ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟNOMAΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
T4 12 μg, Δισκία T4 25 μg, Δισκία T4 50 μg, Δισκία T4 62 μg, Δισκία T4 75 μg, Δισκία T4 88 μg, Δισκία T4 100 μg, Δισκία T4 112 μg, Δισκία T4 125 μg, Δισκία T4 137 μg, Δισκία T4 150 μg, Δισκία T4 175 μg, Δισκία T4 200 μg, Δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 12 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 25 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 50 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 62 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 75 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 88 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 100 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 112 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 125 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 137 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 150 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 175 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Κάθε δισκίο T4 περιέχει 200 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
.
Κάθε δισκίο Τ4 περιέχει 4 mg λακτόζης (ως μονοϋδρική).
Τα δισκία Τ4 12 μg, 50 μg και 100 μg περιέχουν χρωστική Sunset yellow (Ε110).
Τα δισκία T4 50 μg και 100 μg περιέχουν χρωστική Ponceau 4R (Ε124).
Τα δισκία Τ4 75 μg περιέχουν χρωστική Brilliant black (Ε151).
Τα δισκία Τ4 88 μg και 137 μg περιέχουν χρωστική Azorubine (carmoisine) (Ε122).
Τα δισκία Τ4 200 μg περιέχουν χρωστική Tartrazine (Ε102).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκία.
Τα T4 12 μg, Δισκία έχουν χρώμα σομόν και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 25 μg, Δισκία έχουν χρώμα ανοιχτό κίτρινο και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 50 μg, Δισκία έχουν χρώμα μπεζ και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 62 μg, Δισκία έχουν χρώμα ανοιχτό γκρι-γαλάζιο και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 75 μg, Δισκία έχουν χρώμα μωβ και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 88 μg, Δισκία έχουν χρώμα ροζ και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 100 μg, Δισκία έχουν χρώμα ανοιχτό καφέ και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 112 μg, Δισκία έχουν χρώμα φούξια και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 125 μg, Δισκία έχουν χρώμα λευκό και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 137 μg, Δισκία έχουν χρώμα βιολετί και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 150 μg, Δισκία έχουν χρώμα ανοιχτό πράσινο και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 175 μg, Δισκία έχουν χρώμα ανοιχτό μωβ και σχήμα φακοειδές.
Τα T4 200 μg, Δισκία έχουν χρώμα σκούρο πράσινο και σχήμα φακοειδές.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις
- Θεραπεία υποκατάστασης σε υποθυρεοειδισμό, συγγενή ή επίκτητο.
- Θεραπεία της καλοήθους ευθυρεοειδικής βρογχοκήλης
- Θεραπεία βρογχοκήλης σχετιζόμενης με τη χρόνια λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα Hashimoto.
- Πρόληψη υποτροπής της ευθυρεοειδικής βρογχοκήλης μετά από εγχείρηση, ανάλογα με τη μετεγχειρητική ορμονική κατάσταση του οργανισμού.
- Κατασταλτική θεραπεία σε καρκίνο του θυρεοειδούς.
- Ταυτόχρονη συμπληρωματική αγωγή κατά τη διάρκεια θεραπείας υπερθυρεοειδισμού με αντιθυρεοειδικά φάρμακα.
- Διαγνωστική χρήση για έλεγχο της καταστολής του θυρεοειδούς
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Προκειμένου να καταστεί δυνατή η χορήγηση της θεραπείας σε κάθε ασθενή ανάλογα με τις ατομικές ανάγκες του/της, τα δισκία διατίθενται σε περιεκτικότητες νατριούχου λεβοθυροξίνης που κυμαίνονται από 12 έως 200 μικρογραμμάρια. Συνεπώς, οι ασθενείς συνήθως χρειάζεται να λαμβάνουν μόνο ένα δισκίο την ημέρα.
Οι δοσολογικές συστάσεις που παρέχονται είναι ενδεικτικές.
Η ημερήσια δόση του κάθε ατόμου θα πρέπει να προσδιορίζεται βάσει των εργαστηριακών δοκιμασιών και των κλινικών εξετάσεων. Οι συγκεντρώσεις της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης στον ορό παρέχουν μία πιο αξιόπιστη βάση για την έναρξη και την παρακολούθηση της θεραπευτικής αγωγής.
Με εξαίρεση τα νεογνά με συγγενή υποθυρεοειδισμό, στα οποία είναι σημαντικό η ορμονική υποκατάσταση να είναι ταχεία, η θεραπευτική αγωγή με τις θυρεοειδικές ορμόνες θα πρέπει να ξεκινά με μικρή δόση η οποία θα αυξάνεται σταδιακά κάθε 2 έως 4 εβδομάδες μέχρι εύρεσης της τελικής δόσης για την πλήρη ορμονική υποκατάσταση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Για νεογνά και βρέφη με συγγενή υποθυρεοειδισμό, στα οποία η ταχεία υποκατάσταση είναι σημαντική, η αρχική συνιστώμενη δόση είναι 10 με 15 μικρογραμμάρια ανά kg Σ.Β. ανά ημέρα για τους πρώτους 3 μήνες. Στη συνέχεια, η δόση πρέπει να προσαρμοστεί κατά περίπτωση σύμφωνα με τα κλινικά ευρήματα και τις τιμές των θυρεοειδικών ορμονών και της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH).
Για παιδιά με επίκτητο υποθυρεοειδισμό, η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 12,5-50 μικρογραμμάρια την ημέρα. Η δόση πρέπει να αυξάνεται σταδιακά κάθε 2 με 4 εβδομάδες σύμφωνα με τα κλινικά ευρήματα και τις τιμές της θυρεοειδικής ορμόνης και της TSH μέχρι εύρεσης της τελικής δόσης για την πλήρη ορμονική υποκατάσταση.
Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς Στους ηλικιωμένους ασθενείς, στους ασθενείς που πάσχουν από στεφανιαία καρδιακή νόσο και στους ασθενείς με σοβαρού βαθμού ή χρόνιο υποθυρεοειδισμό, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας με θυρεοειδικές ορμόνες, δηλαδή θα πρέπει να χορηγείται χαμηλή δόση
έναρξης (για παράδειγμα 12,5 μικρογραμμάρια/ ημέρα) η οποία θα πρέπει στη συνέχεια να αυξάνεται με βραδύ ρυθμό και με μεσολάβηση μεγάλων διαστημάτων (π.χ. μια προοδευτική αύξηση της δόσης ίση με 12,5 μικρογραμμάρια/ημέρα κάθε δύο εβδομάδες) και ταυτόχρονα να ελέγχονται συχνά τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο χορήγησης δόσεων χαμηλότερων από τα βέλτιστα δοσολογικά επίπεδα που θα αντιστοιχούσαν σε θεραπεία πλήρους ορμονικής υποκατάστασης, τα οποία δεν διορθώνουν πλήρως τα επίπεδα της TSH.
Η εμπειρία έχει δείξει πως μικρότερη δόση είναι επαρκής σε ασθενείς με χαμηλό σωματικό βάρος όπως επίσης και σε ασθενείς με μεγάλη οζώδη βρογχοκήλη.
| Ένδειξη | Συνιστώμενη δόση (μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης/ημέρα) |
|---|---|
| Θεραπεία υποκατάστασης σε υποθυρεοειδισμό στους ενήλικες - αρχική δόση - δόση συντήρησης | 25 - 50 100 - 200 |
| Θεραπεία υποκατάστασης σε υποθυρεοειδισμό σε νεογνά, βρέφη και παιδιά - συγγενής υποθυρεοειδισμός αρχική δόση - επίκτητος υποθυρεοειδισμός αρχική δόση - δόση συντήρησης | 10 - 15 ανά kg σωματικού βάρους 12,5 - 50 100 - 150 μικρογραμμάρια/m² επιφάνειας σώματος |
| Θεραπεία καλοήθους ευθυρεοειδικής βρογχοκήλης | 75 - 200 |
| Θεραπεία βρογχοκήλης σχετιζόμενης με τη χρόνια λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα Hashimoto | 50 - 200 |
| Πρόληψη υποτροπής της ευθυρεοειδικής βρογχοκήλης μετά από εγχείρηση | 75 - 200 |
| - | |
| - | |
| Κατασταλτική θεραπεία σε καρκίνο του θυρεοειδούς | 150 - 300 |
| Ταυτόχρονη συμπληρωματική αγωγή κατά τη διάρκεια θεραπείας υπερθυρεοειδισμού με αντιθυρεοειδικά φάρμακα | 50 - 100 |
Τρόπος χορήγησης Η ημερήσια δόση μπορεί να δοθεί ως εφάπαξ χορήγηση.
Λήψη: ως μια εφάπαξ ημερήσια δόση το πρωί με άδειο στομάχι, μισή ώρα πριν από το πρόγευμα, κατά προτίμηση μαζί με μικρή ποσότητα κάποιου υγρού (για παράδειγμα, με μισό ποτήρι νερό).
Τα βρέφη λαμβάνουν ολόκληρη τη δόση σε μία χορήγηση τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από τη λήψη του πρώτου γεύματος της ημέρας. Τα δισκία διασπώνται εάν διαλυθούν σε λίγο νερό (10 με 15 mL) και το εναιώρημα που προκύπτει, το οποίο θα πρέπει να παρασκευάζεται την ώρα εκείνη που χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί, θα πρέπει να χορηγείται με ακόμη λίγη ποσότητα κάποιου υγρού (5 με 10 mL).
Η διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής συνήθως είναι δια βίου στην περίπτωση που δίνεται ως υποκατάσταση σε υποθυρεοειδισμό, μετά από μερική ή ολική θυρεοειδεκτομή, ως προφύλαξη υποτροπής μετά από αφαίρεση ευθυρεοειδικής βρογχοκήλης, καθώς και στην περίπτωση βρογχοκήλης που σχετίζεται με τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto.
Στον υπερθυρεοειδισμό, μετά από την επίτευξη της ευθυρεοειδικής κατάστασης, ενδείκνυται να ακολουθείται ταυτόχρονη θεραπεία για τη χρονική περίοδο που χορηγείται το αντιθυρεοειδικό φάρμακο.
Στην περίπτωση της καλοήθους ευθυρεοειδικής βρογχοκήλης, η απαιτούμενη χρονική διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής είναι 6 μήνες έως 2 έτη.
Εάν προκληθεί πολύ ταχεία αύξηση στο μεταβολισμό (προκαλώντας διάρροια, ανησυχία, ταχυπαλμία, αϋπνία, τρόμο και μερικές φορές πόνο στηθάγχης στην περίπτωση λανθάνουσας καρδιακής ισχαιμίας), η δόση πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί, για μία ή δύο ημέρες, και στη συνέχεια η αγωγή να ξαναρχίσει με μειωμένη δόση.
Ασθενείς που μεταβαίνουν από το πόσιμο διάλυμα στη μορφή δισκίου ή από τη μορφή δισκίου στο πόσιμο διάλυμα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
4.3. Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Επινεφριδική ανεπάρκεια που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία, υποφυσιακή ανεπάρκεια που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία και θυρεοτοξίκωση που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία.
- Δεν θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία με τα δισκία T4 σε περίπτωση οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, οξείας μυοκαρδίτιδας και οξείας πανκαρδίτιδας.
- Δεν ενδείκνυται η συνδυασμένη θεραπευτική αγωγή της λεβοθυροξίνης με κάποιον αντιθυρεοειδικό παράγοντα για την αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ.
παράγραφο 4.6).
4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Πριν από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής με θυρεοειδικές ορμόνες, ή πριν από τη διεξαγωγή δοκιμασίας καταστολής θυρεοειδούς, θα πρέπει να αποκλείεται η ύπαρξη των παρακάτω νόσων ή παθολογικών καταστάσεων ή αυτές να έχουν πρώτα αντιμετωπιστεί θεραπευτικά: στεφανιαία ανεπάρκεια, στηθάγχη, αρτηριοσκλήρυνση, υπέρταση, υποφυσιακή και επινεφριδιακή ανεπάρκεια. Θα πρέπει επίσης να αποκλείεται ή να θεραπεύεται πριν την έναρξη θεραπευτικής αγωγής με θυρεοειδικές ορμόνες η ενδεχόμενη αυτονομία του θυρεοειδούς.
Κατά την έναρξη της θεραπείας με λεβοθυροξίνη σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο ψυχωσικών διαταραχών, συνιστάται να ξεκινούν με χαμηλή δόση λεβοθυροξίνης και να αυξάνουν τη δόση βαθμιαία στην αρχή της θεραπείας. Συνιστάται η παρακολούθηση του ασθενούς. Εάν εμφανιστούν σημεία ψυχωσικών διαταραχών, θα πρέπει να εξετάζεται η προσαρμογή της δόσης της λεβοθυροξίνης.
Η εμφάνιση ακόμη και μικρού βαθμού υπερθυρεοειδισμού λόγω φαρμακευτικής αγωγής θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με στεφανιαία ανεπάρκεια, με καρδιακή ανεπάρκεια ή με ταχυαρρυθμίες. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να πραγματοποιούνται συχνοί έλεγχοι των θυρεοειδικών παραμέτρων σε αυτές τις περιπτώσεις.
Σε περίπτωση δευτεροπαθούς υποθυρεοειδισμού, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα αίτιά του πριν από τη χορήγηση θεραπείας υποκατάστασης και, εφόσον απαιτείται, θα πρέπει να ξεκινά και θεραπευτική αγωγή υποκατάστασης μίας αντιρροπούμενης επινεφριδικής ανεπάρκειας.
Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με υποθυρεοειδισμό και με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης, θα πρέπει να αποφεύγεται τα επίπεδα λεβοθυροξίνης στον ορό να υπερβαίνουν τα φυσιολογικά και κατά συνέπεια, η λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.
Η λεβοθυροξίνη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε καταστάσεις υπερθυρεοειδισμού, παρά μόνο στην περίπτωση που χορηγείται ως ταυτόχρονη συμπληρωματική θεραπευτική αγωγή στα πλαίσια θεραπείας υπερθυρεοειδισμού με αντιθυρεοειδικά φάρμακα.
Αφού έχει ήδη καθιερωθεί αγωγή με λεβοθυροξίνη, συνιστάται να ρυθμίζεται η δοσολογία με βάση την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών ελέγχων.Παράλληλα, απαιτείται στενή παρακολούθηση σε ασθενείς που μεταβαίνουν από πόσιμο διάλυμα στη μορφή δισκίου ή από τη μορφή δισκίου σε πόσιμο διάλυμα.
Κατά τη συγχορήγηση ορλιστάτης και λεβοθυροξίνης, μπορεί να εμφανιστεί υποθυρεοειδισμός και/ή μειωμένος έλεγχος του υποθυρεοειδισμού (βλ. παράγραφο 4.5). Οι ασθενείς που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη, θα πρέπει να συμβουλεύονται το γιατρό τους πριν ξεκινήσουν ή διακόψουν ή μεταβάλλουν τη θεραπεία με ορλιστάτη, καθώς η ορλιστάτη και η λεβοθυροξίνη μπορεί να χρειάζεται να λαμβάνονται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και η δόση της λεβοθυροξίνης μπορεί να χρήζει προσαρμογής. Επιπλέον, συνιστάται η παρακολούθηση του ασθενούς μέσω ελέγχου των ορμονικών επιπέδων στον ορό.
Οι θυρεοειδικές ορμόνες δεν πρέπει να χορηγούνται για τη μείωση του σωματικού βάρους. Η θεραπεία με λεβοθυροξίνη δεν προκαλεί απώλεια σωματικού βάρους στους ευθυρεοειδικούς ασθενείς.
Σημαντικές δόσεις είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρές ή ακόμη και απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες. Η λεβοθυροξίνη σε υψηλές δόσεις δεν πρέπει να συνδυάζεται με ορισμένες ουσίες για τη μείωση του σωματικού βάρους, π.χ. συμπαθομιμητικά (αμφεπραμόνη, καθίνη και φαινυλοπροπανολαμίνη). Βλ. παράγραφο 4.9.
Για ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη και ασθενείς που βρίσκονται υπό θεραπευτική αγωγή με αντιπηκτικά, βλ. παράγραφο 4.5.
Συνιστάται εκτέλεση ΗΚΓ πριν από την έναρξη της θεραπείας με λεβοθυροξίνη, λόγω του ότι οι αλλαγές που προκαλούνται από τον υποθυρεοειδισμό μπορεί να συγχέονται με ευρήματα που αποτελούν ένδειξη καρδιακής ισχαιμίας.
Απαιτείται προσοχή όταν η λεβοθυροξίνη χορηγείται σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό επιληψίας.
Επιληπτικές κρίσεις έχουν σπάνια αναφερθεί σχετιζόμενες με την έναρξη της θεραπείας με νατριούχο λεβοθυροξίνη, και μπορεί να σχετίζονται με την επίδραση των θυρεοειδικών ορμονών στην επιληπτική ουδό.
Παιδιατρικός πληθυσμός Οι γονείς των παιδιατρικών ασθενών που λαμβάνουν θυρεοειδικούς παράγοντες θα πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι μερική απώλεια τριχών της κεφαλής μπορεί να προκύψει κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας, όμως αυτό το φαινόμενο είναι συνήθως παροδικό και συνήθως ακολουθεί αναγέννηση.
Οι αιμοδυναμικές παράμετροι θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά την έναρξη της θεραπείας με λεβοθυροξίνη σε πρόωρα νεογνά με πολύ χαμηλό βάρος κατά τη γέννηση, καθώς ενδέχεται να εμφανιστεί κυκλοφορική κατέρρειψη λόγω της ανώριμης επινεφριδικής λειτουργίας.
Επιδράσεις στις εργαστηριακές δοκιμές:
Η βιοτίνη ενδέχεται να επηρεάζει τα αποτελέσματα των ανοσοεξετάσεων του θυρεοειδούς οι οποίες βασίζονται σε αλληλεπίδραση βιοτίνης/στρεπταβιδίνης, προκαλώντας εσφαλμένη μείωση ή εσφαλμένη αύξηση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων. Ο κίνδυνος επίδρασης αυξάνεται με υψηλότερες δόσεις βιοτίνης.
Κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών εξετάσεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή επίδραση της βιοτίνης, ιδίως όταν τα αποτελέσματα δεν συνάδουν με την κλινική εικόνα.
Όταν απαιτείται εξέταση λειτουργίας του θυρεοειδούς σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν προϊόντα που περιέχουν βιοτίνη, το προσωπικό του εργαστηρίου πρέπει να ενημερώνεται σχετικά. Πρέπει να χρησιμοποιούνται, εφόσον υπάρχουν, εναλλακτικά προϊόντα εξέτασης μη ευαίσθητα στην επίδραση της βιοτίνης (βλ. παράγραφο 4.5).
Έκδοχα Το Τ4 περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το Τ4 περιέχει νάτριο. Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
Τα Τ4 12 μg, 50 μg, 75 μg, 88 μg, 100 μg, 137 μg και 200 μg περιέχουν αζωχρώματα (Ε102, Ε110, Ε122, Ε124, Ε151). Μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.
Λόγω της σχετικά χαμηλής διαλυτότητας της λεβοθυροξίνης στο νερό, της φωτοευαισθησίας του μορίου της και της τάσης της για αποϊδωποίηση, τα δισκία που περιέχουν αυτή την ουσία είναι δυνατόν να παρουσιάσουν προβλήματα στη σταθερότητα και ομοιομορφία του περιεχομένου. Για το λόγο αυτό ασθενείς με υποθυρεοειδισμό που υποβάλλονται σε θεραπεία με αυτά τα προϊόντα πρέπει να βρίσκονται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση.
4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Αντιδιαβητικοί παράγοντες:
Η λεβοθυροξίνη είναι πιθανό να μειώσει τη δράση των αντιδιαβητικών παραγόντων. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να ελέγχονται συχνά τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα όταν ξεκινά η θεραπευτική αγωγή με θυρεοειδικές ορμόνες και, εφόσον απαιτείται, η δοσολογία του αντιδιαβητικού παράγοντα θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται.
Παράγωγα κουμαρίνης:
Η δράση της θεραπευτικής αγωγής με αντιπηκτικά ενδέχεται να ενταθεί, επειδή η λεβοθυροξίνη εκτοπίζει τα αντιπηκτικά φάρμακα από τις θέσεις σύνδεσής τους με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, γεγονός που πιθανόν να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας, π.χ. αιμορραγία του ΚΝΣ ή του γαστρεντερικού, ειδικότερα στους ηλικιωμένους ασθενείς. Για το λόγο αυτό, οι παράμετροι της πήξης θα πρέπει να ελέγχονται σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά την έναρξη και τη διάρκεια της ταυτόχρονης θεραπευτικής αγωγής. Εφόσον απαιτείται, η δοσολογία του αντιπηκτικού φαρμάκου θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται.
Αναστολείς Πρωτεασών (π.χ. ριτοναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη):
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μετά την κυκλοφορία που δείχνουν πιθανή αλληλεπίδραση μεταξύ προϊόντων που περιέχουν ριτοναβίρη και λεβοθυροξίνη. Η ορμόνη διέγερσης του θυρεοειδούς (TSH) θα πρέπει να παρακολουθείται σε ασθενείς που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη τουλάχιστον τον πρώτο μήνα μετά την έναρξη ή/και τη λήξη της θεραπείας με ριτοναβίρη.
Φαινυτοΐνη:
Η φαινυτοΐνη πιθανόν να επηρεάσει τη δράση της λεβοθυροξίνης, εκτοπίζοντας τη λεβοθυροξίνη από τις θέσεις σύνδεσής της με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και οδηγεί σε αύξηση του κλάσματος της ελεύθερης θυροξίνης ορού (fT ) και της ελεύθερης τριιωδοθυρονίνης ορού (fT ). Αφ’ ετέρου, η 4 3 φαινυτοΐνη αυξάνει τον ηπατικό μεταβολισμό της λεβοθυροξίνης. Συνιστάται στενή παρακολούθηση των παραμέτρων των θυρεοειδικών ορμονών.
Χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη:
Η χορήγηση ρητίνων ανταλλαγής ιόντων, όπως η χολεστυραμίνη και η κολεστιπόλη, αναστέλλουν την απορρόφηση της νατριούχου λεβοθυροξίνης. Για το λόγο αυτό, η νατριούχος λεβοθυροξίνη θα πρέπει να λαμβάνεται 4-5 ώρες πριν από τη χορήγηση αυτών των προϊόντων.
Αργίλιο, σίδηρος και άλατα ασβεστίου:
Έχει αναφερθεί στη σχετική βιβλιογραφία πως τα φάρμακα που περιέχουν αργίλιο (αντιόξινα, σουκραλφάτη) ενδέχεται να μειώνουν τη δράση της λεβοθυροξίνης. Τα φάρμακα που περιέχουν λεβοθυροξίνη θα πρέπει, συνεπώς, να χορηγούνται τουλάχιστον 2 ώρες πριν από τη χορήγηση των φαρμάκων που περιέχουν αργίλιο.
Το ίδιο ισχύει και για φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν σίδηρο καθώς και άλατα ασβεστίου.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται από τους ασθενείς με την ταυτόχρονη λήψη γαλακτομικών προϊόντων (όπως γάλα, γιαούρτι κτλ.) λόγω της περιεκτικότητας σε ασβέστιο, καθώς η συγχορήγηση αυτής της κατηγορίας προϊόντων με τη λεβοθυροξίνη μπορεί να μειώσει σημαντικά την απορρόφηση του φαρμάκου. Η χορήγηση ασβεστίου και λεβοθυροξίνης πρέπει να γίνεται χωριστά με διαφορά τουλάχιστον τεσσάρων ωρών.
Σαλικυλικά, δικουμαρόλη, φουροσεμίδη, κλοφιμπράτη:
Τα σαλικυλικά, η δικουμαρόλη, η φουροσεμίδη σε υψηλές δόσεις (250 mg), η κλοφιμπράτη και άλλες ουσίες μπορούν να εκτοπίσουν τη λεβοθυροξίνη από τις θέσεις σύνδεσής της με πρωτεΐνες του πλάσματος και να οδηγήσουν σε αύξηση του κλάσματος της ελεύθερης θυροξίνης ορού (fT ).
Ορλιστάτη:
Υποθυρεοειδισμός και/ή μειωμένος έλεγχος του υποθυρεοειδισμού μπορεί να εμφανιστούν όταν η ορλιστάτη και η λεβοθυροξίνη λαμβάνονται την ίδια ώρα. Αυτό μπορεί να συμβαίνει λόγω μειωμένης απορρόφησης των αλάτων ιωδίου και/ή της λεβοθυροξίνης.
Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (ΑΑΠ):
Η συγχορήγηση με ΑΑΠ μπορεί να προκαλέσει μείωση της απορρόφησης των θυρεοειδικών ορμονών, λόγω της αύξησης του ενδογαστρικού pH που προκαλείται από τους ΑΑΠ.
Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς και κλινική παρακολούθηση κατά την ταυτόχρονη θεραπεία. Ενδέχεται να χρειαστεί αύξηση της δόσης των θυρεοειδικών ορμονών.
Απαιτείται επίσης προσοχή κατά την ολοκλήρωση της θεραπείας με ΑΑΠ.
Σεβελαμέρη:
Η σεβελαμέρη πιθανόν να μειώνει την απορρόφηση της λεβοθυροξίνης. Επομένως, συνιστάται έλεγχος των ασθενών για τυχόν μεταβολές της θυροειδικής λειτουργίας κατά την έναρξη ή το τέλος της ταυτόχρονης θεραπευτικής αγωγής. Εφόσον απαιτείται, η δοσολογία της λεβοθυροξίνης θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται.
Αναστολείς κινάσης τυροσίνης:
Οι αναστολείς της τυροσινικής κινάσης (π.χ. ιματινίμπη, σουνιτινίμπη) πιθανόν να μειώνουν την αποτελεσματικότητα της λεβοθυροξίνης. Επομένως, συνιστάται έλεγχος των ασθενών για τυχόν μεταβολές της θυρεοειδικής λειτουργίας κατά την έναρξη ή το τέλος της ταυτόχρονης θεραπευτικής αγωγής. Εφόσον απαιτείται, η δοσολογία της λεβοθυροξίνης θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται.
Προπυλοθειοουρακίλη, γλυκοκορτικοειδή, β-συμπαθολυτικά, αμιωδαρόνη και ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα:
Οι ουσίες αυτές αναστέλουν την περιφερική μετατροπή της θυροξίνης (Τ ) σε τριιωδοθυρονίνη (Τ ).
4 3 Λόγω της υψηλής της περιεκτικότητας σε ιώδιο, η αμιωδαρόνη μπορεί να πυροδοτήσει την εκδήλωση υπερθυρεοειδισμού καθώς και υποθυρεοειδισμού. Συνιστάται να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην περίπτωση που υπάρχει οζώδης βρογχοκήλη, η οποία ενδέχεται να εμφανίζει αυτονομία που ενδεχομένως δεν έχει γίνει αντιληπτή.
Σερτραλίνη, χλωροκίνη/ προγουανίλη:
Οι ουσίες αυτές μειώνουν την αποτελεσματικότητα της λεβοθυροξίνης και αυξάνουν τα επίπεδα της TSH στον ορό.
Επιδράσεις των φαρμάκων που επάγουν το κυτόχρωμα P-450:
Φάρμακα επαγωγής ενζύμων, όπως τα βαρβιτουρικά, η καρβαμαζεπίνη ή τα προϊόντα που περιέχουν βαλσαμόχορτο (St John’s Wort) (Hypericum perforatum L.) ενδέχεται να αυξήσουν την κάθαρση της λεβοθυροξίνης από το ήπαρ, με αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις θυρεοειδικών ορμονών στον ορό.
Ως εκ τούτου, εάν αυτά τα προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα, οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης του θυρεοειδούς ενδέχεται να χρειάζονται αύξηση της δόσης των θυρεοειδικών ορμονών.
Οιστρογόνα:
Οι γυναίκες που κάνουν χρήση αντισυλληπτικών που περιέχουν οιστρογόνα ή οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης ενδέχεται να έχουν αυξημένη ανάγκη λεβοθυροξίνης.
Σκευάσματα που περιέχουν σόγια:
Τα σκευάσματα που περιέχουν σόγια μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση της λεβοθυροξίνης από το έντερο. Για το λόγο αυτό, ενδέχεται να χρειαστεί να αναπροσαρμοστεί η δοσολογία των δισκίων λεβοθυροξίνης, ιδιαίτερα κατά την έναρξη ή τη διακοπή της λήψης συμπληρωμάτων διατροφής με σόγια.
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά:
Η λεβοθυροξίνη αυξάνει την ευαισθησία των υποδοχέων στις κατεχολαμίνες, επιταχύνοντας με αυτό τον τρόπο την ανταπόκριση στα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (π.χ. αμιτριπτυλίνη, ιμιπραμίνη).
β-αναστολείς:
Η λεβοθυροξίνη επιταχύνει τον μεταβολισμό της προπρανολόλης.
Επιδράσεις στις εργαστηριακές δοκιμές:
Η βιοτίνη ενδέχεται να επηρεάζει τα αποτελέσματα των ανοσοεξετάσεων του θυρεοειδούς οι οποίες βασίζονται σε αλληλεπίδραση βιοτίνης/στρεπταβιδίνης, προκαλώντας εσφαλμένη μείωση ή εσφαλμένη αύξηση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων (βλ. παράγραφο 4.4).
4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Η θεραπευτική αγωγή συντήρησης με λεβοθυροξίνη θα πρέπει να είναι συνεχής ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας. Οι δοσολογικές απαιτήσεις ενδέχεται ακόμη και να αυξηθούν κατά την περίοδο της κύησης. Επειδή οι αυξήσεις της TSH στον ορό μπορεί να εμφανιστούν ήδη από τις 4 εβδομάδες της κύησης, οι έγκυες γυναίκες που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη, θα πρέπει να μετρούν την TSH κατά σε κάθε τρίμηνο, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι οι τιμές της μητρικής TSH ορού βρίσκονται εντός του εύρους αναφοράς για την εγκυμοσύνη του κάθε συγκεκριμένου τριμήνου. Ένα αυξημένο επίπεδο TSH στον ορό θα πρέπει να διορθώνεται με αύξηση της δόσης λεβοθυροξίνης.
Δεδομένου ότι τα επίπεδα της TSH μετά τον τοκετό είναι παρόμοια με τις τιμές πριν τη σύλληψη, η δοσολογία της λεβοθυροξίνης θα πρέπει να επιστρέψει στη δόση πριν την εγκυμοσύνη αμέσως μετά τον τοκετό. Θα πρέπει να λαμβάνεται ένα επίπεδο TSH ορού 6-8 εβδομάδες μετά τον τοκετό.
Κύηση Η νατριούχος λεβοθυροξίνη δεν διαπερνά εύκολα τον πλακούντα κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, αλλά μπορεί να τον διαπεράσει κατά το πρώτο τρίμηνο.
Η εμπειρία στον άνθρωπο έχει δείξει πως δεν υπάρχουν ενδείξεις τερατογένεσης λόγω του φαρμάκου και/ ή εμβρυικής τοξικότητας με τη χορήγηση δόσεων που κυμαίνονται στα συνιστώμενα θεραπευτικά επίπεδα. Η λήψη υπερβολικά υψηλών δόσεων λεβοθυροξίνης κατά τη διάρκεια της κύησης ενδέχεται να έχει αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη του εμβρύου και στη μεταγεννητική ανάπτυξη.
Κατά τη διάρκεια της κύησης, δεν ενδείκνυται η χρήση συνδυασμένης θεραπευτικής αγωγής για την αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού με λεβοθυροξίνη και αντιθυρεοειδικούς παράγοντες. Ένας τέτοιος συνδυασμός θα απαιτούσε χορήγηση υψηλότερων δόσεων αντιθυρεοειδικών παραγόντων, για τους οποίους είναι γνωστό ότι διέρχονται από τον πλακούντα και ότι προάγουν την εμφάνιση υποθυρεοειδισμού στο βρέφος.
Κατά τη διάρκεια της κύησης δεν πρέπει να πραγματοποιούνται διαγνωστικές δοκιμασίες καταστολής θυρεοειδούς, επειδή αντενδείκνυται η χορήγηση ραδιενεργών ουσιών σε έγκυες γυναίκες.
Θηλασμός Αν και η λεβοθυροξίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα κατά τη γαλουχία, οι συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται με τη χορήγηση δόσεων που κυμαίνονται στα συνιστώμενα θεραπευτικά επίπεδα δεν είναι αρκετά υψηλές έτσι ώστε να μπορούν να προκαλέσουν εμφάνιση υπερθυρεοειδισμού ή καταστολή της έκκρισης της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) στο βρέφος.
4.7. Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Επειδή, ωστόσο, η λεβοθυροξίνη είναι ακριβώς όμοια με τη φυσική ορμόνη του θυρεοειδούς, η λεβοθυροξίνη δεν αναμένεται να έχει κάποια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες
Στις περιπτώσεις όπου υπερβαίνεται το όριο της ατομικής ανοχής του ασθενούς για τη νατριούχο λεβοθυροξίνη ή μετά από υπερδοσολογία είναι πιθανό να σημειωθούν τα ακόλουθα κλινικά συμπτώματα τυπικά του υπερθυρεοειδισμού, ιδιαίτερα στην περίπτωση που η αύξηση της δόσης πραγματοποιείται πολύ γρήγορα κατά την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής: καρδιακές αρρυθμίες (π.χ. κολπική μαρμαρυγή και έκτακτες συστολές), ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, παθολογικές καταστάσεις που σχετίζονται με στηθάγχη, κεφαλαλγία, μυϊκή αδυναμία και επώδυνες μυϊκές συσπάσεις (μυϊκές κράμπες), έξαψη, πυρετός, εμετός, διαταραχές εμμήνου ρύσης, καλοήθης ενδοκράνια υπέρταση (pseudotumor cerebri) στα παιδιά, τρόμος, ανησυχία, αϋπνία, υπεριδρωσία, απώλεια βάρους, διάρροια, άγχος, εκνευρισμός, διέγερση, ρίγη, κράμπες, εφίδρωση και επιδείνωση τυχόν προϋπάρχουσας καρδιοπάθειας, υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, δύσπνοια, αυξημένη όρεξη, κοιλιακό άλγος, ναυτία, παροδική τριχόπτωση στα παιδιά, κρανιοσυνοστέωση στα βρέφη και πρόωρη σύγκλειση της επιφυσιακής πλάκας στα παιδιά και δυσανεξία στη ζέστη στα παιδιά.
Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να μειώνεται η ημερήσια δόση ή να διακόπτεται η χορήγηση της φαρμακευτικής αγωγής για κάποιες ημέρες. Η θεραπευτική αγωγή μπορεί να συνεχιστεί πάλι με προσοχή, όταν θα έχουν υποχωρήσει πλήρως οι ανεπιθύμητες ενέργειες.
Σε περίπτωση υπερευαισθησίας σε κάποιο από τα συστατικά του T4 είναι πιθανό να σημειωθούν αλλεργικές αντιδράσεις ιδιαίτερα από το δέρμα και από το αναπνευστικό σύστημα. Έχουν αναφερθεί περιστατικά αγγειοοιδήματος.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες απευθείας μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.
4.9. Υπερδοσολογία
Η αύξηση των επιπέδων της τριιωδοθυρονίνης (Τ ) αποτελεί περισσότερο αξιόπιστο δείκτη της υπερδοσολογίας σε σύγκριση με την αύξηση των επιπέδων της ολικής θυροξίνης (Τ ) ή της ελεύθερης θυροξίνης ορού (fT ).
Μετά από υπερδοσολογία παρατηρούνται συμπτώματα που σχετίζονται με μεγάλη αύξηση του μεταβολικού ρυθμού (βλ. παράγραφο 4.8). Ανάλογα με το βαθμό της υπερδοσολογίας συνιστάται να διακόπτεται η θεραπευτική αγωγή και να διενεργούνται ιατρικές εξετάσεις.
Η ένταση των συμπτωμάτων που συνίστανται σε έντονες β-συμπαθομιμητικές δράσεις, όπως ταχυκαρδία, άγχος, διέγερση και υπερκινησία είναι δυνατό να μειωθεί με τη χορήγηση β-αναστολέων. Εάν οι δόσεις που έχουν ληφθεί είναι υπερβολικά μεγάλες, η πλασμαφαίρεση θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμη.
Σε ασθενείς με προδιάθεση έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις παροξυσμών όταν υπερέβη το όριο ανεκτικότητας της εξατομικευμένης δόσης.
Η υπερδοσολογία της λεβοθυροξίνης μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα υπερθυρεοειδισμού και μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ψύχωση, ειδικά σε ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης ψυχωτικών διαταραχών.
Έχουν αναφερθεί ορισμένες περιπτώσεις αιφνίδιου καρδιακού θανάτου σε ασθενείς που έκαναν μακροχρόνια κατάχρηση λεβοθυροξίνης.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Θυρεοειδικές ορμόνες, κωδικός ATC: H03A A01 Μηχανισμός δράσης Η συνθετική λεβοθυροξίνη που περιέχεται στο T4 εμφανίζει ακριβώς όμοια δράση με την κύρια ορμόνη που φυσιολογικά εκκρίνεται από τον θυρεοειδή αδένα. Στα περιφερικά όργανα μετατρέπεται στην τριιωδοθυρονίνη (Τ ), όπως η ενδογενής ορμόνη, εκδηλώνοντας την εξειδικευμένη δράση της επί των υποδοχέων της τριιωδοθυρονίνης (Τ ). Ο οργανισμός δεν μπορεί να ξεχωρίσει την ενδογενή από την εξωγενή λεβοθυροξίνη.
Ακολουθώντας μερική μετατροπή σε λιοθυρονίνη (Τ ) ιδίως στο ήπαρ και στα νεφρά και μετά από διέλευση στα σωματικά κύτταρα, παρατηρούνται οι χαρακτηριστικές δράσεις της θυρεοειδικής ορμόνης στην ανάπτυξη, την αύξηση και το μεταβολισμό, οι οποίες προκαλούνται μέσω της ενεργοποίησης των υποδοχέων της Τ .
H ορμονική υποκατάσταση της θυρεοειδικής ορμόνης οδηγεί σε ομαλοποίηση των μεταβολικών διεργασιών. Έτσι, για παράδειγμα, μια αύξηση της χοληστερόλης λόγω υποθυρεοειδισμoύ μειώνεται σημαντικά με τη χορήγηση λεβοθυροξίνης.
5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η από του στόματος χορηγούμενη λεβοθυροξίνη απορροφάται σχεδόν αποκλειστικά στο άνω λεπτό έντερο. Εξαρτώμενη σε μεγάλο βαθμό από το σκεύασμα στο οποίο περιέχεται, η απορρόφηση της από του στόματος χορηγούμενης λεβοθυροξίνης σε κατάσταση νηστείας ανέρχεται σε ≤ 80 %. Η απορρόφηση μειώνεται σημαντικά αν το προϊόν χορηγηθεί συνοδεία τροφής. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα παρατηρούνται 2 με 3 ώρες μετά τη λήψη.
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η έναρξη της δράσης εμφανίζεται μετά από 3-5 ημέρες. Η λεβοθυροξίνη επιδεικνύει πάρα πολύ μεγάλη συγγένεια προς συγκεκριμένες πρωτεΐνες μεταφοράς η οποία κυμαίνεται σε περί το 99,97%. Αυτός ο πρωτεΐνικός δεσμός δεν είναι ομοιοπολικός και ως εκ
τούτου η ορμόνη που είναι προσδεδεμένη στο πλάσμα βρίσκεται σε συνεχή και ταχύτατη ανταλλαγή με το κλάσμα της ελεύθερης ορμόνης.
Λόγω της υψηλής πρωτεϊνικής της σύνδεσης, η λεβοθυροξίνη δεν υφίσταται αιμοδιάλυση ή αιμοκάθαρση.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λεβοθυροξίνης είναι κατά μέσο όρο 7 ημέρες. Στην περίπτωση του υπερθυρεοειδισμού ο χρόνος ημίσειας ζωής της λεβοθυροξίνης είναι μικρότερος (3-4 ημέρες) και στην περίπτωση του υποθυρεοειδισμού είναι μεγαλύτερος (περί τις 9–10 ημέρες). Ο όγκος κατανομής ανέρχεται σε περί τα 10–12 L. Στο ήπαρ περιέχεται το 1/3 της συνολικής ποσότητας της εξω- θυρεοειδικής λεβοθυροξίνης, η οποία βρίσκεται σε ταχεία ανταλλαγή με τη λεβοθυροξίνη που υπάρχει στον ορό. Οι θυρεοειδικές ορμόνες μεταβολίζονται ως επί το πλείστον στο ήπαρ, τους νεφρούς, τον εγκέφαλο και τους μύες. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται με τα ούρα και με τα κόπρανα. Η συνολική μεταβολική κάθαρση της λεβοθυροξίνης είναι περί τα 1,2 L πλάσματος ημερησίως.
Η λεβοθυροξίνη διαπερνά τον πλακούντα μόνο σε μικρές ποσότητες. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε κανονικές δόσεις, μόνο μικρές ποσότητες λεβοθυροξίνης εκκρίνονται στο μητρικό γάλα.
5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οξεία τοξικότητα:
Η λεβοθυροξίνη έχει πολύ μικρή οξεία τοξικότητα.
Χρόνια τοξικότητα:
Η χρόνια τοξικότητα της λεβοθυροξίνης έχει μελετηθεί σε διάφορα είδη ζώων (αρουραίος, σκύλος). Σε υψηλές δόσεις στους αρουραίους παρατηρήθηκαν σημεία ηπατικής πάθησης, αυξημένη συχνότητα εμφάνισης νέφρωσης, καθώς επίσης και μεταβολές στο βάρος των οργάνων. Στους σκύλους δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα:
Οι θυρεοειδικές ορμόνες διαπερνούν τον πλακούντα σε πολύ μικρές ποσότητες.
Μετά τη χορήγηση λεβοθυροξίνης στα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης, σε αρουραίους, ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των εμβρυϊκών και νεογνικών θανάτων, σημειώθηκαν μόνο σε πολύ υψηλές δόσεις. Έχουν αναφερθεί επιπτώσεις επί του σχηματισμού των άκρων σε ποντικούς και επιδράσεις στην ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος σε τσιντσιλά (chinchillas), αλλά μελέτες τερατογένεσης σε ινδικά χοιρίδια και κουνέλια δεν αποκάλυψαν αυξήσεις σε εμφάνιση συγγενών ανωμαλιών.
Δεν είναι γνωστές μελέτες σε ζώα σχετικά με τις επιπτώσεις στη γονιμότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τις επιπτώσεις στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα. Δεν υπάρχει υποψία ή απόδειξη ότι μπορεί να συμβούν.
Μεταλλαξογένεση:
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για το μεταλλαξογόνο δυναμικό. Δεν έχουν μέχρι στιγμής καταδειχθεί στοιχεία που να υποδεικνύουν κάποια βλαπτική επίδραση στους απογόνους, λόγω μεταλλάξεων που σημειώθηκαν στο γονιδίωμα από τις θυρεοειδικές ορμόνες.
Καρκινογόνος δράση:
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μακροχρόνιες μελέτες σε ζώα για τη λεβοθυροξίνη.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1. Κατάλογος εκδόχων
Λακτόζη μονοϋδρική, Άμυλο νατριούχο καρβοξυμεθυλιωμένο, Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική, Διοξείδιο πυριτίου κολλοειδές άνυδρο, Μαγνήσιο στεατικό.
Χρωστικές:
T4 12 μg: Sunset yellow lake E 110 CI 15985 T4 25 μg: Quinoline yellow lake E 104 CI 47005 T4 50 μg: Brown lake E 110 CI 15985, E 132 CI 73015, E 124 CI 16255 T4 62 μg: Blue lake E 132 CI 73015, E 124 CI 16255 T4 75 μg: Black lake E 151 CI 28440 T4 88 μg: Azorubin lake E 122 CI 14720 T4 100 μg: Brown lake E 110 CI 15985, E 132 CI 73015, E 124 CI 16255 Yellow lake No. 6 E 110 CI 15985 T4 112 μg: Erythrosine lake E 127 CI 45430 T4 137 μg: Violet (grape) lake E 122 CI 14720, E 133 CI 42090 T4 150 μg: Green lake (ανοιχτή) E 132 CI 73015, E 104 CI 47005 T4 175 μg: Blue lake E 132 CI 73015, E 124 CI 16255 T4 200 μg: Green lake (σκούρο) E 132 CI 73015, E 102 CI 19140
6.2. Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3. Διάρκεια ζωής
Αναγράφεται στη συσκευασία.
Ο χρόνος ζωής του T4 είναι 3 (τρία) χρόνια από την ημερομηνία παραγωγής του, με την προϋπόθεση ότι διατηρείται καλά κλεισμένο στη συσκευασία.
6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως και την υγρασία.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
- Για τις περιεκτικότητες 25, 50, 75, 88, 100, 112, 125, 137, 150, 175 & 200 μg:
1) Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 30 δισκία συσκευασμένα ανά 10 σε 3 blisters από PVC-PVDC και Aluminium foil και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
2) Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 30 δισκία συσκευασμένα ανά 15 σε 2 blisters από PVC-PVDC και Aluminium foil και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
3) Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 60 δισκία συσκευασμένα ανά 10 σε 6 blisters από PVC-PVDC και Aluminium foil και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
- Για τις περιεκτικότητες 12 & 62 μg:
1) Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 30 δισκία συσκευασμένα ανά 10 σε 3 blisters από PVC-PVDC και Aluminium foil και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
2) Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 30 δισκία συσκευασμένα ανά 15 σε 2 blisters από PVC-PVDC και Aluminium foil και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
UNI-PHARMA ΚΛΕΩΝ ΤΣΕΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ Α.Β.Ε.Ε.
14º χλμ. Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας 145 64 Κηφισιά Τηλ.: 210 8072512, 8072534 Fax: 210 8078907 URL: www.uni-pharma.gr E-mail: unipharma@uni-pharma.gr
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
T4 12 μg: 4577/18.01.2018.
T4 25 μg: 4573/18.01.2018.
T4 50 μg: 28776/16/17.01.2018.
T4 62 μg: 4578/18.01.2018.
T4 75 μg: 4570/18.01.2018.
T4 88 μg: 4574/18.01.2018.
T4 100 μg: 4567/18.01.2018.
T4 112 μg: 4575/18.01.2018.
T4 125 μg: 4571/18.01.2018.
T4 137 μg: 4576/18.01.2018.
T4 150 μg: 4568/18.01.2018.
T4 175 μg: 4572/18.01.2018.
T4 200 μg: 4569/18.01.2018.
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:
T4 12 μg: 27.09.2007.
T4 25 μg: 10.09.2001.
T4 50 μg: 29.07.1981.
T4 62 μg: 27.09.2007.
T4 75 μg: 01.11.1989.
T4 88 μg: 10.09.2001.
T4 100 μg: 29.07.1981.
T4 112 μg: 10.09.2001.
T4 125 μg: 01.11.1989.
T4 137 μg: 10.09.2001.
T4 150 μg: 29.07.1981.
T4 175 μg: 01.11.1989.
T4 200 μg: 29.07.1981.