Clinio Logo
Clinio
SUN-DE3 › ΠΧΠ

SUN-DE3 — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 3 συσκευασίες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

SUN-DE3 25.000 IU/ml, πόσιμο διάλυμα SUN-DE3 100.000 IU/ml, πόσιμο διάλυμα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

SUN-DE3 25.000 IU/ml:

1 ml διαλύματος περιέχει 0,625 mg χοληκαλσιφερόλης, ισοδύναμη με 25.000 IU βιταμίνης D.

SUN-DE3 100.000 IU/ml:

1 ml διαλύματος περιέχει 2,5 mg χοληκαλσιφερόλης, ισοδύναμη με 100.000 IU βιταμίνης D.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πόσιμο διάλυμα Διαυγές, κίτρινο ελαιώδες διάλυμα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

- Για την αρχική θεραπεία της συμπτωματικής ανεπάρκειας βιταμίνης D σε ενήλικες.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δόση θα πρέπει να εξατομικεύεται από τον θεράποντα ιατρό.

Για την αρχική θεραπεία της ανεπάρκειας βιταμίνης D και υπό ιατρική επίβλεψη συνιστάται εφάπαξ χορήγηση μιας συνολικής δόσης 100.000 IU στη διάρκεια 1 εβδομάδας.

1 φύσιγγα SUN-DE3 100.000 IU/ml μπορεί να δοθεί ως εφάπαξ δόση εβδομαδιαίως.

Επίσης μπορούν να δοθούν 2 φύσιγγες των 2 ml SUN-DE3 25.000 IU/ml εβδομαδιαίως ή 4 φύσιγγες του 1 ml SUN-DE3 25.000 IU/ml εβδομαδιαίως (βλ. παράγραφο 4.4).

Η απόφαση για επιπρόσθετη αναγκαία θεραπεία με το SUN-DE3 πρέπει να λαμβάνεται από τον θεράποντα ιατρό. Μετά την έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της 25- υδροξυκαλσιφερόλης και του ασβεστίου στον ορό του αίματος. Η αναγκαιότητα για περαιτέρω παρακουλούθηση μπορεί να εξατομικευτεί, λαμβάνοντας υπόψη τη δόση που χορηγήθηκε και τις εξατομικευμένες ανάγκες του ασθενή. Η αρχική θεραπεία της ανεπάρκειας βιταμίνης D θα πρέπει να ακολουθείται από δόση συντήρησης χοληκαλσιφερόλης. Η θεραπεία συντήρησης απαιτεί σκευάσματα χοληκαλσιφερόλης χαμηλότερης περιεκτικότητας.

Εναλλακτικά, μπορούν να τηρηθούν οι εθνικές συστάσεις δοσολογίας για τη θεραπεία της ανεπάρκειας βιταμίνης D.

Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική δυσλειτουργία

Το SUN-DE3 δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ασβέστιο σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)

Δεν υπάρχει σχετική χρήση του SUN-DE3 στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Τρόπος χορήγησης Το διάλυμα θα πρέπει να λαμβάνεται με μια κουταλιά υγρού. Η διάρκεια της χρήσης εξαρτάται από την πορεία της νόσου

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα.

• Υπερασβεστιαιμία ή/και υπερασβεστιουρία.

• Νεφρολιθίαση.

• Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

• Υπερβιταμίνωση D.

• Ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμός, καθώς οι απαιτήσεις σε βιταμίνη D ενδέχεται να μειωθούν λόγω των περιόδων φυσιολογικής ευαισθησίας στη βιταμίνη D ενέχοντας τον κίνδυνο παρατεταμένης υπερδοσολογίας. Για την περίπτωση αυτή υπάρχουν διαθέσιμα καλύτερα ρυθμιζόμενα παράγωγα βιταμίνης D.

• Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Τα διαλύματα με υψηλή συγκέντρωση βιταμίνης D3 μπορούν εύκολα να προκαλέσουν δηλητηρίαση από βιταμίνη D σε περίπτωση σφαλμάτων στη δοσολογία. Κατά συνέπεια: έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά υπερασβεστιαιμίας μετά από υψηλή δόση εφόδου βιταμίνης D.

Κατά τη μακροχρόνια θεραπεία με το SUN-DE3, θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό και τα ούρα και να ελέγχεται η νεφρική λειτουργία με μετρήσεις της κρεατινίνης του ορού. Οι έλεγχοι αυτοί είναι ιδιαίτερα σημαντικοί στους ηλικιωμένους ασθενείς και κατά την ταυτόχρονη θεραπεία με καρδιακές γλυκοσίδες ή διουρητικά. Σε περίπτωση υπερασβεστιαιμίας ή σημείων έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας, θα πρέπει να μειωθεί η δόση ή να διακοπεί η θεραπεία. Συνιστάται να μειωθεί η δόση ή να διακοπεί η θεραπεία εάν τα επίπεδα ασβεστίου στα ούρα υπερβούν τα 7,5 mmol/24 ώρες (300 mg/24 ώρες).

Το SUN-DE3 θα πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στους ασθενείς με μη φυσιολογική απέκκριση ασβεστίου και φωσφόρου με τα ούρα, σε θεραπεία με παράγωγα βενζοθειαδιαζίνης και σε ασθενείς σε ακινησία (κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας και υπερασβεστιουρίας). Τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και τα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται σε αυτούς τους ασθενείς.

Το SUN-DE3 θα πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή στους ασθενείς που πάσχουν από σαρκοείδωση, καθώς υπάρχει κίνδυνος αυξημένης μετατροπής της βιταμίνης D στον ενεργό μεταβολίτη της. Τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό και τα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται σε αυτούς τους ασθενείς.

Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που λαμβάνουν θεραπεία με το SUN-DE3, θα πρέπει να παρακολουθείται η επίδραση του SUN-DE3 στο μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου.

Εάν συνταγογραφηθούν άλλα φάρμακα που περιέχουν βιταμίνη D, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δόση της βιταμίνης D που περιέχεται στο SUN-DE3. Η επιπρόσθετη χορήγηση βιταμίνης D ή ασβεστίου θα πρέπει να γίνεται μόνο υπό ιατρική επίβλεψη. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό και τα ούρα (βλ. παραπάνω).

Έχει αναφερθεί ότι η από του στόματος χορήγηση βιταμίνης D σε υψηλή δόση (500.000 IU με μία εφάπαξ ετήσια δόση bolus) οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων σε ηλικιωμένους ασθενείς, κυρίως κατά τους πρώτους 3 μήνες μετά τη χορήγηση της δόσης.

Παιδιατρικός πληθυσμός Το SUN-DE3 αντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η φαινυντοΐνη ή τα βαρβιτουρικά μπορεί να μειώσουν την επίδραση της βιταμίνης D.

Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να οδηγήσουν σε υπερασβεστιαιμία λόγω της μειωμένης απέκκρισης ασβεστίου μέσω των νεφρών. Κατά συνέπεια, τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και τα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία.

Η ταυτόχρονη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να μειώσει την επίδραση της βιταμίνης D.

Η τοξικότητα των καρδιακών γλυκοσιδών μπορεί να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βιταμίνη D λόγω αυξημένων επιπέδων ασβεστίου (κίνδυνος καρδιακών αρρυθμιών). Το ΗΚΓ καθώς και τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και τα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται σε αυτούς τους ασθενείς.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με ιοντοανταλλακτικές ρητίνες όπως η χολεστυραμίνη ή υπακτικά όπως το έλαιο παραφίνης μπορεί να μειώσουν τη γαστρεντερική απορρόφηση της βιταμίνης D.

Ο κυτταροτοξικός παράγοντας ακτινομυκίνη και τα αντιμυκητιασικά ιμιδαζόλης επηρεάζουν τη δράση της βιταμίνης D αναστέλλοντας τη μετατροπή της 25-υδρόξυ-βιταμίνης D σε 1,25-διυδρόξυ-βιταμίνη D από το ένζυμο 1-υδροξυλάση της 25-υδροξυ-βιταμίνης D στους νεφρούς.

Η ριφαμπικίνη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της χοληκαλσιφερόλης λόγω της επαγωγής των ηπατικών ενζύμων.

Η ισονιαζίδη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της χοληκαλσιφερόλης λόγω της αναστολής της μεταβολικής ενεργοποίησής της.

Ο συνδυασμός του SUN-DE3 με μεταβολίτες ή ανάλογα της βιταμίνης D πρέπει να αποφεύγεται.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κατά την κύηση και τη γαλουχία, δεν συνιστάται η λήψη του σκευάσματος υψηλής περιεκτικότητας. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται σκεύασμα χαμηλής περιεκτικότητας.

Κύηση Η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι επιβλαβής για τη μητέρα και το παιδί. Πειράματα σε ζώα έχουν καταδείξει ότι οι υψηλές δόσεις βιταμίνης D έχουν τερατογόνο δράση (βλ. ενότητα 5.3). Η υπερδοσολογία βιταμίνης D πρέπει να αποφεύγεται κατά την κύηση, διότι η παρατεταμένη υπερασβεστιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε σωματική ή νοητική υστέρηση, υπερβαλβιδική στένωση αορτής και αμφιβληστροειδοπάθεια στο παιδί.

Όταν υπάρχει ανεπάρκεια βιταμίνης D, η συνιστώμενη δόση εξαρτάται από τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες, αλλά η μέγιστη δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 4.000 IU/ημέρα. Δεν συνιστάται η θεραπεία εγκύων με υψηλές δόσεις βιταμίνης D.

Θηλασμός Η βιταμίνη D και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Αυτό θα πρέπει, όμως, να λαμβάνεται υπόψη όταν χορηγείται επιπλέον βιταμίνη D στο παιδί. Δεν συνίσταται η χορήγηση θεραπείας με υψηλές δόσεις βιταμίνης D σε γυναίκες που θηλάζουν.

Γονιμότητα Εάν τα ενδογενή επίπεδα της βιταμίνης D είναι φυσιολογικά, δεν αναμένεται καμία αρνητική επίδραση στη γονιμότητα.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις επιδράσεις του SUN-DE3 στην ικανότητα οδήγησης. Ωστόσο, δεν αναμένεται να υπάρχουν επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η χοληκαλσιφερόλη μπορεί να προκαλέσει τις ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως όταν χορηγείται σε υπερβολική δόση Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ανά συχνότητα και κατηγορία οργάνου συστήματος. Οι κατηγορίες βάσει συχνότητας ορίζονται βάσει της ακόλουθης σύμβασης: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν είναι γνωστές, διότι δεν έχουν διεξαχθεί εκτενέστερες κλινικές μελέτες, που θα επέτρεπαν την εκτίμηση των συχνοτήτων. Έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες αντιδράσεις:

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως αγγειοοίδημα ή λαρυγγικό οίδημα.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): υπερασβεστιαιμία, υπερασβεστιουρία Διαταραχές γαστρεντερικού συστήματος:

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, ναυτία, κοιλιακό άλγος, στομαχόπονος, διάρροια.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω.

Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα υπερδοσολογίας Η εργοκαλσιφερόλη (βιταμίνη D2) και η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3) έχουν σχετικά μικρό θεραπευτικό δείκτη. Το όριο για την εκδήλωση δηλητηρίασης από τη βιταμίνη D είναι μεταξύ 40.000 και 100.000 ΔΜ ημερησίως για 1 έως 2 μήνες σε ενήλικες με φυσιολογική λειτουργία του παραθυρεοειδούς αδένα. Βρέφη και μικρά παιδιά μπορεί να είναι ευαίσθητα σε πολύ μικρότερες συγκεντρώσεις. Για αυτό επιβάλλεται η προειδοποίηση ενάντια στη λήψη της βιταμίνης D χωρίς ιατρική επίβλεψη.

Η υπερδοσολογία οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα φωσφόρου στον ορό και τα ούρα, καθώς, επίσης, σε υπερασβεστιαιμικό σύνδρομο και επακόλουθα σε εναπόθεση ασβεστίου στους ιστούς και κυρίως στα νεφρά (νεφρολιθίαση, νεφρασβέστωση) και τα αγγεία.

Τα συμπτώματα δηλητηρίασης δεν είναι αμιγώς χαρακτηριστικά και εκδηλώνονται ως ναυτία, έμετος, επίσης αρχικά διάρροια, αργότερα δυσκοιλιότητα, απώλεια όρεξης, εξάντληση, κεφαλαλγία, μυαλγία, αρθραλγία, μυϊκή αδυναμία, επίμονη υπνηλία, αζωθαιμία, πολυδιψία και πολυουρία, και στο τελικό στάδιο, αφυδάτωση. Τα τυπικά εργαστηριακά ευρήματα είναι υπερασβεστιαιμία, υπερασβεστιουρία καθώς και αυξημένη συγκέντρωση 25-υδρόξυ-χοληκαλσιφερόλης στον ορό.

Αντιμετώπιση υπερδοσολογίας Τα συμπτώματα χρόνιας υπερδοσολογίας βιταμίνης D μπορεί να απαιτούν προκλητή διούρηση καθώς και χορήγηση γλυκοκορτικοειδών ή καλσιτονίνης.

Η υπερδοσολογία απαιτεί μέτρα για την αντιμετώπιση της -συχνά επίμονης και υπό ορισμένες συνθήκες απειλητικής για τη ζωή- υπερασβεστιαιμίας.

Το πρώτο μέτρο είναι η διακοπή τους σκευάσματος βιταμίνης D. Χρειάζονται μερικές εβδομάδες για την ομαλοποίηση της υπερασβεστιαιμίας που προκαλείται από τη δηλητηρίαση με βιταμίνη D.

Ανάλογα με το βαθμό της υπερασβεστιαιμίας, τα μέτρα περιλαμβάνουν δίαιτα φτωχή σε ασβέστιο ή χωρίς ασβέστιο, άφθονη πρόσληψη υγρών, αύξηση της απέκρρισης με τα ούρα χρησιμοποιώντας το φάρμακο φουροσεμίδη, καθώς και χορήγηση γλυκοκορτικοειδών και καλσιτονίνης.

Εάν είναι επαρκής η νεφρική λειτουργία, τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα μπορούν να μειωθούν αξιόπιστα με εγχύσεις ισοτονικού διαλύματος χλωριούχου νατρίου (3–6 λίτρα σε 24 ώρες) με προσθήκη φουροσεμίδης και σε ορισμένες περιπτώσεις, επίσης, με 15 mg/kg σωματικού βάρους/ώρα αιθυλενοδιαμινοτετραοξικού νατρίου (sodium edetate), παράλληλα με τη συνεχή παρακολούθηση των επιπέδων του ασβεστίου και την ΗΚΓ παρακολούθηση.

Αντίθετα, σε περίπτωση ολιγοανουρίας είναι απαραίτητη η αιμοκάθαρση (διάλυμα αιμοκάθαρσης ελεύθερο ασβεστίου).

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.

Προτείνεται να επισημαίνονται τα συμπτώματα της εν δυνάμει υπερδοσολογίας σε ασθενείς σε χρόνια θεραπεία με υψηλότερες δόσεις βιταμίνης D (ναυτία, έμετος, αρχικά επίσης διάρροια, αργότερα δυσκοιλιότητα, ανορεξία, εξάντληση, κεφαλαλγία, μυαλγία, αρθραλγία, μυϊκή αδυναμία, επίμονη υπνηλία, αζωθαιμία, πολυδιψία και πολυουρία).

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Βιταμίνη D, χοληκαλσιφερόλη Κωδικός ATC: A11CC05 Η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3) σχηματίζεται στο δέρμα με την έκθεση στο υπεριώδες (UV) φως και μετατρέπεται στη βιολογικά ενεργή μορφή της, 1,25-διυδροξυ-χοληκαλσιφερόλη, σε δύο στάδια υδροξυλίωσης, πρώτα στο ήπαρ (θέση 25) και κατόπιν στο νεφρικό ιστό (θέση 1). Μαζί με την παραθορμόνη και την καλσιτονίνη, η 1,25-διυδροξυ-χοληκαλσιφερόλη έχει σημαντικό αντίκτυπο στη ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου και του φωσφόρου. Στην ανεπάρκεια βιταμίνης ο σκελετός δεν ασβεστοποιεί (καταλήγοντας σε ραχίτιδα) ή εμφανίζεται απασβεστοποίηση των οστών (καταλήγοντας σε οστεομαλακία).

Σύμφωνα με την παραγωγή, τη φυσιολογική ρύθμιση και το μηχανισμό δράσης, η βιταμίνη D3 θεωρείται πρόδρομος στεροειδούς ορμόνης. Επιπρόσθετα της φυσιολογικής παραγωγής στο δέρμα, η χοληκαλσιφερόλη παρέχεται μέσω της δίαιτας ή με τη μορφή φαρμάκου. Καθώς στην τελευταία περίπτωση η αναστολή της δερματικής σύνθεσης της βιταμίνης D παρακάμπτεται, μπορεί να παρατηρηθούν υπερδοσολογία και δηλητηρίαση. Η έργοκαλσιφερόλη (βιταμίνη D2) συντίθεται από φυτά. Ο άνθρωπος την ενεργοποιεί μεταβολικά με τον ίδιο τρόπο όπως την χοληκαλσιφερόλη. Έχει τις ίδιες ποιοτικές και ποσοτικές επιδράσεις.

Οι ενήλικες χρειάζονται 5 µg ημερησίως, ισοδυναμεί με 200 ΔΜ. Οι υγιείς ενήλικες μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους παράγοντας οι ίδιοι βιταμίνη D μέσω της επαρκούς έκθεσης στον ήλιο. Η πρόσληψη βιταμίνης D με τη διατροφή έχει δευτερεύοντα ρόλο, αλλά μπορεί να είναι σημαντική σε κρίσιμες συνθήκες (κλίμα, τρόπος ζωής).

Το έλαιο από το ήπαρ των ιχθύων και οι ιχθύες είναι ιδιαίτερα πλούσια σε βιταμίνη D. Μικρές ποσότητες εντοπίζονται στο κρέας, τον κρόκο αυγού, το γάλα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το αβοκάντο.

Παθήσεις ανεπάρκειας μπορούν να εμφανιστούν, μεταξύ άλλων, σε ανώριμα πρόωρα νεογνά, σε νεογνά που θηλάζουν αποκλειστικά για περισσότερο από έξι μήνες χωρίς τροφές που περιέχουν ασβέστιο και σε παιδιά με αυστηρά χορτοφαγική δίαιτα. Τα αίτια για την σπάνια σε ενήλικες ανεπάρκεια βιταμίνης D ενδέχεται να είναι η ανεπαρκής διατροφική πρόσληψη, η ανεπαρκής έκθεση στο υπεριώδες φως, η δυσαπορρόφηση και δυσπεψία, η κίρρωση του ήπατος καθώς και η νεφρική ανεπάρκεια.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Σε διατροφικές δόσεις η βιταμίνη D απορροφάται σχεδόν πλήρως από τις τροφές μαζί με τα διατροφικά λίπη. Υψηλότερες δόσεις απορροφώνται σε αναλογία περίπου 2:3. Το δέρμα που εκτίθεται στο υπεριώδες φως συνθέτει βιταμίνη D από την 7-αφυδροχοληστερόλη (7-dehydrocholesterol). Η βιταμίνη D μεταφέρεται στο ήπαρ μέσω ειδικής πρωτεΐνης μεταφορέα. Στο ήπαρ μεταβολίζεται από μία μικροσωμική υδροξυλάση στην 25- υδροξυ-χοληκαλσιφερόλη. Η βιταμίνη D και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται μέσω της χολής και των κοπράνων.

Η βιταμίνη D αποθηκεύεται στο λιπώδη ιστό και ως εκ τούτου έχει μακρύ βιολογικό χρόνο ημίσειας ζωής.

Μετά από υψηλές δόσεις βιταμίνης D, η συγκέντρωση της 25-υδροξυ-βιταμίνης D στον ορό μπορεί να αυξηθεί για αρκετούς μήνες. Η υπερασβεστιαιμία εξαιτίας υπερδοσολογίας μπορεί να επιμείνει για αρκετές εβδομάδες (βλέπε παράγραφο 4.9 «Υπερδοσολογία»).

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Έχει καταδειχθεί ότι η χοληκαλσιφερόλη είναι τερατογόνος όταν χορηγείται σε υψηλές δόσεις σε ζώα (4-15 φορές υψηλότερες από τις ανθρώπινες δόσεις). Οι απόγονοι κουνελιών σε κατάσταση κύησης που έλαβαν θεραπεία με υψηλές δόσεις βιταμίνης D παρουσίασαν αλλοιώσεις παρόμοιες ως προς την ανατομία τους με τις αλλοιώσεις της υπερβαλβιδικής αορτικής στένωσης και οι απόγονοι που δεν παρουσίασαν τέτοιου είδους αλλαγές εμφάνισαν επίπεδα αγγειοτοξικότητας αντίστοιχα με εκείνα των ενηλίκων μετά από οξεία τοξικότητα από βιταμίνη D.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Εξευγενισμένο αραβοσιτέλαιο, Οξική α-τοκοφερόλη, Άρωμα πορτοκάλι.

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C.

Φυλάσσετε τις φύσιγγες στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύονται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Πλαστικές φύσιγγες από πολυπροπυλένιο (PP).

SUN-DE3 25.000IU/ml: Συσκευασίες με 1, 2, 3 ή 4 φύσιγγες του 1ml ή των 2ml. SUN-DE3 100.000IU/ml:

Συσκευασίες με 1, 2, 3 ή 4 φύσιγγες του 1ml.

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Καμία ειδική υποχρέωση.

Κάθε αχρησιμοποίητο προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Nassington Limited, Ιπποκράτους 3Α Ακρόπολη, 2006 Λευκωσία, Κύπρος

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3217202_SPC_3217202_1.pdf