1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
SUOMICON 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε 5ml περιέχουν 20mg Δεξαμεθαζόνης (ως νατριούχο φωσφορική δεξαμεθαζόνη).
1 ml περιέχει 4mg Δεξαμεθαζόνης (ως νατριούχο φωσφορική δεξαμεθαζόνη).
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Υγρή Σορβιτόλη (μη κρυσταλλική) 700mg/5ml (140mg/ml)
Για έναν πλήρη κατάλογο εκδόχων, βλέπε ενότητα 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Πόσιμο διάλυμα Άχρωμο έως κιτρινωπού χρώματος διάλυμα.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Η δεξαμεθαζόνη είναι κορτικοστεροειδές. Προορίζεται για χρήση σε ορισμένες ενδοκρινολογικές και μη ενδοκρινολογικές διαταραχές, σε ορισμένες περιπτώσεις εγκεφαλικού οιδήματος και για διαγνωστικό έλεγχο υπερλειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίων.
Ενδοκρινολογικές διαταραχές:
Εξόφθαλμος ενδοκρινούς προέλευσης.
Μη ενδοκρινολογικές διαταραχές:
Η δεξαμεθαζόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία μη ενδοκρινολογικών παθήσεων με απόκριση στα κορτικοστεροειδή μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται:
Αλλεργία και αναφυλαξία: Αναφυλαξία.
Αρτηριίτιδα, κολλαγόνωση: Ρευματική πολυμυαλγία, οζώδης πολυαρτηρίτιδα.
Αιματολογικές διαταραχές: Αιμολυτική αναιμία (επίσης αυτοάνοση), λευχαιμία, μυέλωμα, ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα σε ενηλίκους, δικτυολεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές (βλ.
επίσης στην ενότητα ογκολογικές διαταραχές).
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Για θεραπεία κατά τη διάρκεια της ζωτικής σημασίας φάσης στα εξής: ελκώδης κολίτιδα (ορθικού τύπου μόνο), περιφερική εντερίτιδα (νόσος του Crohn), μερικές μορφές ηπατίτιδας.
Μυϊκές διαταραχές: Πολυμυοσίτιδα.
Νευρολογικές διαταραχές: Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση δευτεροπαθής σε εγκεφαλικούς όγκους, οξείες εξάρσεις σκλήρυνσης κατά πλάκας.
Οφθαλμολογικές διαταραχές: Πρόσθια και οπίσθια ραγοειδίτιδα, οπτική νευρίτιδα, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα, κροταφική αρτηριίτιδα, κογχικός ψευδοόγκος.
Νεφρικές διαταραχές: Νεφρωσικό σύνδρομο Πνευμονικές διαταραχές: Χρόνιο βρογχικό άσθμα, πνευμονίτιδα λόγω αναρρόφησης, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), σαρκοείδωση, αλλεργική πνευμονοπάθεια όπως πνεύμονας του γεωργού και του εκτροφέα περιστεριών, σύνδρομο Löffler, κρυπτογενής σκληρυντική κυψελίτιδα.
Ρευματικές διαταραχές: Ορισμένες περιπτώσεις ή ειδικές μορφές (σύνδρομο Felty, σύνδρομο Sjörgen) ρευματοειδούς αρθρίτιδας, συμπεριλαμβανομένης της νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας, οξείς ρευματισμοί, διάχυτος ερυθηματώδης λύκος, κροταφική αρτηρίτιδα (ρευματική πολυμυαλγία).
Δερματικές διαταραχές: Κοινή πέμφιγα, πομφολυγώδης πέμφιγα, ερυθροδερμίες, σοβαρές μορφές πολύμορφου ερυθήματος (σύνδρομο Stevens-Johnson), σπογγοειδής μύκωση, πομφολυγώδης ερπητοειδής δερματίτιδα.
Ογκολογικές διαταραχές: Λεμφική λευχαιμία, ιδιαίτερα οξείας μορφής, κακόηθες λέμφωμα (νόσος Hodgkin, μη Hodgkin λέμφωμα), μεταστατικός καρκίνος του μαστού, υπερασβεστιαιμία ως αποτέλεσμα οστικής μετάστασης ή της νόσου του Kahler, νόσος του Kahler.
Διάφορα: Έντονες αλλεργικές αντιδράσεις, ως ανοσοκατασταλτικό σε μεταμόσχευση οργάνων, ως επικουρική θεραπεία στην πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου και στη θεραπεία του καρκίνου με ογκολυτικά που έχουν σοβαρή εμετική δράση.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Τρόπος χορήγησης Για χρήση από του στόματος.
Δοσολογία Σε γενικές γραμμές, η δοσολογία των γλυκοκορτικοειδών εξαρτάται από τη σοβαρότητα της πάθησης και την ανταπόκριση του ασθενούς. Σε ορισμένες περιστάσεις, όπως για παράδειγμα στο στρες και κατά τη μεταβολή της κλινικής εικόνας, μπορεί να είναι απαραίτητες περαιτέρω προσαρμογές στη δοσολογία.
Η συνταγογραφημένη ποσότητα του διαλύματος θα πρέπει να αναρροφάται από τη φιάλη χρησιμοποιώντας την παρεχόμενη σύριγγα για από του στόματος χορήγηση.
Ενήλικοι Η δοσολογία πρέπει να τιτλοδοτείται βάσει της μεμονωμένης απόκρισης κάθε ατόμου και της φύσης της νόσου. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δυνατή αποτελεσματική δοσολογία (βλ. παράγραφο 4.8).
Ημερήσιες από του στόματος δοσολογίες των 0,5 – 10 mg συνήθως επαρκούν. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί προσωρινά να απαιτηθούν υψηλότερες δοσολογίες για τον έλεγχο της νόσου.
Μόλις η νόσος τεθεί υπό έλεγχο, η δοσολογία θα πρέπει να μειωθεί ή να ελαττωθεί προοδευτικά στο χαμηλότερο κατάλληλο επίπεδο υπό συνεχή παρακολούθηση και παρατήρηση του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.4).
Η αρχική δοσολογία θα πρέπει να διατηρείται ή να ρυθμίζεται μέχρι να γίνει ικανοποιητική η απόκριση του ασθενούς. Τόσο η δόση το βράδυ, που είναι χρήσιμη για να καταπραΰνεται η πρωινή ακαμψία, όσο και το σχήμα των επί μέρους χωρισμένων δόσεων συσχετίζονται με μεγαλύτερη καταστολή του άξονα «υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια».
Αν η αρχική απόκριση είναι ικανοποιητική, η δοσολογία συντήρησης πρέπει να καθοριστεί μειώνοντας βαθμιαία τη δόση μέχρι την ελάχιστη απαιτούμενη για τη διατήρηση επαρκούς κλινικής απόκρισης. Η χρόνια δοσολογία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει κατά προτίμηση το 1,5 mg δεξαμεθαζόνης ημερησίως.
Εάν δεν σημειωθεί θετική ανταπόκριση εντός δύο ημερών, η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή θα πρέπει να διακόπτεται.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία που υποδεικνύουν ότι απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας. Αυτά μπορεί να προκύψουν από μία μεταβολή στην κλινική κατάσταση (π.χ. ύφεση ή έξαρση της πάθησης), την ατομική ανταπόκριση στα κορτικοστεροειδή ή ως αποτέλεσμα ταυτόχρονης εμφάνισης στρες (π.χ. χειρουργική επέμβαση, λοίμωξη, τραύμα). Κατά τη διάρκεια περιόδων στρες μπορεί να είναι αναγκαία η προσωρινή αύξηση της δόσης.
Αν το φάρμακο πρέπει να σταματήσει αφού περάσουν περισσότερες από λίγες ημέρες θεραπείας, η διακοπή θα πρέπει να γίνει σταδιακά.
Οι ακόλουθες ισοδυναμίες διευκολύνουν τη μετάβαση στη δεξαμεθαζόνη από άλλα γλυκοκορτικοειδή:
Συγκρίνοντας ποσότητες ανά χιλιοστόγραμμο, η δεξαμεθαζόνη είναι περίπου ισοδύναμη με τη βηταμεθαζόνη, 4 έως 6 φορές πιο ισχυρή από τη μεθυλπρεδνιζολόνη και την τριαμσινολόνη, 6 έως 8 φορές πιο ισχυρή από την πρεδνιζόνη και την πρεδνιζολόνη, 25 έως 30 φορές πιο ισχυρή από την υδροκορτιζόνη και περίπου 35 φορές πιο ισχυρή από την κορτιζόνη.
Οξείες, αυτοπεριοριζόμενες αλλεργικές διαταραχές ή οξείες εξάρσεις χρόνιων αλλεργικών διαταραχών.
Προτείνεται το ακόλουθο σχήμα δοσολογίας, το οποίο συνδυάζει παρεντερική θεραπεία και από του στόματος θεραπεία:
Πρώτη ημέρα: Ενδομυϊκή ένεση νατριούχου φωσφορικής δεξαμεθαζόνης 4 mg ή 8 mg (1 ml ή 2 ml).
Δεύτερη ημέρα: 1 mg (0,25 ml) πόσιμου διαλύματος δεξαμεθαζόνης, δύο φορές την ημέρα.
Τρίτη ημέρα: 1 mg (0,25 ml) πόσιμου διαλύματος δεξαμεθαζόνης, δύο φορές την ημέρα.
Τέταρτη ημέρα: 500 μικρογραμμάρια (0,125 ml) πόσιμου διαλύματος δεξαμεθαζόνης, δύο φορές την ημέρα.
Πέμπτη ημέρα: 500 μικρογραμμάρια (0,125 ml) πόσιμου διαλύματος δεξαμεθαζόνης, δύο φορές την ημέρα.
Έκτη ημέρα: 500 μικρογραμμάρια (0,125 ml) πόσιμου διαλύματος δεξαμεθαζόνης.
Έβδομη ημέρα: 500 μικρογραμμάρια (0,125 ml) πόσιμου διαλύματος δεξαμεθαζόνης.
Όγδοη ημέρα: Επαναξιολόγηση.
Το πρόγραμμα αυτό έχει σχεδιαστεί για να διασφαλίζει επαρκή θεραπεία κατά τη διάρκεια οξέων επεισοδίων ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο υπερδοσολογίας σε χρόνιες περιπτώσεις.
Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση: Η αρχική θεραπεία είναι συνήθως με ένεση. Όταν απαιτείται θεραπεία συντήρησης, αυτή θα πρέπει να αλλάξει σε πόσιμο διάλυμα δεξαμεθαζόνης το συντομότερο δυνατό. Για την παρηγορητική αντιμετώπιση ασθενών με υποτροπιάζοντες ή μη χειρουργήσιμους εγκεφαλικούς όγκους , η δοσολογία συντήρησης πρέπει να υπολογίζεται για κάθε άτομο ξεχωριστά. Δόση 2 mg δύο ή τρεις φορές την ημέρα μπορεί να είναι αποτελεσματική. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται πάντα η μικρότερη απαραίτητη δόση για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
Σκευάσματα χαμηλότερης περιεκτικότητας που λαμβάνονται από το στόμα μπορεί να διευκολύνουν τη χορήγηση χαμηλότερων ημερήσιων δόσεων στα αρχικά στάδια της θεραπείας.
Δοκιμασίες καταστολής δεξαμεθαζόνης:
1. Δοκιμασίες για σύνδρομο Cushing:
2 mg (0,5 ml) πόσιμου διαλύματος δεξαμεθαζόνης θα πρέπει να χορηγούνται στις 11 μ.μ.
Κατόπιν λαμβάνονται δείγματα αίματος στις 8 π.μ. το επόμενο πρωί για προσδιορισμό κορτιζόλης στο πλάσμα.
Αν απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια, θα πρέπει να χορηγούνται 500 μικρογραμμάρια (0,125 ml) πόσιμου διαλύματος δεξαμεθαζόνης κάθε 6 ώρες για 48 ώρες. Θα πρέπει να λαμβάνεται αίμα στις 8 π.μ. του τρίτου πρωινού για προσδιορισμό κορτιζόλης στο πλάσμα.
Για προσδιορισμό έκκρισης 17-υδροξυκορτικοστεροειδούς θα πρέπει να χρησιμοποιείται συλλογή ούρων εικοσιτετραώρου.
2. Δοκιμασία για τη διάκριση συνδρόμου Cushing που προκαλείται από περίσσεια ACTH της υπόφυσης από το σύνδρομο που προκαλείται από άλλες αιτίες:
2 mg (0,5 ml) πόσιμου διαλύματος δεξαμεθαζόνης θα πρέπει να χορηγούνται κάθε 6 ώρες για 48 ώρες. Θα πρέπει να λαμβάνεται αίμα στις 8 π.μ. του τρίτου πρωινού για προσδιορισμό κορτιζόλης στο πλάσμα.
Για προσδιορισμό έκκρισης 17-υδροξυκορτικοστεροειδούς θα πρέπει να χρησιμοποιείται συλλογή ούρων εικοσιτετραώρου.
Για σύντομες δοκιμασίες καταστολής της δεξαμεθαζόνης η χρήση σκευασμάτων χαμηλότερης περιεκτικότητας που λαμβάνονται από το στόμα μπορεί να διευκολύνουν τη χορήγηση χαμηλότερων δόσεων.
Ηλικιωμένοι Οι ηλικιωμένοι μπορεί να είναι πιο επιρρεπείς στην εκδήλωση ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κορτικοστεροειδή, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός Λόγω της περιεκτικότητας αυτού του σκευάσματος, το προϊόν αυτό δεν ενδείκνυται για παιδιατρική χρήση.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Συστηματική λοίμωξη εκτός και αν χρησιμοποιείται ειδική θεραπεία κατά της λοίμωξης.
Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις.
Έλκος στομάχου ή έλκος δωδεκαδακτύλου Λοίμωξη από τροπικούς σκώληκες Σε γενικές γραμμές δεν ισχύουν αντενδείξεις σε καταστάσεις στις οποίες η χρήση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να είναι σωτήρια για τη ζωή.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν αν χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για την ελάχιστη δυνατή περίοδο και χορηγώντας την ημερήσια απαιτούμενη ποσότητα ως μία εφάπαξ πρωινή δόση ή όποτε είναι δυνατόν ως μία εφάπαξ πρωινή δόση μέρα παρά μέρα. Απαιτούνται συχνές επανεξετάσεις του ασθενούς για την κατάλληλη τιτλοδότηση της δοσολογίας έναντι της δράσης της νόσου. Όταν είναι δυνατή η μείωση της δοσολογίας, αυτή θα πρέπει να γίνεται βαθμιαία (Ανατρέξτε στο «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης»).
Αντιφλεγμονώδεις/ανοσοκατασταλτικές δράσεις/λοίμωξη Τα κορτικοστεροειδή ενδέχεται να προκαλέσουν έξαρση των συστηματικών μυκητιασικών λοιμώξεων και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εκτός και αν είναι απαραίτητο για τον έλεγχο των φαρμακευτικών αντιδράσεων λόγω της αμφοτερικίνης. Υπήρξαν και αναφορές σύμφωνα με τις οποίες την ταυτόχρονη χρήση αμφοτερικίνης και υδροκορτιζόνης ακολούθησε μεγέθυνση της καρδιάς και καρδιακή ανεπάρκεια.
Η χορήγηση εμβολίων ζωντανού ιού αντενδείκνυται σε άτομα που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών. Αν χορηγηθούν αδρανοποιημένα ιικά ή βακτηριακά εμβόλια σε άτομα που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών, ενδέχεται να μην επιτευχθεί η αναμενόμενη απόκριση αντισωμάτων του ορού.
Η καταστολή της φλεγμονώδους απόκρισης και της ανοσοποιητικής λειτουργίας αυξάνει την ευαισθησία σε λοιμώξεις καθώς και τη βαρύτητά τους. Η κλινική εικόνα μπορεί να είναι άτυπη και σοβαρές λοιμώξεις όπως η σηψαιμία και η φυματίωση ενδέχεται να συγκαλυφθούν και να φθάσουν σε προχωρημένο στάδιο πριν γίνει εφικτή η διάγνωσή τους.
Τη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή πρέπει να συνοδεύει αντιμικροβιακή θεραπεία όταν αυτό είναι απαραίτητο, π.χ. φυματίωση και ιογενείς και μυκητιασικές λοιμώξεις των οφθαλμών.
Ενδέχεται να υπάρχει μειωμένη αντίσταση και αδυναμία εντοπισμού της λοίμωξης σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή.
Η ανεμοβλογιά είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, διότι αυτή η κατά κανόνα ήσσονος σημασίας ασθένεια μπορεί να είναι μοιραία σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Ασθενείς (ή γονείς παιδιών) χωρίς επιβεβαιωμένο ιστορικό ανεμοβλογιά ς θα πρέπει να αποφεύγουν τη στενή προσωπική επαφή με άτομα που πάσχουν από ανεμοβλογιά ή έρπητα ζωστήρα και αν εκτεθούν, θα πρέπει να ζητήσουν επειγόντως ιατρική βοήθεια. Απαιτείται παθητική ανοσοποίηση με ανοσοσφαιρίνη ανεμοβλογιά ς/ζωστήρα (VZIG) για μη άνοσους ασθενείς που εκτέθηκαν, οι οποίοι λαμβάνουν συστηματικά κορτικοστεροειδή ή οι οποίοι τα έχουν χρησιμοποιήσει εντός των τελευταίων τριών μηνών. Αυτή θα πρέπει να χορηγείται εντός δέκα ημερών από την έκθεση στην ανεμοβλογιά. Αν επιβεβαιωθεί η διάγνωση για ανεμοβλογιά, η ασθένεια απαιτεί φροντίδα ειδικού και επείγουσα θεραπεία. Τα κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να σταματήσουν και η δόση ενδέχεται να πρέπει να αυξηθεί.
Η ιλαρά μπορεί να έχει ακόμη πιο σοβαρή ή ακόμη και μοιραία πορεία σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Σε παιδιά ή ενηλίκους που βρίσκονται σ' αυτήν την κατάσταση θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η έκθεση στην ιλαρά.
Αν υπάρξει έκθεση, ενδείκνυται προφύλαξη με ενδομυϊκή χορήγηση μίγματος ανοσοσφαιρίνης (IG). Θα πρέπει να ενημερώνονται οι ασθενείς που έχουν εκτεθεί ότι είναι ανάγκη να ζητήσουν ιατρικές συμβουλές χωρίς καθυστέρηση.
Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ενεργοποιήσουν λανθάνουσα αμοιβάδωση ή στρογγυλοειδίαση ή να επιδεινώσουν ενεργή νόσο. Λανθάνουσα νόσος ενδέχεται να ενεργοποιηθεί ή μπορεί να υπάρξει έξαρση λοιμώξεων κατά το διάστημα αυτό λόγω παθογόνων στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα που προκαλούνται από αμοιβάδα, κάντιντα, κρυπτόκοκκο, μυκοβακτηρίδιο, νοκάρδια, πνευμονοκύστη ή τοξόπλασμα.
Συνιστάται αυτά να αποκλείονται πριν την έναρξη θεραπείας με κορτικοστεροειδή ιδιαίτερα στους ασθενείς που έχουν πραγματοποιήσει ταξίδι σε τροπικές περιοχές ή εκείνους που εμφανίζουν ανεξήγητη διάρροια.
Μια αναφορά δείχνει ότι η χρήση των κορτικοστεροειδών σε εγκεφαλική ελονοσία συσχετίζεται με παρατεταμένο κώμα και αυξημένη επίπτωση πνευμονίας και γαστρεντερικής αιμορραγίας και επομένως δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή στην εγκεφαλική ελονοσία.
Οφθαλμικές διαταραχές Η παρατεταμένη χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει υποκάψιους καταρράκτες, γλαύκωμα με πιθανή βλάβη στα οπτικά νεύρα και ενδέχεται να επιτείνει την εμφάνιση δευτεροπαθών οφθαλμικών λοιμώξεων λόγω μυκήτων ή ιών. Απαιτείται ιδιαίτερη φροντίδα κατά την αγωγή ασθενών με γλαύκωμα (ή οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος) καθώς και ασθενών με απλό οφθαλμικό έρπη, λόγω της πιθανότητας διάτρησης του κερατοειδούς.
Διαταραχές ηλεκτρολυτών Μέσες ή μεγάλες δόσεις υδροκορτιζόνης ή κορτιζόνης ενδέχεται να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση αλάτων και νερού και αυξημένη απέκκριση καλίου, αλλά αυτές οι επιδράσεις είναι λιγότερο πιθανό να εμφανιστούν με συνθετικά παράγωγα, εκτός και αν αυτά χρησιμοποιούνται σε μεγάλες δόσεις. Κατά τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή ενδέχεται να είναι απαραίτητος ο περιορισμός του άλατος από τη διατροφή και η λήψη συμπληρωμάτων καλίου. Όλα τα κορτικοστεροειδή αυξάνουν την απέκκριση ασβεστίου.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά την αντιμετώπιση ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία, υπέρταση και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
Καταστολή των επινεφριδίων:
Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας αναπτύσσεται ατροφία του φλοιού των επινεφριδίων, η οποία μπορεί να επιμένει για πολλά χρόνια μετά το τέλος της θεραπείας. Η διακοπή των κορτικοστεροειδών μετά από παρατεταμένη θεραπεία πρέπει επομένως να είναι πάντοτε σταδιακή ώστε να αποφευχθεί η περίπτωση της οξείας ανεπάρκειας των επινεφριδίων, και η σταδιακή μείωση να διαρκέσει εβδομάδες ή και μήνες, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Σε ασθενείς που έχουν λάβει δόσεις μεγαλύτερες από τις φυσιολογικές συστηματικών κορτικοστεροειδών (περίπου 1 mg δεξαμεθαζόνης) για διάστημα μεγαλύτερο των 3 εβδομάδων, η διακοπή της αγωγής δεν πρέπει να είναι απότομη.
Ο τρόπος μείωσης της δόσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν υπάρχει πιθανότητα υποτροπής της νόσου κατά τη μείωση της δόσης των συστηματικών κορτικοστεροειδών.
Μπορεί να χρειαστεί κλινική αξιολόγηση της δραστηριότητας της νόσου κατά τη διάρκεια της διακοπής.
Αν δεν υπάρχει πιθανότητα υποτροπής της νόσου κατά τη διακοπή των συστηματικών κορτικοστεροειδών αλλά υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με την καταστολή του άξονα
«υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια», η δόση των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορεί να μειωθεί γρήγορα στις φυσιολογικές δόσεις. Όταν επιτευχθεί ημερήσια δόση δεξαμεθαζόνης 1 mg, η μείωση της δόσης θα πρέπει να είναι βραδύτερη έτσι ώστε να είναι δυνατή η ανάκαμψη του άξονα «υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια».
Η απότομη διακοπή της συστηματικής θεραπείας με κορτικοστεροειδή, η οποία έχει συνεχιστεί για διάστημα μέχρι 3 εβδομάδες, είναι κατάλληλη αν θεωρείται ότι δεν υπάρχει πιθανότητα υποτροπής της νόσου.
Η απότομη διακοπή δόσεων μέχρι 6 mg δεξαμεθαζόνης για 3 εβδομάδες είναι απίθανο να οδηγήσει σε κλινικά σχετική καταστολή του άξονα «υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια»
στην πλειονότητα των ασθενών.
Στις ακόλουθες ομάδες ασθενών θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η σταδιακή απόσυρση από τη συστηματική αγωγή με κορτικοστεροειδή ακόμη και για κύκλους θεραπείας που διαρκούν 3 εβδομάδες ή λιγότερο:
• Ασθενείς με επαναλαμβανόμενους κύκλους θεραπείας συστηματικών κορτικοστεροειδών, ιδίως αν λαμβάνονται για διάστημα μεγαλύτερο των 3 εβδομάδων.
• Όταν ένας μικρής διάρκειας κύκλος θεραπείας έχει συνταγογραφηθεί σε διάστημα μέχρι ενός έτους από τη διακοπή μακροπρόθεσμης θεραπείας (μήνες ή έτη).
• Ασθενείς των οποίων η φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια μπορεί να οφείλεται σε άλλες αιτίες εκτός από την εξωγενή αγωγή με κορτικοστεροειδή.
• Ασθενείς που λαμβάνουν δόσεις συστηματικών κορτικοστεροειδών μεγαλύτερες από 6 mg δεξαμεθαζόνης ημερησίως.
• Ασθενείς που παίρνουν τις δόσεις τους κατ’ επανάληψη το βράδυ.
Παρεμπίπτουσες νόσοι και στρες Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας, τυχόν παρεμπίπτουσα νόσος, τραυματισμός, στρες ή χειρουργική διαδικασία θα απαιτήσουν προσωρινή αύξηση της δοσολογίας. Αν τα κορτικοστεροειδή έχουν σταματήσει μετά από παρατεταμένη θεραπεία ενδέχεται να πρέπει να χορηγηθούν και πάλι προσωρινά.
Ασθενείς με στρες μπορεί να χρειάζονται αυξημένες δόσεις κορτικοστεροειδών πριν από την περίοδο της στρεσσογόνου κατάστασης, κατά τη διάρκειά της και μετά από αυτήν.
Συμπτώματα στέρησης Η διακοπή των κορτικοστεροειδών μετά από παρατεταμένη θεραπεία ενδέχεται να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης που περιλαμβάνουν πυρετό, μυαλγία, αρθραλγία και αίσθημα κακουχίας. Αυτό μπορεί να συμβεί σε ασθενείς ακόμη και χωρίς στοιχεία ανεπάρκειας των επινεφριδίων.
Γενικά Εκτός από τις πληροφορίες που παρέχονται στις άλλες ενότητες, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν εξετάζεται η χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με τις ακόλουθες παθήσεις και είναι απαραίτητη η συχνή τους παρακολούθηση:
- σακχαρώδης διαβήτης (ή οικογενειακό ιστορικό διαβήτη)
- οστεοπόρωση (ιδιαίτερα μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες)
- προηγούμενη μυοπάθεια που προκλήθηκε από κορτικοστεροειδή
- μυασθένεια gravis
- μη ειδική ελκώδης κολίτιδα, εκκολπωματίτιδα ή πρόσφατη εντερική αναστόμωση
- πεπτικό έλκος
- ηπατική ανεπάρκεια
- επιληψία
- ημικρανία
- ιστορικό αλλεργίας στα κορτικοστεροειδή.
- απλός έρπητας Είναι αυξημένη η επίδραση των κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό και ασθενείς με κίρρωση.
Έχει αναφερθεί λιπώδης εμβολή ως πιθανή επιπλοκή υπερβολικής λήψης κορτιζόνης.
Μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών ενδέχεται να συγκαλύψουν τα συμπτώματα γαστρεντερικής διάτρησης.
Αναφορές στη βιβλιογραφία υποδηλώνουν προφανή συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση των κορτικοστεροειδών και ρήξη του ελεύθερου τοιχώματος της αριστερής κοιλίας μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Επομένως, τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με μεγάλη προσοχή στους ασθενείς αυτούς.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, η μείωση ή η διακοπή των από του στόματος χορηγούμενων κορτικοστεροειδών μπορεί να αποκαλύψει υποκείμενη νόσο που συνοδεύεται από ηωσινοφιλία (π.χ. σύνδρομο Churg-Strauss) σε ασθενείς με άσθμα.
Τα αποτελέσματα μίας τυχαιοποιημένης, ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο μελέτης υποδεικνύουν αύξηση της θνητότητας εάν η θεραπεία με μεθυλπρεδνιζολόνη ξεκινήσει σε διάστημα μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων μετά από την έναρξη του Συνδρόμου Οξείας Αναπνευστικής Δυσχέρειας (ARDS). Ως εκ τούτου, η θεραπεία του ARDS με κορτικοστεροειδή θα πρέπει να ξεκινά εντός των πρώτων δύο εβδομάδων από την έναρξη του ARDS.
Υπερευαισθησία Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις αναφυλακτοειδών αντιδράσεων ή αντιδράσεων υπερευαισθησίας όπως οίδημα της γλωττίδος, κνίδωση και βρογχόσπασμος, ιδιαίτερα με παρεντερική χορήγηση κορτικοστεροειδών και σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλακτικά μέτρα ιδιαίτερα αν ο ασθενής έχει ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακα.
Αν παρουσιαστεί μια τέτοια αναφυλακτοειδής αντίδραση, συνιστώνται τα ακόλουθα μέτρα:
Άμεση αργή ενδοφλέβια έγχυση 0,1-0,5 ml αδρεναλίνης (αραίωση αδρεναλίνης 1:1000:0,1-0,5 mg ανάλογα με το σωματικό βάρος, ενδοφλέβια χορήγηση αμινοφυλλίνης και τεχνητή αναπνοή αν απαιτείται.
Ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές θα πρέπει να προειδοποιούνται ότι μπορεί να παρατηρηθούν πιθανές σοβαρές ψυχιατρικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις με τα συστηματικά στεροειδή (βλέπε παράγραφο 4.8). Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται εντός λίγων ημερών ή εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας. Οι κίνδυνοι μπορεί να είναι μεγαλύτεροι με τις υψηλές δόσεις/ συστηματική έκθεση (βλέπε επίσης στην παράγραφο 4.5 τις φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών), αν και τα επίπεδα δόσης δεν επιτρέπουν πρόβλεψη της έναρξης, του τύπου, της σοβαρότητας ή της διάρκειας των αντιδράσεων. Οι περισσότερες αντιδράσεις υποχωρούν είτε μετά από μείωση της δόσης είτε μετά από απόσυρση, αν και μπορεί να απαιτείται ειδική θεραπεία. Οι ασθενείς/φροντιστές θα πρέπει να ενθαρρύνονται να αναζητούν ιατρική συμβουλή εάν εμφανιστούν ανησυχητικά ψυχολογικά συμπτώματα, ειδικότερα εάν υπάρχει υποψία για καταθλιπτική διάθεση ή αυτοκτονικό ιδεασμό. Οι ασθενείς/φροντιστές θα πρέπει επίσης να είναι σε εγρήγορση για πιθανές ψυχιατρικές διαταραχές οι οποίες μπορεί να παρατηρηθούν είτε κατά τη διάρκεια είτε αμέσως μετά τη βαθμιαία μείωση της δόσης/διακοπή συστηματικών στεροειδών, αν και τέτοιες αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σπάνια.
Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν εξετάζεται η χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με υφιστάμενο ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών συναισθηματικών διαταραχών στους ίδιους ή σε συγγενείς πρώτου βαθμού. Αυτές θα περιλαμβάνουν καταθλιπτική ή μανιοκαταθλιπτική νόσο και προηγούμενη ψύχωση από στεροειδή.
Κρίση φαιοχρωμοκυττώματος Μετά από χορήγηση συστηματικών κορτικοστεροειδών έχει αναφερθεί κρίση φαιοχρωμοκυττώματος, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος. Κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανολογούμενο ή αναγνωρισμένο φαιοχρωμοκύττωμα μόνο μετά από κατάλληλη αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου.
Χρήση σε παιδιά και εφήβους Το προϊόν αυτό δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά, ωστόσο, τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν δοσοεξαρτώμενη καθυστέρηση της ανάπτυξης κατά τη βρεφική ηλικία, την παιδική ηλικία και την εφηβεία, η οποία μπορεί να είναι μη αναστρέψιμη. Κατά την παρατεταμένη χορήγηση τα γλυκοκορτικοειδή μπορεί να επιταχύνει το κλείσιμο της επίφυση.
Η θεραπεία θα πρέπει να περιορίζεται στην ελάχιστη δόση για τη μικρότερη δυνατή περίοδο.
Παιδιά και έφηβοι με παρατεταμένη θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Πρόωρα νεογνά:
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία αναμένεται η εκδήλωση νευροαναπτυξιακών ανεπιθύμητων ενεργειών μακροπρόθεσμα μετά από πρώιμη θεραπεία (σε διάστημα <96 ωρών) πρόωρων βρεφών με χρόνια πνευμονική νόσο με δόσεις έναρξης των 0,25 mg/kg δις ημερησίως.
Χρήση σε ηλικιωμένους Οι συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορούν να σχετίζονται με σοβαρότερες επιπτώσεις σε μεγάλες ηλικίες, ιδίως σε οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία σε λοιμώξεις και λέπτυνση του δέρματος.
Απαιτείται στενή κλινική επίβλεψη για την αποφυγή απειλητικών για τη ζωή ανεπιθύμητων ενεργειών.
Προειδοποιήσεις σχετικά με τα συστατικά Το προϊόν αυτό περιέχει υγρή σορβιτόλη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να λαμβάνουν το παρόν φάρμακο.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη δεξαμεθαζόνη:
Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4). Ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με επαγωγείς του CYP3A4, όπως η φενυτοΐνη, τα βαρβιτουρικά (π.χ. πριμιδόνη και φαινοβαρβιτάλη), η εφεδρίνη, η ριφαβουτίνη, η καρβαμαζεπίνη και η ριφαμπικίνη ενδέχεται να οδηγήσουν σε μειωμένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα και η δόση ενδέχεται να χρειάζεται να αυξηθεί.
Η δεξαμεθαζόνη μειώνει τη συγκέντρωση του πλάσματος των αντι-ιικών φαρμάκων ινδιναβίρη και σακουιναβίρη.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη και δεξαμεθαζόνη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιματολογικής τοξικότητας.
Ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων CYP3A4 όπως η κετοκοναζόλη, η ριτοναβίρη και η ερυθρομυκίνη ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα.
Αυτές οι αλληλεπιδράσεις ενδέχεται επίσης να παρέμβουν στις δοκιμασίες καταστολής δεξαμεθαζόνης, οι οποίες θα πρέπει επομένως να ερμηνεύονται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της χορήγησης ουσιών που επηρεάζουν το μεταβολισμό της δεξαμεθαζόνης.
Η κετοκοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα μέσω αναστολής του CYP3A4, αλλά ενδέχεται επίσης να καταστείλει τη σύνθεση των κορτικοστεροειδών στα επινεφρίδια και επομένως να προκαλέσει επινεφριδική ανεπάρκεια κατά τη διακοπή της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
Η εφεδρίνη ενδέχεται να αυξήσει τη μεταβολική κάθαρση των κορτικοστεροειδών, με αποτέλεσμα μειωμένα επίπεδα στο πλάσμα. Μια αύξηση της δόσης του κορτικοστεροειδούς θα μπορούσε να είναι απαραίτητη.
Έχουν αναφερθεί ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα στη δοκιμασία καταστολής δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία ινδομεθακίνης.
Αντιβιοτικά: Έχει αναφερθεί ότι τα μακρολιδικά αντιβιοτικά προκαλούν σημαντική μείωση στην κάθαρση των κορτικοστεροειδών Αντιχολινεστεράσες: Ταυτόχρονη χρήση παραγόντων αντιχολινεστερασών και κορτικοστεροειδών ενδέχεται να προκαλέσει αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Αν είναι δυνατόν, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση παραγόντων αντιχολινεστερασών τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
Χολεστυραμίνη: Η χολεστυραμίνη ενδέχεται να μειώσει την απορρόφηση της δεξαμεθαζόνης.
Οιστρογόνα, συμπεριλαμβανομένων των αντισυλληπτικών που λαμβάνονται από το στόμα:
Τα οιστρογόνα ενδέχεται να μειώσουν τον ηπατικό μεταβολισμό ορισμένων κορτικοστεροειδών, αυξάνοντας έτσι την επίδρασή τους.
Αμινογλουτεθιμίδη: Μείωση της αποτελεσματικότητας της δεξαμεθαζόνης λόγω αύξησης του μεταβολισμού της. Ενδέχεται να απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας της δεξαμεθαζόνης.
Γαστρεντερικά τοπικά, αντιόξινα, άνθρακας: Έχει αναφερθεί μείωση στην πεπτική απορρόφηση των γλυκοκορτικοειδών με την πρεδνιζολόνη και τη δεξαμεθαζόνη. Επομένως, τα γλυκοκορτικοειδή θα πρέπει να λαμβάνονται ξεχωριστά από τα γαστρεντερικά τοπικά, τα αντιόξινα ή τον άνθρακα και να παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών ανάμεσα στις θεραπείες.
Επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Η δεξαμεθαζόνη είναι μέτριος επαγωγέας του CYP3A4. Ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με ουσίες που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυξημένη κάθαρση και μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των ουσιών αυτών.
Η νεφρική κάθαρση των σαλικυλικών αυξάνεται με τα κορτικοστεροειδή και επομένως, η δοσολογία των σαλικυλικών θα πρέπει να μειώνεται με τη διακοπή των στεροειδών.
Τα κορτικοστεροειδή ανταγωνίζονται τις επιθυμητές δράσεις των υπογλυκαιμικών παραγόντων (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης), των αντι-υπερτασικών και των διουρητικών.
Ενισχύονται οι υποκαλιαιμικές δράσεις της ακεταζολαμίδης, των διουρητικών της αγκύλης, των διουρητικών θειαζίδης, της ένεσης αμφοτερικίνης B, των παραγόντων εξάντλησης του καλίου, των κορτικοστεροειδών (γλυκο-μεταλλοκορτικοειδών), της τετρακοζακτίδης και της καρβενοξολόνης. Η υποκαλιαιμία δημιουργεί προδιάθεση σε καρδιακή αρρυθμία ιδιαίτερα της κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου και αύξηση της τοξικότητας των καρδιακών γλυκοσιδών. Η υποκαλιαιμία θα πρέπει να διορθώνεται πριν από την έναρξη θεραπείας με κορτικοστεροειδή. Επιπλέον, αναφέρθηκαν και περιπτώσεις όπου την ταυτόχρονη χρήση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης ακολούθησε μεγέθυνση της καρδιάς και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
Η σουλτοπρίδη έχει συνδεθεί με κοιλιακές αρρυθμίες, ιδιαίτερα κοιλιακές ταχυκαρδίες δίκην ριπιδίου. Ο συνδυασμός αυτός δεν συνιστάται.
Ασθενείς που λαμβάνουν NSAID θα πρέπει να παρακολουθούνται επειδή η επίπτωση ή/και η σοβαρότητα γαστρικού έλκους μπορεί να αυξηθεί. Σε περιπτώσεις υποπροθρομβιναιμίας, η ασπιρίνη θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται προσεκτικά σε συνδυασμό με τα κορτικοστεροειδή.
Αντιφυματικά φάρμακα: Ενδέχεται να μειωθούν οι συγκεντρώσεις στον ορό της ισονιαζίδης.
Κυκλοσπορίνη: Ενδέχεται να εμφανιστεί αυξημένη δράση τόσο της κυκλοσπορίνης όσο και των κορτικοστεροειδών όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα. Μ' αυτήν την ταυτόχρονη χρήση έχουν αναφερθεί σπασμοί.
Θαλιδομίδη: Συγχορήγηση θαλιδομίδης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς με την ταυτόχρονη χρήση έχει αναφερθεί τοξική επιδερμική νεκρόλυση.
Τα κορτικοστεροειδή ενδέχεται να επηρεάσουν τη δοκιμασία ΝΒΤ (nitrobuletetrazolium test)
για βακτηριακή λοίμωξη και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.
Ζωντανά εξασθενημένα εμβόλια Κίνδυνος θανατηφόρας συστηματικής νόσου Πραζικουαντέλη:
Μείωση των συγκεντρώσεων της πραζικουαντέλης στο πλάσμα, με κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας, λόγω του ότι ο ηπατικός μεταβολισμός της αυξάνεται από τη δεξαμεθαζόνη.
Από του στόματος λαμβανόμενα αντιπηκτικά:
Ενδεχόμενη επίδραση της θεραπείας με κορτικοστεροειδή στο μεταβολισμό των από του στόματος αντιπηκτικών και σε παράγοντες πήξης. Σε υψηλές δόσεις ή με θεραπεία που διαρκεί περισσότερο από 10 ημέρες, υπάρχει κίνδυνος αιμορραγίας ειδικής για τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή (γαστρεντερικός βλεννογόνος, εύθραυστα αγγεία). Οι ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή σε συνδυασμό με από του στόματος λαμβανόμενα αντιπηκτικά θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βιολογικές εξετάσεις την 8η ημέρα, κατόπιν κάθε 2 εβδομάδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά τη διακοπή της θεραπείας).
Ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες, μετφορμίνη:
Αύξηση της γλυκόζης του αίματος, μερικές φορές με διαβητική κέτωση, καθώς τα κορτικοστεροειδή διαταράσσουν την ανοχή στους υδατάνθρακες. Επομένως, θα πρέπει να ενισχύεται η αυτο-παρακολούθηση του αίματος και των ούρων στον ασθενή, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.
Ισονιαζίδη:
Με την πρεδνιζολόνη έχει αναφερθεί μείωση στα επίπεδα της ισονιαζίδης στο πλάσμα. Ο προτεινόμενος μηχανισμός είναι μια αύξηση στον ηπατικό μεταβολισμό της ισονιαζίδης και μια μείωση στον ηπατικό μεταβολισμό των γλυκοκορτικοειδών. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ισονιαζίδη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Επειδή με τα κορτικοστεροειδή δεν έχουν διεξαχθεί επαρκείς μελέτες σχετικά με την αναπαραγωγή στον άνθρωπο, η δεξαμεθαζόνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης για ενδείξεις που αφορούν τη μητέρα, εκτός και αν αυτό είναι σαφώς απαραίτητο. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η πιο χαμηλή αποτελεσματική δόση που απαιτείται για τη διατήρηση επαρκούς ελέγχου της νόσου.
Βρέφη που γεννιούνται από μητέρες που έχουν λάβει σημαντικές δόσεις κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια της κύησης θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για σημεία υποπλασίας των επινεφριδίων.
Ασθενείς με προεκλαμψία ή κατακράτηση υγρών απαιτούν στενή παρακολούθηση.
Αξιοσημείωτη μεταφορά μέσω του πλακούντα: οι συγκεντρώσεις στον ορό του εμβρύου είναι παρόμοιες με τις συγκεντρώσεις της μητέρας.
Ωστόσο, όταν η χορήγηση κορτικοστεροειδών κρίνεται απαραίτητη, οι ασθενείς με φυσιολογική κύηση μπορούν να αντιμετωπιστούν ως άτομα που δεν είναι έγκυος.
Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε ζώα κατά την κύηση μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες της εμβρυϊκής ανάπτυξης όπως λυκόστομα, επιβράδυνση της ενδομήτριας ανάπτυξης και επιδράσεις στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι τα κορτικοστεροειδή οδηγούν σε αύξηση της επίπτωσης συγγενών ανωμαλιών, όπως το λυκόστομα/λαγόχειλο στον άνθρωπο (βλ. επίσης παράγραφο 5.3).
Γαλουχία Τα κορτικοστεροειδή απεκκρίνονται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα και μπορεί να καταστείλουν την ανάπτυξη, να επιδράσουν στην ενδογενή παραγωγή κορτικοστεροειδών ή να προκαλέσουν άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η απόφαση για τη συνέχεια/διακοπή του θηλασμού ή τη συνέχεια/διακοπή της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη θα πρέπει να λαμβάνεται έχοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη για τη γυναίκα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Υπάρχουν μερικές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το προϊόν αυτό οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα του ασθενούς να οδηγεί ή να χειρίζεται μηχανές (βλ. παράγραφο 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»).
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η επίπτωση προβλέψιμων ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής του άξονα «υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια» συσχετίζεται με τη σχετική δραστικότητα του φαρμάκου, τη δοσολογία, το χρόνο χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας (ανατρέξτε στο «Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»).
Έχουν αναφερθεί οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες. Η συχνότητα εμφάνισής τους δεν είναι γνωστή.
| Κατηγορία συστήματος Οργάνου | |
|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Αυξημένη ευαισθησία και σοβαρότητα λοιμώξεων με καταστολή των κλινικών συμπτωμάτων και σημείων, ευκαιριακές λοιμώξεις, υποτροπή λανθάνουσας φυματίωσης. Μειωμένη αντίσταση σε λοιμώξεις |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοκυττάρωση |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Έχει αναφερθεί υπερευαισθησία συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας. Μειωμένη αντιδραστικότητα σε εμβολιασμό και δερματικές δοκιμασίες. |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Ανωμαλία του εμμηνορροϊκού κύκλου και αμηνόρροια, καταστολή του άξονα «υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια», πρώιμο κλείσιμο της επίφυσης, ανάπτυξη εμφάνισης κατάστασης που προσομοιάζει με το σύνδρομο Cushing, υπερτρίχωση, δευτερογενής απουσία ανταπόκρισης από τον φλοιό των επινεφριδίων και την υπόφυση (ιδίως σε περιόδους στρες, όπως σε τραυματισμό, χειρουργική επέμβαση ή ασθένεια). Αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών και ασβεστίου. |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Κατακράτηση νατρίου, κατακράτηση υγρών, απώλεια καλίου, υποκαλιαιμική αλκάλωση, αυξημένη απέκκριση ασβεστίου. Αυξημένη όρεξη. Εξασθενημένη ανοχή στους υδατάνθρακες με αυξημένες απαιτήσεις για αντιδιαβητική αγωγή. |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Σπασμοί και επιδείνωση επιληψίας, ιλίγγου, πονοκεφάλου, αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής στα παιδιά (ψευδοόγκος εγκεφάλου), συνήθως μετά τη διακοπή της αγωγής, ψυχολογική εξάρτηση, κατάθλιψη, αϋπνία, επιδείνωση της σχιζοφρένειας και των ψυχικών διαταραχών που κυμαίνεται από την ευφορία μέχρι και αληθείς ψυχωσικές εκδηλώσεις. Ευρύ φάσμα ψυχιατρικών αντιδράσεων συμπεριλαμβανομένων των συναισθηματικών διαταραχών (όπως ευερέθιστη, ευφορική, καταθλιπτική και ασταθή διάθεση και αυτοκτονικές σκέψεις), ψυχωτικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της μανίας, των παραισθήσεων, των ψευδαισθήσεων και την επιδείνωση της σχιζοφρένειας), συμπεριφορικές διαταραχές, εριστικότητα, άγχος, διαταραχές του ύπνου και γνωστική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της σύγχυσης και της αμνησίας. Οι αντιδράσεις είναι συχνές και μπορεί να παρουσιαστούν τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιά. Στους ενήλικες, η συχνότητα των σοβαρών αντιδράσεων έχει εκτιμηθεί σε 5-6%. Ψυχολογικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σε διακοπή κορτικοστεροειδών. Η συχνότητα είναι άγνωστη. |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπίσθιοι υποκάψιοι καταρράκτες, αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα, οίδημα της οπτικής θηλής, λέπτυνση του κερατοειδούς ή του σκληρού χιτώνα, παρόξυνση οφθαλμικών ιογενών ή μυκητιασικών νόσων, εξωφθαλμία. |
| Καρδιακές διαταραχές | Ρήξη του μυοκαρδίου μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε ευπαθείς ασθενείς. |
| Αγγειακές διαταραχές | Θρομβοεμβολή, υπέρταση |
|---|---|
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Δυσπεψία, εξέλκωση του πεπτικού με διάτρηση και αιμορραγία, οξεία παγκρεατίτιδα, καντιντίαση. Κοιλιακή διάταση και έμετος. Ελκωτική οισοφαγίτιδα. Διάτρηση του μικρού και του μεγάλου εντέρου, ιδίως σε ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Ναυτία, λόξυγκα. |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Διαταραχή της επούλωσης πληγών, λεπτό και εύθραυστο δέρμα, πετέχειες και εκχυμώσεις, ερύθημα, ραγάδες, τελαγγειεκτασία, ακμή, αυξημένη εφίδρωση, καταστολή αντίδρασης σε δερματικά τεστ, λοιπές δερματικές αντιδράσεις όπως αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, λέπτυνση τριχών του τριχωτού της κεφαλής. |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Οστεοπόρωση, κατάγματα σπονδυλικών και μακρών οστών, ανάγγειος νέκρωση, ρήξη τένοντα. Εγγύς μυοπάθεια. Μυϊκή αδυναμία, ασηπτική νέκρωση των κεφαλών του μηριαίου και του βραχιόνιου οστού, απώλεια μυϊκής μάζας. Καταστολή της ανάπτυξης σε παιδιά και εφήβους. |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Αυξημένη ή μειωμένη κινητικότητα και αριθμό σπερματοζωαρίων, αύξηση σωματικού βάρους. |
| Κακώσεις και δηλητηριάσεις | Μώλωπας. |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αυξημένη ή μειωμένη κινητικότητα και αριθμό σπερματοζωαρίων, αύξηση σωματικού βάρους. |
Συμπτώματα και σημεία εξάρτησης Πολύ ταχεία μείωση της δοσολογίας των κορτικοστεροειδών μετά από παρατεταμένη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδίων, υπόταση και θάνατο (βλ. παράγραφο 4.4).
Μπορεί επίσης να εμφανιστεί «σύνδρομο στέρησης» που περιλαμβάνει πυρετό, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, επώδυνα δερματικά οζίδια με κνησμό και απώλεια σωματικού βάρους.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Αναφορές οξείας τοξικότητας ή/και θανάτων μετά από υπερδοσολογία με γλυκοκορτικοειδή είναι σπάνιες. Δεν υπάρχει διαθέσιμο αντίδοτο. Πιθανώς να μην ενδείκνυται θεραπεία για αντιδράσεις που οφείλονται σε χρόνια δηλητηρίαση εκτός και αν ο ασθενής πάσχει από πάθηση που θα τον έκανε ασυνήθιστα ευαίσθητο σε ανεπιθύμητες ενέργειες από τα κορτικοστεροειδή. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να κενωθεί ο στόμαχος και να χορηγηθεί συμπτωματική θεραπεία, όπως ενδείκνυται. Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις και αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορούν να αντιμετωπισθούν με επινεφρίνη (αδρεναλίνη), τεχνητή αναπνοή θετικής πίεσης και αμινοφυλλίνη. Ο ασθενής θα πρέπει να διατηρείται ζεστός και ήσυχος. Η βιολογική ημιζωή της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα είναι περίπου 190 λεπτά.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Κωδικός ATC: H02A B02 Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδές Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό και μακράς δράσης γλυκοκορτικοειδές με αμελητέες ιδιότητες κατακράτησης νατρίου και είναι επομένως ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση. Η αντιφλεγμονώδης δράση του είναι 7 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της πρεδνιζολόνης και όπως και άλλα γλυκοκορτικοειδή η δεξαμεθαζόνη έχει επίσης αντιαλλεργικές, αντιπυρετικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.
Η δεξαμεθαζόνη πρακτικά δεν έχει ιδιότητες κατακράτησης ύδατος και άλατος και, ως εκ τούτου, είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή υπέρταση. Λόγω της μακράς βιολογικής της ημίσειας ζωής (36-54 ώρες), η δεξαμεθαζόνη είναι ιδιαίτερα κατάλληλη σε παθήσεις στις οποίες είναι επιθυμητή η συνεχής δράση των γλυκοκορτικοειδών.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Σε γενικές γραμμές τα κορτικοστεροειδή απορροφούνται άμεσα από το γαστρεντερικό σωλήνα. Επίσης, απορροφούνται καλά από τα σημεία τοπικής εφαρμογής. Οι υδατοδιαλυτές μορφές των κορτικοστεροειδών χορηγούνται με ενδοφλέβια ένεση για ταχεία ανταπόκριση.
Πιο παρατεταμένη επίδραση επιτυγχάνεται με τη χρήση λιποδιαλυτών μορφών κορτικοστεροειδών μέσω ενδομυϊκής ένεσης.
Τα κορτικοστεροειδή κατανέμονται ταχέως σε όλους τους ιστούς του οργανισμού.
Διαπερνούν τον πλακούντα και μπορεί να απεκκρίνονται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα.
Τα περισσότερα κορτικοστεροειδή στη συστηματική κυκλοφορία συνδέονται εκτεταμένα με πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με τη σφαιρίνη και λιγότερο με τη λευκωματίνη. Η σφαιρίνη που δεσμεύει τα κορτικοστεροειδή έχει υψηλή συγγένεια αλλά χαμηλή δυνατότητα σύνδεσης, ενώ η λευκωματίνη έχει χαμηλή συγγένεια αλλά μεγάλη δυνατότητα σύνδεσης. Τα συνθετικά κορτικοστεροειδή συνδέονται σε μικρότερο βαθμό με τις πρωτεΐνες σε σύγκριση με την υδροκορτιζόνη (κορτιζόλη). Τείνουν επίσης να έχουν μεγαλύτερη ημίσεια ζωή.
Τα κορτικοστεροειδή μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ, αλλά και στους νεφρούς, και αποβάλλονται από τα ούρα. Ο βραδύτερος μεταβολισμός των συνθετικών κορτικοστεροειδών
και η χαμηλότερη συγγένεια σύνδεσης στις πρωτεΐνες μπορεί να ευθύνονται για την αυξημένη δραστικότητά τους σε σύγκριση με τα φυσικά κορτικοστεροειδή.
10 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα Διεξήχθη μία μελέτη βιοϊσοδυναμίας για το Πόσιμο Διάλυμα Δεξαμεθαζόνης 10 mg/5 ml έναντι δισκίων των 2 mg ηγετικής επωνυμίας. Τα δεδομένα παρατίθενται παρακάτω, προκειμένου να καταδειχτεί ότι τα δύο προϊόντα είναι βιοϊσοδύναμα και εναλλάξιμα mg με mg.
Dexamethasone 10mg/5ml Oral Solution vs. Dexamethasone Tablets BP 2mg
| AUC 0-t | AUC 0-inf | C max | |
|---|---|---|---|
| Ratio | 98.45% | 97.93% | 101.86% |
| 90% Geometric C.I. | 89.64% to 108.13% | 88.37% to 108.52% | 90.38% to 114.79% |
| Intra-Subject CV | 12.84% | 14.08% | 16.41% |
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε ζώα, λυκόστομα παρατηρήθηκε σε αρουραίους, ποντικούς, κρικήτους, κουνέλια, σκύλους και πρωτεύοντα θηλαστικά. Δεν παρατηρείται σε άλογα και πρόβατα. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι αποκλίσεις αυτές συνδυάζονταν με διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος και της καρδιάς. Στα πρωτεύοντα θηλαστικά, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον εγκέφαλο μετά την έκθεση. Επιπλέον, ενδέχεται να συμβεί καθυστέρηση της ενδομήτριας ανάπτυξης. Όλες αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε υψηλές δόσεις.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Βενζοϊκό οξύ Προπυλενογλυκόλη Ποβιδόνη Κιτρικό οξύ Υδροξείδιο του νατρίου Διάλυμα σορβιτόλης Νατριούχος Σακχαρίνη Άρωμα πορτοκαλιού Μενθόλη Κεκαθαρμένο ύδωρ
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται
6.3 Shelf life Πριν το άνοιγμα: 3 έτη Μετά το άνοιγμα: 6 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία άνω των 25°C. Μην καταψύχετε. Να φυλάσσεται στην αρχική συσκευασία προκειμένου να προστατεύεται από το φως.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Σκουρόχρωμη (τύπου ΙΙΙ) γυάλινη φιάλη που διαθέτει πλαστικό, βιδωτό καπάκι ασφαλείας.
Περιλαμβάνεται μια διαβαθμισμένη πλαστική, δοσιμετρική σύριγγα των 3ml.
Συσκευασίες: 30ml και 50ml.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Η συνταγογραφημένη ποσότητα του διαλύματος θα πρέπει να αναρροφάται από τη φιάλη χρησιμοποιώντας την παρεχόμενη σύριγγα για από του στόματος χορήγηση.
Μη χρησιμοποιείτε το προϊόν εάν υπάρχουν ορατά στερεά σωματίδια μέσα στο διάλυμα.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7 ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Medicair Bioscience Laboratories CY LTD Ανεξαρτησίας 3, Τ.Κ.: 3036, Λεμεσός Κύπρος Τηλ.: +357 25350356
8 ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
6857/08-02-2022
9 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ
22/05/2017
10 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
04/12/2019