1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Tanafra 50 μικρογραμμάρια/mL oφθαλμικές σταγόνες, διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε mL διαλύματος περιέχει 50 μικρογραμμάρια λατανοπρόστης.
Μία σταγόνα διαλύματος περιέχει κατά προσέγγιση 1,5 μικρογραμμάρια λατανοπρόστης.
Έκδοχα με γνωστή δράση Κάθε mL διαλύματος περιέχει 25 mg υδροξυστεατικής μακρογολογλυκερόλης 40 (βλ.
παράγραφο 4.4).
Κάθε mL διαλύματος περιέχει 6,35 mg φωσφορικών.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Οφθαλμικές σταγόνες, διάλυμα.
Διαυγές, άχρωμο, υδατικό διάλυμα, απαλλαγμένο από ορατά σωματίδια.
pH: 5,5-6,5 Ωσμομοριακότητα κατά βάρος: 260 mOsm/kg ± 10%
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Μείωση της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης σε ασθενείς με γλαύκωμα ανοικτής γωνίας και οφθαλμική υπέρταση.
Μείωση της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης σε παιδιατρικούς ασθενείς με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση και παιδιατρικό γλαύκωμα.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων)
Η συνιστώμενη θεραπεία είναι μία οφθαλμική σταγόνα στον(ους) προσβεβλημένο(ους) οφθαλμό(ούς)
μία φορά ημερησίως. Το βέλτιστο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται εάν το Tanafra χορηγείται το βράδυ.
Η δόση τουTanafra δεν πρέπει να υπερβαίνει τη μία φορά ημερησίως, δεδομένου ότι έχει αποδειχθεί η συχνότερη χορήγηση μειώνει το αποτέλεσμα της μείωσης της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Εάν παραλειφθεί μία δόση, η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί κανονικά με την επόμενη δόση.
Οι οφθαλμικές σταγόνες Tanafra μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε παιδιατρικούς ασθενείς με την ίδια δοσολογία όπως και στους ενήλικες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για πρόωρα βρέφη (με ηλικία κύησης μικρότερη των 36 εβδομάδων). Τα δεδομένα για την ηλικιακή ομάδα < 1 έτους (4 ασθενείς)
είναι περιορισμένα (βλ. παράγραφο 5.1).
Τρόπος χορήγησης Όπως συμβαίνει με όλες τις οφθαλμικές σταγόνες, για τη μείωση της ενδεχόμενης συστηματικής απορρόφησης, συνιστάται ο δακρυϊκός ασκός να συμπιέζεται στον έσω κανθό (απόφραξη δακρυϊκού σημείου) για ένα λεπτό. Αυτό θα πρέπει να γίνεται αμέσως μετά την ενστάλαξη της κάθε σταγόνας.
Οι φακοί επαφής θα πρέπει να αφαιρούνται πριν από την ενστάλαξη των οφθαλμικών σταγόνων και μπορούν να επανατοποθετηθούν μετά από 15 λεπτά.
Εάν χρησιμοποιούνται περισσότερα από ένα τοπικά οφθαλμικά φαρμακευτικά προϊόντα, τα φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να χορηγούνται με χρονική απόσταση τουλάχιστον πέντε λεπτών μεταξύ τους.
Το Tanafra οφθαλμικές σταγόνες, διάλυμα είναι ένα αποστειρωμένο διάλυμα που δεν περιέχει συντηρητικό.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η λατανοπρόστη μπορεί σταδιακά να αλλάξει το χρώμα των οφθαλμών αυξάνοντας την ποσότητα της καφέ χρωστικής στην ίριδα. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για το ενδεχόμενο μόνιμης αλλαγής στο χρώμα των οφθαλμών. Η ετερόπλευρη θεραπεία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μόνιμη ετεροχρωμία.
Η αλλαγή στο χρώμα των οφθαλμών έχει παρατηρηθεί κυρίως σε ασθενείς με ίριδες μικτού χρώματος, δηλ. μπλε-καφέ, γκρι-καφέ, κίτρινο-καφέ και πράσινο-καφέ. Σε μελέτες με τη λατανοπρόστη, η έναρξη της αλλαγής είναι συνήθως εντός των πρώτων 8 μηνών θεραπείας, σπάνια κατά τη διάρκεια του δεύτερου ή του τρίτου έτους, και δεν έχει παρατηρηθεί μετά το τέταρτο έτος θεραπείας. Ο ρυθμός εξέλιξης της μελάγχρωσης της ίριδας μειώνεται με τον χρόνο και είναι σταθερός για πέντε χρόνια. Η επίδραση της αυξημένης μελάγχρωσης πέραν των πέντε ετών δεν έχει αξιολογηθεί. Σε μια ανοικτή, 5ετή μελέτη της ασφάλειας της λατανοπρόστης, 33% των ασθενών ανέπτυξαν μελάγχρωσης της ίριδας (βλ. παράγραφο 4.8). Η αλλαγή στο χρώμα της ίριδας είναι ελαφριά στην πλειονότητα των περιπτώσεων και συχνά δεν παρατηρείται κλινικά. Η επίπτωση σε ασθενείς με ίριδες μικτού χρώματος κυμάνθηκε από 7 έως 85%, με τις ίριδες χρώματος κίτρινου-καφέ να εμφανίζουν την υψηλότερη επίπτωση. Σε ασθενείς με ομοιογενώς μπλε μάτια, δεν παρατηρήθηκε αλλαγή και σε ασθενείς με ομοιογενώς γκρι, πράσινα ή καφέ μάτια, η αλλαγή παρατηρήθηκε μόνο σπάνια.
Η αλλαγή χρώματος οφείλεται σε αυξημένη περιεκτικότητα μελανίνης στα στρωματικά μελανοκύτταρα της ίριδας και όχι σε αύξηση στον αριθμό των μελανοκυττάρων. Συνήθως, η καφέ μελάγχρωση γύρω από την κόρη εξαπλώνεται ομόκεντρα προς την περιφέρεια στους προσβεβλημένους οφθαλμούς, αλλά ολόκληρη η ίριδα ή τμήματα αυτής ενδέχεται να αποκτήσουν πιο καφετί χρώμα. Μετά τη διακοπή της θεραπείας, δεν έχει παρατηρηθεί περαιτέρω αύξηση στην καφέ μελάγχρωση της ίριδας. Δεν έχει συσχετισθεί με κανένα σύμπτωμα ή παθολογική μεταβολή σε κλινικές δοκιμές μέχρι σήμερα.
Από τη θεραπεία δεν έχουν επηρεαστεί ούτε οι σπίλοι ούτε οι φακίδες της ίριδας. Δεν έχει παρατηρηθεί σε κλινικές δοκιμές συσσώρευση χρωστικής στο διηθητικό ηθμό ή σε άλλο σημείο στον πρόσθιο θάλαμο. Με βάση την κλινική εμπειρία 5 ετών, δεν έχει καταδειχθεί ότι η αυξημένη μελάγχρωση της ίριδας έχει αρνητικά κλινικά επακόλουθα και εάν προκύψει μελάγχρωση της ίριδας, η λατανοπρόστη μπορεί να συνεχιστεί. Ωστόσο, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά και εάν η κλινική κατάσταση το απαιτεί, η θεραπεία με λατανοπρόστη μπορεί να διακοπεί.
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη λατανοπρόστη σε χρόνιο γλαύκωμα κλειστής γωνίας, σε γλαύκωμα ανοικτής γωνίας σε ψευδοφακικούς ασθενείς και σε μελαγχρωστικό γλαύκωμα. Δεν υπάρχει εμπειρία με τη λατανοπρόστη σε φλεγμονώδες και νεοαγγειακό γλαύκωμα ή σε φλεγμονώδεις οφθαλμικές παθήσεις. Η λατανοπρόστη δεν έχει ή έχει μικρή επίδραση στην κόρη, αλλά δεν υπάρχει εμπειρία σε οξείες κρίσεις γλαυκώματος κλειστής γωνίας. Συνεπώς, συνιστάται το Tanafra να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτές τις παθήσεις έως ότου αποκτηθεί περισσότερη εμπειρία.
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από μελέτες για τη χρήση της λατανοπρόστης κατά την περιεγχειρητική περίοδο χειρουργικής επέμβασης καταρράκτη. Το Tanafra θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Το Tanafra θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό ερπητικής κερατίτιδας, και θα πρέπει να αποφεύγεται σε περιπτώσεις ενεργής κερατίτιδας από απλό έρπητα και σε ασθενείς με ιστορικό υποτροπιάζουσας ερπητικής κερατίτιδας που σχετίζεται ειδικά με ανάλογα προσταγλανδινών.
Έχουν εμφανιστεί αναφορές για οίδημα ωχράς κηλίδας (βλ. παράγραφο 4.8) κυρίως σε αφακικούς ασθενείς, σε ψευδοαφακικούς ασθενείς με ρήξη της οπίσθιας κάψουλας του φακού ή με φακούς προσθίου θαλάμου, ή σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για κυστοειδές οίδημα της ωχράς κηλίδας (όπως διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια και απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς). Το Tanafra θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αφακικούς ασθενείς, σε ψευδοαφακικούς ασθενείς με ρήξη της οπίσθιας κάψουλας του φακού ή με φακούς προσθίου θαλάμου, ή σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για κυστοειδές οίδημα της ωχράς κηλίδας.
Σε ασθενείς με γνωστούς προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου για ιρίτιδα/ραγοειδίτιδα, το Tanafra μπορεί να χρησιμοποιηθεί με προσοχή.
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία από ασθενείς με άσθμα, αλλά αναφέρθηκαν ορισμένες περιπτώσεις παρόξυνσης του άσθματος ή/και δύσπνοιας κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά. Οι ασθματικοί ασθενείς θα πρέπει, συνεπώς, να αντιμετωπίζονται με προσοχή έως ότου υπάρξει επαρκής εμπειρία, βλ. επίσης παράγραφο 4.8.
Έχει παρατηρηθεί αποχρωματισμός του περικογχικού δέρματος, με την πλειονότητα των αναφορών να προέρχονται από Ιάπωνες. Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι ο αποχρωματισμός του περικογχικού δέρματος δεν είναι μόνιμος και σε μερικές περιπτώσεις έχει αντιστραφεί κατά τη συνέχιση της θεραπείας με λατανοπρόστη.
Η λατανοπρόστη μπορεί σταδιακά να μεταβάλει τις βλεφαρίδες και τις χνοώδεις τρίχες στον υπό θεραπεία οφθαλμό και τις περιβάλλουσες περιοχές. Οι μεταβολές αυτές περιλαμβάνουν αυξημένο μήκος, πάχος, μελάγχρωση, αριθμό βλεφαρίδων ή τριχών, καθώς και ανάπτυξη βλεφαρίδων με λανθασμένη κατεύθυνση. Οι μεταβολές στις βλεφαρίδες είναι αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας.
Τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια στην ηλικιακή ομάδα < 1 έτους (4 ασθενείς) είναι πολύ περιορισμένα (βλ. παράγραφο 5.1). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για πρόωρα βρέφη (με ηλικία κύησης μικρότερη των 36 εβδομάδων).
Σε παιδιά από 0 έως < 3 ετών που πάσχουν κυρίως από πρωτοπαθές συγγενές γλαύκωμα (ΠΣΓ), η χειρουργική επέμβαση (π.χ. τραμπεκουλοτομή/γωνιοτομία) παραμένει η θεραπεία πρώτης γραμμής.
Η μακροπρόθεσμη ασφάλεια στα παιδιά δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί.
Έκδοχα Το Tanafra περιέχει υδροξυστεατική μακρογολογλυκερόλη 40, η οποία μπορεί να προκαλέσει δερματικές αντιδράσεις.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα οριστικά δεδομένα φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων.
Έχουν υπάρξει αναφορές παράδοξων αυξήσεων της ενδοφθάλμιας πίεσης μετά από ταυτόχρονη οφθαλμική χορήγηση δύο αναλόγων προσταγλανδινών. Συνεπώς, η χρήση δύο ή περισσοτέρων προσταγλανδινών, αναλόγων προσταγλανδινών ή παραγώγων προσταγλανδινών δεν συνιστάται.
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η ασφάλεια της λατανοπρόστης για χρήση κατά την κύηση στον άνθρωπο δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Έχει δυνητικές επικίνδυνες φαρμακολογικές επιδράσεις αναφορικά με την πορεία της κύησης, το έμβρυο ή το νεογνό. Συνεπώς, το Tanafra δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός Η λατανοπρόστη και οι μεταβολίτες της μπορούν να περάσουν στο μητρικό γάλα και, επομένως, το Tanafra δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες που θηλάζουν ή ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται.
Γονιμότητα Η λατανοπρόστη δεν έχει βρεθεί να έχει επίδραση στη γονιμότητα των αρσενικών ή των θηλυκών σε μελέτες σε ζώα (βλ. παράγραφο 5.3).
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Όπως και με άλλα οφθαλμικά σκευάσματα, η ενστάλαξη οφθαλμικών σταγόνων μπορεί να προκαλέσει παροδικό θάμβος όρασης. Μέχρι την υποχώρησή του, οι ασθενείς δεν θα πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σχετίζεται με το oφθαλμικό σύστημα. Σε μια ανοικτή, 5ετή μελέτη της ασφάλειας της λατανοπρόστης, 33% των ασθενών ανέπτυξαν μελάγχρωση της ίριδας (βλ. παράγραφο 4.4). Άλλες οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γενικά παροδικές και εμφανίζονται κατά τη χορήγηση της δόσης.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιούνται ανά συχνότητα ως εξής: πολύ συχνές (≤1/10), συχνές (≤1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≤1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≤1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές ≤1/10 | Συχνές ≤1/100 έως <1/10 | Όχι συχνές ≤1/1.000 έως <1/100 | Σπάνιες ≤1/10.000 έως <1/1.000 | Πολύ σπάνιες <1/10.000 |
|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Ερπητική κερατίτιδα*§ | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία*, ζάλη* |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Υπερμελάγχρωση της ίριδας, ήπια έως μέτρια υπεραιμία του επιπεφυκότα, ερεθισμός του οφθαλμού (αίσθημα καύσου, αίσθηση ύπαρξης κόκκων στον οφθαλμό, φαγούρα, νυγμός και αίσθηση ξένου σώματος), αλλαγές στις βλεφαρίδες και στις χνοώδεις τρίχες του βλεφάρου (αυξημένο μήκος, πάχος, μελάγχρωση και αριθμός βλεφαρίδων) | Στικτή κερατίτιδα, ως επί το πλείστον χωρίς συμπτώματα, βλεφαρίτιδα, πόνος του οφθαλμού, φωτοφοβία, επιπεφυκίτιδα* | Οίδημα βλέφαρου, ξηροφθαλμία, κερατίτιδα*, όραση θαμπή, οίδημα της ωχράς κηλίδας, συμπεριλαμβανομένου κυστοειδούς οιδήματος της ωχράς κηλίδας*, ραγοειδίτιδα* | Ιρίτιδα*, οίδημα του κερατοειδούς*, διάβρωση κερατοειδούς, περικογχικό οίδημα, τριχίαση*, διστιχίαση, κύστη της ίριδας*§, εντοπισμένη δερματική αντίδραση των βλεφάρων, σκούρα χρώση του δέρματος των βλεφάρων, ψευδοπεμφιγοειδές του οφθαλμικού επιπεφυκότα*§ | Περικογχικές και βλεφαρικές αλλαγές που οδηγούν σε εμβάθυνση των βλεφαρικών αυλάκων |
|---|---|---|---|---|---|
| Καρδιακές διαταραχές | Στηθάγχη, αίσθημα παλμών* | Ασταθής στηθάγχη | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Άσθμα*, δύσπνοια* | Παρόξυνση άσθματος | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία, έμετος | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα | Κνησμός | |||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυαλγία*, αρθραλγία* | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Θωρακικό άλγος* |
*ΑΕ που αναγνωρίστηκε μετά την κυκλοφορία §Η συχνότητα της ΑΕ εκτιμήθηκε με χρήση του «κανόνα του 3»
Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια περιπτώσεις ασβέστωσης του κερατοειδούς σε συσχέτιση με τη χρήση οφθαλμικών σταγόνων που περιέχουν φωσφορικά σε ορισμένους ασθενείς με σημαντικά κατεστραμμένους κερατοειδείς.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Δεν παρέχονται πληροφορίες.
Σε δύο βραχυπρόθεσμες κλινικές δοκιμές (≥ 12 εβδομάδες), που συμπεριέλαβαν 93 (25 και 68)
παιδιατρικούς ασθενείς, το προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο με αυτό των ενηλίκων και δεν εντοπίστηκαν νέες ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα βραχυπρόθεσμα προφίλ ασφάλειας στις διάφορες παιδιατρικές υποομάδες ήταν επίσης παρόμοια (βλ. παράγραφο 5.1). Τα ανεπιθύμητο συμβάντα που παρατηρούνται πιο συχνά στον παιδιατρικό πληθυσμό σε σύγκριση με τους ενήλικες είναι:
ρινοφαρυγγίτιδα και πυρεξία.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
4.9 Υπερδοσολογία
Εκτός από τον οφθαλμικό ερεθισμό και την υπεραιμία του επιπεφυκότα, δεν είναι γνωστή καμία άλλη οφθαλμική ανεπιθύμητη ενέργεια σε περίπτωση υπερδοσολογίας της λατανοπρόστης.
Εάν το Tanafra καταποθεί κατά λάθος, οι εξής πληροφορίες ενδέχεται να είναι χρήσιμες: Μία φιάλη περιέχει 125 μικρογραμμάρια λατανοπρόστης. Περισσότερο από το 90% μεταβολίζεται κατά την πρώτη δίοδο μέσω του ήπατος. Ενδοφλέβια έγχυση 3 μικρογραμμαρίων/kg σε υγιείς εθελοντές παρήγαγε μέσες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 200 φορές υψηλότερες απ’ ό,τι κατά τη διάρκεια της κλινικής θεραπείας και δεν προκάλεσε συμπτώματα, αλλά μια δόση 5,5-10 μικρογραμμαρίων/kg προκάλεσε ναυτία, κοιλιακό άλγος, ζάλη, κόπωση, εξάψεις και εφίδρωση. Σε πιθήκους, η λατανοπρόστη έχει εγχυθεί ενδοφλεβίως σε δόσεις έως 500 μικρογραμμάρια/kg χωρίς σημαντικές επιδράσεις στο καρδιαγγειακό σύστημα.
Η ενδοφλέβια χορήγηση λατανοπρόστης σε πιθήκους έχει συσχετισθεί με παροδική βρογχοσύσπαση.
Ωστόσο, σε ασθενείς με μέτριο βρογχικό άσθμα, δεν προκλήθηκε βρογχοσύσπαση από τη λατανοπρόστη, όταν αυτή εφαρμόσθηκε τοπικά στους οφθαλμούς σε δόση επτά φορές η κλινική δόση λατανοπρόστης.
Εάν εμφανιστεί υπερδοσολογία με Tanafra, η θεραπεία θα πρέπει να είναι συμπτωματική.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα κατά του γλαυκώματος και μυωτικά, ανάλογα προσταγλανδινών, κωδικός ATC: S01EE01 Μηχανισμός δράσης Η δραστική ουσία λατανοπρόστη, ένα ανάλογο της προσταγλανδίνης F , είναι ένας εκλεκτικός 2α αγωνιστής των υποδοχέων των προστανοειδών FP που μειώνει την ενδοφθάλμια πίεση αυξάνοντας την εκροή του υδατοειδούς υγρού. Η μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης στον άνθρωπο αρχίζει περίπου τρεις έως τέσσερις ώρες μετά τη χορήγηση και το μέγιστο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μετά από οκτώ έως δώδεκα ώρες. Η μείωση της πίεσης διατηρείται για τουλάχιστον 24 ώρες.
Μελέτες σε ζώα και στον άνθρωπο υποδεικνύουν ότι ο κυριότερος μηχανισμός δράσης είναι η αυξημένη ραγοειδοσκληρική εκροή, αν και κάποια αύξηση στην ευκολία της εκροής (μείωση στην αντίσταση στην εκροή) έχει αναφερθεί στον άνθρωπο.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Βασικές μελέτες κατέδειξαν ότι η λατανοπρόστη είναι αποτελεσματική ως μονοθεραπεία. Επιπλέον, έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές δοκιμές που διερεύνησαν τη συνδυασμένη χρήση. Αυτές περιλαμβάνουν μελέτες που δείχνουν ότι η λατανοπρόστη είναι αποτελεσματική σε συνδυασμό με β- αδρενεργικούς ανταγωνιστές (τιμολόλη). Βραχυχρόνιες (διάρκειας 1 ή 2 εβδομάδων) μελέτες υποδηλώνουν ότι η επίδραση της λατανοπρόστης είναι προσθετική σε συνδυασμό με αδρενεργικούς αγωνιστές (διπιβαλική επινεφρίνη), από του στόματος αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης (ακεταζολαμίδη) και τουλάχιστον μερικώς προσθετική με χολινεργικούς αγωνιστές (πιλοκαρπίνη).
Κλινικές δοκιμές κατέδειξαν ότι η λατανοπρόστη δεν έχει σημαντική επίδραση στην παραγωγή υδατοειδούς υγρού. Η λατανοπρόστη δεν έχει βρεθεί να έχει καμία επίδραση στον αιματοϋδατοειδικό φραγμό.
Η λατανοπρόστη δεν έχει ή έχει αμελητέες επιδράσεις στην ενδοφθάλμια αιματική κυκλοφορία όταν χρησιμοποιείται στην κλινική δόση και μελετάται σε πιθήκους. Ωστόσο, ήπια έως μέτρια υπεραιμία του επιπεφυκότα ή του επισκληρίου ενδέχεται να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια τοπικής θεραπείας.
Η χρόνια θεραπεία με λατανοπρόστη σε οφθαλμούς πιθήκων, τα οποία είχαν υποστεί εξωκαψική εξαγωγή φακού, δεν επηρέασε τα αμφιβληστροειδικά αιμοφόρα αγγεία, όπως προσδιορίστηκε με αγγειογραφία φλουορεσκεΐνης.
Η λατανοπρόστη δεν προκάλεσε διαρροή φλουορεσκεΐνης στο οπίσθιο τμήμα ψευδοφακικών ανθρώπινων οφθαλμών στη διάρκεια βραχυχρόνιας θεραπείας.
Η λατανοπρόστη σε κλινικές δόσεις δεν βρέθηκε να έχει σημαντική φαρμακολογική επίδραση στο καρδιαγγειακό ή το αναπνευστικό σύστημα.
Η αποτελεσματικότητα της λατανοπρόστης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας ≥ 18 ετών καταδείχθηκε σε μια 12 εβδομάδων, διπλά-τυφλή κλινική μελέτη της λατανοπρόστης σε σύγκριση με την τιμολόλη σε 107 ασθενείς με διάγνωση οφθαλμικής υπέρτασης και παιδιατρικού γλαυκώματος.
Τα νεογνά απαιτούνταν να είναι ηλικίας κύησης τουλάχιστον 36 εβδομάδων. Οι ασθενείς έλαβαν είτε λατανοπρόστη 50 μικρογραμμάρια/mL μία φορά ημερησίως είτε τιμολόλη 0,5% (ή προαιρετικά 0,25% για άτομα κάτω των 3 ετών) δύο φορές ημερησίως. Το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η μέση μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ) από την εξέταση αναφοράς έως την Εβδομάδα 12 της μελέτης. Οι μέσες μειώσεις της ΕΟΠ στις ομάδες της λατανοπρόστης και της τιμολόλης ήταν παρόμοιες. Σε όλες τις ηλικιακές ομάδες που μελετήθηκαν (ηλικίας 0 έως < 3 ετών, 3 έως < 12 ετών και 12 έως 18 ετών), η μέση μείωση της ΕΟΠ την Εβδομάδα 12 στην ομάδα της λατανοπρόστης ήταν παρόμοια με αυτή στην ομάδα της τιμολόλης.
Ωστόσο, τα δεδομένα αποτελεσματικότητας στην ηλικιακή ομάδα 0 έως < 3 ετών βασίστηκαν σε 13 μόνο ασθενείς για τη λατανοπρόστη και δεν καταδείχθηκε σχετική αποτελεσματικότητα από τους 4 ασθενείς που εκπροσωπούσαν την ηλικιακή ομάδα 0 έως < 1 έτους στην κλινική παιδιατρική μελέτη. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για πρόωρα βρέφη (με ηλικία κύησης μικρότερη των 36 εβδομάδων).
Οι μειώσεις της ΕΟΠ μεταξύ των ατόμων στην υποομάδα του πρωτοπαθούς συγγενούς/βρεφικού γλαυκώματος (ΠΣΓ) ήταν παρόμοιες μεταξύ της ομάδας της λατανοπρόστης και της ομάδας της τιμολόλης. Η υποομάδα μη ΠΣΓ (π.χ. νεανικό γλαύκωμα ανοικτής γωνίας, αφακικό γλαύκωμα) έδειξε παρόμοια αποτελέσματα με την υποομάδα ΠΣΓ.
Η επίδραση στην ΕΟΠ παρατηρήθηκε μετά την πρώτη εβδομάδα της θεραπείας (βλ. πίνακα) και διατηρήθηκε καθόλη τη διάρκεια της περιόδου 12 εβδομάδων της μελέτης, όπως στους ενήλικες.
Πίνακας: Μείωση της ΕΟΠ (mmHg) την εβδομάδα 12 ανά ομάδα ενεργού θεραπείας και διάγνωση κατά την εξέταση αναφοράς Λατανοπρόστη Τιμολόλη N=53 N=54
| Μέση τιμή αναφοράς (σ ) μ | 27,3 (0,75) | 27,8 (0,84) | ||
|---|---|---|---|---|
| Μεταβολή από τη μέση τιμή αναφοράς κατά την Εβδομάδα 12†(σ ) μ | -7,18 (0,81) | -5,72 (0,81) | ||
| τιμή p έναντι της τιμολόλης | 0,2056 | |||
| ΠΣΓ N=28 | Μη ΠΣΓ N=25 | ΠΣΓ N=26 | Μη ΠΣΓ N=28 | |
| Μέση τιμή αναφοράς (σ ) μ | 26,5 (0,72) | 28,2 (1,37) | 26,3 (0,95) | 29,1 (1,33) |
| Μεταβολή από τη μέση τιμή αναφοράς κατά την Εβδομάδα 12†(σ ) μ | -5,90 (0,98) | -8,66 (1,25) | -5,34 (1,02) | -6,02 (1,18) |
| τιμή p έναντι της τιμολόλης | 0,6957 | 0,1317 |
σ : τυπικό σφάλμα.
μ †Προσαρμοσμένη εκτίμηση με βάση ανάλυση μοντέλου συμμεταβλητότητας (ANCOVA).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η λατανοπρόστη (ΜΒ 432,58) είναι ένα προφάρμακο ισοπροπυλικού εστέρα, το οποίο είναι καθαυτό αδρανές, αλλά καθίσταται βιολογικά δραστικό μετά από υδρόλυση προς το οξύ της λατανοπρόστης.
Το προφάρμακο απορροφάται καλά μέσω του κερατοειδούς χιτώνα και όλη η δραστική ουσία που εισέρχεται στο υδατοειδές υγρό υδρολύεται κατά τη διάρκεια της διέλευσής της μέσω του κερατοειδούς.
Μελέτες στον άνθρωπο υποδεικνύουν ότι η μέγιστη συγκέντρωση στο υδατοειδές υγρό επιτυγχάνεται δύο περίπου ώρες μετά την τοπική χορήγηση. Μετά από τοπική εφαρμογή σε πιθήκους, η λατανοπρόστη κατανέμεται κυρίως στο πρόσθιο τμήμα, στους επιπεφυκότες και στα βλέφαρα.
Ελάχιστες μόνο ποσότητες της δραστικής ουσίας φθάνουν στο οπίσθιο τμήμα.
Δεν πραγματοποιείται σχεδόν καθόλου μεταβολισμός του οξέος της λατανοπρόστης στον οφθαλμό. Ο κύριος μεταβολισμός συμβαίνει στο ήπαρ. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι 17 λεπτά στον άνθρωπο. Οι κύριοι μεταβολίτες, οι 1,2-δινορ και 1,2,3,4-τετρανορ μεταβολίτες, δεν παρουσιάζουν ή παρουσιάζουν ασθενή βιολογική δράση σε μελέτες σε ζώα και απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα.
Μία ανοικτής επισήμανσης μελέτη φαρμακοκινητικής των συγκεντρώσεων του λατανοπροστικού οξέος στο πλάσμα διενεργήθηκε σε 22 ενήλικες και 25 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας από τη γέννηση έως < 18 ετών) με οφθαλμική υπέρταση και γλαύκωμα. Όλες οι ηλικιακές ομάδες έλαβαν θεραπεία με λατανοπρόστη 50 μικρογραμμάρια/mL, μία σταγόνα ημερησίως σε κάθε οφθαλμό για τουλάχιστον 2 εβδομάδες. Η συστηματική έκθεση στο λατανοπροστικό οξύ ήταν περίπου 2 φορές υψηλότερη στα παιδιά 3 έως < 12 ετών και 6 φορές υψηλότερη σε παιδιά < 3 ετών σε σύγκριση με τους ενήλικες, αλλά διατηρήθηκε ένα ευρύ περιθώριο ασφάλειας για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. παράγραφο 4.9). Ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα ήταν 5 λεπτά μετά τη χορήγηση της δόσης σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Ο διάμεσος χρόνος ημιζωής της αποβολής ήταν σύντομος (< 20 λεπτά), παρόμοιος για τους παιδιατρικούς και τους ενήλικες ασθενείς, και δεν είχε ως αποτέλεσμα συσσώρευση λατανοπροστικού οξέος στη συστηματική κυκλοφορία υπό συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Η οφθαλμική, καθώς και η συστηματική τοξικότητα της λατανοπρόστης έχει διερευνηθεί σε αρκετά είδη ζώων. Γενικά, η λατανοπρόστη γίνεται καλά ανεκτή με περιθώριο ασφάλειας μεταξύ κλινικής οφθαλμικής δόσης και συστηματικής τοξικότητας τουλάχιστον 1.000 φορές. Έχει καταδειχθεί ότι υψηλές δόσεις λατανοπρόστης, περίπου 100 φορές η κλινική δόση/kg βάρους σώματος, που χορηγούνται ενδοφλεβίως σε μη αναισθητοποιημένους πιθήκους, αυξάνουν τον ρυθμό αναπνοής, αντανακλώντας πιθανώς βρογχοσύσπαση μικρής διάρκειας. Σε μελέτες σε ζώα, η λαταναπρόστη δεν βρέθηκε να έχει ευαισθητοποιητικές ιδιότητες.
Στον οφθαλμό, δεν έχουν ανιχνευθεί τοξικές επιδράσεις με δόσεις έως 100 μικρογραμμάρια/οφθαλμό/ημέρα σε κουνέλια ή σε πιθήκους (η κλινική δόση είναι περίπου 1,5 μικρογραμμάρια/οφθαλμό/ημέρα). Σε πιθήκους, ωστόσο, καταδείχθηκε ότι η λατανοπρόστη προκαλεί αυξημένη μελάγχρωση της ίριδας.
Ο μηχανισμός της αυξημένης μελάγχρωσης φαίνεται να είναι η διέγερση της παραγωγής μελανίνης σε μελανοκύτταρα της ίριδας χωρίς να έχουν παρατηρηθεί υπερπλαστικές μεταβολές. Η αλλαγή στο χρώμα της ίριδας ενδέχεται να είναι μόνιμη.
Σε μελέτες χρόνιας οφθαλμικής τοξικότητας, η χορήγηση 6 μικρογραμμαρίων/οφθαλμό/ημέρα λατανοπρόστης έχει επίσης καταδειχθεί ότι προκαλεί αυξημένη της μεσοβλεφάριας σχισμής. Αυτή η επίδραση είναι αναστρέψιμη και εμφανίζεται σε δόσεις πάνω από το επίπεδο της κλινικής δόσης.
Αυτή η επίδραση δεν έχει παρατηρηθεί στον άνθρωπο.
Η λατανοπρόστη βρέθηκε αρνητική σε δοκιμασίες αντίστροφης μετάλλαξης σε βακτήρια, σε γονιδιακή μετάλλαξη σε λέμφωμα ποντικού και σε δοκιμασία μικροπυρήνα ποντικού. Χρωμοσωμικές εκτροπές παρατηρήθηκαν in vitro με ανθρώπινα λεμφοκύτταρα. Παρόμοιες επιδράσεις παρατηρήθηκαν με την προσταγλανδίνη F , μια φυσική προσταγλανδίνη, και υποδεικνύει ότι 2α πρόκειται για μια επίδραση της κατηγορίας.
Επιπρόσθετες μελέτες μεταλλαξιογένεσης σε in vitro/in vivo μη προγραμματισμένη σύνθεση DΝΑ σε αρουραίους ήταν αρνητικές και υποδεικνύουν ότι η λατανοπρόστη δεν έχει μεταλλαξιογόνο δράση. Οι μελέτες καρκινογένεσης σε ποντίκια και αρουραίους ήταν αρνητικές.
Η λατανοπρόστη δεν έχει βρεθεί να έχει επίδραση στη γονιμότητα των αρσενικών ή των θηλυκών σε μελέτες σε ζώα. Στη μελέτη εμβρυοτοξικότητας σε αρουραίους, δεν παρατηρήθηκε εμβρυοτοξικότητα σε ενδοφλέβιες δόσεις (5, 50 και 250 μικρογραμμαρίων/kg/ημέρα) λατανοπρόστης. Ωστόσο, η λατανοπρόστη προκάλεσε θανατηφόρες επιδράσεις για τα έμβρυα σε κουνέλια σε δόσεις 5 μικρογραμμαρίων/kg/ημέρα και άνω.
Η δόση των 5 μικρογραμμαρίων/kg/ημέρα (περίπου 100 φορές η κλινική δόση) προκάλεσε σημαντική εμβρυοτοξικότητα που χαρακτηρίσθηκε από αυξημένη επίπτωση καθυστερημένης απορρόφησης και αποβολής, καθώς και από μειωμένο βάρος του εμβρύου.
Δεν ανιχνεύτηκε τερατογόνο δυναμικό.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Υδροξυστεατική μακρογολογλυκερόλη 40 Χλωριούχο νάτριο Εδετικό δινάτριο Διϋδρικό δισόξινο φωσφορικό νάτριο Άνυδρο φωσφορικό δινάτριο Υδροχλωρικό οξύ ή/και υδροξείδιο του νατρίου (για ρύθμιση του pH)
Ύδωρ για ενέσιμα
6.2 Ασυμβατότητες
In vitro μελέτες έχουν καταδείξει ότι εμφανίζεται καθίζηση όταν οφθαλμικές σταγόνες που περιέχουν θειομερσάλη αναμειγνύονται με λατανοπρόστη. Εάν χρησιμοποιούνται τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα, οι οφθαλμικές σταγόνες θα πρέπει να χορηγούνται με χρονική απόσταση τουλάχιστον πέντε λεπτών μεταξύ τους.
6.3 Διάρκεια ζωής
2 χρόνια 2,5 mL:
4 εβδομάδες μετά το πρώτο άνοιγμα. Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
5 mL:
8 εβδομάδες μετά το πρώτο άνοιγμα. Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C.
Μετά το πρώτο άνοιγμα, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξη (βλ.
παράγραφο 6.3).
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Το Tanafra παρουσιάζεται ως διαυγές, άχρωμο, υδατικό διάλυμα 2,5 mL, που αντιστοιχεί σε περίπου 80 σταγόνες διαλύματος ή ως διαυγές, άχρωμο, υδατικό διάλυμα 5 mL, που αντιστοιχεί σε περίπου 160 σταγόνες διαλύματος, σε χάρτινο κουτί που περιέχει έναν λευκό περιέκτη πολλαπλών δόσεων 5 mL (HDPE) με αντλία (PP, HDPE, LDPE) και πράσινο κύλινδρο πίεσης και πώμα (HDPE).
Μεγέθη συσκευασίας: 1 ή 3 φιάλες των 2,5 mL διαλύματος ή 1 ή 3 φιάλες των 5 mL διαλύματος Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΦΑΡΜΑΤΕΝ ΑΒΕΕ, Δερβενακίων 6, 15351 Παλλήνη, Αττική, Ελλάδα
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
42295/17/25-10-2018
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
25-10-2018
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
<[Να συμπληρωθεί σε εθνικό επίπεδο]>