1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
SUPERAMIN 1 g/10 mL FL πόσιμο διάλυμα σε συσκευασία μιας δόσης SUPERAMIN 2 g/10 mL VIAL πόσιμο διάλυμα SUPERAMIN 1 g/5 mL AMP ενέσιμο διάλυμα SUPERAMIN 2 g/5 mL AMP ενέσιμο διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε φιαλίδιο πόσιμου διαλύματος των 10 mL περιέχει: L-καρνιτίνη 1 g ή 2 g Κάθε φύσιγγα ενέσιμου διαλύματος των 5 mL περιέχει: L-καρνιτίνη 1 g ή 2 g Έκδοχα με γνωστή δράση:
Κάθε mL πόσιμου διαλύματος σε συσκευασία μιας δόσης 1 g/10 mL FL περιέχει 1,20 mg μεθυλ- παραϋδρόξυ-βενζοϊκό νάτριο, 0,10 mg προπυλ-παραϋδρόξυ-βενζοϊκό νάτριο και 0,23 mg νάτριο.
Κάθε mL πόσιμου διαλύματος 2 g/10 mL VIAL περιέχει 4,80 mg βενζοϊκό νάτριο και 0,93 mg νάτριο.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Πόσιμο διάλυμα.
Ενέσιμο διάλυμα.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις
Από στόματος χρήση Πρωτοπαθής και δευτεροπαθής ανεπάρκεια L-καρνιτίνης.
Ενδοφλέβια χρήση
• Οξεία μεταβολική απορρύθμιση λόγω ανεπάρκειας L-καρνιτίνης.
• Δευτεροπαθής ανεπάρκεια L-καρνιτίνης σε αιμοκαθαιρόμενους ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια.
4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Η απαιτούμενη δοσολογία εξαρτάται από το συγκεκριμένο πρόβλημα του μεταβολισμού και τη βαρύτητα της κατάστασης του ασθενούς.
Για τον καθορισμό της βέλτιστης δοσολογίας συνιστάται να παρακολουθείται το αποτέλεσμα της θεραπείας με μέτρηση των επιπέδων της ελεύθερης και της ακυλικής L-καρνιτίνης στο πλάσμα και τα ούρα.
Οι συγκεντρώσεις της ελεύθερης L-καρνιτίνης στο πλάσμα πρέπει να είναι 35 έως 60 μmol/L. Ο λόγος των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της ακυλικής προς την ελεύθερη L-καρνιτίνη πρέπει να είναι μικρότερος από 0,35.
Από στόματος χρήση Πρωτοπαθής και δευτεροπαθής ανεπάρκεια L-καρνιτίνης
Σε χρόνιες καταστάσεις συνιστώνται 100-200 mg/kg βάρους σώματος ημερησίως, χορηγούμενα σε 2-4 διαιρεμένες δόσεις, ενώ μπορεί να επαρκούν και μικρότερες δόσεις.
Εάν τα συμπτώματα και τα βιοχημικά ευρήματα δεν βελτιώνονται, η δόση μπορεί να αυξηθεί για βραχύ διάστημα μέχρι 400 mg/kg ημερησίως.
Το πόσιμο διάλυμα πριν τη λήψη του πρέπει να αραιώνεται με νερό ή χυμό φρούτων.
Ενέσιμο διάλυμα Χορηγείται με βραδεία (2-3 λεπτά) ενδοφλέβια ένεση ή με έγχυση.
• Σε περιπτώσεις οξείας μεταβολικής απορρύθμισης χορηγείται ενδοφλεβίως σε δόση 50-100 mg/kg βάρους σώματος ημερησίως διαιρεμένες σε 3-4 χορηγήσεις. Αν χρειαστεί, μπορεί να χρησιμοποιηθούν και μεγαλύτερες δόσεις με υψηλότερο όμως κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, κυρίως διάρροιας.
• Δευτεροπαθής ανεπάρκεια L-καρνιτίνης σε αιμοκαθαιρόμενους ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια Μια δόση των 10-20 mg/kg βάρους σώματος χορηγείται ενδοφλεβίως στο τέλος της συνεδρίας αιμοκάθαρσης η οποία εκτελείται με ρυθμό τριών ανά εβδομάδα.
Η διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης πρέπει να είναι μέχρι 3 μήνες, ώστε να αποκατασταθούν τα επίπεδα της L-καρνιτίνης στους μύες. Η ανάγκη επανάληψης της θεραπείας εκτιμάται από την κατάσταση του ασθενούς και την επαναλαμβανόμενη μέτρηση των επιπέδων της L-καρνιτίνης του πλάσματος.
Αιμοκάθαρση – δόση συντήρησης Στις περιπτώσεις που έχει επιτευχθεί θεραπευτικό αποτέλεσμα με την ενδοφλέβια χορήγηση, αυτό μπορεί να διατηρηθεί με την καθημερινή χορήγηση 1 g διαλύματος L-καρνιτίνης από του στόματος.
Την ημέρα της αιμοκάθαρσης η L-καρνιτίνη πρέπει να χορηγείται στο τέλος της διαδικασίας.
Ειδικοί πληθυσμοί Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία:
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία δεν πρέπει να χορηγούνται υψηλές δόσεις λεβοκαρνιτίνης από του στόματος για μεγάλο χρονικό διάστημα, λόγω της συσσώρευσης των μεταβολιτών τριμεθυλαμίνης και τριμεθυλαμίνη-Ν-οξειδίου.
Αυτό λέγεται ότι δεν συμβαίνει στον ίδιο βαθμό μετά την ενδοφλέβια δόση (βλ. παράγραφο 4.4).
Ηλικιωμένοι:
Δεν απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις και τροποποιήσεις της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς. Το παρατηρούμενο προφίλ ασφάλειας σε κλινικές μελέτες είναι παρόμοιο σε ηλικιωμένους και νεότερους ενήλικες.
Ασθενείς με διαβήτη:
Ενώ βελτιώνεται η χρήση της γλυκόζης, η χορήγηση L-καρνιτίνης σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν είτε ινσουλίνη είτε υπογλυκαιμική από του στόματος θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε υπογλυκαιμία. Τα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος σε αυτά τα άτομα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά προκειμένου να προσαρμοστεί η υπογλυκαιμική θεραπεία αμέσως, εάν απαιτείται (βλ. παράγραφο 4.4).
4.3. Αντενδείξεις
Yπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η ενδοφλέβια χορήγηση πρέπει να γίνεται αργά (σε 2-3 λεπτά).
Όλα τα από στόματος σκευάσματα:
Χρόνια χορήγηση υψηλών δόσεων L-καρνιτίνης σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση δυνητικά τοξικών μεταβολιτών.
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της L-καρνιτίνης από το στόμα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν έχει αξιολογηθεί (ABPI)
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου ή με σοβαρή καταστολή της νεφρικής λειτουργίας δεν συνιστάται η χορήγηση από το στόμα L-καρνιτίνης σε υψηλές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί είναι πιθανή η συσσώρευση στο αίμα των κυριοτέρων μεταβολιτών (τριμεθυλαμίνη, ΤΜΑ και οξείδιο της τριμεθυλαμίνης, ΤΜΑΟ) λόγω της ανεπαρκούς απομάκρυνσής τους από τους νεφρούς. Η συσσώρευση αυτή προκαλεί αύξηση της τριμεθυλαμίνης στα ούρα. Στην περίπτωση αυτή τα ούρα, η αναπνοή και ο ιδρώτας αναδίδουν έντονη οσμή «ψαριού».
Η κατάσταση αυτή δεν δημιουργείται όταν η L-καρνιτίνη χορηγείται ενδοφλεβίως (βλ. παράγραφο 5.2 «Φαρμακοκινητικές Ιδιότητες»).
Όλα τα σκευάσματα:
• Σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη ή άλλους από στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντες, η χρήση της L-καρνιτίνης μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία. Συνιστάται η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο πλάσμα σε αυτούς τους ασθενείς, ώστε να ρυθμίζεται κατάλληλα η αντιδιαβητική τους αγωγή.
• Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί αύξηση του Διεθνούς Κανονικοποιημένου Λόγου (International Normalised Ratio, INR) σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με L-καρνιτίνη και κουμαρινικά αντιπηκτικά φάρμακα (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8). Το INR – ή άλλοι κατάλληλοι δείκτες πηκτικότητας – πρέπει να ελέγχονται κάθε εβδομάδα μέχρι να σταθεροποιηθούν, και στη συνέχεια, κάθε μήνα σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια αντιπηκτικά μαζί με L-καρνιτίνη.
• Σε ασθενείς με προηγούμενη επιληπτική δραστηριότητα, η θεραπεία με L-καρνιτίνη μπορεί να αυξήσει τη συχνότητα εμφάνισης και/ή τη σοβαρότητα των επιληπτικών κρίσεων. Σε ασθενείς με υποκείμενους προδιαθεσικούς παράγοντες, η θεραπεία με L-καρνιτίνη θα μπορούσε να πυροδοτήσει κρίση σπασμών.
Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα
• Πόσιμο διάλυμα σε συσκευασία μιας δόσης 1 g/10 mL Περιέχει παρα-ϋδροξυ-βενζοϊκές ενώσεις (μεθυλ-παραϋδρόξυ-βενζοϊκό νάτριο και προπυλ- παραϋδρόξυ-βενζοϊκό νάτριο). Αυτά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση).
• Πόσιμο διάλυμα 2 g/10 mL
• Περιέχει βενζοϊκό νάτριο και νάτριο. Το βενζοϊκό νάτριο μπορεί να αυξήσει τον ίκτερο (κίτρινη χρώση του δέρματος και των ματιών) σε νεογέννητα βρέφη (μέχρι 4 εβδομάδων). Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Από στόματος αντιπηκτικά Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί αύξηση του Διεθνούς Κανονικοποιημένου Λόγου (International Normalised Ratio, INR) σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με L-καρνιτίνη και κουμαρινικά αντιπηκτικά φάρμακα (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Το INR – ή άλλοι κατάλληλοι δείκτες πηκτικότητας
– πρέπει να ελέγχονται κάθε εβδομάδα μέχρι να σταθεροποιηθούν και στη συνέχεια, κάθε μήνα σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια αντιπηκτικά μαζί με L-καρνιτίνη (βλ. παράγραφο 4.4).
Άλλες αλληλεπιδράσεις
Η ταυτόχρονη χορήγηση L-καρνιτίνης με φάρμακα που προκαλούν υποκαρνιτιναιμία λόγω αυξημένης νεφρικής απώλειας καρνιτίνης (βαλπροϊκό οξύ, προφάρμακα που περιέχουν πιβαλικό οξύ, κεφαλοσπορίνες, σισπλατίνη, καρβοπλατίνη και ιφωσφαμίδη) μπορεί να μειώσει τη βιοδιαθεσιμότητα της L-καρνιτίνης.
4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Δεν υπάρχουν επαρκείς κλινικές μελέτες σε έγκυες γυναίκες.
Έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αναπαραγωγής σε αρουραίους και κουνέλια. Δεν υπήρξε ένδειξη τερατογόνου δράσης σε κανένα από τα δύο είδη. Στα κουνέλια, αλλά όχι στους αρουραίους, υπήρξε στατιστικά μη σημαντικός μεγαλύτερος αριθμός αποβολών μετά την εμφύτευση όταν χορηγήθηκε η μέγιστη δόση (600 mg/kg ημερησίως), σε σύγκριση με τα πειραματόζωα-μάρτυρες. Η σημασία των ευρημάτων αυτών για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστή.
Η L-καρνιτίνη θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο.
Θηλασμός Η L-καρνιτίνη είναι ένα φυσικό συστατικό του μητρικού ανθρώπινου γάλακτος. Δεν έχει μελετηθεί η συμπληρωματική χρήση L-καρνιτίνης σε γυναίκες που θηλάζουν.
Η L-καρνιτίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται από τις θηλάζουσες μητέρες, μόνο εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το παιδί από την έκθεση σε περίσσεια καρνιτίνης.
Γονιμότητα Σε κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν για τη γονιμότητα, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες.
4.7. Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το SUPERAMIN δεν έχει καμία επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες από όλες τις πηγές (κλινικές μελέτες, βιβλιογραφία και μετά την κυκλοφορία)
καταγράφονται παρακάτω με βάση το MedDRA κατηγορία/οργανικό σύστημα.
Σε κάθε οργανικό σύστημα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες καταγράφονται με βάση τη συχνότητα. Στην κάθε συχνότητα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες καταγράφονται με σειρά μειούμενης σοβαρότητας.
Επιπλέον, η αντίστοιχη κατηγορία συχνότητας για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια βασίζεται στην ακόλουθη συνθήκη (CIOMS III): πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100, <1/10), όχι συχνές (1/1.000, <1/100), σπάνιες (1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Όχι συχνές: Κεφαλαλγία Μη γνωστής συχνότητας: Ακούσιος μυϊκός σπασμός#, Ζάλη Καρδιακές διαταραχές Μη γνωστής συχνότητας: Αίσθημα παλμών Αγγειακές διαταραχές Όχι συχνές: Υπέρταση, Υπόταση Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές του μεσοθωρακίου
Μη γνωστής συχνότητας: Δύσπνοια Γαστρεντερικές διαταραχές Συχνές: Διάρροια, Ναυτία, Έμετος, Κοιλιακό άλγος Όχι συχνές: Δυσγευσία, Δυσπεψία, Ξηροστομία Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές: Οσμή του δέρματος μη φυσιολογική Μη γνωστής συχνότητας: Κνησμός, Εξάνθημα Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Όχι συχνές: Μυϊκοί σπασμοί Μη γνωστής συχνότητας: Μυϊκό σφίξιμο Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης Όχι συχνές: Θωρακικό άλγος, Μη φυσιολογική διάθεση, Αντίδραση στη θέση ένεσης(1), Πυρεξία Παρακλινικές εξετάσεις Όχι συχνές: Αυξημένη αρτηριακή πίεση του αίματος Πολύ σπάνιες: Αυξημένος INR (Διεθνής Κανονικοποιημένος Λόγος)(2)
#Σε ασθενείς με προηγούμενη επιληπτική δραστηριότητα, η θεραπεία με L-καρνιτίνη μπορεί να αυξήσει τη συχνότητα εμφάνισης και/ή τη σοβαρότητα των επιληπτικών κρίσεων. Σε ασθενείς με υποκείμενες προδιαθεσικές καταστάσεις, θεραπεία με L-καρνιτίνη μπορεί να πυροδοτήσει κρίση σπασμών.
(1) Μόνο για ενδοφλέβια χρήση.
(2) Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί αύξηση του INR (Διεθνούς Κανονικοποιημένου Λόγου) σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα L-καρνιτίνη και κουμαρινικά αντιπηκτικά (ασενοκουμαρόλη και βαρφαρίνη) – βλ. παράγραφο 4.5.
Ελαφρές διαταραχές τύπου μυασθένειας έχουν αναφερθεί σε ουραιμικούς ασθενείς. Η ανοχή στο φάρμακο πρέπει να ελέγχεται κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας χορήγησής του και μετά από κάθε αύξηση της δόσης.
Έχουν περιγραφεί περιστατικά σπασμών σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό επεισοδίων σπασμών που ελάμβαναν L-καρνιτίνη από το στόμα ή ενδοφλεβίως.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοποι: http://www.eof.gr, http://www/kitrinikarta.gr.
4.9. Υπερδοσολογία
Μεγάλες δόσεις και μακροπρόθεσμη χορήγηση L-καρνιτίνης έχουν συσχετιστεί με διάρροια. Η L- καρνιτίνη απομακρύνεται εύκολα από το αίμα με αιμοκάθαρση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Πεπτικό σύστημα και μεταβολισμός, Aμινοξέα και παράγωγα, Λεβοκαρνιτίνη, Κωδικός ATC: A16AA01 Η L-καρνιτίνη είναι ένα φυσικό συστατικό του κυττάρου που παίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή και μεταφορά της ενέργειας. Στην πραγματικότητα, η L-καρνιτίνη είναι ο μόνος φορέας που χρησιμοποιούν τα λιπαρά οξέα μακράς αλυσίδας για να διαπεράσουν την εσωτερική μεμβράνη των μιτοχονδρίων και να υποστούν β-οξείδωση.
Η L-καρνιτίνη ελέγχει τη μεταφορά της ενέργειας που παράγεται στα μιτοχόνδρια στο κυτόπλασμα, μέσω του ενζύμου αδενινο-νουκλεοτιδο-τρανσλοκάση.
Η L-καρνιτίνη επηρεάζει έμμεσα τον μεταβολισμό των υδατανθράκων και των πρωτεϊνών. Η οξείδωση των λιπαρών οξέων μειώνει την περιφερική χρησιμοποίηση της γλυκόζης, ενώ υποβοηθείται η απέκκριση με τα ούρα του τελικού προϊόντος αποικοδόμησης των λιπιδίων (ακετύλια).
Η υψηλότερη συγκέντρωση εμφανίζεται στους σκελετικούς μύες και στο μυοκάρδιο.
Το μυοκάρδιο, παρόλο που μπορεί να χρησιμοποιήσει και άλλα υποστρώματα για παραγωγή ενέργειας, φυσιολογικά χρησιμοποιεί τα λιπαρά οξέα.
Η θεραπευτική χρήση της L-καρνιτίνης αποδείχθηκε ότι είναι αποφασιστικής σημασίας σε κληρονομικές μυοπάθειες που οφείλονται σε έλλειψη L-καρνιτίνης, έχει δε αποδειχθεί ότι είναι χρήσιμη και στην Καρδιολογία, σε μυοκαρδιοπάθειες οφειλόμενες σε έλλειψη L-καρνιτίνης.
Η L-καρνιτίνη παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό της καρδιάς, αφού η οξείδωση των λιπαρών οξέων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία επαρκούς ποσότητας L-καρνιτίνης.
5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως, η L-καρνιτίνη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς.
Μεταβολισμός Μεταβολίζεται σε αμελητέο βαθμό, εκτός από ένα αναστρέψιμο βιομετασχηματισμό στους εστέρες της.
Αντίθετα, όταν χορηγείται από το στόμα, η L-καρνιτίνη αποδομείται, με τη δράση των ενζύμων της εντερικής χλωρίδας, σε τριμεθυλαμίνη (ΤΜΑ) και γ-βουτυροβεταΐνη.
Επειδή περίπου 10-20% της χορηγούμενης δόσης εισέρχεται στη γενική κυκλοφορία σε μη μεταβολισμένη μορφή, πιστεύεται ότι ο μεταβολισμός στο έντερο ευθύνεται για την αποβολή περίπου 80- 90% της δόσης της L-καρνιτίνης που χορηγείται από το στόμα.
Απορρόφηση Και τα δύο προϊόντα μεταβολισμού στο έντερο, η γ-βουτυροβεταΐνη και η τριμεθυλαμίνη (ΤΜΑ)
απορροφούνται. Η γ-βουτυροβεταΐνη ανευρίσκεται αμετάβλητη στα ούρα, ενώ η ΤΜΑ μεταβολίζεται στο ήπαρ σε ΤΜΑΟ (οξείδιο τριμεθυλαμίνης), και ανευρίσκεται στα ούρα με μικρή ποσότητα αμετάβλητης ΤΜΑ.
Σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου ή αιμοκάθαρσης, η χρόνια από το στόμα χορήγηση L-καρνιτίνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ποσότητας της ΤΜΑ και της ΤΜΑΟ στο αίμα και συνεπώς την αύξηση της ποσότητας της τριμεθυλαμίνης στα ούρα. Στην περίπτωση αυτή τα ούρα, η αναπνοή και ο ιδρώτας του ασθενούς αναδίδουν έντονη «οσμή ψαριού».
Η L-καρνιτίνη απορροφάται στο έντερο φθάνοντας στη μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα σε 4 ώρες μετά την κατάποση (ΑBPI). Επαρκή επίπεδα L-καρνιτίνης διατηρούνται στο πλάσμα για 9 ώρες περίπου.
Ανευρίσκεται τόσο στους μύες όσο και στο παρέγχυμα των οργάνων.
Αποβολή Αποβάλλεται κυρίως από τα ούρα. Η αποβολή είναι ανάλογη με τη συγκέντρωση στο αίμα.
5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Είναι ένα φυσικό προϊόν σε ανθρώπους, φυτά και ζώα.
Τα προϊόντα καρνιτίνης χρησιμοποιούνται για να φέρουν τα επίπεδα της καρνιτίνης στο σώμα σε φυσιολογικά επίπεδα. Προκλινικές μελέτες έδειξαν ότι δεν προκαλείται τοξικότητα σε φυσιολογικά επίπεδα (ΑΒΡΙ).
Οξεία Τοξικότητα Μελέτες οξείας τοξικότητας για την LD σε αρουραίους και ποντικούς, για 7 συνεχείς ημέρες, έδειξαν ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν δόσεις υψηλότερες από 8000 mg/kg από το στόμα και από 4000 mg/kg ενδοφλέβια.
Χρόνια Τοξικότητα Σε μελέτες σε αρουραίους και σκύλους, στους οποίους χορηγήθηκε L-καρνιτίνη από το στόμα και ενδοφλέβια για 365 συνεχείς ημέρες, δεν αναφέρθηκε θάνατος ούτε σημαντικές αλλαγές στην ιστολογική υφή των κυριοτέρων οργάνων. Μελέτες τερατογένεσης έδειξαν ότι η L-καρνιτίνη δεν επιδρά στην κύηση και στην ανάπτυξη του εμβρύου.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1. Κατάλογος εκδόχων
• Πόσιμο διάλυμα σε συσκευασία μιας δόσης 1 g/10 mL FL: Μαλικό οξύ, μεθυλ-παραϋδρόξυ- βενζοϊκό νάτριο, προπυλ-παραϋδρόξυ-βενζοϊκό νάτριο, σακχαρινικό νάτριο, κεκαθαρμένο ύδωρ.
• Πόσιμο διάλυμα 2 g/10 mL VIAL: Μαλικό οξύ, βενζοϊκό νάτριο, σακχαρινικό νάτριο, άρωμα ανανά, υδροχλωρικό οξύ 37% (ρύθμιση pH), κεκαθαρμένο ύδωρ.
• Ενέσιμο διάλυμα 1 g/5 mL AMP & 2 g/5 mL AMP: Ύδωρ για ενέσιμα, υδροχλωρικό οξύ 37% (ρύθμιση pH).
6.2. Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3. Διάρκεια ζωής
Πόσιμο διάλυμα: 4 χρόνια Ενέσιμο διάλυμα: 4 χρόνια
6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30°C.
6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη
Πόσιμο διάλυμα 1 g/10 mL FL & 2 g/10 mL VIAL:
Γυάλινο φιαλίδιο χρώματος καραμελέ με πώμα ασφαλείας που περιέχει άχρωμο, διαυγές υγρό.
Κουτί που περιέχει 10 φιαλίδια των 10 mlL Ενέσιμο διάλυμα 1 g/5 mL AMP & 2 g/5 mL AMP:
Kουτί που περιέχει 5 φύσιγγες των 5 mL.
6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
ΠΡΟΣΟΧΗ: Το διάλυμα που χορηγείται από το στόμα πρέπει να αραιώνεται πριν από τη λήψη του.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε.
Βαρυμπόμπης 8, 146 71 Ν. Ερυθραία, Αττικής Τηλ.: 210 8009111
8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Πόσιμο διάλυμα σε συσκευασία μιας δόσης 1 g/10 mL FL: 44471/08/16-1-2009 Πόσιμο διάλυμα 2 g/10 mL VIAL: 23381/13/14-4-2014 Ενέσιμο διάλυμα 1 g/5 mL AMP: 62905/12-12-2017 Ενέσιμο διάλυμα 2 g/5 mL AMP: 104763/12-12-2017
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης Πόσιμο διάλυμα σε συσκευασία μιας δόσης 1 g/10 mL FL: 22 Ιανουαρίου 1988 Πόσιμο διάλυμα 2 g/10 mL VIAL: 26 Φεβρουαρίου 2008 Ενέσιμο διάλυμα 1 g/5 mL AMP: 22 Ιανουαρίου 1988 Ενέσιμο διάλυμα 2 g/5 mL AMP: 26 Φεβρουαρίου 2008 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:
Πόσιμο διάλυμα σε συσκευασία μιας δόσης 1 g/10 mL FL: 16 Ιανουαρίου 2009 Πόσιμο διάλυμα 2 g/10 mL VIAL: 14 Απριλίου 2014 Ενέσιμο διάλυμα 1 g/5 mL AMP: 16 Ιανουαρίου 2009 Ενέσιμο διάλυμα 2 g/5 mL AMP: 14 Απριλίου 2014