1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Tretin 10 mg μαλακά καψάκια Tretin 20 mg μαλακά καψάκια
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε μαλακό καψάκιο Tretin περιέχει 10 mg ή 20 mg ισοτρετινοΐνη.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Τα μαλακά καψάκια 10 mg και 20 mg περιέχουν σογέλαιο (καθαρό, μερικώς και πλήρως υδρογονωμένο).
Τα μαλακά καψάκια 20 mg περιέχουν 2,06 mg αζώχρωμα Ponceau red 4R (E 124).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Καψάκιο μαλακό.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις
Βαριές μορφές ακμής (όπως η οζώδης ή η συρρέουσα ακμή ή ακμή με κίνδυνο μόνιμων ουλών) που ανθίστανται σε επαρκείς θεραπευτικούς κύκλους συνήθους αγωγής με συστηματικώς χορηγούμενα αντιβιοτικά και τοπική θεραπεία.
4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Η ισοτρετινοΐνη θα πρέπει να συνταγογραφείται μόνο από ή υπό την επίβλεψη ιατρών, με εμπειρία στη χρήση συστηματικώς χορηγούμενων ρετινοειδών για τη θεραπεία της βαριάς ακμής και πλήρη κατανόηση των κινδύνων της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη και των αναγκών.
Τα καψάκια θα πρέπει να λαμβάνονται μαζί με τροφή μία ή δύο φορές την ημέρα.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ισοτρετινοΐνη δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία της προεφηβικής ακμής και δεν συνιστάται σε ασθενείς κάτω των 12 ετών, λόγω έλλειψης στοιχείων σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια.
Ενήλικες συμπεριλαμβανομένων των εφήβων & των ηλικιωμένων H θεραπεία με ισοτρετινοΐνη πρέπει να ξεκινά με δόση 0,5 mg/kg την ημέρα. Η θεραπευτική ανταπόκριση στην ισοτρετινοΐνη και ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες της είναι δοσοεξαρτώμενες και διαφέρουν μεταξύ των ασθενών. Τούτο καθιστά απαραίτητη την εξατομικευμένη προσαρμογή της δοσολογίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Για τους περισσότερους ασθενείς η δόση κυμαίνεται από 0,5-1,0 mg/kg την ημέρα.
Η μακρόχρονη ύφεση και τα ποσοστά υποτροπής συνδέονται στενότερα με τη συνολικώς χορηγηθείσα δόση απ’ ότι με τη διάρκεια της θεραπείας ή την ημερήσια δόση. Έχει καταδειχθεί ότι δεν αναμένεται ουσιαστικό επιπρόσθετο όφελος πέραν της συνολικής θεραπευτικής δόσης των 120-
150mg/kg. Η διάρκεια της θεραπείας θα εξαρτηθεί από την εξατομικευμένη ημερήσια δόση. Ένας θεραπευτικός κύκλος 16-24 εβδομάδων είναι κανονικά αρκετός για την επίτευξη της υποχώρησης.
Η πλήρης εξαφάνιση της ακμής επιτυγχάνεται στην πλειονότητα των ασθενών με έναν μόνο θεραπευτικό κύκλο. Σε περίπτωση σαφούς υποτροπής θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης περαιτέρω θεραπευτικού κύκλου με ισοτρετινοΐνη, χρησιμοποιώντας την ίδια ημερήσια δοσολογία και την ίδια συνολική θεραπευτική δόση. Δεδομένου ότι μπορεί να παρατηρηθεί περαιτέρω βελτίωση της ακμής έως και 8 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας, το ενδεχόμενο χορήγησης περαιτέρω θεραπευτικού κύκλου δεν θα πρέπει να εξετάζεται μέχρις ότου παρέλθει αυτό τουλάχιστον το διάστημα.
Ασθενείς με βαριά νεφρική βλάβη Σε ασθενείς με βαριά νεφρική βλάβη, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με χαμηλότερη δόση (πχ 10 mg/ημέρα). Κατόπιν θα πρέπει να αυξάνεται σε έως και 1 mg/kg/ημέρα ή μέχρι ο ασθενής να λαμβάνει τη μέγιστη δόση που γίνεται ανεκτή (βλ. παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με δυσανεξία Σε ασθενείς που εμφανίζουν σοβαρή δυσανεξία στη συνιστώμενη δόση, η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί με χαμηλότερη δόση και συνεπώς για μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας και με υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής. Με σκοπό την επίτευξη της μέγιστης δυνατής αποτελεσματικότητας στους ασθενείς αυτούς, η δόση θα πρέπει κανονικά να συνεχίζεται με τη μέγιστη δόση που γίνεται ανεκτή.
4.3. Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στην ισοτρετινοΐνη σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
To Tretinαντενδείκνυται σε γυναίκες έγκυες ή θηλάζουσες (βλ. παράγραφο 4.6).
Η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ικανότητας, εκτός εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Αποφυγής Κύησης (βλ. παράγραφο 4.4).
Η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στην ισοτρετινοΐνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1). To Tretin περιέχει σογιέλαιο, αραχιδέλαιο (λάδι φιστικιού) μερικώς και πλήρως υδρογονωμένο. Ως εκ τούτου, το Tretin αντενδείκνυται σε ασθενείς που είναι αλλεργικοί στα φιστίκια ή στη σόγια.
Η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται, επίσης, σε ασθενείς:
• Με ηπατική ανεπάρκεια
• Με υπερβολικά υψηλές τιμές λιπιδίων αίματος
• Με υπερβιταμίνωση Α
• Που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με τετρακυκλίνες (βλ. παράγραφο 4.5).
4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ιχνηλασιμότητα Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Τερατογόνος δράση Το Tretin έχει ισχυρή τερατογόνο δράση στον άνθρωπο, προκαλώντας σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή διαμαρτίες διαπλάσεως με υψηλή συχνότητα.
Το Tretin αντενδείκνυται αυστηρά σε:
- Έγκυες γυναίκες
- Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης Πρόγραμμα Αποφυγής Κύησης Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν είναι ΤΕΡΑΤΟΓΟΝΟ.
Η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, εκτός εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Εγκυμοσύνης.
• Πάσχει από βαριά ακμή (όπως η οζώδης ή η συρρέουσα ακμή ή η ακμή με κίνδυνο μόνιμων ουλών) που ανθίσταται σε επαρκείς θεραπευτικούς κύκλους συνήθους αγωγής με συστηματικώς χορηγούμενα αντιβιοτικά και τοπική θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.1).
• Η δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να αξιολογείται για όλες τις γυναίκες ασθενείς.
• Η ασθενής κατανοεί τον κίνδυνο τερατογένεσης.
• Η ασθενής κατανοεί την ανάγκη για αυστηρή παρακολούθηση σε μηνιαία βάση.
• Η ασθενής κατανοεί και αποδέχεται την ανάγκη για αποτελεσματική αντισύλληψη, χωρίς διακοπή, επί 1 μήνα πριν από την έναρξη της θεραπείας, καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και επί 1 μήνα μετά το τέλος της θεραπείας. Πρέπει να χρησιμοποιείται τουλάχιστον μία μέθοδος αντισύλληψης υψηλής αποτελεσματικότητας (δηλ. μία μορφή αντισύλληψης που είναι ανεξάρτητη από το χρήστη) ή δύο συμπληρωματικές μορφές αντισύλληψης που εξαρτώνται από το χρήστη.
• Θα πρέπει να αξιολογούνται οι επιμέρους περιστάσεις σε κάθε περίπτωση, όταν επιλέγεται η μέθοδος αντισύλληψης, συμπεριλαμβάνοντας την ασθενή στη συζήτηση, ώστε να διασφαλιστεί η συμμετοχή και η συμμόρφωσή της με τα επιλεγμένα μέτρα.
• Ακόμη και αν η ασθενής έχει αμηνόρροια, πρέπει να ακολουθήσει όλες τις συστάσεις περί αποτελεσματικής αντισύλληψης.
• Η ασθενής έχει ενημερωθεί και κατανοεί τις πιθανές συνέπειες μιας κύησης, καθώς και την ανάγκη να συμβουλευτεί γρήγορα γιατρό εάν υπάρχει πιθανότητα σύλληψης ή εάν υπάρχει ενδεχόμενο να είναι έγκυος.
• Η ασθενής κατανοεί την ανάγκη και δέχεται να υποβάλλεται τακτικά σε τεστ κύησης πριν από τη θεραπεία, ιδανικά σε μηνιαία βάση κατά τη διάρκεια της θεραπείας και 1 μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας.
• Η ασθενής έχει δηλώσει ότι κατανοεί τους κινδύνους και τις απαραίτητες προφυλάξεις που συνδέονται με τη χρήση της ισοτρετινοΐνης.
Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν επίσης σε γυναίκες που δεν είναι επί του παρόντος σεξουαλικά ενεργές, εκτός εάν ο συνταγογράφων γιατρός κρίνει ότι υπάρχουν αναμφισβήτητοι λόγοι που υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος κύησης.
Ο συνταγογράφων ιατρός θα πρέπει να διασφαλίζει ότι:
• Η ασθενής συμμορφώνεται με τις συνθήκες περί πρόληψης εγκυμοσύνης που αναφέρονται παραπάνω, συμπεριλαμβανομένης της επιβεβαίωσης ότι η ασθενής έχει επαρκές επίπεδο κατανόησης.
• Η ασθενής έχει αποδεχτεί τις προαναφερόμενες συνθήκες.
• Η ασθενής κατανοεί ότι πρέπει να χρησιμοποιεί σε σταθερή βάση και σωστά μία μέθοδο αντισύλληψης υψηλής αποτελεσματικότητας (δηλ. μία μορφή αντισύλληψης που είναι ανεξάρτητη από το χρήστη) ή δύο συμπληρωματικές μορφές αντισύλληψης που εξαρτώνται από το χρήστη επί τουλάχιστον 1 μήνα πριν από την έναρξη της θεραπείας και να συνεχίζει τη χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και επί τουλάχιστον 1 μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας.
• Αρνητικά αποτελέσματα τεστ κύησης έχουν ληφθεί πριν από τη θεραπεία, κατά τη διάρκεια αυτής και 1 μήνα μετά το τέλος της θεραπείας. Οι ημερομηνίες και τα αποτελέσματα των τεστ κύησης πρέπει να καταγράφονται.
Εάν μια γυναίκα που λαμβάνει ισοτρετινοΐνη μείνει έγκυος, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και η ασθενής πρέπει να παραπέμπεται σε γιατρό με εξειδίκευση στην τερατολογία για αξιολόγηση και λήψη συμβουλών.
Σε περίπτωση κύησης μετά τη διακοπή της θεραπείας, εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος για βαριάς μορφής και σοβαρές διαμαρτίες διάπλασης του εμβρύου. Αυτός ο κίνδυνος παραμένει μέχρι να αποβληθεί πλήρως το προϊόν, το οποίο συμβαίνει εντός ενός μηνός μετά το τέλος της θεραπείας.
Αντισύλληψη Οι γυναίκες ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν διεξοδικές πληροφορίες σχετικά με την πρόληψη εγκυμοσύνης και να παραπέμπονται σε γιατρό για λήψη συμβουλών σχετικά με την αντισύλληψη, εάν δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Εάν ο συνταγογράφων γιατρός δεν είναι σε θέση να παράσχει αυτές τις πληροφορίες, η ασθενής πρέπει να παραπέμπεται στον αρμόδιο επαγγελματία υγείας.
Ως ελάχιστη απαίτηση, οι γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν τουλάχιστον μία μέθοδο αντισύλληψης υψηλής αποτελεσματικότητας (δηλ. μία μορφή αντισύλληψης που είναι ανεξάρτητη από το χρήστη) ή δύο συμπληρωματικές μορφές αντισύλληψης που εξαρτώνται από το χρήστη. Η αντισύλληψη πρέπει να χρησιμοποιείται επί τουλάχιστον 1 μήνα πριν από την έναρξη της θεραπείας, καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και να συνεχίζεται επί τουλάχιστον 1 μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη, ακόμη και σε ασθενείς με αμηνόρροια.
Σε κάθε περίπτωση κατά την επιλογή της μεθόδου αντισύλληψης, πρέπει να αξιολογούνται οι ιδιαίτερες συνθήκες με συμμετοχή της ασθενούς στη συζήτηση, ώστε να διασφαλιστεί η δέσμευση και η συμμόρφωση της με τα επιλεγμένα μέτρα.
Τεστ κύησης Σύμφωνα με την τοπική πρακτική, συνιστάται να διεξάγονται τεστ κύησης με ελάχιστη ευαισθησία 25 mUI/mL υπό ιατρική επίβλεψη, όπως περιγράφεται παρακάτω.
Πριν την έναρξη της θεραπείας Τουλάχιστον ένα μήνα μετά την έναρξη χρήσης αντισύλληψης από την ασθενή και σε σύντομο διάστημα (κατά προτίμηση λίγες ημέρες) πριν από την πρώτη συνταγή, η ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε τεστ κύησης υπό ιατρική επίβλεψη. Αυτό το τεστ θα διασφαλίσει ότι η ασθενής δεν είναι έγκυος όταν ξεκινά τη θεραπεία με ισοτρετινοΐνη.
Επισκέψεις παρακολούθησης Θα πρέπει να προγραμματίζονται επισκέψεις παρακολούθησης σε τακτά διαστήματα, ιδανικά κάθε μήνα. Η ανάγκη για επανάληψη των επιβλεπόμενων από γιατρό τεστ κύησης κάθε μήνα θα καθορίζεται σύμφωνα με την τοπική πρακτική, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη σεξουαλική δραστηριότητα της ασθενούς, το πρόσφατο ιστορικό εμμηνορρυσίας (ακανόνιστη περίοδος, απώλεια περιόδου ή αμηνόρροια) και τη μέθοδο αντισύλληψης. Εφόσον ενδείκνυται, θα πρέπει να πραγματοποιούνται επόμενα τεστ κύησης κατά την ημέρα της επίσκεψης συνταγογράφησης ή εντός 3 ημερών πριν από την επίσκεψη στον συνταγογράφοντα γιατρό.
Τέλος της θεραπείας Ένα μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας, οι γυναίκες πρέπει να υποβάλλονται σε ένα τελικό τεστ κύησης.
Περιορισμοί αναφορικά με τη συνταγογράφηση και τη διανομή Για γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, η διάρκεια της συνταγής του Tretin θα πρέπει να περιορίζεται ιδανικά στις 30 ημέρες, ώστε να υποστηρίζεται η τακτική επανεκτίμηση, συμπεριλαμβανομένου του τεστ κύησης και της παρακολούθησης. Ιδανικά το τεστ κύησης, η έκδοση της συνταγής και η διανομή του Tretin θα πρέπει να γίνονται την ίδια ημέρα.
Αυτή η μηνιαία παρακολούθηση θα επιτρέψει να διασφαλιστεί ότι πραγματοποιούνται τακτικά τεστ κύησης και έλεγχοι και ότι η ασθενής δεν είναι έγκυος πριν από τη λήψη του επόμενου κύκλου της φαρμακευτικής αγωγής.
Άνδρες ασθενείς Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι ο βαθμός της μητρικής έκθεσης από το σπέρμα ασθενών που λαμβάνουν Tretin δεν είναι αρκετά μεγάλος ώστε να συσχετιστεί με την τερατογόνο δράση του Tretin. Στους άνδρες ασθενείς πρέπει να υπενθυμίζεται ότι δεν πρέπει να μοιράζονται το φάρμακό τους με κανέναν, ιδίως με γυναίκες.
Πρόσθετες προφυλάξεις Στους ασθενείς πρέπει να υποδειχθεί ότι δεν πρέπει να δώσουν το φαρμακευτικό προϊόν σε άλλο άτομο και ότι πρέπει να επιστρέφουν τα μη χρησιμοποιημένα καψάκια στο φαρμακοποιό τους στο τέλος της θεραπείας.
Οι ασθενείς δεν πρέπει να δωρίζουν αίμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά τη διακοπή της ισοτρετινοΐνης, λόγω του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο σε περίπτωση μετάγγισης σε έγκυο γυναίκα.
Επιμορφωτικό υλικό Για να βοηθηθούν οι συνταγογράφοντες γιατροί, οι φαρμακοποιοί και οι ασθενείς αναφορικά με την πρόληψη της έκθεσης του εμβρύου στην ισοτρετινοΐνη, ο Κάτοχος της Άδειας Κυκλοφορίας θα παράσχει επιμορφωτικό υλικό για την εμπέδωση των προειδοποιήσεων σχετικά με την τερατογόνο δράση της ισοτρετινοΐνης, καθώς και την παροχή συμβουλών για την αντισύλληψη πριν από την έναρξη της θεραπείας και καθοδήγησης σχετικά με την ανάγκη διεξαγωγής τεστ κύησης.
Ο γιατρός θα πρέπει να παράσχει σε όλους τους ασθενείς, άνδρες και γυναίκες, πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης και τα αυστηρά μέτρα πρόληψης εγκυμοσύνης που αναφέρονται στο Πρόγραμμα Πρόληψης Εγκυμοσύνης.
Ψυχιατρικές διαταραχές Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με συστηματικά ρετινοειδή, συμπεριλαμβανομένης και της ισοτρετινοΐνης, έχουν αναφερθεί κατάθλιψη, επιδεινωθείσα κατάθλιψη, άγχος και μεταβολές διάθεσης. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό κατάθλιψης. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία κατάθλιψης και να παραπέμπονται για κατάλληλη αγωγή, εάν είναι απαραίτητο. Η ευαισθητοποίηση της οικογένειας ή των φίλων μπορεί να φανεί χρήσιμη για τον εντοπισμό επιδείνωσης της ψυχικής υγείας.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Ενίοτε παρατηρείται οξεία επιδείνωση της ακμής κατά την αρχική περίοδο, τούτη όμως υποχωρεί κατά τη συνέχιση της θεραπείας, συνήθως εντός 7-10 ημερών και συνήθως δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Θα πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση στο έντονο ηλιακό φως ή στις υπεριώδεις ακτίνες. Όπου αυτό είναι απαραίτητο, θα πρέπει να χρησιμοποιείται αντηλιακό προϊόν με υψηλό δείκτη προστασίας, τουλάχιστον SPF 15.
Θα πρέπει να αποφεύγεται η επιθετική χημικά απόξεση του δέρματος και η δερματική θεραπεία με laser σε ασθενείς που λαμβάνουν ισοτρετινοΐνη και για διάστημα 5-6 μηνών μετά το τέλος της θεραπείας, λόγω του κινδύνου υπερτροφικών ουλών σε ατυπικές περιοχές και σπανιότερα μεταφλεγμονώδους υπέρχρωσης ή υποχρωματισμού των περιοχών που υπεβλήθησαν στις διεργασίες.
Θα πρέπει να αποφεύγεται η αποτρίχωση με κερί σε ασθενείς που λαμβάνουν ισοτρετινοΐνη για διάστημα 6 τουλάχιστον μηνών μετά τη θεραπεία, λόγω του κινδύνου επιδερμικής εκρίζωσης.
Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση ισοτρετινοΐνης με τοπικούς κερατολυτικούς ή απολεπιστικούς παράγοντες για την αντιμετώπιση της ακμής, λόγω πιθανής αύξησης του τοπικού ερεθισμού.
Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνονται συμβουλές ώστε να χρησιμοποιούν μία ενυδατική δερματική αλοιφή ή κρέμα από την έναρξη της θεραπείας και ένα μαλακτικό προϊόν για τα χείλη, δεδομένου ότι η ισοτρετινοΐνη είναι πιθανόν να προκαλέσει ξηροδερμία και ξηρότητα των χειλιών.
Υπάρχουν αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος για σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (π.χ.
πολύμορφο ερύθημα – erythema multiforme (EM), σύνδρομο Stevens-Jonson (SJS) και τοξική επιδερμική νεκρόλυσης - toxic epidermal necrolysis (TEN)), που σχετίζονται με τη χρήση ισοτρετινοΐνης. Καθώς αυτές οι καταστάσεις είναι δύσκολο να διαχωριστούν από άλλες δερματικές
αντιδράσεις που μπορεί να παρατηρηθούν (βλ. παράγραφο 4.8), οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για αυτά τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για την εμφάνιση σοβαρών δερματικών αντιδράσεων. Αν παρουσιαστεί μια σοβαρή δερματική αντίδραση, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με ισοτρετινοΐνη.
Αλλεργικές αντιδράσεις Σπάνια έχουν αναφερθεί αναφυλακτικές αντιδράσεις, σε μερικές περιπτώσεις μετά από προηγούμενη τοπική έκθεση σε ρετινοειδή. Όχι συχνά, αναφέρονται αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις. Έχουν αναφερθεί σοβαρές περιπτώσεις αλλεργικής αγγειΐτιδας, συχνά με πορφύρα (μώλωπες και κοκκινίλες)
των άκρων και συμμετοχή της εξωτερικής στοιβάδας του δέρματος. Οι σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις επιβάλλουν τη διακοπή της θεραπείας και την προσεκτική παρακολούθηση.
Οφθαλμικές διαταραχές Η ξηροφθαλμία, η θολερότητα του κερατοειδούς, η περιορισμένη νυκτερινή όραση και η κερατοειδίτιδα υποχωρούν συνήθως μετά τη διακοπή της θεραπείας. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ξηροφθαλμίας που δεν υποχωρούν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Η ξηροφθαλμία μπορεί να βοηθηθεί με την εφαρμογή μίας λιπαντικής οφθαλμικής αλοιφής ή με την εφαρμογή θεραπείας υποκατάστασης δακρύων. Μπορεί να παρατηρηθεί δυσανεξία στους φακούς επαφής, η οποία μπορεί να επιβάλλει τη χρήση γυαλιών από τον ασθενή κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Έχει, επίσης, αναφερθεί μειωμένη νυκτερινή όραση, η έναρξη της οποίας ήταν σε μερικούς ασθενείς αιφνίδια (βλ. παράγραφο 4.7). Οι ασθενείς που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην όραση, θα πρέπει να παραπέμπονται για οφθαλμολογική εξέταση από ειδικό. Μπορεί να είναι απαραίτητη η διακοπή της ισοτρετινοΐνης.
Διαταραχές του μυοσκελετικού και του συνδετικού ιστού Σε ασθενείς ππου λαμβάνουν ισοτρετινοΐνη έχει αναφερθεί μυαλγία, αρθραλγία και αυξημένες τιμές κρεατινοφωσφοκινάσης ορού, ιδιαίτερα σε εκείνους που επιδίδονται σε έντονη σωματική δραστηριότητα (βλ. παράγραφο 4.8). Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απειλητική για τη ζωή ραβδομυόλυση.
Μετά από αρκετά χρόνια χορήγησης πολύ υψηλών δόσεων για τη θεραπεία διαταραχών της κερατινοποίησης έχουν παρατηρηθεί οστικές μεταβολές, συμπεριλαμβανομένων της πρόωρης σύγκλεισης των επιφύσεων, της υπερόστεωσης και της ασβεστοποίησης τενόντων και συνδέσμων.
Στους ασθενείς αυτούς, τα δοσολογικά επίπεδα, η διάρκεια της θεραπείας και η συνολική αθροιστική δόση υπερέβαιναν γενικώς κατά πολύ τα συνιστώμενα για τη θεραπεία της ακμής.
Iερολαγονίτιδα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που εκτέθηκαν σε ισοτρετινοΐνη. Για να διαφοροποιηθεί η ιερολαγονίτιδα από άλλες αιτίες οσφυαλγίας, σε ασθενείς με κλινικά σημεία ιερολαγονίτιδας, μπορεί να χρειαστεί περαιτέρω αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένων των απεικονιστικών τρόπων, όπως η μαγνητική τομογραφία (MRI). Σε περιπτώσεις που αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία, η ιερολαγονίτιδα βελτιώθηκε μετά τη διακοπή του Tretin και την κατάλληλη θεραπεία.
Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης, σε ορισμένες από τις οποίες εμπλεκόταν η ταυτόχρονη χρήση τετρακυκλινών (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5). Τα σημεία και συμπτώματα της καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, ναυτία και έμετο, οπτικές διαταραχές και το οίδημα της οπτικής θηλής. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν καλοήθη ενδοκρανιακή υπέρταση θα πρέπει να διακόψουν αμέσως την ισοτρετινοΐνη.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Τα ηπατικά ένζυμα θα πρέπει να ελέγχονται πριν από τη θεραπεία, 1 μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας και ακολούθως ανά διαστήματα 3 μηνών, εκτός εάν υπάρχει κλινική ένδειξη για συχνότερη παρακολούθηση. Έχουν αναφερθεί παροδικές και αναστρέψιμες αυξήσεις των ηπατικών τρανσαμινασών. Σε πολλές περιπτώσεις οι μεταβολές αυτές βρίσκονταν σε φυσιολογικά πλαίσια και οι τιμές επανήλθαν στα αρχικά επίπεδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Ωστόσο, σε περίπτωση κλινικά σημαντικής αύξησης των επιπέδων των τρανσαμινασών, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της θεραπείας.
Νεφρική βλάβη Έχει καταδειχθεί ότι η νεφρική βλάβη και η νεφρική ανεπάρκεια δεν επηρεάζουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ισοτρετινοΐνης. Ως εκ τούτου, η ισοτρετινοΐνη μπορεί να χορηγείται σε ασθενείς με νεφρική βλάβη. Ωστόσο, συνίσταται οι ασθενείς να αρχίζουν με χαμηλή δόση και η δόση να αυξάνεται έως τη μέγιστη δόση που γίνεται ανεκτή (βλ. παράγραφο 4.2).
Μεταβολισμός λιπιδίων Θα πρέπει να ελέγχονται τα λιπίδια ορού (τιμές σε κατάσταση νηστείας) πριν τη θεραπεία, 1 μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας και ακολούθως ανά διαστήματα 3 μηνών, εκτός εάν υπάρχει κλινική ένδειξη για συχνότερη παρακολούθηση. Οι αυξημένες τιμές των λιπιδίων ορού επιστρέφουν συνήθως σε φυσιολογικά επίπεδα με τη μείωση της δόσης ή τη διακοπή της θεραπείας και μπορεί επίσης να ανταποκριθούν σε διαιτητικά μέτρα.
Η ισοτρετινοΐνη έχει συσχετιστεί με αύξηση στα επίπεδα των τριγλυκεριδίων στο πλάσμα. Η ισοτρετινοΐνη θα πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση που η υπερτριγλυκεριδαιμία δεν μπορεί να ελεγχθεί σε αποδεκτό επίπεδο ή εάν εμφανιστούν συμπτώματα παγκρεατίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8).
Ορισμένες φορές επίπεδα άνω των 800 mg/dL ή 9 mmol/L σχετίζονται με οξεία παγκρεατίτιδα, η οποία μπορεί να είναι μοιραία.
Γαστρεντερικές διαταραχές Η ισοτρετινοΐνη έχει συσχετιστεί με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (συμπεριλαμβανομένης της τοπικής ειλεΐτιδας) σε ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό εντερικών διαταραχών. Οι ασθενείς που εμφανίζουν σοβαρή (αιμορραγική) διάρροια, θα πρέπει να διακόψουν αμέσως την ισοτρετινοΐνη.
Ασθενείς υψηλού κινδύνου Σε ασθενείς με διαβήτη, παχυσαρκία, αλκοολισμό ή κάποια διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων που υποβάλλονται σε θεραπεία με ισοτρετινοΐνη, μπορεί να απαιτούνται συχνότεροι έλεγχοι των τιμών λιπιδίων ορού και/ή γλυκόζης αίματος. Κατά τη θεραπεία με ισοτρετινοϊνη, έχουν αναφερθεί αυξημένα επίπεδα σακχάρου αίματος υπό νηστεία, ενώ έχουν διαγνωστεί νέα περιστατικά διαβήτη.
Έκδοχα Το Tretin περιέχει σογιέλαιο. Ασθενείς που είναι αλλεργικοί στο φιστίκι ή στη σόγια, δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν (βλ. παράγραφο 4.3).
Το Tretin 20 mg περιέχει Ponceau red 4R (E 124). Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Oι ασθενείς δεν θα πρέπει να λαμβάνουν βιταμίνη Α ως ταυτόχρονη θεραπεία, λόγω κινδύνου ανάπτυξης υπερβιταμίνωσης Α.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης (ψευδοόγκος του εγκεφάλου) με ταυτόχρονη χρήση ισοτρετινοΐνης και τετρακυκλινών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη θεραπεία με τετρακυκλίνες (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση ισοτρετινοΐνης με τοπικά κερατολυτικά ή απολεπιστικούς παράγοντες, λόγω πιθανής αύξησης του τοπικού ερεθισμού (βλ. παράγραφο 4.4).
4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η κύηση αποτελεί απόλυτη αντένδειξη στη θεραπεία με ισοτρετινοΐνη (βλ. παράγραφο 4.3).
Γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια και ένα μήνα μετά τη λήξη της θεραπείας. Αν παρά όλες αυτές τις προφυλάξεις προκύψει κύηση, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη ή στον
μήνα που ακολουθεί, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος πολύ βαριάς και σοβαρής δυσμορφίας του εμβρύου.
Οι εμβρυϊκές δυσμορφίες που σχετίζονται με την έκθεση στην ισοτρετινοΐνη περιλαμβάνουν ανωμαλίες του κεντρικού νευρικού συστήματος (υδροκέφαλο, δυσπλασία/ανωμαλίες της παρεγκεφαλίδας, μικροκεφαλία), δυσμορφία του προσώπου, λυκόστομα, διαμαρτίες του έξω ωτός (απουσία έξω ωτός, μικροί ή καθόλου εξωτερικοί ακουστικοί πόροι), ανωμαλίες οφθαλμών (μικροφθαλμία), καρδιαγγειακές ανωμαλίες (δυσμορφίες του κώνου και του στελέχους της πνευμονικής αρτηρίας όπως τετραλογία Fallot, μετάθεση των μεγάλων αγγείων, ελλείμματα μεσοκαρδιακού διαφράγματος), ανωμαλία του θυμού αδένα και ανωμαλίες παραθυρεοειδών αδένων.
Υπάρχει, επίσης, αυξημένος κίνδυνος αυτόματης αποβολής.
Εάν προκύψει κύηση σε γυναίκα που λαμβάνει ισοτρετινοΐνη , η θεραπεία πρέπει να διακοπεί και η ασθενής θα πρέπει να παραπέμπεται σε ιατρό ειδικευμένο ή έμπειρο στην τερατολογία, για αξιολόγηση και συμβουλές.
Θηλασμός Η ισοτρετινοΐνη είναι σε μεγάλο βαθμό λιπόφιλη, ως εκ τούτου η διέλευση της ισοτρετινοΐνης στο μητρικό γάλα είναι πολύ πιθανή. Λόγω της δυνατότητας ανεπιθύμητων ενεργειών στη μητέρα και το εκτεθειμένο παιδί, η χρήση ισοτρετινοΐνης αντενδείκνυται σε θηλάζουσες μητέρες.
Γονιμότητα Η ισοτρετινοΐνη, σε θεραπευτικές δόσεις δεν επηρεάζει τον αριθμό, την κινητικότητα και τη μορφολογία του σπέρματος και δεν θέτει σε κίνδυνο το σχηματισμό και την ανάπτυξη του εμβρύου, όσον αφορά τους άνδρες που λαμβάνουν ισοτρετινοΐνη.
4.7. Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το Tretin μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα να οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη, έχουν παρατηρηθεί κάποιες περιπτώσεις περιορισμένης νυκτερινής όρασης και σε σπάνιες περιπτώσεις εμμένουσες μετά τη θεραπεία (βλ.
παραγράφους 4.4 και 4.8). Δεδομένου ότι η έναρξη ήταν αιφνίδια σε ορισμένους ασθενείς, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για το πιθανό αυτό πρόβλημα και να προειδοποιούνται ώστε να προσέχουν κατά την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων.
Σπανίως έχουν αναφερθεί, υπνηλία, ζάλη και διαταραχές στην όραση. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται, ώστε αν εμφανίσουν αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες, να μην οδηγούν και να μη χειρίζονται μηχανήματα ή να μη συμμετέχουν σε δραστηριότητες όπου μπορεί να βρεθούν σε κίνδυνο.
4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες
Τα ακόλουθα συμπτώματα είναι οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με την ισοτρετινοΐνη: ξηρότητα των βλεννογόνων π.χ. των χειλέων, χειλίτιδα, του ρινικού βλεννογόνου, επίσταξη και των οφθαλμών επιπεφυκίτιδα, ξηροδερμία. Ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χρήση της ισοτρετινοΐνης είναι δοσοεξαρτώμενες. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γενικώς αναστρέψιμες μετά τη μεταβολή της δόσης ή τη διακοπή της θεραπείας, ωστόσο κάποιες μπορεί να επιμείνουν μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω με βάση την κατηγορία οργανικού συστήματος (SOC) MedDRA και τις κατηγορίες συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/10 έως <1/10), Όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/1.000 έως <1/100), Πολύ σπάνιες (≤ 1/10.000) και Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Οργανικό σύστημα | Πολύ Συχνές (≥1/10) | Συχνές (≥1/100 έως <1/10) | Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) | Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) | Πολύ σπάνιες (≤1/10.000) | Μη γνωστής συχνότητας |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Gram θετική (βλεννογονο- δερματική) βακτηριακή λοίμωξη | |||||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Αναιμία, Ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων αυξημένη, Θρομβοπενία, Θρομβοκυττάρωση | Ουδετεροπενία | Λεμφαδενοπάθε ια | |||
| Διαταραχές του ανοσοποιη- τικού συστήματος | Αλλεργική δερματική αντίδραση, Αναφυλακτικές αντιδράσεις, Υπερευαισθησί α | |||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Σακχαρώδης διαβήτης, Υπερουριχαιμία | |||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάθλιψη, επιδεινωθείσα κατάθλιψη, επιθετικές τάσεις, άγχος, μεταβολές διάθεσης | Μη φυσιολογική συμπεριφορά, Ψυχωσική διαταραχή, Ιδεασμός αυτοκτονίας, Απόπειρα αυτοκτονίας, Αυτοκτονία | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση, Σπασμοί, Υπνηλία, Ζάλη | ||||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Βλεφαρίτιδα, Επιπεφυκίτιδα, Ξηροφθαλμία, Ερεθισμός του οφθαλμού | Θάμβος οράσεως, Καταρράκτης, Αχρωματοψία (ελλείμματα οπτικής αντίληψης χρωμάτων), Δυσανεξία των φακών επαφής, θολερότητα του κερατοειδούς, Νυκτερινή όραση περιορισμένη, Κερατοειδίτιδα, Οίδημα της οπτικής θηλής (ως σημείο καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρταση), Φωτοφοβία | ||||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβύρινθου | Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας | |||||
| Αγγειακές | Αγγειίτιδα (για |
| διαταραχές | παράδειγμα κοκκιωμάτωση Wegener, αλλεργική αγγειίτιδα) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Επίσταξη, Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου, Ρινοφαρυγγίτιδ α | Βρογχόσπασμος (ιδιαίτερα σε ασθενείς με άσθμα), Βράγχος φωνής | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Κολίτιδα, Ειλεϊτιδα, Ξηρότητα του φάρυγγα, Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, Αιμορραγική διάρροια και φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, Ναυτία, Παγκρεατίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4). | |||||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Τρανσαμινάσεις αυξημένες (βλ. παράγραφο 4.4) | Ηπατίτιδα | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Χειλίτιδα, δερματίτιδα, ξηροδερμία, τοπική αποφολίδωση, κνησμός, εξάνθημα ερυθηματώδες, ευθραυστότητα δέρματος (κίνδυνος τραύματος από τριβή) | Αλωπεκία | Κεραυνοβόλος ακμή, Ακμή επιδεινωθείσα (αναζωπύρωση ακμής), Ερύθημα (προσώπου), Εξάνθημα, Διαταραχή τριχώματος, Υπερτρίχωση, Δυστροφία όνυχα, Παρονυχία, Αντίδραση από φωτοευαισθησί α, Πυογόνο κοκκίωμα, Υπέρχρωση δέρματος, Εφίδρωση αυξημένη | Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Jonson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση. | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | αρθραλγία, μυαλγία, οσφυαλγία (ιδιαίτερα σε εφήβους ασθενείς) | Αρθρίτιδα, Ασβέστωση (ασβεστοποίηση συνδέσμων και τενόντων), Πρόωρη σύγκλειση των επιφύσεων, Εξόστωση, (υπερόστωση), Οστική πυκνότητα μειωμένη, Τενοντίτιδα | Ραβδομυόλυση,Ιερολαγονίτιδα |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Σπειραματονεφρ ίτιδα | Ουρηθρίτιδα | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Στυτική δυσλειτουργία, Μειωμένη libido, Γυναικομαστία, Αιδοιοκολπική ξηρότητα | |||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Ιστός κοκκίωσης (σχηματισμός αυξημένος), αίσθημα κακουχίας | |||||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Τριγλυκερίδια αίματος αυξημένα, υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη μειωμένη | Χοληστερόλη αίματος αυξημένη, γλυκόζη αίματος αυξημένη, αιματουρία, πρωτεϊνουρία | Κρεατινοφωσφο κινάση αίματος αυξημένη |
Η συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων συμβάντων υπολογίστηκε από συγκεντρωτικά δεδομένα κλινικών δοκιμών στις οποίες συμμετείχαν 824 ασθενείς και από δεδομένα μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
4.9. Υπερδοσολογία
Η ισοτρετινοΐνη είναι ένα παράγωγο της βιταμίνης Α. Αν και η οξεία τοξικότητα της ισοτρετινοΐνης είναι χαμηλή, σε περιπτώσεις τυχαίας υπερδοσολογίας μπορεί να εμφανισθούν σημεία υπερβιταμίνωσης Α. Οι εκδηλώσεις της οξείας τοξικότητας από βιταμίνη Α περιλαμβάνουν σοβαρή κεφαλαλγία, ναυτία ή έμετο, υπνηλία, ευερεθιστότητα και κνησμό. Τα σημεία και συμπτώματα της τυχαίας ή σκόπιμης υπερδοσολογίας με την ισοτρετινοΐνη πιθανόν να είναι παρόμοια. Τα συμπτώματα αυτά αναμένεται να είναι αναστρέψιμα και να υποχωρούν χωρίς να επιβάλλεται αντιμετώπιση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σκευάσματα κατά της ακμής για συστηματική χρήση, Ρετινοειδή για τη θεραπεία της ακμής Κωδικός ATC: D10B A01
Μηχανισμός δράσης Η ισοτρετινοΐνη είναι ένα στερεοϊσομερές του all-trans-ρετινοϊκού οξέος (τρετινοΐνη). Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της ισοτρετινοΐνης δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί λεπτομερώς, έχει όμως τεκμηριωθεί πως η παρατηρούμενη βελτίωση της κλινικής εικόνας της βαριάς ακμής συσχετίζεται με την καταστολή της δραστηριότητας των σμηγματογόνων αδένων και με ιστολογικώς εξακριβωμένη μείωση του μεγέθους των σμηγματογόνων αδένων. Περαιτέρω έχει τεκμηριωθεί η δερματική αντιφλεγμονώδης δράση της ισοτρειτινοϊνης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Η υπερκερατινοποίηση της επιθηλιακής στοιβάδας του σχηματισμού των αδένων των τριχών και των σμηγματογόνων αδένων προκαλεί την απόπτωση των κερατωδών κυττάρων στον πόρο και την έμφραξή του από την κερατίνη και την υπερβολική ποσότητα σμήγματος. Ακολουθεί ο σχηματισμός φαγέσωρα και ενδεχομένως φλεγμονωδών αλλοιώσεων. Η ισοτρετινοΐνη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των σμηγματογόνων κυττάρων και φαίνεται ότι δρα στην ακμή επαναρρυθμίζοντας το φυσιολογικό πρόγραμμα διαφοροποίησης. Το σμήγμα είναι βασικό υπόστρωμα για την ανάπτυξη του Propionibacterium acnes, γι’ αυτό και η μειωμένη παραγωγή σμήγματος αναστέλλει τον αποικισμό του πόρου από βακτήρια.
5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η απορρόφηση της ισοτρετινοΐνης από τη γαστρεντερική οδό είναι, για το θεραπευτικό δοσολογικό εύρος, μεταβλητή και δοσοεξαρτώμενη. Δεν έχει προσδιοριστεί η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ισοτρετινοΐνης, δεδομένου ότι η ουσία δεν είναι διαθέσιμη ως ενδοφλεβίως χορηγούμενη για ανθρώπινη χρήση, η εξαγωγή όμως συμπερασμάτων από μελέτες σε σκύλους θα υποδείκνυε αρκετά χαμηλή και μεταβλητή συστηματική βιοδιαθεσιμότητα. Όταν η ισοτρετινοΐνη λαμβάνεται μαζί με τροφή, διπλασιάζεται η βιοδιαθεσιμότητα της συγκριτικά με συνθήκες νηστείας.
Κατανομή Η ισοτρετινοΐνη δεσμεύεται εκτενώς από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κατά κύριο λόγο από τη λευκωματίνη (99,9%). Ο όγκος κατανομής της ισοτρετινοΐνης στον άνθρωπο δεν έχει προσδιοριστεί, δεδομένου ότι η ισοτρετινοΐνη δεν είναι διαθέσιμη ως ενδοφλεβίως χορηγούμενη για ανθρώπινη χρήση. Στους ανθρώπους λίγα δεδομένα είναι διαθέσιμα γα την κατανομή της ισοτρετινοΐνης στους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις της ισοτρετινοΐνης στην επιδερμίδα είναι μόνο το ήμισυ εκείνων στον ορό.
Οι συγκεντρώσεις της ισοτρετινοΐνη στο πλάσμα είναι περίπου 1,7 φορές μεγαλύτερες από εκείνες στο σύνολο του αίματος, λόγω χαμηλής διείσδυσης της ισοτρετινοΐνης στα ερυθροκύτταρα.
Βιομετασχηματισμός Μετά την από στόματος χορήγηση της ισοτρετινοΐνης, έχουν ταυτοποιηθεί στο πλάσμα τρεις μείζονες μεταβολίτες: η 4-οξο-ισοτρετινοΐνη, η τρετινοΐνη (all-trans ρετινοϊκό οξύ) και η 4-οξο-τρετινοΐνη. Οι μεταβολίτες αυτοί έχουν παρουσιάσει βιολογική δραστικότητα σε αρκετές in vitro δοκιμασίες. Σε μια κλινική μελέτη καταδείχτηκε ότι η 4-οξο-ισοτρετινοΐνη συμβάλλει σημαντικά στη δραστικότητα της ισοτρετινοΐνης (μείωση του ρυθμού έκκρισης σμήγματος, χωρίς επίδραση στα επίπεδα ισοτρετινοΐνη και τρετινοΐνης στο πλάσμα). Άλλοι ήσσονες μεταβολίτες συμπεριλαμβάνουν συζυγή γλυκουρονίδια.
Ο κύριος μεταβολίτες είναι η 4-οξο-ισοτρετινοΐνη, οι συγκεντρώσεις της οποίας στο πλάσμα στη σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 2,5 φορές υψηλότερη από εκείνες της μητρικής ουσίας.
Η ισοτρετινοΐνη και η τρετινοΐνη (all-trans ρετινοϊκό οξύ) μεταβολίζονται αντιστρεπτά (αλληλομετατρέπονται) και ο μεταβολισμός της τρετινοΐνης συνδέεται κατ’ αυτόν τον τρόπο με εκείνον της ισοτρετινοΐνης. Έχει υπολογιστεί ότι 20-30% μία δόσης ισοτρετινοϊνης μεταβολίζεται μέσω ισομερίωσης.
Η εντεροηπατική κυκλοφορία μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ισοτρετινοΐνης στον άνθρωπο. Σε in vitro μελέτες μεταβολισμού έχει καταδειχθεί η συμμετοχή αρκετών ενζύμων του CYP στο μεταβολισμό της ισοτρετινοΐνης προς 4-οξο- ισοτρετινοΐνη και
τρετινοΐνη. Καμία μεμονωμένη ισομορφή δεν φαίνεται να παίζει πρωταρχικό ρόλο. Η ισοτρετινοΐνη και οι μεταβολίτες της δεν επηρεάζουν σημαντικά τη δραστικότητα του CYP.
Αποβολή Μετά την από στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης ισοτρετινοΐνης, ανακτήθηκαν περίπου ίσα κλάσματα δόσης στα ούρα και τα κόπρανα. Μετά την από στόματος χορήγηση ισοτρετινοΐνης, Η τελική ημιπερίοδος αποβολής του αμετάβλητου φαρμάκου σε ασθενείς με ακμή είχε διάμεση τιμή 19 ωρών. Η τελική ημιπερίοδος αποβολής της 4-οξο-ισοτρετινοΐνης είναι μεγαλύτερη, με διάμεση τιμή τις 19 ώρες.
Η ισοτρετινοΐνη είναι ένα φυσιολογικώς απαντώμενο ρετινοειδές και οι ενδογενείς συγκεντρώσεις ρετινοειδούς επιτυγχάνονται εντός περίπου δύο εβδομάδων μετά το τέλος της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσμούς.
Δεδομένου ότι η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατική βλάβη, οι πληροφορίες για τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ισοτρετινοΐνης σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών είναι περιορισμένες.
Η νεφρική ανεπάρκεια δεν περιορίζει σημαντικά την κάθαρση της ισοτρετινοΐνης της 4-οξο- ισοτρετινοΐνης από το πλάσμα.
5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οξεία τοξικότητα Η οξεία από στόματος τοξικότητα της ισοτρετινοΐνης προσδιορίστηκε σε διάφορα είδη ζώων. Η LD είναι περίπου 2000 mg/kg στα κουνέλια, περίπου 3000mg/kg ποντίκια και άνω των 4000 mg/kg στους αρουραίους.
Χρόνια τοξικότητα Μια μακροχρόνια μελέτη σε αρουραίους για χρονικό διάστημα άνω των 2 ετών (δόσεις ισοτρετινοΐνης 2, 8 και 32 mg/kg/ημέρα) έδειξε μερική απώλεια τριχών και αύξηση των επιπέδων των τριγλυκεριδίων στο πλάσμα στις ομάδες που λάμβαναν την υψηλότερη δόση. Έτσι, το φάσμα των ανεπιθύμητων ενεργειών της ισοτρετινοΐνης στα τρωκτικά προσομοιάζει πολύ εκείνο της βιταμίνης Α, χωρίς όμως να περιλαμβάνει τις εκτεταμένες ασβεστοποιήσεις ιστών και οργάνων που παρατηρούνται με τη βιταμίνη Α στον αρουραίο. Οι αλλοιώσεις των ηπατικών κυττάρων που παρατηρούνται με την βιταμίνη Α, δεν παρατηρήθηκαν με την ισοτρετινοΐνη.
Όλες οι παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες του συνδρόμου υπερβιταμίνωσης Α, ήταν αυτομάτως αναστρέψιμες μετά τη διακοπή της ισοτρετινοΐνης. Ακόμη και πειραματόζωα που βρίσκονταν σε κακή γενική κατάσταση, είχαν ανακάμψει σε μεγάλο βαθμό εντός 1-2 εβδομάδων.
Τερατογένεση Όπως και άλλα παράγωγα της βιταμίνης Α, η ισοτρετινοΐνη έχει καταδειχθεί ότι είναι τερατογόνος και εμβρυοτοξική σε πειράματα με πειραματόζωα.
Λόγω της δυνατότητας τερατογένεσης της ισοτρετινοΐνης, υφίστανται θεραπευτικές επιπτώσεις όσον αφορά στη χορήγηση σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 4.6).
Μεταλλαξογόνος δράση Σε in vitro ή in vivo δοκιμασίες σε πειραματόζωα η ισοτρετινοΐνη δεν παρουσίασε μεταλλαξογόνο ή καρκινογόνο δραστικότητα, αντίστοιχα.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1. Κατάλογος εκδόχων
Tretin 10 mg, καψάκια μαλακά:
-Περιεχόμενα καψακίου:
Hydrogenated soya bean oil Soya oil Soya bean oil (partially hydrogenated)
Yellow beeswax
-Σύνθεση κενής κάψουλας:
Gelatin Glycerol solution (85%)
Titanium dioxide E 171 CI 77891 Starch maize (partially hydrogenated)
Iron oxide (Red) E172 CI 77491 Tretin 20 mg, καψάκια μαλακά:
-Περιεχόμενα καψακίου:
Hydrogenated soya bean oil Soya oil Soya bean oil (partially hydrogenated)
Yellow beeswax
-Σύνθεση κενής κάψουλας:
Gelatin Glycerol solution (85%)
Titanium dioxide E 171 CI 77891 Starch maize (partially hydrogenated)
Cochineal Red A Ponceau 4R E124 CI 16255
6.2. Ασυμβατότητες
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
6.3. Διάρκεια ζωής
2 έτη
6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσεται σε θερμοκρασία άνω των 25°C.
Φυλάσσεται εντός του αρχικού περιέκτη. Διατηρείτε τον περιέκτη καλά κλεισμένο για να προστατεύεται από το φως.
6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κουτί που περιέχει 30 μαλακά καψάκια των 10 και 20 mg σε blisters PVC αλουμινίου.
6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
TARGET PHARMA MON/ΠΗ ΕΠΕ Μενάνδρου 54,10431 Αθήνα, Ελλάδα Τηλ.: 210.5224830, Φαξ: 210.5224838, e-mail: info@targetpharma.gr, http://www.targetpharma.gr
8. ΑΡΙΘΜΟΣ (ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
TRETIN 10mg: 66320/14/07/01-2015 TRETIN 20mg: 85176/14/07-01-2015
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΈΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΆΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 13-2-2002 / Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 23-10-2009
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
09-01-2024