Clinio Logo
Clinio
T3 › ΠΧΠ

T3 — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 1 πίνακας

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1. ΟNOMAΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

T3 25 mcg δισκία T3 50 mcg δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο Τ3 25 mcg περιέχει 25 mcg (μg) νατριούχου λιοθυρονίνης.

Κάθε δισκίο Τ3 50 mcg περιέχει 50 mcg (μg) νατριούχου λιοθυρονίνης.

Έκδοχα με γνωστή δράση: Κάθε δισκίο Τ3 25 mcg και 50 mcg περιέχει 60,61 mg λακτόζης και 0,14 mg αζώχρωμα (E 110).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκία.

T3 25 μg: Φακοειδή δισκία κίτρινου χρώματος.

T3 50 μg: Φακοειδή δισκία πορτοκαλί χρώματος.

Τα δισκία Τ3 δεν μπορούν να διαχωριστούν σε μικρότερες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις

Τα δισκία νατριούχου λιοθυρονίνης είναι ποιοτικά παρόμοια σε βιολογική δράση με τη θυροξίνη, αλλά το αποτέλεσμα εμφανίζεται σε λίγες ώρες και διαρκεί για 24 έως 48 ώρες μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Η νατριούχος λιοθυρονίνη ενδείκνυται στη θεραπεία υποκατάστασης σε υποθυρεοειδισμό, σε περίπτωση που είναι επιθυμητή η ταχεία ή παροδική δράση:

• απειλητικός για τη ζωή υποθυρεοειδισμός,

• βραχυπρόθεσμη θεραπεία υποκατάστασης πριν από τη χορήγηση ιωδίου 131 σε ασθενείς που συνήθως λαμβάνουν θεραπεία με λεβοθυροξίνη.

Επίσης, ενδείκνυται:

• ως συμπληρωματική θεραπεία για την καταστολή της έκκρισης TSH σε ορισμένες μορφές καρκίνου που εξαρτώνται από την TSH,

• σε απλή βρογχοκήλη και σε μη τοξική οζώδη βρογχοκήλη,

• για διαγνωστική δοκιμασία καταστολής της θυρεοειδικής λειτουργίας,

• ως συμπληρωματική θεραπεία στη θεραπεία της περιφερικής αντίστασης στις θυρεοειδικές ορμόνες (Resistance to thyroid hormone, RTH).

Η νατριούχος λιοθυρονίνη μπορεί να προτιμάται για τη θεραπεία σοβαρών και οξειών υποθυρεοειδικών καταστάσεων λόγω της ταχείας και πιο ισχυρής δράσης της, αλλά η νατριούχος λεβοθυροξίνη είναι συνήθως το φάρμακο εκλογής για θεραπεία υποκατάστασης.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Οι χορηγούμενες δόσεις ποικίλλουν ανάλογα με την ένταση του υποθυρεοειδισμού, την ηλικία του ατόμου και την ατομική ανοχή. Δεδομένου ότι ο υποθυρεοειδισμός είναι στην πλειονότητα των περιπτώσεων μόνιμη ασθένεια, η θεραπεία με θυρεοειδικές ορμόνες πρέπει να συνεχίζεται επ' αόριστον.

Συνιστάται μια φυσιολογική αναλογία δόσης μεταξύ λεβοθυροξίνης και λιοθυρονίνης (αυτή είναι πιθανώς μεταξύ 13:1 και 20:1). Η ημερήσια δόση για κάθε άτομο θα πρέπει να προσδιορίζεται βάσει των εργαστηριακών εξετάσεων και της κλινικής εικόνας. Συνιστάται η μέτρηση Τ3 και TSH κατά την έναρξη της θεραπείας για προσαρμογή της δόσης.

Ενήλικες Σε υποθυρεοειδισμό ο οποίος δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά, η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης θα πρέπει να ξεκινά με μικρές δόσεις (εντός του εύρους 5-25 μg) και η δόση να αυξάνεται σταδιακά. Κατά την αύξηση της δόσης, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην εμφάνιση τυχόν συμπτωμάτων υπερθυρεοειδισμού, καρδιαγγειακών και άλλων ανεπιθύμητων ενεργειών. Η βέλτιστη δόση υποκατάστασης 25-75 μικρογραμμάρια (2-3 δισκία) την ημέρα, διαιρεμένη σε 2 έως 3 δόσεις, πρέπει να καθορίζεται εξατομικευμένα βάσει της κλινικής εικόνας και των εργαστηριακών εξετάσεων.

Στις άλλες ενδείξεις, η δοσολογία ποικίλλει και πρέπει να προσαρμόζεται για κάθε ασθενή ανάλογα με την παθολογία, την κλινική εικόνα και τον εργαστηριακό έλεγχο.

Παιδιατρικοί ασθενείς Η θεραπεία προορίζεται για παιδιά άνω των 6 ετών (λόγω της συγκεκριμένης περιεκτικότητας και φαρμακοτεχνικής μορφής).

Υπάρχουν λίγα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της λιοθυρονίνης στη θεραπεία του συγγενούς υποθυρεοειδισμού σε παιδιά. Η δόση στα παιδιά καθορίζεται από την κλινική ανταπόκριση στις θυρεοειδικές ορμόνεςονών και εξαρτάται και από τη δοσολογία της λεβοθυροξίνης.

Ηλικιωμένοι Συνιστάται η έναρξη με χαμηλή ημερήσια δόση και η σταδιακή αύξηση της. Υπάρχουν λίγα διαθέσιμα δεδομένα για την συνιστώμενη δοσολογίας. Όπου είναι εφικτό, συνιστάται η ημερήσιας δοσολογία λιοθυρονίνης να λαμβάνεται σε περισσότερες από διαιρεμένες δόσεις.

Τρόπος χορήγησης Από το στόμα.

Η ημερήσια δόση θα πρέπει να χορηγείται σε 2 -3 διαιρεμένες δόσεις

4.3. Αντενδείξεις

 Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

 Υπερθυρεοειδισμός, ελλείψει θεραπείας με αντιθυρεοειδικά φάρμακα.

 Επινεφριδική ανεπάρκεια που δεν έχει αντιμετωπιστεί θεραπευτικά.

 Υποφυσιακή ανεπάρκεια που δεν έχει αντιμετωπιστεί θεραπευτικά.

 Θυρεοτοξίκωση.

 Ασθενείς με στηθάγχη προσπάθειας ή καρδιαγγειακά νοσήματα  Εγκυμοσύνη.

Οι ακόλουθες καταστάσεις θα πρέπει να αποκλειστούν ή να αντιμετωπιστούν πριν από την έναρξη της θεραπείας με θυρεοειδικές ορμόνες:

 Μη αντιρροπούμενη καρδιοπάθεια.

 Αρρυθμίες.

 Στηθάγχη προσπάθειας ή καρδιαγγειακά νοσήματα.

4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ειδικές προειδοποιήσεις Πριν από την έναρξη της θεραπείας με θυρεοειδικές ορμόνες, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι ασθενείς δεν πάσχουν από μια από τις ακόλουθες ασθένειες ή καταστάσεις ή ότι υποβάλλονται σε θεραπεία για αυτές:

• στεφανιαία νόσο,

• στηθάγχη,

• υπέρταση,

• αυτονομία του θυρεοειδούς (τοξική βρογχοκήλη, τοξική οζώδης βρογχοκήλη).

Αυτές οι παθήσεις θα πρέπει, επίσης, να αποκλειστούν ή να αντιμετωπιστούν πριν από τη διενέργεια δοκιμασίας καταστολής του θυρεοειδούς, καθώς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσής τους, εκτός εάν υπάρχει αυτονομία του θυρεοειδούς που μπορεί να δικαιολογεί τη διενέργεια της εξέτασης.

Οι θυρεοειδικές ορμόνες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για απώλεια βάρους. Σε ευθυρεοειδικούς ασθενείς, η θεραπεία με θυρεοειδικές ορμόνες δεν οδηγεί σε απώλεια βάρους.

Υψηλές δόσεις μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές, ακόμη και απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι υψηλές δόσεις θυρεοειδικών ορμονών δεν πρέπει να συνδυάζονται με ορισμένες ουσίες που προορίζονται για απώλεια βάρους, όπως οι συμπαθομιμητικές ουσίες.

Σε ασθενείς με μακροχρόνιο υποθυρεοειδισμό η χορήγηση του T3 πρέπει να ξεκινά με μικρές δόσεις, οι οποίες θα αυξάνονται σταδιακά και με προσοχή κατά τις πρώτες εβδομάδες της θεραπείας, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε απότομη αύξηση των μεταβολικών απαιτήσεων. Εάν ο μεταβολισμός αυξηθεί πολύ γρήγορα (προκαλώντας διάρροια, νευρικότητα, ταχυκαρδία, αϋπνία, τρόμο και μερικές φορές στηθαγχικό πόνο όπου υπάρχει λανθάνουσα ισχαιμία του μυοκαρδίου), η δόση του Τ3 θα πρέπει να μειώνεται ή και να διακόπτεται για 1-2 ημέρες και να επαναχορηγήται σε χαμηλότερη δόση.

Η θεραπεία θυρεοειδικής υποκατάστασης θα μπορούσε να επιταχύνει την έναρξη μιας οξείας επινεφριδικής κρίσης σε ασθενείς με επινεφριδική ή υποφυσιακή ανεπάρκεια, σε απουσία κατάλληλης θεραπείας με κορτικοστεροειδή. Σε σοβαρό και παρατεταμένο υποθυρεοειδισμό, η λειτουργία του φλοιού των επινεφριδίων μπορεί να μειωθεί. Όταν ξεκινά η θεραπεία υποκατάστασης με θυρεοειδικές ορμόνες, οι μεταβολικές ανάγκες αυξάνονται ταχύτερα από την επινεφριδική λειτουργία, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε επινεφριδική ανεπάρκεια, η οποία στη συνέχεια μπορεί να γίνει οξεία. Εάν υπάρχει ανεπάρκεια του φλοιού των επινεφριδίων, θα πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστεί με θεραπευτικά με κορτικοστεροειδή πριν ξεκινήσει η θεραπεία με T3.

Γενικά, τυχόν υπέρβαση της δόσης μπορεί να οδηγήσει σε συμπτωματολογία θυρεοτοξίκωσης.

Σε πρόωρα νεογνά με πολύ χαμηλό βάρος στη γέννηση, κατά την έναρξη της θεραπείας με Τ3, θα πρέπει να παρακολουθούνται oι αιμοδυναμικές παράμετροι, καθώς ενδέχεται να εμφανιστεί κυκλοφορική καταπληξία λόγω της ανώριμης επινεφριδικής λειτουργίας.

Στο μυξοίδημα, πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να αποφεύγεται η υπερβολική επιβάρυνση του καρδιακού μυός που επηρεάζεται από παρατεταμένη σοβαρή εξάντληση του θυρεοειδούς.

Συνιστάται να πραγματοποιείται ένα αρχικό ΗΚΓ πριν από την έναρξη της θεραπείας με λιοθυρονίνη, προκειμένου να ανιχνευθούν αλλαγές που συνάδουν με ισχαιμία.

Προφυλάξεις κατά τη χρήση

• Εάν υπάρχει κίνδυνος ή προδιάθεση για επινεφριδική ανεπάρκεια, πρέπει να ξεκινήσει εκ των προτέρων θεραπεία με υδροκορτιζόνη, ιδιαίτερα σε περίπτωση υποθυρεοειδισμού υποφυσιακής προέλευσης.

• Η παρακολούθηση είναι απαραίτητη στους ηλικιωμένους και σε περιπτώσεις σοβαρής οστεοπόρωσης, καθώς μπορεί να προκληθεί επιδείνωση της οστεοπόρωσης.

• Οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε παρακολούθηση του καρδιαγγειακού, συμπεριλαμβανομένων περιοδικών ΗΚΓ, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λιοθυρονίνη.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στους ηλικιωμένους που έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο κάλυψης συμπτωμάτων καρδιαγγειακής νόσου. Η λιοθυρονίνη αντενδείκνυται σε διαγνωσμένη ισχαιμία του μυοκαρδίου (βλ. παράγραφο 4.3) στην περίπτωση της οποίας συνιστάται αντ' αυτής η λεβοθυροξίνη, με προσεκτική τιτλοδότηση της δόσης.

• Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση του Τ3 σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, καθώς η θεραπεία με νατριούχο λιοθυρονίνη μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των απαιτήσεων σε ινσουλίνη ή σε αντιδιαβητικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.5). Συνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος, ειδικά όταν ξεκινά ή διακόπτεται η θεραπεία με θυρεοειδικές ορμόνες. Η δόση της αντιδιαβητικής αγωγής θα πρέπει να προσαρμόζεται, εφόσον είναι απαραίτητο.

• Τα επίπεδα της TSH θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας για να μειωθεί ο κίνδυνος υπερ- ή υποθεραπείας. Οι κίνδυνοι της υπερθεραπείας περιλαμβάνουν κολπική μαρμαρυγή, οστεοπόρωση και κατάγματα οστών.

• Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία: θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λιοθυρονίνη (βλ. παράγραφο 4.6).

• Θηλασμός (βλ. παράγραφο 4.6).

Η τριιωδοθυρονίνη περιέχει στο μόριό της σημαντικό ποσοστό ιωδίου. Όπως όλα τα φάρμακα με θυρεοειδικές ορμόνες, το Τ3 μπορεί να μειώσει την ικανότητα πρόσληψης ιωδίου 131Ι απο τον θυρεοειδή, ειδικά εάν η δόση υπερβαίνει τα 75 μg την ημέρα. Η επίδραση στην συγκεκριμένη δοκιμασία με 131Ι σταματάει δύο εβδομάδες μετά τη διακοπή του Τ3.

Το Τ3 περιέχει λακτόζη, αζώχρωμα (Ε 110) και νάτριο Λακτόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Αζώχρωμα (E 110): Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.

Νάτριο: Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Ένας αριθμός φαρμάκων μπορεί να επηρεάσει τις εξετάσεις λειτουργίας του θυρεοειδούς και αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την παρακολούθηση των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία με λιοθυρονίνη.

Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί Προϊόντα που περιέχουν βαλσαμόχορτο (Hypericum Perforatum), διότι επάγουν το κυτόχρωμα P450: Υπάρχει κίνδυνος μειωμένης αποτελεσματικότητας των θυρεοειδικών ορμονών. Οι ασθενείς που λαμβάνουν υποκατάσταση με θυρεοειδικές ορμόνες, μπορεί να χρειαστούν αύξηση της δόσης της θυρεοειδικής ορμόνης, εάν αυτά τα δυο προϊόντα χορηγηθούν ταυτόχρονα.

Συνδυασμοί που απαιτούν προσοχή

• Επαγωγείς των ηπατικών ενζύμων, αντιεπιληπτικά, βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη: Υπάρχει κίνδυνος κλινικού υποθυρεοειδισμού σε υποθυρεοειδικούς ασθενείς, λόγω αυξημένου μεταβολισμού των θυρεοειδικών ορμονών Τ3 και Τ4, καθώς και

πιθανής εκτόπισής τους από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Απαιτείται παρακολούθηση των συγκεντρώσεων των θυρεοειδικών ορμονών Τ3 και Τ4 στον ορό σε ασθενείς που λαμβάνουν υποκατάσταση με θυρεοειδικές ορμόνες και αύξηση, εάν είναι απαραίτητο, της δόσης των θυρεοειδικών ορμονών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τις παραπάνω ουσίες και μετά τη διακοπή τους.

• Καρδιακές γλυκοσίδες: Σε περίπτωση συγχορήγησης, μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης της καρδιακής γλυκοσίδης.

• Αναστολείς πρωτεάσης (π.χ. ριτοναβίρη, λοπιναβίρη): Υπάρχει κίνδυνος μειωμένης αποτελεσματικότητας των θυρεοειδικών ορμονών λόγω της αύξησης του ηπατικού μεταβολισμού τους και, κατά συνέπεια, μείωση της δράσης τους. Απαιτείται κλινική παρακολούθηση και πιθανή προσαρμογή της δοσολογίας των θυρεοειδικών ορμονών.

• Ορμονική υποκατάσταση με οιστρογόνα και από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά:

Υπάρχει κίνδυνος κλινικού υποθυρεοειδισμού, σε περίπτωση θεραπείας με οιστρογόνα. Τα οιστρογόνα μπορούν να αυξήσουν τη συγκέντρωση της σφαιρίνης που δεσμεύει τη θυροξίνη (TBG). Οι γυναίκες που χρησιμοποιούν αντισυλληπτικά που περιέχουν οιστρογόνα ή οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (ΘΟΥ), μπορεί να έχουν αυξημένες ανάγκες σε θυρεοειδικές ορμόνες. Απαιτείται κλινική παρακολούθηση και πιθανή προσαρμογή των δόσεων των θυρεοειδικών ορμονών σε γυναίκες που λαμβάνουν οιστρογόνα.

• Αντιδιαβητικά φάρμακα: Οι θυρεοειδικές ορμόνες μπορούν να μειώσουν τη δράση των αντιδιαβητικών φαρμάκων. Σε αυτόν τον συνδυασμό, επομένως, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα πρέπει, να μετρούνται τακτικά κατά την έναρξη της θεραπείας με θυρεοειδικές ορμόνες και η δόση των αντιδιαβητικών να προσαρμόζονται, εάν είναι απαραίτητο.

• Ασβέστιο, σίδηρος: Ο συνδυασμός οδηγεί σε μειωμένη εντερική απορρόφηση των θυρεοειδικών ορμονών. Τα προϊόντα ασβεστίου ή σιδήρου θα πρέπει να λαμβάνονται με διαφορά τουλάχιστον 2 ωρών από τις θυροειδικές ορμόνες.

• Χηλικές ρητίνες (κολεσεβελάμη, χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη, σεβελαμέρη): Ο συνδυασμός οδηγεί σε μειωμένη εντερική απορρόφηση των θυρεοειδικών ορμονών. Θα πρέπει να λαμβάνονται με διαφορά τουλάχιστον 2 ωρών από τις θυροειδικές ορμόνες. Η χολεστυραμίνη και η κολεστιπόλη θα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 4 ώρες πριν ή μετά τη λήψη του Τ3.

• Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (όπως αμιτριπτυλίνη και ιμιπραμίνη): Η λιοθυρονίνη αυξάνει την ευαισθησία των υποδοχέων στις κατεχολαμίνες, επιταχύνοντας την απόκριση στα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και ενισχύοντας έτσι τις δράσεις τους.

• Αμιωδαρόνη: Η αμιωδαρόνη μπορεί να αναστείλει την αποϊωδίωση της θυροξίνης σε τριιωδοθυρονίνη, με αποτέλεσμα μειωμένη συγκέντρωση τριιωδοθυρονίνης με αύξηση της συγκέντρωσης της ανενεργής ανάστροφης τριιωδοθυρονίνης.

• Αντιόξινα, προσροφητικές ουσίες και σουκραλφάτη: Ο συνδυασμός οδηγεί σε μειωμένη απορρόφηση των θυρεοειδικών ορμονών. Θα πρέπει να λαμβάνονται με διαφορά τουλάχιστον 2 ωρών από τις θυροειδικές ορμόνες.

• Aνταγωνιστές της βιταμίνης Κ (π.χ. δικουμαρόλη, βαρφαρίνη): Η δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών μπορεί να ενισχυθεί, καθώς οι θυρεοειδικές ορμόνες εκτοπίζουν τα αντιπηκτικά από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Με αυτόν τον συνδυασμό, οι παράμετροι πήξης πρέπει επομένως να ελέγχονται τακτικά κατά την έναρξη της θεραπείας με θυρεοειδική ορμόνη. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης των αντιπηκτικών.

• Σερτραλίνη και χλωροκίνη/προγουανίλη: Υπάρχει κίνδυνος κλινικού υποθυρεοειδισμού σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης με θυρεοειδικές ορμόνες. Απαιτείται παρακολούθηση των συγκεντρώσεων των θυρεοειδικών ορμονών Τ3 και Τ4 στον ορό και προσαρμογή της δόσης της θυρεοειδικής ορμόνης, εάν είναι απαραίτητο, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το ανθελονοσιακό και μετά τη διακοπή της.

• Προϊόντα που περιέχουν σόγια: Τα προϊόντα που περιέχουν σόγια μπορεί να μειώσουν την εντερική απορρόφηση των θυρεοειδικών ορμονών. Η δόση της νατριούχου λιοθυρονίνης μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή, ειδικά κατά την έναρξη και μετά τη λήψη προϊόντων σόγιας.

Συνδυασμοί που πρέπει να ληφθούν υπόψη

• Ορλιστάτη: Κίνδυνος απορρύθμισης της θεραπείας υποκατάστασης του θυρεοειδούς σε ασθενείς που λαμβάνουν ορλιστάτη.

4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λιοθυρονίνη.

Κύηση Καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η λειτουργία του θυρεοειδούς της μητέρας πρέπει να διατηρείται σε ισορροπία (ιδιαίτερα για τη μείωση του κινδύνου εμβρυϊκού υποθυρεοειδισμού). Για το λόγο αυτό, η κλινική παρακολούθηση πρέπει να ξεκινά όσο το δυνατόν νωρίτερα μόλις διαπιστωθεί η εγκυμοσύνη και να συνεχιστεί ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό της εγκυμοσύνης, προκειμένου η θεραπεία να προσαρμόζεται γρήγορα και τακτικά, εάν είναι απαραίτητο.

Η περίσσεια λιοθυρονίνης στη μητέρα θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερβολική μείωση των επιπέδων της λεβοθυροξίνης στη μητέρα, μέσω του μηχανισμού αρνητικής ανάδρασης, γεγονός το οποίος θα μπορούσε να επηρεάσει την εγκεφαλική ανάπτυξη του εμβρύου, με κίνδυνο την εμφάνιση γνωσιακών διαταραχών στο παιδί. Δεδομένου αυτού του πιθανού κινδύνου, ο υποθυρεοειδισμός της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο με λεβοθυροξίνη, η οποία είναι η ενδεδειγμένη θεραπεία. Σε όλες τις περιπτώσεις, συνιστάται η διενέργεια ελέγχου της θυρεοειδικής λειτουργίας του νεογνού και της μητέρας.

Επομένως, εάν μια εγκυμοσύνη είναι επιθυμητή ή εάν βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, η θεραπεία με T3 αντενδείκνυται και θα πρέπει να αντικαθίσταται από μονοθεραπεία με λεβοθυροξίνη.

Θηλασμός Η λιοθυρονίνη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Η λήψη αυτού του φαρμάκου μπορεί να συνεχιστεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού υπό ιατρική επίβλεψη.

Ακόμη και σε θεραπεία με υψηλές δόσεις λιοθυρονίνης, η ποσότητα L T3 που εκκρίνεται στο μητρικό γάλα κατά τη διάρκεια του θηλασμού δεν είναι επαρκής για να προκαλέσει υπερθυρεοειδισμό, βρογχοκήλη ή καταστολή της έκκρισης TSH στο νεογνό.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το T3 δεν έχει καμία επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας με Τ3 σχετίζονται με υπερδοσολογία και συνήθως εξαφανίζονται με κατάλληλη μείωση της δόσης ή λίγες μέρες μετά από τη διακοπή της θεραπείας. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, μπορεί να εμφανιστούν θυρεοτοξικά συμπτώματα (βλ. παρακάτω), προκάρδιος άλγος και πόνος στα άκρα (βλ. παράγραφο 4.9). Η θεραπεία με λιοθυρονίνη σε θεραπευτικές δόσεις με φυσιολογικές τιμές TSH συνήθως δεν προκαλεί ανεπιθύμητες ενέργειες.

Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σύμφωνα με τη συνθήκη MedDRA:

Μη γνωστής συχνότητας: η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα

Kατηγορία οργανικού συστήματοςΣυχνότηταΑνεπιθύμητη ενέργεια
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΜη γνωστήΥπερευαισθησία. Σε περίπτωση υπερευαισθησίας στη λιοθυρονίνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που περιέχονται στο T3, μπορεί να εμφανιστούν αλλεργικές αντιδράσεις στο δέρμα (π.χ. εξάνθημα ή κνίδωση) και στην περιοχή των αεραγωγών (π.χ. δύσπνοια ή αγγειοοίδημα)
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΜη γνωστήΠονοκέφαλος*, τρόμος, ενδοκρανιακή υπέρταση (ψευδοόγκος εγκεφάλου), ιδιαίτερα στα παιδιά.
Ψυχιατρικές διαταραχέςΜη γνωστήΑϋπνία*, νευρικότητα, διέγερση, ανησυχία
Καρδιακές διαταραχέςΜη γνωστήΑίσθημα παλμών, ταχυκαρδία*, καρδιακές αρρυθμίες, στηθάγχη, έμφραγμα μυοκαρδίου
Αγγειακές διαταραχέςΜη γνωστήΕξάψεις
Διαταραχές του γαστρεντερικούΜη γνωστήΔιάρροια*, έμετος*
Διαταραχές του δέρματος και υποδόριου ιστούτΜη γνωστήΑλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (σπάνιες) Υπερβολική εφίδρωση Παροδική τριχόπτωση σε παιδιά
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος κα του συνδετικού ιστούΜη γνωστήΜυϊκή αδυναμία, κράμπες
Διαταραχές του αναπαραγωγικ συστήματος και του μαστούΜη γνωστήΔιαταραχές εμμήνου ρύσης
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματοςΜη γνωστήΥπερθυρεοειδισμός
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγηΜη γνωστή σΔυσανεξία στη ζέστη, πυρετός*
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΜη γνωστήΥπερασβεστιουρία στα παιδιά
Παρακλινικές εξετάσειςΜη γνωστήΥπερβολική απώλεια βάρους*

* Σημεία υπερθυρεοειδισμού όπως ταχυκαρδία, αϋπνία, διεγερσιμότητα, πονοκέφαλος, πυρετός, εφίδρωση, ταχεία απώλεια βάρους, διάρροια, έμετος, θα πρέπει να οδηγήσουν σε διακοπή της θεραπείας για λίγες ημέρες και επανέναρξη της θεραπείας με χαμηλότερες δόσεις.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες απευθείας μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.

4.9. Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας συνίστανται σε μέτρια έως σοβαρή αύξηση του μεταβολισμού. Ο βαθμός βαρύτητας εξαρτάται από το αν πρόκειται για απότομη αύξηση της δοσολογίας ή επαναλαμβανόμενη υπερδοσολογία.

Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας (συνήθως οξείας), έχουν αναφερθεί κλινικά συμπτώματα θυρεοτοξικής κρίσης, όπως αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, καρδιακές αρρυθμίες, υπέρταση, στηθάγχη, τρόμος, πονοκέφαλος, διέγερση, σύγχυση, ευερεθιστότητα, υπερκινητικότητα, ανησυχία, άγχος, αϋπνία, ναυτία, αυξημένη κινητικότητα του εντέρου, διάρροια, απώλεια βάρους, μυϊκή αδυναμία, εφίδρωση, μυδρίαση, ταχύπνοια, πυρεξία, μειωμένη ανοχή στη θερμότητα. Οι επαναλαμβανόμενες υψηλές δόσεις μπορεί, επίσης, να προκαλέσουν σοβαρά συμπτώματα, όπως παραλήρημα, σπασμούς, κώμα, αφυδάτωση, αρρυθμίες και κυκλοφορική ανεπάρκεια (θυρεοτοξική κρίση), ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς με καρδιακές παθήσεις. Μπορεί, επίσης, να εμφανιστεί προκάρδιο άλγος και πόνος στα άκρα.

Έχουν αναφερθεί αρκετές περιπτώσεις αιφνίδιου καρδιακού θανάτου σε ασθενείς που έκαναν κατάχρηση θυρεοειδικών ορμονών για πολλά χρόνια.

Αντιμετώπιση Σε απότομη αύξηση της δοσολογίας, η γαστρεντερική απορρόφηση μπορεί να μειωθεί με χορήγηση ενεργού άνθρακα ή πλύση στομάχου. Η αντιμετώπιση γενικά περιλαμβάνει συμπτωματική θεραπεία και μέτρα υποστήριξης της ζωής. Σε περίπτωση σοβαρών βήτα- συμπαθομιμητικών δράσεων, ιδιαίτερα καρδιακών, η χρήση β-αναστολέων (π.χ. προπανολόλη 40 mg κάθε 6 ώρες) μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα. Άφθονη παροχή υγρών.

Παρακολούθηση και διόρθωση της υπερθερμίας. Χρήση αντιθυρεοειδικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται, λόγω της πλήρους αδρανοποίησης του θυρεοειδούς.

Η πλασμαφαίρεση μπορεί να είναι χρήσιμη για εξαιρετικά υψηλές δόσεις.

Ανάλογα με το μέγεθος της υπερδοσολογίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται και να γίνονται εξετάσεις. Μόλις υποχωρίσουν τα συμπτώματα, η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί σε χαμηλότερες δόσεις.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Θυροειδικές ορμόνες, κωδικός ATC: H03AA02 Μηχανισμός δράσης Η θυροξίνη (Τ4) είναι το κύριο προϊόν έκκρισης του θυρεοειδούς αδένα. Σχηματίζεται, επίσης, κάποια ποσότητα τριιωδοθυρονίνης (Τ3), αλλά η κύρια ποσότητα της Τ3 προέρχεται από την αποϊωδίωση της Τ4 ενδοκυτταρικά στους περιφερικούς ιστούς. Θεωρείται ότι η Τ4 δρα κυρίως ως προ-ορμόνη και ότι οι βιολογικές δράσεις ασκούνται κυρίως από την Τ3. Ο σχηματισμός και η έκκριση των θυρεοειδικών ορμονών ρυθμίζονται από την TSH και η

διέγερση της έκκρισης της TSH ρυθμίζεται από τη συγκέντρωση των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα.

Η τριιωδοθυρονίνη περιέχει στο μόριό της σημαντικό ποσοστό ιωδίου.

Η λιοθυρονίνη είναι η συνθετική μορφή της φυσικής τριιωδοθυρονίνης (Τ3) και μιμείται τις δράσεις της φυσικής ορμόνης: αύξηση του βασικού μεταβολισμού, επιτάχυνση του καρδιακού ρυθμού, αναστολή της έκκρισης TSH.

Η λιοθυρονίνη έχει ίδιες βιολογικές δράσεις με τη θυροξίνη. Η θυροξίνη έχει σταθερή και ασφαλή επίδραση στο μεταβολισμό και, επομένως, προτιμάται στις περισσότερες καταστάσεις όπου ενδείκνυται η θυρεοειδική ορμόνη. Σε ειδικές περιπτώσεις, ωστόσο, η τριιωδοθυρονίνη, η οποία έχει ταχύτερη έναρξη δράσης και μικρότερο χρόνο ημιζωής, είναι καταλληλότερη.

Η τριιωδοθυρονίνη (Τ3), όπως και η θυροξίνη (Τ4), επηρεάζει τις κυτταρικές οξειδωτικές διεργασίες σε ολόκληρο τον οργανισμό και είναι υπεύθυνη για την ομαλή αύξηση, εξέλιξη, λειτουργία και διατήρηση όλων των ιστών του σώματος. Οι θυρεοειδικές ορμόνες κατά την ενδομήτριο ζωή και σε ανήλικα άτομα, προάγουν τη σωματική αύξηση και τη φυσιολογική ωρίμανση των διαφόρων οργάνων και ιδιαίτερα του ΚΝΣ. Οι δράσεις αυτές ερμηνεύουν την τεράστια σημασία της έγκαιρης έναρξης θεραπείας σε περιπτώσεις συγγενούς υποθυρεοειδισμού (κρετινισμός).

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Η λιοθυρονίνη απορροφάται γρήγορα. Η απορρόφηση της από τη γαστρεντερική οδό είναι ταχεία και σχεδόν πλήρης (95%) σε 4 ώρες. Η έναρξη των φαρμακολογικών δράσεων εμφανίζεται μέσα σε λίγες ώρες και φτάνουν στο μέγιστο μετά από 2-3 ημέρες θεραπείας από το στόμα). Τα θεραπευτικά επίπεδα της λιοθυρονίνης διατηρούνται για 24-48 ώρες μετά τη διακοπή της θεραπείας, ενώ η επίδραση της λιοθυρονίνης στην TSH διατηρείται έως και 72 ώρες μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Επειδή η τριιωδοθυρονίνη δεν συνδέεται ισχυρά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, το φάρμακο έχει πιο γρήγορη έναρξη της φαρμακολογικής του δράσης σε σύγκριση με την λεβοθυροξίνη (Τ4).

Κατανομή Η λιοθυρονίνη συνδέεται σε μεγάλο ποσοστό (99%), αλλά όχι ισχυρά, με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως την θυροξινο-δεσμευτική σφαιρίνη (TBG, thyroxin binding globulin) και την θυροξινο-δεσμευτική προαλβουμίνη (ΤBPΑ, thyroxino binding prealbumin) και σε μικρότερο βαθμό με την αλβουμίνη. Επειδή η Τ3 συνδέεται λιγότερο ισχυρά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος από τη θυροξίνη, διευκολύνεται η διάχυση της στους ιστούς και ο όγκος κατανομής της είναι 4 φορές μεγαλύτερος από αυτόν της Τ4. Οι θυρεοειδικές ορμόνες δεν διαπερνούν εύκολα τον πλακούντα, με ένα μικρό ποσοστό (2-10%) να διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό. Ελάχιστες ποσότητες των ορμονών απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα.

Βιομετασχηματισμός Η τριιωδοθυρονίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ Η ορμόνη υπόκειται σε μονοαποϊωδίωση για το σχηματισμό ανενεργής διιωδοθυρονίνης και μονοϊωδοθυρονίνης. O βιολογικός χρόνος ημιζωής είναι 2,5 ημέρες.

Αποβολή Η τριιωδοθυρονίνη είναι λιγότερο δεσμευμένη στις πρωτεΐνες του πλάσματος από τη θυροξίνη και έχει χρόνο ημιζωής περίπου 1-2 ημέρες. Ο χρόνος ημιζωής αυξάνει σε ασθενείς

με υπερθυρεοειδισμό και μειώνεται σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό. Το 20-40% αποβάλλεται με τα κόπρανα.

5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες προκλινικές πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Λακτόζη*, Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο, Μαγνήσιο στεατικό, Τάλκης σιλικοποιημένος** *αποτελείται από λακτόζη μονοϋδρική, ζελατίνη, άμυλο αραβοσίτου **αποτελείται από τάλκη κεκαθαρμένο, διοξείδιο πυριτίου κολλοειδές Χρωστικές:

T3 25 μg: Egg yellow lake art 74675 (Lake Quinoline Yellow E 104, Lake Sunset Yellow E 110)

T3 50 μg: Yellow lake No 6 E 110

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 (τρία) χρόνια υπό την προϋπόθεση ότι το προϊόν φυλάσσεται κλειστό, στην αρχική του συσκευασία σύμφωνα με τις οδηγίες διατήρησης.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25C. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

 25 μg/tab 1) Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 30 δισκία συσκευασμένα ανά 10 σε 3 blisters από PVC, PVDC και Aluminium foil και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.

2) Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 30 δισκία συσκευασμένα ανά 15 σε 2 blisters από PVC, PVDC και Aluminium foil και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.

 50 μg/tab Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 30 δισκία συσκευασμένα ανά 10 σε 3 blisters από PVC, PVDC και Aluminium foil και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

UNI-PHARMA ΚΛΕΩΝ ΤΣΕΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ Α.Β.Ε.Ε.

14º χλμ. Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας 145 64 Κηφισιά Τηλ.: 210 8072512

Fax: 210 8078907

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

T3 25 μg: 86199/15/22.06.2016.

T3 50 μg: 60594/30.07.2013.

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 27.07.1981.

Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 06.02.2007.

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:1782301_SPC_1782301_1.pdf