1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Tanafra 50 μικρογραμμάρια/ml oφθαλμικές σταγόνες, διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε ml διαλύματος περιέχει 50 μικρογραμμάρια λατανοπρόστης.
Μία σταγόνα διαλύματος περιέχει κατά προσέγγιση 1,5 μικρογραμμάρια λατανοπρόστης.
Έκδοχα με γνωστές δράσεις:
Κάθε ml διαλύματος περιέχει 25 mg υδροξυστεατικής μακρογολογλυκερόλης 40 (βλ. παράγραφο 4.4).
Κάθε ml διαλύματος περιέχει 6,35 mg φωσφορικών.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Οφθαλμικές σταγόνες, διάλυμα.
Το διάλυμα είναι ένα διαυγές, άχρωμο υγρό, χωρίς ορατά σωματίδια.
pH: 5,5-6,5 Ωσμομοριακότητα κατά βάρος: 260 mOsm/kg ± 10%
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Μείωση της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ) σε ασθενείς με γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας και οφθαλμική υπερτονία σε ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων).
Μείωση της αυξημένης ΕΟΠ σε παιδιατρικούς ασθενείς με αυξημένη ΕΟΠ και παιδιατρικό γλαύκωμα.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων ατόμων)
Η συνιστώμενη δόση είναι μία οφθαλμική σταγόνα στον προσβεβλημένο οφθαλμό ή οφθαλμούς, μία φορά ημερησίως. Το καλύτερο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται, όταν το Tanafra χορηγείται το βράδυ.
Το Tanafra δεν πρέπει να χορηγείται περισσότερο από μία φορά ημερησίως δεδομένου ότι η συχνότερη χορήγηση μειώνει το αποτέλεσμα της μείωσης της ΕΟΠ.
Σε περίπτωση που παραλειφθεί κάποια δόση, η θεραπεία συνεχίζεται με την επόμενη δόση ως συνήθως.
Οι οφθαλμικές σταγόνες Tanafra μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε παιδιατρικούς ασθενείς, με δοσολογία ίδια με αυτήν των ενηλίκων. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για πρόωρα βρέφη (με
ηλικία κύησης μικρότερη των 36 εβδομάδων). Τα δεδομένα για την ηλικιακή ομάδα < 1 έτους (4 ασθενείς) είναι περιορισμένα (βλ. παράγραφο 5.1).
Τρόπος χορήγησης Όπως συμβαίνει με όλες τις οφθαλμικές σταγόνες, για τη μείωση της ενδεχόμενης συστηματικής απορρόφησης, συνιστάται ο δακρυϊκός ασκός να συμπιέζεται στον έσω κανθό (απόφραξη δακρυϊκού σημείου) για ένα λεπτό. Αυτό θα πρέπει να εκτελείται αμέσως μετά την ενστάλαξη της κάθε σταγόνας.
Οι φακοί επαφής θα πρέπει να αφαιρούνται πριν από την ενστάλαξη των οφθαλμικών σταγόνων και μπορούν να επανατοποθετηθούν μετά από 15 λεπτά.
Σε περίπτωση που χορηγείται περισσότερο από ένα τοπικό οφθαλμολογικό φαρμακευτικό προϊόν, τα φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να χορηγούνται με χρονική απόσταση τουλάχιστον πέντε λεπτών.
Το Tanafra οφθαλμικές σταγόνες, διάλυμα είναι ένα αποστειρωμένο διάλυμα που δεν περιέχει συντηρητικό.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Αλλαγές στο χρώμα της ίριδας Το Tanafra μπορεί σταδιακά να αλλάξει το χρώμα του οφθαλμού αυξάνοντας την ποσότητα της καφέ χρωστικής στην ίριδα. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για το ενδεχόμενο μόνιμης αλλαγής στο χρώμα των ματιών τους. Η ετερόπλευρη θεραπεία μπορεί να προκαλέσει μόνιμη ετεροχρωμία.
Η αλλαγή στο χρώμα των ματιών έχει παρατηρηθεί κυρίως σε ασθενείς με ίριδες μεικτού χρώματος, δηλ. μπλε-καφέ, γκρι-καφέ, κίτρινο-καφέ ή πράσινο-καφέ. Σε μελέτες με τη λατανοπρόστη, η έναρξη της αλλαγής παρατηρείται συνήθως εντός του πρώτου οκταμήνου της θεραπείας, σπάνια κατά τη διάρκεια του δεύτερου ή του τρίτου έτους και δεν έχει παρατηρηθεί μετά το τέταρτο έτος της θεραπείας. Ο ρυθμός εξέλιξης της χρώσης της ίριδας ελαττώνεται με το πέρασμα του χρόνου και σταθεροποιείται μέχρι τα πέντε χρόνια. Η επίπτωση της αυξημένης χρώσης πέραν των πέντε ετών δεν έχει εκτιμηθεί. Σε μια ανοικτή, 5ετή μελέτη της ασφάλειας της λατανοπρόστης, το 33% των ασθενών ανέπτυξαν χρώση της ίριδας (βλ. παράγραφο 4.8). Η αλλαγή στο χρώμα της ίριδας είναι ελαφράς μορφής στις περισσότερες περιπτώσεις και συχνά δεν παρατηρείται κλινικά. Η συχνότητα σε ασθενείς με ίριδες ανάμικτου χρώματος κυμαίνεται από 7 μέχρι 85%, με τη μεγαλύτερη συχνότητα σε ίριδες χρώματος κίτρινο-καφέ. Σε ασθενείς με ομοιογενώς μπλε μάτια, δεν παρατηρήθηκε αλλαγή και σε ασθενείς με ομοιογενώς γκρι, πράσινα ή καφέ μάτια, η αλλαγή αυτή σπάνια παρατηρήθηκε.
Σε μια μακροχρόνια παιδιατρική μελέτη παρατήρησης που αξιολόγησε τις αλλαγές υπερχρωματισμού στους οφθαλμούς ασθενών με παιδιατρικό γλαύκωμα, παρατηρήθηκε ελαφρώς μεγαλύτερη σκουρόχρωση του χρώματος της ίριδας και τοπικός χρωματισμός της ίριδας σε ασθενείς που εκτέθηκαν στη λατανοπρόστη σε σύγκριση με την ομάδα που δεν εκτέθηκε (βλέπε παράγραφο 5.1).
Η αλλαγή αυτή οφείλεται σε αυξημένη περιεκτικότητα μελανίνης στα στρωματικά μελανοκύτταρα της ίριδας και όχι σε αύξηση στον αριθμό των μελανοκυττάρων. Χαρακτηριστικά, η καφέ χρώση γύρω από την κόρη εξαπλώνεται ομόκεντρα προς την περιφέρεια στους προσβεβλημένους οφθαλμούς, ωστόσο ολόκληρη η ίρις ή τμήματα αυτής μπορούν να προσλάβουν πιο καφετί χρώμα.
Καμία περαιτέρω αύξηση στην καφέ χρωστική της ίριδας δεν έχει παρατηρηθεί μετά τη διακοπή της θεραπείας. Δεν έχει συσχετισθεί με κανένα σύμπτωμα ή παθολογική αλλαγή σε κλινικές δοκιμές μέχρι σήμερα.
Ούτε οι σπίλοι ούτε οι φακίδες της ίριδας δεν έχουν επηρεαστεί από τη θεραπεία. Συσσώρευση χρωστικής στο δοκιδωτό δίκτυο του διηθητικού ηθμού (trabecular meshwork) ή σε άλλο σημείο στον πρόσθιο θάλαμο δεν έχει παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες. Με βάση την 5ετή κλινική εμπειρία, δεν έχει αποδειχθεί ότι η αυξημένη χρώση της ίριδας, έχει δυσμενείς κλινικές επιπτώσεις και η λατανοπρόστη μπορεί να συνεχιστεί σε περίπτωση που προκύψει αυξημένη χρώση της ίριδας. Εν τούτοις, οι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται τακτικά και ανάλογα με την κλινική τους κατάσταση, η θεραπεία με λατανοπρόστη μπορεί να διακοπεί.
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη λατανοπρόστη σε χρόνιο γλαύκωμα κλειστής γωνίας, σε γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας σε ψευδοφακικούς ασθενείς και σε χρωστικό γλαύκωμα. Δεν υπάρχει εμπειρία με τη λατανοπρόστη σε φλεγμονώδες και νεοαγγειακό γλαύκωμα ή σε φλεγμονώδεις οφθαλμικές καταστάσεις. Η λατανοπρόστη εμφανίζει μικρή ή καμία επίδραση στην κόρη του οφθαλμού, ωστόσο δεν υπάρχει εμπειρία σε περιπτώσεις οξείας προσβολής γλαυκώματος κλειστής γωνίας. Επομένως, συνιστάται η χρήση του Tanafra να εφαρμόζεται με προσοχή στις περιπτώσεις αυτές μέχρις ότου αποκτηθεί μεγαλύτερη εμπειρία.
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από μελέτες για τη χρήση της λατανοπρόστης κατά την περιεγχειρητική περίοδο επέμβασης καταρράκτη. Το Tanafra θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Το Tanafra θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό ερπητικής κερατίτιδας και θα πρέπει να αποφεύγεται σε περιπτώσεις ενεργής κερατίτιδας από ιό του απλού έρπητα και σε ασθενείς με ιστορικό υποτροπιάζουσας ερπητικής κερατίτιδας συσχετιζόμενης ειδικά με ανάλογα των προσταγλανδινών.
Aναφορές για οίδημα ωχράς κηλίδας έχουν γίνει (βλ. παράγραφο 4.8) κυρίως σε ασθενείς με αφακία με ψευδοφακία και ρήξη οπισθίου περιφακίου ή με ενδοφακό στον πρόσθιο θάλαμο ή σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για κυστοειδές οίδημα της ωχράς κηλίδας (όπως διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια και απόφραξη φλέβας αμφιβληστροειδούς). Το Tanafra πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αφακία, σε ασθενείς με ψευδοφακία και ρήξη οπίσθιου περιφακίου ή με ενδοφακό στον πρόσθιο θάλαμο ή σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για κυστοειδές οίδημα της ωχράς κηλίδας.
Σε ασθενείς με γνωστούς προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου για ιρίτιδα/ραγοειδίτιδα, το Tanafra μπορεί να χρησιμοποιηθεί με προσοχή.
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία από ασθενείς με άσθμα, ωστόσο κάποιες περιπτώσεις έξαρσης άσθματος και/ή δύσπνοιας έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά. Οι ασθενείς με άσθμα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή μέχρις ότου υπάρξει επαρκής εμπειρία (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).
Έχει παρατηρηθεί αποχρωματισμός του περικογχικού δέρματος, με τις περισσότερες αναφορές σε Ιάπωνες ασθενείς. Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι ο αποχρωματισμός του περικογχικού δέρματος δεν είναι μόνιμος και σε μερικές περιπτώσεις έχει υποστρέψει ενώ συνεχιζόταν η θεραπεία με λατανοπρόστη.
Η λατανοπρόστη μπορεί σταδιακά να αλλάξει τις βλεφαρίδες και τις λεπτές τρίχες στον υπό θεραπεία οφθαλμό και τις περιοφθαλμικές δομές. Οι αλλαγές αυτές περιλαμβάνουν την αύξηση του μήκους, του πάχους, της χρώσης και του αριθμού των βλεφαρίδων ή των τριχών, καθώς και την ανάπτυξη βλεφαρίδων με λανθασμένη κατεύθυνση. Οι αλλαγές στις βλεφαρίδες είναι αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας.
Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας στην ηλικιακή ομάδα < 1 έτους (4 ασθενείς) είναι πολύ περιορισμένα (βλ. παράγραφο 5.1). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για πρόωρα βρέφη (με ηλικία κύησης μικρότερη των 36 εβδομάδων).
Σε παιδιά ηλικίας από 0 έως < 3 ετών, που πάσχουν κυρίως από πρωτοπαθές συγγενές γλαύκωμα (ΠΣΓ), η χειρουργική επέμβαση (π.χ. τραμπεκουλοτομή/γωνιοτομή) παραμένει η θεραπεία πρώτης γραμμής.
Η μακροπρόθεσμη ασφάλεια στα παιδιά δεν έχει αποδειχθεί προς το παρόν.
Έκδοχα Το Tanafra περιέχει υδροξυστεατική μακρογολογλυκερόλη 40, η οποία μπορεί να προκαλέσει δερματικές αντιδράσεις.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Δεν υπάρχουν οριστικά στοιχεία αλληλεπιδράσεων.
Υπήρξαν αναφορές παράδοξων αυξήσεων της ΕΟΠ μετά από την ταυτόχρονη οφθαλμική χορήγηση δύο αναλόγων προσταγλανδίνης. Συνεπώς, η χρήση δύο ή περισσοτέρων προσταγλανδινών, αναλόγων προσταγλανδίνης ή παραγώγων προσταγλανδίνης δε συνιστάται.
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η ασφάλεια του φαρμακευτικού προϊόντος για χρήση κατά την εγκυμοσύνη στον άνθρωπο δεν έχει διαπιστωθεί. Έχει δυνητικά επικίνδυνες φαρμακολογικές επιδράσεις σε σχέση με την πορεία της κύησης, το έμβρυο ή το νεογνό. Συνεπώς, το Tanafra δεν θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός Η λατανοπρόστη και οι μεταβολίτες της μπορούν να περάσουν στο μητρικό γάλα και, επομένως, το Tanafra δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που θηλάζουν ή ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται.
Γονιμότητα Σε μελέτες σε ζώα, η λατανοπρόστη δεν έχει βρεθεί να παρουσιάζει επιδράσεις στην ανδρική ή τη γυναίκεια γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το Tanafra έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Όμοια με άλλα οφθαλμολογικά σκευάσματα, η ενστάλαξη οφθαλμικών σταγόνων μπορεί να προκαλέσει παροδικό θάμβος όρασεως. Μέχρι την υποχώρησή του συμπτώματος, οι ασθενείς δεν πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σχετίζεται με το oφθαλμικό σύστημα. Σε μια ανοικτή, πενταετή μελέτη για την ασφάλεια της λατανοπρόστης, 33% των ασθενών ανέπτυξαν χρώση της ίριδας (βλ. παράγραφο 4.4). Άλλες οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γενικά παροδικές και παρατηρούνται κατά τη χορήγηση της δόσης.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιούνται με βάση τη συχνότητα που παρατηρούνται ως εξής:
πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές ≥ 1/10 | Συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10 | Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100 | Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000 | Πολύ σπάνιες < 1/10.000 |
|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Ερπητική κερατίτιδα*§ | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία*, ζάλη* | ||||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Υπερμελάγχρωση της ίριδας, ήπια έως μέτρια υπεραιμία του επιπεφυκότα, οφθαλμικός ερεθισμός (αίσθημα καύσου, αίσθημα ύπαρξης κόκκων στον οφθαλμό, κνησμός, νυγμός και αίσθηση ξένου σώματος), μεταβολές στις βλεφαρίδες και στις χνοώδεις τρίχες του βλεφάρου (αυξημένο μήκος, πάχος, χρώση και αριθμός βλεφαρίδων) | Στικτή κερατίτιδα, τις περισσότερες φορές χωρίς συμπτώματα, βλεφαρίτιδα, οφθαλμικός πόνος, φωτοφοβία, επιπεφυκίτιδα* | Οίδημα βλέφαρου, ξηροφθαλμία, κερατίτιδα*, θάμβος όρασης, οίδημα της ωχράς κηλίδας συμπεριλαμβανομένου κυστοειδούς οιδήματος της ωχράς κηλίδας*, ραγοειδίτιδα* | Ιρίτιδα*, οίδημα του κερατοειδούς*, διάβρωση κερατοειδούς, περικογχικό οίδημα, τριχίαση*, διστιχίαση, κύστη της ίριδας*§, εντοπισμένη δερματική αντίδραση των βλεφάρων, ψευδοπεμφιγοειδές του οφθαλμικού επιπεφυκότα*§ | Περικογχικές και βλεφαρικές μεταβολές που οδηγούν σε εμβάθυνση των βλεφαρικών αυλάκων |
| Καρδιακές διαταραχές | Στηθάγχη, αίσθημα παλμών* | Ασταθής στηθάγχη | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Άσθμα*, δύσπνοια* | Παρόξυνση άσθματος | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία, έμετος | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα | Κνησμός | |||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυαλγία*, αρθραλγία* |
Γενικές διαταραχές Θωρακικό άλγος* και καταστάσεις της οδού χορήγησης *ΑΕ που αναγνωρίστηκε μετά την κυκλοφορία §Η συχνότητα της ΑΕ εκτιμήθηκε με χρήση του «κανόνα του 3»
Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια περιπτώσεις ασβέστωσης του κερατοειδούς σε συσχέτιση με τη χρήση οφθαλμικών σταγόνων που περιέχουν φωσφορικά σε ορισμένους ασθενείς με σημαντικά κατεστραμμένους κερατοειδείς.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Δεν παρέχονται πληροφορίες.
Σε δύο βραχυπρόθεσμες κλινικές δοκιμές (≤ 12 εβδομάδες), που συμπεριέλαβαν 93 (25 και 68)
παιδιατρικούς ασθενείς, το προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο με αυτό των ενηλίκων και δεν εντοπίστηκαν νέες ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα βραχυπρόθεσμα προφίλ ασφάλειας στις διαφορετικές παιδιατρικές υποομάδες ήταν επίσης παρόμοια (βλ. παράγραφο 5.1). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν πιο συχνά στον παιδιατρικό πληθυσμό σε σύγκριση με τους ενήλικες, ήταν:
ρινοφαρυγγίτιδα και πυρεξία.
Σε μία μακροχρόνια παρατηρητική παιδιατρική μελέτη (n=115), το προφίλ ασφάλειας ήταν συμβατό με εκείνο που έχει ήδη τεκμηριωθεί σε προηγούμενες παιδιατρικές μελέτες και δεν αναφέρθηκαν νέες ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. παράγραφο 5.1).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του :
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα Εκτός από τον οφθαλμικό ερεθισμό και την υπεραιμία του επιπεφυκότα, καμία άλλη οφθαλμική παρενέργεια δεν έχει παρατηρηθεί από υπερδοσολογία λατανοπρόστης.
Αντιμετώπιση Σε περίπτωση που το Tanafra ληφθεί τυχαία από το στόμα οι εξής πληροφορίες μπορεί να προβούν χρήσιμες: Κάθε φιάλη περιέχει 125 μικρογραμμάρια λατανοπρόστης. Περισσότερο από το 90% μεταβολίζεται κατά τη διάρκεια της πρώτης διέλευσης μέσω του ήπατος. Η ενδοφλέβια έγχυση 3 μικρογραμμαρίων/kg σε υγιείς εθελοντές δεν προκάλεσε συμπτώματα, ωστόσο η δόση των 5,5- 10 μικρογραμμαρίων/kg προκάλεσε ναυτία, κοιλιακό άλγος, ζάλη, κόπωση, εξάψεις και εφίδρωση. Σε πιθήκους, η λατανοπρόστη έχει εγχυθεί ενδοφλεβίως σε δόσεις έως 500 μικρογραμμάρια/kg χωρίς σημαντική επίδραση στο καρδιαγγειακό σύστημα.
Η ενδοφλέβια χορήγηση λατανοπρόστης σε πιθήκους έχει συσχετισθεί με παροδικό βρογχόσπασμο.
Ωστόσο, σε ασθενείς με μέτριας βαρύτητας βρογχικό άσθμα, δεν προκλήθηκε βρογχόσπασμος από τη λατανοπρόστη, όταν αυτή εφαρμόσθηκε τοπικά στους οφθαλμούς σε δόση επταπλάσια της κλινικής δόσης λατανοπρόστης.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας με Tanafra, η θεραπεία θα πρέπει να είναι συμπτωματική.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οφθαλμολογικά, Αντιγλαυκωματικά σκευάσματα και μυωτικά, ανάλογα προσταγλαδίνης, κωδικός ATC: S01EE01 Μηχανισμός δράσης Η δραστική ουσία λατανοπρόστη, ανάλογο της προσταγλανδίνης F , είναι εκλεκτικός αγωνιστής 2α υποδοχέων προστανοειδών FP που μειώνει την ΕΟΠ αυξάνοντας την εκροή του υδατοειδούς υγρού.
Η μείωση της ΕΟΠ στον άνθρωπο αρχίζει περίπου τρεις έως τέσσερις ώρες μετά τη χορήγηση και το μέγιστο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μετά από οκτώ έως δώδεκα ώρες. Η μείωση της πίεσης διατηρείται για διάστημα τουλάχιστον 24 ώρες.
Μελέτες σε ζώα και στον άνθρωπο υποδηλώνουν ότι ο κυριότερος μηχανισμός της δράσης του είναι η αυξημένη ραγοειδοσκληρική εκροή, αν και κάποια αύξηση στην ευκολία της εκροής (μείωση στην αντίσταση στην εκροή) έχει αναφερθεί στον άνθρωπο.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Βασικές μελέτες κατέδειξαν ότι η λατανοπρόστη είναι αποτελεσματική ως μονοθεραπεία. Επιπλέον, έχουν διεξαχθεί κλινικές δοκιμές για τη διερεύνηση της χρήσης σε συνδυασμό. Αυτές περιλαμβάνουν μελέτες από τις οποίες φαίνεται ότι η λατανοπρόστη είναι αποτελεσματική σε συνδυασμό με β- αδρενεργικούς ανταγωνιστές (τιμολόλη). Βραχυχρόνιες μελέτες (διάρκειας 1 ή 2 εβδομάδων)
υποδηλώνουν ότι η δράση της λατανοπρόστης είναι προσθετική σε συνδυασμό με αδρενεργικούς αγωνιστές (διπιβαλική επινεφρίνη), αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης (ακεταζολαμίδη) και τουλάχιστον μερικώς προσθετική με χολινεργικούς αγωνιστές (πιλοκαρπίνη).
Κλινικές δοκιμές κατέδειξαν ότι η λατανοπρόστη δεν εμφανίζει σημαντική επίδραση στην παραγωγή του υδατοειδούς υγρού. Δεν έχει παρατηρηθεί καμία επίδραση της λατανοπρόστης στον αιματοϋδατοειδικό φραγμό.
Η λατανοπρόστη εμφάνισε αμελητέα ή καμία δράση στην ενδοφθάλμια αιματική κυκλοφορία, όταν χρησιμοποιήθηκε στην κλινική της δόση και μελετήθηκε σε πιθήκους. Ωστόσο, ήπια έως μέτρια υπεραιμία του επιπεφυκότα ή του επισκληρίου μπορεί να παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της τοπικής θεραπείας.
Η χρόνια θεραπεία με λατανοπρόστη σε οφθαλμούς πιθήκων που είχαν υποστεί εξωπεριφακική αφαίρεση του φακού δεν επηρέασε τα αμφιβληστροειδικά αιμοφόρα αγγεία, όπως διαπιστώθηκε με αγγειογραφία με φλουορεσκεΐνης.
Η λατανοπρόστη δεν προκάλεσε διαρροή φλουορεσκεΐνης στο οπίσθιο ημιμόριο σε ψευδοφακικούς ανθρώπινους οφθαλμούς στη διάρκεια βραχυχρόνιας θεραπείας.
Η λατανοπρόστη σε κλινικές δόσης δεν βρέθηκε να έχει κανένα σημαντικό φαρμακολογικό αποτέλεσμα στο καρδιαγγειακό ή στο αναπνευστικό σύστημα.
Η αποτελεσματικότητα των οφθαλμικών σταγόνων λατανοπρόστης (50 mcg/mL) στην διατήρηση του οπτικού πεδίου αξιολογήθηκε στην δημοσιευμένη μελέτη United Kingdom Glaucoma Treatment Study (UKGTS), μια τυχαιοποιημένη, τριπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, σε 516 νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού γλαύκωμα ανοικτής γωνίας. Πενήντα εννιά ασθενείς (25,6%, 95% ΔΕ 20,1-31,8) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου είχαν επιδείνωση του οπτικού πεδίου που συνάδει με γλαύκωμα, συγκριτικά με 35 ασθενείς (15,2%, 95% ΔΕ 10,8-20,4) στην ομάδα της λατανοπρόστης (p=0,006), γεγονός που σχετίζεται με μείωση της ΕΟΠ από την αρχική τιμή κατά 3,8 mmHg
στην ομάδα της λατανοπρόστης και κατά 0,9 mmHg στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (μετά από προσαρμογή βάσει της τελευταίας μεταφερόμενης παρατήρησης). Ο χρόνος μέχρι την πρώτη επιδείνωση ήταν σημαντικά μεγαλύτερος στην ομάδα της λατανοπρόστης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (προσαρμοσμένος HR 0,44, 95% ΔΕ 0,28-0,69, p=0,0003).
Παρά την πρόωρη διακοπή της μελέτης έπειτα από ενδιάμεση ανάλυση που βασίστηκε στο πρωτεύον τελικό σημείο του χρόνου έως την εμφάνιση του συμβάντος, και τον ενδεχόμενο περιορισμό λόγω υψηλού αριθμού ασθενών για τους οποίους δεν ήταν δυνατή η παρακολούθηση, η κλινική μελέτη κατέδειξε ότι η μείωση της ΕΟΠ με λατανοπρόστη καθυστέρησε την επιδείνωση του οπτικού πεδίου σε ορισμένους ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού γλαύκωμα ανοικτής γωνίας.__ Η αποτελεσματικότητα της λατανοπρόστης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας ≤ 18 ετών απεδείχθη σε μια διπλά τυφλή κλινική μελέτη 12 εβδομάδων της λατανοπρόστης σε σύγκριση με την τιμολόλη, σε 107 ασθενείς με διάγνωση οφθαλμικής υπερτονίας και παιδιατρικού γλαυκώματος. Τα νεογνά ήταν απαιτούμενο να είχαν ηλικία κύησης τουλάχιστον 36 εβδομάδων. Οι ασθενείς έλαβαν είτε λατανοπρόστη 50 mcg/mL μία φορά ημερησίως ή τιμολόλη 0,5% (ή εναλλακτικά 0,25% για άτομα ηλικίας μικρότερης των 3 ετών) δύο φορές ημερησίως. Το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η μέση μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ) από την εξέταση αναφοράς έως την Εβδομάδα 12 της μελέτης. Οι μέσες τιμές μείωσης της ΕΟΠ στις ομάδες της λατανοπρόστης και τιμολόλης ήταν παρόμοιες. Σε όλες τις ηλικιακές ομάδες που μελετήθηκαν (ηλικίας 0 έως < 3 ετών, 3 έως < 12 ετών και 12 έως 18 ετών), η μέση μείωση της ΕΟΠ την Εβδομάδα 12, στην ομάδα της λατανοπρόστης, ήταν παρόμοια με αυτή της ομάδας της τιμολόλης.
Παρόλα αυτά, τα δεδομένα αποτελεσματικότητας στην ηλικιακή ομάδα 0 έως < 3 ετών βασίστηκαν σε μόνο 13 ασθενείς για τη λατανοπρόστη και δεν απεδείχθη σχετική αποτελεσματικότητα από τους 4 ασθενείς που εκπροσωπούσαν την ηλικιακή ομάδα 0 έως < 1 έτους στην παιδιατρική κλινική μελέτη. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για πρόωρα βρέφη (με ηλικία κύησης μικρότερη των 36 εβδομάδων).
Οι μειώσεις της ΕΟΠ στους ασθενείς της υποομάδας πρωτοπαθούς συγγενούς/παιδικού γλαυκώματος (ΠΣΓ) ήταν παρόμοιες μεταξύ της ομάδας της λατανοπρόστης και της ομάδας της τιμολόλης. Η υποομάδα χωρίς ΠΣΓ (π.χ. νεανικό γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας, αφακικό γλαύκωμα) εμφάνισε παρόμοια αποτελέσματα με την υποομάδα ΠΣΓ.
Η επίδραση στην ΕΟΠ παρατηρήθηκε μετά την πρώτη εβδομάδα της θεραπείας (βλ. πίνακα) και διατηρήθηκε καθόλη τη διάρκεια της περιόδου των 12 εβδομάδων της μελέτης, όπως στους ενήλικες.
| Πίνακας: Μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης (mmHg) την Εβδομάδα 12, ανά ομάδα ενεργού θεραπείας και διάγνωση κατά την έναρξη | ||||
|---|---|---|---|---|
| Λατανοπρόστη N = 53 | Τιμολόλη N = 54 | |||
| Μέση τιμή αναφοράς (σ ) μ | 27,3 (0,75) | 27,8 (0,84) | ||
| Μεταβολή από τη μέση τιμή αναφοράς κατά την Εβδομάδα 12†(σ ) μ | -7,18 (0,81) | -5,72 (0,81) | ||
| τιμή p έναντι της τιμολόλης | 0,2056 | |||
| ΠΣΓ N = 28 | Μη ΠΣΓ N = 25 | ΠΣΓ N = 26 | Μη ΠΣΓ N = 28 | |
| Μέση τιμή αναφοράς (σ ) μ | 26,5 (0,72) | 28,2 (1,37) | 26,3 (0,95) | 29,1 (1,33) |
| Μεταβολή από τη μέση τιμή αναφοράς κατά την Εβδομάδα 12†(σ ) μ | -5,90 (0,98) | -8,66 (1,25) | -5,34 (1,02) | -6,02 (1,18) |
| τιμή p έναντι της τιμολόλης | 0,6957 | 0,1317 |
σ : τυπικό σφάλμα μ †Προσαρμοσμένη εκτίμηση, βασισμένη σε ανάλυση μοντέλου συμμεταβλητότητας (ANCOVA).
Σε δύο μη παρεμβατικές, μακροχρόνιες μελέτες ασφάλειας μετά την κυκλοφορία (PASS) διάρκειας συνολικά 10 ετών, αξιολογήθηκε η επίπτωση υπερμελάγχρωσης των οφθαλμών σε παιδιατρικούς ασθενείς (<18 ετών) με γλαύκωμα ή αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ). Συνολικά, 115 ασθενείς εντάχθηκαν στο Πλήρες Αναλυτικό Σύνολο (FAS) και κατανεμήθηκαν σε τρεις ομάδες: ασθενείς που έλαβαν συνεχώς λατανοπρόστη (n=76), ασθενείς που έλαβαν άλλα PGA πλην λατανοπρόστης (n=1), και ασθενείς μη εκτεθειμένοι σε PGA (n=38). Μεταβολές υπερμελάγχρωσης παρατηρήθηκαν σε περιορισμένο αριθμό ασθενών, συχνότερα στην ομάδα λατανοπρόστης συγκριτικά με την ομάδα μη έκθεσης: υπερμελάγχρωση βλεφαρίδων 4,5% έναντι 0% και υπερμελάγχρωση ίριδας 6,0% έναντι 3,0%. Τα ποσοστά επίπτωσης ανά 100 ασθενείς-έτη ήταν γενικά χαμηλά και συγκρίσιμα μεταξύ των ομάδων: επιμήκυνση βλεφαρίδων 2,53 έναντι 3,35, υπερμελάγχρωση ίριδας 0,92 έναντι 0,42 και υπερμελάγχρωση βλεφαρίδων 0,69 έναντι μηδενικής.
Δεν αναφέρθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (SAEs) σχετιζόμενες με τη θεραπεία. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας (TEAEs)
αφορούσαν το σύστημα των οφθαλμών, ήταν ήπιας βαρύτητας και καταγράφηκαν συχνότερα στην ομάδα λατανοπρόστης. Δεν εντοπίστηκαν νέα ζητήματα ασφάλειας, ούτε μεταβολές στη συχνότητα ή φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με το καθιερωμένο προφίλ ασφάλειας. Συνολικά, τα ευρήματα είναι συμβατά με δεδομένα από προηγούμενες παιδιατρικές μελέτες.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η λατανοπρόστη (μοριακό βάρος 432,58) είναι προφάρμακο ισοπροπυλικού εστέρα το οποίο είναι αδρανές ως έχει, αλλά μετά από υδρόλυση στο οξύ της λατανοπρόστης καθίσταται βιολογικά δραστική.
Το προφάρμακο εμφανίζει καλή απορρόφηση μέσω του κερατοειδούς χιτώνα και ολόκληρη η ποσότητα του φαρμάκου που εισέρχεται στο υδατοειδές υγρό υδρολύεται κατά τη διάρκεια της διέλευσής του μέσω του κερατοειδούς χιτώνα.
Κατανομή Κλινικές μελέτες στον άνθρωπο δείχνουν ότι η μέγιστη συγκέντρωση στο υδατοειδές υγρό επιτυγχάνεται σε διάστημα περίπου δύο ωρών μετά την τοπική χορήγηση. Μετά την τοπική εφαρμογή σε πιθήκους, η λατανοπρόστη κατανέμεται κυρίως στο πρόσθιο τμήμα, στους επιπεφυκότες και στα βλέφαρα. Ελάχιστες μόνο ποσότητες του φαρμάκου φθάνουν στο οπίσθιο ημιμόριο.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή Δεν πραγματοποιείται σχεδόν καθόλου μεταβολισμός του οξέος της λατανοπρόστης στον οφθαλμό. Ο κύριος μεταβολισμός λαμβάνει χώρα στο ήπαρ. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι περίπου 17 λεπτά στον άνθρωπο. Οι κύριοι μεταβολίτες, οι 1,2-δινορ και 1,2,3,4-τετρανορ μεταβολίτες ασκούν ελάχιστη ή καθόλου βιολογική δράση σε μελέτες που διεξάχθηκαν σε πειραματόζωα και απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα.
Μία ανοιχτής επισήμανσης μελέτη φαρμακοκινητικής των συγκεντρώσεων του οξέος της λατανοπρόστης στο πλάσμα διεξήχθη σε 22 ενήλικες και 25 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας από τη γέννηση έως < 18 ετών) με οφθαλμική υπερτονία και γλαύκωμα. Όλες οι ηλικιακές ομάδες έλαβαν θεραπεία με λατανοπρόστη 50 mcg/mL, μία σταγόνα ημερησίως σε κάθε οφθαλμό, για τουλάχιστον 2 εβδομάδες. Η συστηματική έκθεση του οξέος της λατανοπρόστης ήταν περίπου 2 φορές υψηλότερη στα παιδιά ηλικίας 3 έως < 12 ετών και 6 φορές υψηλότερη σε παιδιά ηλικίας < 3 ετών, σε σύγκριση με ενήλικες, αλλά διατηρήθηκε ένα μεγάλο εύρος ασφάλειας αναφορικά με συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. παράγραφο 4.9). Ο μέσος χρόνος για την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα ήταν 5 λεπτά μετά τη χορήγηση της δόσης, για όλες τις ηλικιακές ομάδες. Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα ήταν σύντομος (< 20 λεπτά), παρόμοιος για τους παιδιατρικούς και τους ενήλικες ασθενείς και δεν είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση του οξέος της λατανοπρόστης στη συστηματική κυκλοφορία σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Η οφθαλμική καθώς και η συστηματική τοξικότητα της λατανοπρόστης έχει διερευνηθεί σε πολλά είδη πειραματόζωων. Σε γενικές γραμμές, η λατανοπρόστη εμφανίζει καλή ανοχή με περιθώριο ασφάλειας μεταξύ της κλινικής οφθαλμικής δόσης και συστηματικής τοξικότητας τουλάχιστον 1.000 φορές. Έχει καταδειχθεί ότι υψηλές δόσεις λατανοπρόστης, περίπου 100 φορές μεγαλύτερες της κλινικής δόσης/kg βάρους σώματος, που χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως σε μη αναισθητοποιημένους πιθήκους, αυξάνουν την ταχύτητα της αναπνοής, αντανακλώντας πιθανώς σε κάποιο μικρής διάρκειας βρογχόσπασμο. Σε μελέτες που διεξήχθησαν με λατανοπρόστη σε ζώα, δεν καταδείχθηκαν ιδιότητες ευαισθητοποίησης.
Κανένα τοξικό αποτέλεσμα στον οφθαλμό, δεν διαπιστώθηκε με δόσεις μέχρι και 100 μικρογραμμαρίων/οφθαλμό/ημέρα σε κουνέλια ή σε πιθήκους (η κλινική δόση είναι περίπου 1,5 μικρογραμμάρια/οφθαλμό/ημέρα). Ωστόσο σε πιθήκους, καταδείχθηκε ότι η λατανοπρόστη προκαλεί αυξημένη χρώση της ίριδας.
Ο μηχανισμός της αυξημένης χρώσης φαίνεται να είναι η διέγερση της παραγωγής μελανίνης σε μελανοκύτταρα της ίριδας. Δεν έχουν παρατηρηθεί εκφυτικές (παραγωγικές) μεταβολές. Η αλλαγή στο χρώμα της ίριδας ενδέχεται να είναι μόνιμη.
Σε μελέτες χρόνιας οφθαλμικής τοξικότητας η χορήγηση λατανοπρόστης σε δοσολογία 6 μικρογραμμάρια/οφθαλμό/ημέρα έχει επίσης καταδειχθεί ότι εντείνει την αύξηση της μεσοβλεφάριας σχισμής. Το αποτέλεσμα αυτό είναι αναστρέψιμο και παρατηρείται σε δόσεις υψηλότερες από το επίπεδο της κλινικής δόσης. Το αποτέλεσμα αυτό δεν έχει παρατηρηθεί στον άνθρωπο.
Η λατανοπρόστη βρέθηκε αρνητική σε δοκιμασίες αντίστροφης μετάλλαξης σε βακτήρια, σε γονιδιακή μετάλλαξη σε λέμφωμα ποντικού και σε δοκιμασία μικροπυρήνα ποντικού.
Παρατηρήθηκαν in vitro χρωμοσωμικές παρεκκλίσεις με ανθρώπινα λεμφοκύτταρα.
Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν με προσταγλαδίνη F , προσταγλανδίνη που βρίσκεται στη 2α φύση, και το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η επίδραση αυτή είναι ταξική (class effect).
Επιπρόσθετες μελέτες μεταλλαξιογόνου δράσης σε in vitro/in vivo μη προγραμματισμένη σύνθεση DΝΑ σε αρουραίους ήταν αρνητικές και δείχνουν ότι η λατανοπρόστη δεν εμφανίζει μεταλλαξιογόνο δυναμικό. Οι μελέτες καρκινογόνου δράσης σε ποντίκια και αρουραίους ήταν αρνητικές.
Έχει βρεθεί ότι η λατανοπρόστη δεν έχει καμία επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών ή θηλυκών πειραματόζωων. Στη μελέτη εμβρυοτοξικότητας σε αρουραίους δεν παρατηρήθηκε καμία εμβρυοτοξικότητα σε ενδοφλέβιες δόσεις (5, 50 και 250 μικρογραμμαρίων/kg/ημέρα) λατανοπρόστης.
Ωστόσο, η λατανοπρόστη προκάλεσε εμβρυοθανατηφόρα αποτελέσματα σε κουνέλια σε δόσεις 5 μικρογραμμάρια/kg/ημέρα και υψηλότερες.
Η δόση των 5 μικρογραμμαρίων/kg/ημέρα (περίπου 100 φορές της κλινικής δόσης) προκάλεσε σημαντική εμβρυοτοξικότητα που χαρακτηρίσθηκε από αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αργοπορημένης απορρόφησης και αποβολής, καθώς και από μειωμένο βάρος του εμβρύου.
Δεν υπήρξαν ενδείξεις για δυνατότητα πρόκλησης τερατογένεσης.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Υδροξυστεατική μακρογολογλυκερόλη 40 Χλωριούχο νάτριο Εδετικό δινάτριο Διϋδρικό δισόξινο φωσφορικό νάτριο
Άνυδρο φωσφορικό δινάτριο Υδροχλωρικό οξύ ή/και υδροξείδιο του νατρίου (για ρύθμιση του pH)
Ύδωρ για ενέσιμα
6.2 Ασυμβατότητες
Από in vitro μελέτες έχει καταδειχθεί ότι προκαλείται κατακρήμνιση όταν οφθαλμικές σταγόνες που περιέχουν θειομερσάλη αναμειχθούν με λατανοπρόστη. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά προϊόντα του είδους αυτού, οι οφθαλμικές σταγόνες θα πρέπει να χορηγούνται σε μεσοδιάστημα τουλάχιστον πέντε λεπτών.
6.3 Διάρκεια ζωής
2 χρόνια 2,5 ml:
4 εβδομάδες μετά το πρώτο άνοιγμα. Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
5 ml:
8 εβδομάδες μετά το πρώτο άνοιγμα. Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C Μετά το πρώτο άνοιγμα, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ειδικές συνθήκες φύλαξης, (βλ.
παράγραφο 6.3).
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Το Tanafra παρουσιάζεται ως διαυγές, άχρωμο, υδατικό διάλυμα 2,5 ml, που αντιστοιχεί σε περίπου 80 σταγόνες διαλύματος, ή ως διαυγές, άχρωμο, υδατικό διάλυμα 5 ml, που αντιστοιχεί σε περίπου 160 σταγόνες διαλύματος, σε χαρτονένιο κουτί που περιέχει έναν λευκό περιέκτη πολλαπλών δόσεων 5 ml (HDPE) με αντλία (PP, HDPE, LDPE) και πράσινο κύλινδρο πίεσης και πώμα (HDPE).
Μεγέθη συσκευασίας: 1 ή 3 φιάλες των 2,5 ml διαλύματος ή 1 ή 3 φιάλες των 5 ml διαλύματος Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΦΑΡΜΑΤΕΝ ΑΒΕΕ, Δερβενακίων 6, 15351 Παλλήνη, Αττική, Ελλάδα
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
2616/20-01-2025
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
1η έγκριση: 25-10-2018 Ανανέωση: 20-01-2025