυρούμενη αντίσταση στην ομάδα των βήτα λακταμών με άλλες πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες. Οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι γενικά έχουν χαμηλή ευπάθεια για όλα τα αντιβιοτικά βήτα λακταμών.

Αντιμικροβιακή δραστικότητα Η φλουκλοξακιλλίνη είναι δραστική έναντι τόσο των θετικών στη βήτα-λακταμάση όσο και των αρνητικών στη βήτα-λακταμάση στελεχών του Staphylococcus aureus και άλλων αερόβιων Gram- θετικών κόκκων, εξαιρουμένου του Enterococcus faecalis. Οι gram-αρνητικοί βάκιλλοι ή αναερόβια είναι μετρίως έως πλήρως ανθεκτικοί. Τα εντεροβακτήρια είναι πλήρως ανθεκτικά στη φλουκλοξακιλλίνη, όπως και οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι.

Όρια ευαισθησίας Τα κριτήρια ερμηνείας για τα σημεία αποκοπής δοκιμασιών ευπάθειας MIC (ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση) για τη δοκιμασία ευπάθειας έχουν θεμελιωθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Έλεγχο της Αντιμικροβιακής Ευαισθησίας (EUCAST) για τη φλουκλοξακιλλίνη και καταλογογραφούνται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory- concentration-mic-breakpoints_en.xlsx.

Κίνδυνος ηπατικής βλάβης Υπάρχουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο κίνδυνος επαγώμενης από τη φλουκλοξακιλλίνη ηπατικής βλάβης είναι αυξημένος σε ασθενείς που φέρουν το HLA-B*5701 αλληλόμορφο. Παρά την ισχυρή αυτή συσχέτιση, μόνο 1 στους 500-1.000 φορείς θα αναπτύξει ηπατική βλάβη. Κατά συνέπεια, η θετική προγνωστική τιμή της εξέτασης του HLA-B*5701 αλληλόμορφου για την ηπατική βλάβη είναι πολύ χαμηλή (0,12%) και δεν συνιστάται η τακτική διαλογή γι’ αυτό το αλληλόμορφο.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά από την ενδομυϊκή χορήγηση 500 mg φλουκλοξακιλλίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις 16 μg/ml στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 30 λεπτά.

Μετά από 20 λεπτά έγχυσης 2 g φλουκλοξακιλλίνης, συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου 244 μg/ml ± 34,7 μg/ml επιτυγχάνονται 15 λεπτά μετά από την έναρξη της έγχυσης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εξαρτώνται από τη διάρκεια και το ρυθμό της έγχυσης.

Κατανομή Πρωτεϊνική δέσμευση: το ποσοστό πρωτεϊνικής δέσμευσης στον ορό είναι 95%. Η φλουκλοξακιλλίνη διαχέεται καλά στους περισσότερους ιστούς.

Πέρασμα του μηνιγγιτιδικού φραγμού: η φλουκλοξακιλλίνη διαχέεται μόνο σε μικρό ποσοστό στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό των ατόμων των οποίων οι μήνιγγες δεν φλεγμαίνουν.

Πέρασμα στο μητρικό γάλα: η φλουκλοξακιλλίνη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα.

Βιομετασχηματισμός Στα φυσιολογικά άτομα, το 10% περίπου της χορηγούμενης φλουκλοξακιλλίνης μεταβολίζεται σε πενικιλλοϊκό οξύ. Η ημίσεια ζωή απομάκρυνσης της φλουκλοξακιλλίνης είναι της τάξης των 53 λεπτών.

Αποβολή Η απέκκριση συντελείται κυρίως μέσω των νεφρών. Εξήντα πέντε επί τις εκατό της από του στόματος χορηγούμενης δόσης ανακάμπτει σε μη αλλοιωμένη δραστική μορφή στα ούρα σε διάστημα 8 ωρών.

Μικρό ποσοστό της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στη χολή. Η απέκκριση της φλουκλοξακιλλίνης επιβραδύνεται σε περιπτώσεις ηπατικής ανεπάρκειας.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η κάθαρση της φλουκλοξακιλλίνης είναι σημαντικά βραδύτερη στα νεογνά συγκριτικά με τους ενήλικες και έχει αναφερθεί στα νεογνά μέση ημίσεια ζωή απομάκρυνσης τεσσάρων και μισή ωρών.

Θα πρέπει να ληφθεί ειδική φροντίδα κατά τη διάρκεια της χορήγησης της φλουκλοξακιλλίνης στα νεογνά (βλ. παράγραφο 4.4).

Τα βρέφη νεότερης ηλικίας (<6 μηνών) επιτυγχάνουν υψηλότερες συγκεντρώσεις φλουκλοξακιλλίνης στο πλάσμα σε σχέση με τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας όταν χορηγείται η ίδια δόση.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η ημίσεια ζωή απομάκρυνσης της φλουκλοξακιλλίνης αυξάνεται σε τιμές μεταξύ 135-173 λεπτών. Απαιτείται τροποποίηση της δόσης εάν η νεφρική δυσλειτουργία είναι σοβαρή, με κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min (βλ. παράγραφο 4.2).

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η ηπατική νόσος πιστεύεται ότι είναι απίθανο να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της φλουκλοξακιλλίνης καθώς το αντιβιοτικό καθαίρεται κυρίως μέσω της νεφρικής οδού.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν υπάρχουν προκλινικά δεδομένα που να αφορούν τον ιατρό τα οποία δεν έχουν ήδη συμπεριληφθεί σε άλλες παραγράφους της Περίληψης Χαρακτηριστικών Προϊόντος.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Ουδέν.

6.2 Ασυμβατότητες

Η φλουκλοξακιλλίνη δεν θα πρέπει να αναμειγνύεται με προϊόντα αίματος ή άλλα πρωτεϊνικά υγρά (π.χ. υδρολυμένες πρωτεΐνες) ή με ενδοφλέβια σκευάσματα γαλακτωμάτων λιπιδίων.

Εάν η φλουκλοξακιλλίνη συνταγογραφείται ταυτόχρονα με αμινογλυκοσίδη, τα δύο αντιβιοτικά δεν θα πρέπει να αναμειγνύονται στην ίδια σύριγγα, σε ενδοφλέβιο περιέκτη υγρών ή σετ χορήγησης.

Μπορεί να σημειωθεί καθίζηση.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια Χρησιμοποιήστε αμέσως μετά από το πρώτο άνοιγμα.

Μετά από την ανασύσταση:

Ενδομυϊκή χρήση Έχει δειχθεί χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση για:

- 4 ώρες στους 23-27°C σε τεχνητό φως όταν ανασυστήνεται με ύδωρ για ενέσιμα και διάλυμα λιδοκαΐνης 1% w/v.

- 24 ώρες στους 2-8°C με προστασία από το φως όταν ανασυστήνεται με ύδωρ για ενέσιμα και διάλυμα λιδοκαΐνης 1% w/v.

Ενδοφλέβια χρήση Έχει δειχθεί χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση για:

- 4 ώρες στους 23-27°C σε τεχνητό φως όταν ανασυστήνεται με ύδωρ για ενέσιμα και διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%).

- 24 ώρες στους 2-8°C με προστασία από το φως όταν ανασυστήνεται με ύδωρ για ενέσιμα και διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%).

Ενδοφλέβια έγχυση Έχει δειχθεί χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση για:

- 2 ώρες στους 23-27°C σε τεχνητό φως όταν ανασυστήνεται με ύδωρ για ενέσιμα, διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%), διάλυμα γλυκόζης 5% w/v ή διάλυμα χλωριούχου νατρίου 1,8 mg/mL (0,18%) για ενέσιμα με διάλυμα γλυκόζης 4% w/v.

- 24 ώρες στους 2-8°C με προστασία από φως όταν ανασυστήνεται με ύδωρ για ενέσιμα, διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%), διάλυμα γλυκόζης 5% w/v ή διάλυμα χλωριούχου νατρίου 1,8 mg/mL (0,18%) για ενέσιμα με διάλυμα γλυκόζης 4% w/v.

Από μικροβιολογικής απόψεως, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, η ευθύνη για το χρόνο και τις συνθήκες αποθήκευσης πριν από τη χρήση ανήκουν στο χρήστη και, κανονικά, ο χρόνος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 24 ώρες στους 2 έως 8°C, εκτός αν η ανασύσταση/η αραίωση έχουν γίνει σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.

Ανασύσταση χρησιμοποιώντας το διάλυμα Hartmann:

- στους 23-27°C: χρησιμοποιήστε αμέσως

- στους 2-8°C: 2 ώρες με προστασία από το φως.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση/αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ.

παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

20 mL τύπου III, διαφανές, γυάλινο φιαλίδιο σφραγισμένο με ελαστικά πώματα βρωμοβουτυλενίου και καπάκια αλουμινίου, με λευκό πλαστικό αποσπώμενο καπάκι.

20 mL τύπου III, διαφανές, γυάλινο φιαλίδιο σφραγισμένο με ελαστικά πώματα χλωροβουτυλενίου και καπάκια αλουμινίου, με κόκκινο πλαστικό αποσπώμενο καπάκι.

50 mL τύπου III, διαφανές, γυάλινο φιαλίδιο σφραγισμένο με ελαστικά πώματα χλωροβουτυλενίου και καπάκια αλουμινίου, με λευκό πλαστικό αποσπώμενο καπάκι.

Μεγέθη συσκευασίας: χάρτινες συσκευασίες 1 ή 10 φιαλιδίων.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Χρησιμοποιήστε μόνο μη κατεστραμμένους περιέκτες.

Μην χρησιμοποιείτε εάν το φιαλίδιο έχει καταστραφεί ή σπάσει.

Το SKOVOLEN μπορεί να προστεθεί στα ακόλουθα διαλύματα για έγχυση:

 Ύδωρ για ενέσιμα  Διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%) για ένεση  Διάλυμα γλυκόζης 5% w/v  Διάλυμα χλωριούχου νατρίου 1,8 mg/mL (0.18%) για ένεση και διάλυμα γλυκόζης 4% w/v  Διάλυμα Hartmann

Οδός χορήγησηςΔιαλύτηςΣταθερότητα διαλύματος σε θερμοκρασία δωματίου
Όγκος που θα προστεθείΤύπος
Ενδομυϊκή χρήση SKOVOLEN 500 mg SKOVOLEN 1000 mg SKOVOLEN 2000 mg2 ml 3 ml 4 mlΎδωρ για ενέσιμα διάλυμα λιδοκαΐνης 1% w/v Ύδωρ για ενέσιμα Διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%) για ένεση Ύδωρ για ενέσιμα Διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%) για ένεση Διάλυμα γλυκόζης 5% Διάλυμα χλωριούχου νατρίου 1,8 mg/mL (0.18%) για ένεση και διάλυμα γλυκόζης 4% w/v Διάλυμα Hartmann4 ώρες σε τεχνητό φως (24 ώρες στο ψυγείο) 4 ώρες σε τεχνητό φως (24 ώρες στο ψυγείο) 2 ώρες σε τεχνητό φως (24 ώρες στο ψυγείο) Χρησιμοποιήστε αμέσως (2 ώρες στο ψυγείο)
Ενδοφλέβια χρήση ως ένεση SKOVOLEN 500 mg SKOVOLEN 1000 mg SKOVOLEN 2.000 mg10 ml 20 ml 40 ml
Ενδοφλέβια χρήση ως έγχυση SKOVOLEN 500 mg SKOVOLEN 1000 mg SKOVOLEN 2000 mgΌγκος που ισοδυναμεί με συγκέντρωση 1% w/v
Ενδοϋπεζωκοτική χρήση SKOVOLEN 500 mg5 mlΎδωρ για ενέσιμα Διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%) για ένεση4 ώρες σε τεχνητό φως (24 ώρες στο ψυγείο)
10 mlΎδωρ για ενέσιμα Διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%) για ένεση4 ώρες σε τεχνητό φως (24 ώρες στο ψυγείο)
Ενδοαρθρική χρήση SKOVOLEN 500 mg5 mlΎδωρ για ενέσιμα Διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%) για ένεση4 ώρες σε τεχνητό φως (24 ώρες στο ψυγείο)

Χορηγήστε μέσω βραδείας ενδοφλέβιας ένεσης.

Εμφάνιση του διαλύματος Διαυγές, άχρωμο ή ανοιχτό κίτρινο, ελεύθερο σωματιδίων διάλυμα.

Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο διαυγή διαλύματα χωρίς σωματίδια.

Για μία μόνο χρήση.

Οποιοδήποτε μη χρησιμοποιημένο διάλυμα θα πρέπει να απορρίπτεται.

Το SKOVOLEN μπορεί να προστεθεί, επίσης, στα υγρά της έγχυσης ή να ενεθεί, κατάλληλα αραιωμένο, στο σωλήνα ενστάλλαξης.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

DEMO ΑΒΕΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΑΡΜΑΚΩΝ 21ο χλμ. Εθν. Oδού Αθηνών-Λαμίας, 14568 Κρυονέρι, Αττικής, Ελλάδα Τ: +30 210 8161802, F: +30 210 8161587

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Αρ. Αδ. Κυκλ.:

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ TOY ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3327103_SPC_3327103_2.pdf