ΠΕΡΊΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΌΝΤΟΣ
Trondamet 2mg/mL ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα για έγχυση
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΙΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε mL διαλύματος περιέχει 2 mg ondansetron (ως hydrochloride dihydrate).
Κάθε αμπούλα των 2 mL περιέχει 4 mg ondansetron (ως hydrochloride dihydrate).
Kάθε αμπούλα των 4 mL περιέχει 8 mg ondansetron (ως hydrochloride dihydrate).
Έκδοχo με γνωστή δράση:
Κάθε ml διαλύματος περιέχει 0.15 mmol (3.5 mg) νατρίου.
4mg/2mL: Kάθε αμπούλα περιέχει 0.31 mmol (7.21 mg) νατρίου.
8mg/4mL: Κάθε αμπούλα περιέχει 0.63 mmol (14.42 mg) νατρίου.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα για έγχυση.
Διαυγές διάλυμα.
Ωσμωτικότητα διαλύματος: 290 mOsmol/L ±5% pH: 3.3-4.0
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Ενήλικες:
Διαχείριση ναυτίας και εμέτου που προκαλούνται από την κυτταροτοξική χημειοθεραπεία (CINV) και ακτινοθεραπεία Πρόληψη και αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμετού (PONV).
Διαχείριση ναυτίας και εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία σε παιδιά ηλικίας ≥ 6 μηνών Πρόληψη και αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου σε παιδιά ηλικίας ≥ 1 μηνός.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία Ενήλικες Το εμετογόνο δυναμικό της θεραπείας του καρκίνου ποικίλλει ανάλογα με τα δοσολογικά σχήματα και τους συνδυασμούς που χρησιμοποιούνται στη χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία. Η οδός χορήγησης και η δοσολογία του Trondamet πρέπει να είναι ευέλικτη και να επιλέγεται όπως αναφέρεται παρακάτω.
Εμετογόνος χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία Για ασθενείς που λαμβάνουν εμετογόνο χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία, το ondansetron μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε από το στόμα είτε με ενδοφλέβια χορήγηση.
Για τους περισσότερους ασθενείς που λαμβάνουν εμετογόνο χημειοθεραπεία ή θεραπεία, το ondansetron αρχικά πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια αμέσως πριν τη θεραπεία, ακολουθούμενο από 8 mg χορηγούμενα από του στόματος κάθε 12 ώρες.
Χορήγηση από το στόμα: 8mg 1-2 ώρες πριν από τη θεραπεία, ακολουθούμενο από 8mg μετά από 12 ώρες.
Για την προφύλαξη από καθυστερημένο ή παρατεταμένο έμετο μετά τις πρώτες 24 ώρες, πρέπει να συνεχίζεται με χορήγηση από το στόμα για 5 το πολύ ημέρες. Η συνιστώμενη δόση από το στόμα είναι 8mg δύο φορές την ημέρα.
Έντονα εμετογόνος χημειοθεραπεία Είτε 8mg ως βραδεία ενδοφλέβια ένεση ή ως βραχυπρόθεσμη έγχυση διάρκειας 15 λεπτών, ακριβώς πριν την χημειοθεραπεία. Εάν αυτή η αρχική δόση δεν έχει ικανοποιητικό αποτέλεσμα μπορεί να γίνει συμπληρωματική θεραπεία με είτε 8mg ( ενδοφλέβια βραδεία ένεση ή έγχυση διάρκειας 15 λεπτών )
κάθε 4η ώρα, το πολύ για δύο φορές, ή συνεχόμενη ενδοφλέβια έγχυση 1 mg/hour για 24 ώρες.
Μια εφάπαξ ενδοφλέβια δόση των 16 mg αιωρούμενη σε 50 – 100 mL ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0.9%) ή άλλα συμβατά υγρά έγχυσης και εγχέεται τουλάχιστον για 15 λεπτά αμέσως πριν από τη χημειοθεραπεία. Μία εφάπαξ δόση μεγαλύτερη από 16 mg δεν πρέπει να χορηγείται λόγω δοσοεξαρτώμενης αύξησης του κινδύνου επιμήκυνσης του διαστήματος QT (βλ.
παραγράφους 4.4, 4.8 και 5.1).
Μετά από 24 ώρες η θεραπεία αλλάζει οδό χορήγησης και γίνεται σε από του στόματος χρήση.
Η δραστικότητα του ondansetron μπορεί να ενισχυθεί από την ταυτόχρονη χορήγηση 20 mg ενδοφλέβιας δεξαμεθαζόνης ή από την χορήγηση ισοδύναμης δόσης άλλου γλυκοκορτικοειδούς για ενδοφλέβια χρήση.
Ναυτία και έμετος σε παιδιά ηλικίας ≥ 6 μηνών και εφήβους, που προκαλούνται από χημειοθεραπεία Η δοσολογία της κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας μπορεί να υπολογιστεί βάσει της επιφάνειας σώματος (BSA) ή του βάρους – βλέπε κάτωθι.
Η δοσολογία που υπολογίζεται βάσει βάρους έχει ως συνέπεια υψηλότερη συνολική ημερήσια δόση σε σύγκριση με τη δοσολογία, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με την επιφάνεια του σώματος (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1).
Δεν υπάρχουν στοιχεία από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές αναφορικά με τη χρήση ondansetron για την πρόληψη της επιβραδυμένης ή παρατεταμένης ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από τη χημειοθεραπεία. Δεν υπάρχουν στοιχεία από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές αναφορικά με τη χρήση ondansetron για τη ναυτία και τον έμετο που προκαλούνται από ακτινοθεραπεία στα παιδιά.
Δοσολογία σύμφωνα με την επιφάνεια σώματος:
Το ondansetron θα πρέπει να χορηγείται αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία σε μία μόνο ενδοφλέβια δόση των 5 mg/m2. Η ενδοφλέβια δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg.
Η χορήγηση της από του στόματος δόσης μπορεί να ξεκινήσει δώδεκα ώρες αργότερα και να συνεχιστεί για έως και 5 ημέρες (βλέπε πίνακα 1 παρακάτω).
Η συνολική ημερήσια δοσολογία δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τη δόση για τους ενήλικες των 32 mg.
| Πίνακας 1: Δοσολογία βάσει επιφάνειας σώματος για χημειοθεραπεία – Παιδιά ηλικίας ≥ 6 μηνών και | ||
|---|---|---|
| έφηβοι | ||
| BSA | Ημέρα 1 α,β | Ημέρες 2-6β |
| < 0.6 m2 | 5 mg/m2 ενδοφλέβια 2 mg σιρόπι μετά από 12 ώρες | 2 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 |
| ώρες | ||
| ≥ 0.6 m2 | 5 mg/m2 ενδοφλέβια 4 mg σιρόπι ή δισκίο μετά από 12 ώρες | 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 |
| ώρες | ||
α Η ενδοφλέβια δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 8mg.
β Η συνολική ημερήσια δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τη δόση για ενήλικες των 32 mg.
| Δοσολογία βάσει σωματικού βάρους: | ||
| Η δοσολογία βάσει σωματικού βάρους συνεπάγεται υψηλότερη συνολική ημερήσια δόση σε σύγκριση | ||
| με τη δοσολογία, η οποία υπολογίζεται βάσει επιφάνειας σώματος (βλέπε παραγράφους 4.4. και 5.1). | ||
| To οndansetron θα πρέπει να χορηγείται αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία σε μία μόνο ενδοφλέβια δόση | ||
| των 0.15 mg/kg. Η ενδοφλέβια δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 8 mg. | ||
| Δυο περαιτέρω ενδοφλέβιες δόσεις μπορούν να χορηγηθούν σε διαστήματα 4 ωρών. Η συνολική | ||
| ημερήσια δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τη δόση για ενήλικες των 32 mg. | ||
| Η από του στόματος χορήγηση μπορεί να ξεκινήσει δώδεκα ώρες αργότερα και να συνεχιστεί για έως | ||
| και 5 ημέρες (βλέπε πίνακα 2 κάτωθι). | ||
| Πίνακας 2: Δοσολογία βάσει σωματικού βάρους για χημειοθεραπεία – Παιδιά ηλικίας ≥ 6 μηνών και | ||
| έφηβοι | ||
| Βάρος | Ημέρα 1 α,β | Ημέρες 2-6β |
| ≤ 10 kg | Έως 3 δόσεις των 0.15 mg/kg ανά 4 | 2 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες |
| ώρες | ||
| > 10 kg | Έως 3 δόσεις των 0.15 mg/kg ανά 4 | 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες |
| ώρες | ||
| α Η ενδοφλέβια δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 8mg. | ||
| β Η συνολική ημερήσια δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τη δόση για ενήλικες των 32 mg. | ||
| Ηλικιωμένοι | ||
| Το ondansetron είναι καλά ανεκτό σε ασθενείς άνω των 65 ετών με αποτέλεσμα να μη χρειάζεται να | ||
| μεταβληθεί η δόση, η συχνότητα της δοσολογίας και η οδός χορήγησης. | ||
| Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια | ||
| Δε χρειάζεται να μεταβληθεί η ημερήσια δόση, η συχνότητα της δοσολογίας είτε η οδός χορήγησης. | ||
| Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια | ||
| Σε άτομα με μέση ή σοβαρή ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας, η κάθαρση του ondansetron | ||
| μειώνεται σημαντικά και ο χρόνος υποδιπλασιασμού στον ορό του αίματος παρατείνεται σημαντικά. Σ' | ||
| αυτούς τους ασθενείς η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8mg και για το λόγο αυτό | ||
| συνίσταται η παρεντερική ή η από του στόματος χορήγηση. | ||
| Ασθενείς με πτωχό μεταβολισμό σπαρτείνης/debrisoquine | ||
| Σε άτομα που θεωρούνται ότι έχουν πτωχό μεταβολισμό σπαρτείνης και δεβρισοκίνης, ο χρόνος | ||
| υποδιπλασιασμού του ondansetron δεν μεταβάλλεται. Συνεπώς, σ' αυτούς τους ασθενείς, | ||
| επαναλαμβανόμενες δόσεις επιτυγχάνουν στον ορό του αίματος ίδιες στάθμες με τις αντίστοιχες του | ||
| γενικού πληθυσμού. Δεν χρειάζεται αλλαγή της ημερήσιας δόσης και της συχνότητας της δοσολογίας. | ||
| Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος |
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος
Ενήλικες Για την πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου, το ondansetron μπορεί να χορηγηθεί είτε από το στόμα είτε με ενδοφλέβια ένεση.
Το ondansetron μπορεί να χορηγηθεί σε μία εφάπαξ δόση των 4 mg με ενδομυϊκή ή αργή ενδοφλέβια ένεση κατά την εισαγωγή στην αναισθησία.
Για τη θεραπεία της εγκατασταθείσας μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου, συνιστάται μία εφάπαξ δόση των 4 mg με ενδομυϊκή ή αργή ενδοφλέβια ένεση.
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος σε παιδιά ηλικίας ≥ 1 μηνός και εφήβους Για την πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου σε παιδιατρικούς ασθενείς κατόπιν χειρουργικής επέμβασης υπό ολική αναισθησία, μπορεί να χορηγηθεί μία μονή δόση ondansetron μέσω βραδείας ενδοφλέβιας έγχυσης (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) σε δοσολογία των 0.1 mg/kg, έως 4 mg το πολύ, είτε πριν, είτε μετά τη χορήγηση της αναισθησίας.
Για την αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου σε παιδιατρικούς ασθενείς κατόπιν χειρουργικής επέμβασης υπό ολική αναισθησία, μπορεί να χορηγηθεί μία μονή δόση ondansetron μέσω βραδείας ενδοφλέβιας έγχυσης (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) σε δοσολογία των 0.1mg/kg, έως 4mg το πολύ.
Δεν υπάρχουν στοιχεία για τη χρήση του ondansetron στη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Η εμπειρία είναι περιορισμένη στη χρήση του ondansetron για την πρόληψη και τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου στους ηλικιωμένους. Εν τούτοις, το ondansetron είναι καλά ανεκτό σε ασθενείς άνω των 65 ετών που λαμβάνουν χημειοθεραπεία.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Δεν χρειάζεται να μεταβληθεί η ημερήσια δόση, η συχνότητα της δοσολογίας είτε η οδός χορήγησης.
Σε άτομα με μέση ή σοβαρή ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας, η κάθαρση του ondansetron μειώνεται σημαντικά και ο χρόνος υποδιπλασιασμού στον ορό του αίματος παρατείνεται σημαντικά. Σ' αυτούς τους ασθενείς η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8mg και για το λόγο αυτό συνιστάται η παρεντερική ή η από του στόματος χορήγηση.
Ασθενείς με πτωχό μεταβολισμό σπαρτείνης/debrisoquine Σε άτομα που θεωρούνται ότι έχουν πτωχό μεταβολισμό σπαρτείνης και δεβρισοκίνης, ο χρόνος υποδιπλασιασμού του ondansetron δεν μεταβάλλεται. Συνεπώς, σ' αυτούς τους ασθενείς, επαναλαμβανόμενες δόσεις επιτυγχάνουν στον ορό του αίματος ίδιες στάθμες με τις αντίστοιχες του γενικού πληθυσμού. Δεν χρειάζεται αλλαγή της ημερήσιας δόσης και της συχνότητας της δοσολογίας.
Τρόπος χορήγησης Για ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χρήση.
4.3 Αντενδείξεις
Ταυτόχρονη χρήση με apomorphine (βλ. παράγραφο 4.5)
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Υπερευαισθησία σε άλλους εκλεκτικούς ανταγωνιστές των 5-ΗΤ -υποδοχέων (π.χ. granisetron,
dolasetron).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει υπερευαισθησία σε άλλους εκλεκτικούς ανταγωνιστές των 5-ΗΤ -υποδοχέων. Η αντιμετώπιση αναπνευστικών περιστατικών θα πρέπει να είναι συμπτωματική και οι κλινικοί ιατροί θα πρέπει να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς αυτά μπορεί να αποτελούν προδρόμους αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
Σπάνια έχουν αναφερθεί παροδικές αλλαγές του ΗΚΓ συμπεριλαμβανομένων επιμήκυνση του διαστήματος QT σε ασθενείς που έλαβαν ondansetron. Το ondansetron επιμηκύνει το διάστημα QT με τρόπο δοσοεξαρτώμενο. Επίσης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά αναφέρθηκαν περιστατικά με Torsade de Pointes σε ασθενείς που έλαβαν Ondansetron. Να αποφεύγεται το ondansetron σε ασθενείς με εκ γενετής σύνδρομο διαστήματος QT. Το Ondansetron πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που είχαν αναπτύξει ή μπορεί να αναπτύξουν επιμήκυνση του διαστήματος QTc. Συμπεριλαμβάνονται ασθενείς με διαταραχές των ηλεκτρολυτών, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυκαρδία με ανώμαλο ρυθμό ή ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε παράταση του διαστήματος QT ή ανωμαλίες ηλεκτρολυτών. Ως εκ τούτου, απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή αρρυθμία ή διαταραχές αγωγιμότητας, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αντιαρρυθμικούς παράγοντες ή β-αδρενεργικούς αναστολείς και σε ασθενείς με σημαντικές ηλεκτρολυτικές διαταραχές.
Υποκαλιαιμία και υπομαγνησαιμία πρέπει να διορθώνονται πριν τη χορήγηση του ondansetron.
Μετά τη κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά υπήρξαν αναφορές που περιγράφουν ασθενείς με σύνδρομο σεροτονίνης (συμπεριλαμβάνονται αλλοιωμένη νοητική κατάσταση, αστάθεια αυτόνομου συστήματος, νευρομυϊκές ανωμαλίες) μετά τη ταυτόχρονη χρήση του ondansetron με σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (συμπεριλαμβάνονται επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) και αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και της νορεπινεφρίνης (SNRIs)). Ταυτόχρονη θεραπεία με ondansetron και σεροτονινεγρικών φαρμακευτικών προϊόντων κλινικά επιτρέπεται, συνίσταται η παρακολούθηση του ασθενούς.
Όπως είναι γνωστό το ondansetron αυξάνει το χρόνο διάβασης στο έντερο, επομένως ασθενείς με σημεία υποξείας εντερικής απόφραξης πρέπει να παρακολουθούνται μετά τη χορήγηση.
Σε ασθενείς που έχουν υποστεί χειρουργική αφαίρεση των αδένων των αμυγδαλών, η πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου με ondansetron μπορεί να καλύψει λανθάνουσα αιμορραγία. Ως εκ τούτου, αυτοί οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά μετά την χορήγηση ondansetron.
Επειδή υπάρχει μικρή εμπειρία μέχρι σήμερα για τη χρήση του ondansetron σε καρδιακούς ασθενείς, προσοχή πρέπει να δίνεται σε ασθενείς με αρρυθμίες ή καρδιακές διαταραχές αγωγιμότητας εάν το ondansetron συγχορηγείται μαζί με αναισθητικά, ή σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με αντιαρρυθμικούς παράγοντες ή β-αναστολείς.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ισχαιμίας του μυοκαρδίου σε ασθενείς που έλαβαν ονδανσετρόνη. Σε ορισμένους ασθενείς, ιδιαίτερα στην περίπτωση ενδοφλέβιας χορήγησης, εμφανίστηκαν συμπτώματα αμέσως μετά τη χορήγηση της ονδανσετρόνης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα της ισχαιμίας του μυοκαρδίου.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Οι παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν ondansetron με ηπατοτοξικούς χημειοθεραπευτικούς παράγοντες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τον εντοπισμό διαταραχών της ηπατικής
λειτουργίας.
Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία Κατά τον υπολογισμό της δοσολογίας με βάση τα mg/kg και κατά τη χορήγηση τριών δόσεων σε 4- ωρών διαστήματα, η συνολική ημερήσια δοσολογία είναι υψηλότερη σε σύγκριση με τη χορήγηση μιας μονής δόσης των 5mg/m2 ακολουθούμενη από μία δόση από του στόματος λαμβανόμενη. Η συγκριτική αποτελεσματικότητα των δύο αυτών διαφορετικών δοσολογικών σχημάτων δεν έχει ερευνηθεί στα πλαίσια κλινικών δοκιμών. Η σύγκριση διασταυρούμενων δοκιμών δείχνει παρόμοια αποτελεσματικότητα και για τα δύο σχήματα (βλέπε παράγραφο 5.1).
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το ondansetron προκαλεί ή αναστέλλει το μεταβολισμό άλλων φαρμάκων που συνήθως χορηγούνται μαζί του. Ειδικές μελέτες έχουν δείξει ότι το ondansetron δεν αλληλεπιδρά με αλκοόλ, τεμαζεπάμη, φρουσεμίδη, αλφεντανίλη, τραμαντόλη, μορφίνη, λιδοκαΐνη, προποφόλη και θειοπεντάλη.
Το ondansetron μεταβολίζεται από πολλαπλά ένζυμα του ηπατικού κυτοχρώματος Ρ-450:
CYP3A4,CYP2D6 και CYP1A2. Λόγω της πολλαπλότητας των μεταβολικών ενζύμων ικανών να μεταβολίσουν το ondansetron, ενζυμική αναστολή ή μειωμένη δράση ενός ενζύμου (π.χ. γενετική ανεπάρκεια του CYP2D6), συνήθως εξισορροπείται από άλλα ένζυμα οπότε και προκύπτει μικρή ή καθόλου σημαντική αλλαγή συνολικά στην κάθαρση του ondansetron ή στην απαιτούμενη δόση.
Χρήση του ondansetron με φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την επιμήκυνση του διαστήματος QT μπορεί να οδηγήσουν σε επιπλέον επιμήκυνση του διαστήματος QT. Ταυτόχρονη χρήση του ondansetron με καρδιοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. ανθρακυκλίνες (όπως δοξορουβικίνη, δαουνορουβικίνη, ή τραστουζουμάμπη), αντιβιοτικά (όπως ερυθρομυκίνη ή κετοκοναζόλη), αντιαρρυθμικά (όπως αμιοδαρόνη) και β-αποκλειστές (όπως ατενολόλη και τιμολόλη)
μπορεί να αυξήσει το κίνδυνο αρρυθμιών (βλ. παράγραφο 4.4).
Μετά τη κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά υπήρξαν αναφορές που περιγράφουν ασθενείς με σύνδρομο σεροτονίνης (συμπεριλαμβάνονται αλλοιωμένη νοητική κατάσταση, αστάθεια αυτόνομου συστήματος, νευρομυϊκές ανωμαλίες) μετά τη ταυτόχρονη χρήση του ondansetron με σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (συμπεριλαμβάνονται επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) και αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και της νορεπινεφρίνης (SNRI)) (βλ. παράγραφο 4.4).
Απομορφίνη Με βάση τις αναφορές για υπόταση και απώλεια συνείδησης όταν το ondansetron χορηγείται με υδροχλωρική απομορφίνη, η ταυτόχρονη χρήση με απομορφίνη αντενδείκνυται.
Phenytoin, Carbamazepine και Rifampicin Σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με ισχυρούς ενεργοποιητές του CYΡ3Α4 (π.χ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη και ριφαμπικίνη), η από του στόματος κάθαρση του ondansetron αυξήθηκε και οι συγκεντρώσεις του στο αίμα μειώθηκαν.
Τramadol Στοιχεία από μικρές μελέτες έδειξαν ότι το ondansetron ίσως μειώσει την αναλγητική δράση του tramadol.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία Για τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να εξετάζεται η χρήση μεθόδου αντισύλληψης.
Κύηση
Με βάση την εμπειρία από επιδημιολογικές μελέτες σε ανθρώπους, υπάρχουν υποψίες ότι η ονδανσετρόνη, χορηγούμενη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης, μπορεί να προκαλέσει στοματοπροσωπικές δυσπλασίες.
Σε μία μελέτη κοόρτης, στην οποία εξετάστηκαν 1,8 εκατομμύρια κυήσεις, η χρήση της ονδανσετρόνης κατά το πρώτο τρίμηνο συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο σχιστιών στόματος (3 πρόσθετα περιστατικά ανά 10 000 γυναίκες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία, προσαρμοσμένος σχετικός κίνδυνος 1,24 (ΔΕ 95%:
1,03-1,48)).
Οι διαθέσιμες επιδημιολογικές μελέτες σχετικά με τις καρδιακές δυσπλασίες παρήγαγαν αντικρουόμενα συμπεράσματα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε ό,τι αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγή.
Το ondansetron δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης.
Θηλασμός Δοκιμασίες έχουν δείξει ότι το ondansetron απεκκρίνεται στο γάλα των ζώων. Γι' αυτό συνιστάται οι μητέρες που λαμβάνουν ondansetron να μη θηλάζουν τα βρέφη τους.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το ondasetron δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται παρακάτω ανά οργανικό σύστημα και συχνότητα. Οι συχνότητες με τις οποίες παρουσιάζονται ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων περιπτώσεων. Δεδομένα κλινικών μελετών, καθόρισαν γενικά περατώσεις ανεπιθύμητων ενεργειών ως πολύ συχνές, συχνές και όχι συχνές. Περιπτώσεις με placebo λήφθηκαν υπ' όψιν. Περιπτώσεις σπάνιων και πολύ σπάνιων ανεπιθύμητων ενεργειών καθορίστηκαν γενικά μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά.
Οι παρακάτω συχνότητες ανεπιθύμητων ενεργειών υπολογίστηκαν με βάση τις συνήθεις συνιστώμενες δόσεις του ondansetron ανάλογα με την ένδειξη και τη δόμηση.
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες: Άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μερικές φορές σοβαρές, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας.
Διαταραχές νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Πονοκέφαλος.
Όχι συχνές: Σπασμοί, διαταραχές κίνησης (συμπεριλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών αντιδράσεων όπως δυστονικές αντιδράσεις, προσθιοπίσθιων κινήσεων των οφθαλμών κρίση και δυσκινησία) 1 Σπάνιες: Ζάλη κατά τη διάρκεια γρήγορης ενδοφλέβιας χορήγησης.
Διαταραχές όρασης Σπάνιες: Παροδικές οπτικές διαταραχές (π.χ. θάμβος οράσεως) κυρίως κατά τη διάρκεια ταχείας ενδοφλέβιας χορήγησης.
Πολύ σπάνιες: Παροδική τύφλωση κυρίως κατά τη διάρκεια ενδοφλέβιας χορήγησης2.
Καρδιαγγειακές διαταραχές Όχι συχνές: Αρρυθμίες, πόνος στο στήθος με ή χωρίς κατάσπαση του SΤ τμήματος, βραδυκαρδία.
Σπάνιες: Παροδικές μεταβολές στο ηλεκτροκαρδιογράφημα συμπεριλαμβανομένου και της παράτασης
του διαστήματος QT (συμπεριλαμβάνεται και Torsade de Pointes).
Συχνότητα άγνωστη: ισχαιμία του μυοκαρδίου (βλ. παράγραφο 4.4)
Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Αίσθημα καύσου ή ερυθρότητα.
Όχι συχνές: Υπόταση.
Αναπνευστικές, θωρακικές και διαφραγματικές διαταραχές Όχι συχνές: Λόξυγγας.
Γαστρεντερικές διαταραχές Συχνές: Δυσκοιλιότητα.
Ηπατοχολικές διαταραχές Όχι συχνές: Ασυμπτωματική αύξηση στους ελέγχους της ηπατικής λειτουργίας3.
Γενικές διαταραχές και κατάσταση περιοχής χορήγησης Συχνές: Τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ενδοφλέβιας χορήγησης.
1. Έχουν παρατηρηθεί χωρίς οριστικά στοιχεία παράτασης των κλινικών συμπτωμάτων.
2. Η πλειοψηφία των περιπτώσεων τύφλωσης που έχουν αναφερθεί, υποχώρησαν μέσα σε 20 λεπτά.
Οι περισσότεροι ασθενείς είχαν λάβει χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, οι οποίοι περιελάμβαναν την σισπλατίνη. Ορισμένες περιπτώσεις παροδικής τύφλωσης αναφέρθηκαν.
3. Τέτοια περιστατικά συνήθως παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που ελάμβαναν χημειοθεραπεία με cisplatin.
Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά και εφήβους ήταν συγκρίσιμο με αυτό των ενηλίκων.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα και ενδείξεις Μέχρι σήμερα, υπάρχει περιορισμένη γνώση αναφορικά με την υπερδοσολογία ondansetron, ωστόσο ένας περιορισμένος αριθμός ασθενών έλαβαν υπερβολικές δόσεις. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα συμπτώματα ήταν παρόμοια με εκείνα που έχουν ήδη αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν τις συνιστώμενες δόσεις (βλ. παράγραφο 4.8). Συμπτώματα τα οποία έχουν αναφερθεί περιλαμβάνουν οπτικές διαταραχές, σοβαρή δυσκοιλιότητα, υπόταση και αγγειονευρωτικό επεισόδιο με παροδικό κολποκοιλιακό αποκλεισμό δευτέρου βαθμού. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα συμπτώματα υποχωρούν εντελώς.
Το ondansetron επιμηκύνει το διάστημα QT με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Συνιστάται παρακολούθηση ΗΚΓ σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας.
Θεραπεία Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για το ondansetron, επομένως, σε περιπτώσεις υπερβολικής λήψης,
πρέπει να γίνεται συμπτωματική και υποστηρικτική θεραπεία.
Η χρήση ιπεκακουάνας για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με ondansetron δεν συνίσταται, καθώς οι ασθενείς είναι απίθανο να ανταποκριθούν λόγω της ίδιας αντιεμετικής δράσης του ondansetron.
Παιδιατρικά περιστατικά που συνάδουν με σύνδρομο σεροτονίνης έχουν αναφερθεί μετά από ακούσιες από στόματος υπερδοσολογήσεις ονδανσετρόνης (υπέρβαση της αναμενόμενης κατάποσης των 4 mg/kg) σε νήπια και παιδιά ηλικίας 12 μηνών έως 2 ετών.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιεμετικό και για την αντιμετώπιση της ναυτίας. Ανταγωνιστής των υποδοχέων σεροτονίνης (5-ΗΤ ).
Κωδικός ΑΤC: Α04ΑΑ01 Μηχανισμός δράσης Το ondansetron είναι ένας ισχυρός και εξαιρετικά εκλεκτικός ανταγωνιστής των 5-ΗΤ3 υποδοχέων.Ο ακριβής τρόπος δράσης του στον έλεγχο της ναυτίας και του εμέτου δεν είναι γνωστός.
Οι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες και η ακτινοθεραπεία μπορεί να προκαλέσουν απελευθέρωση της ουσίας 5-υδροξυτρυπταμίνης (5ΗΤ) στο λεπτό έντερο δι' ενεργοποιήσεως των απαγωγών ινών του παρασυμπαθητικού δια μέσου των 5-HT υποδοχέων. Το ondansetron δεσμεύει την έναρξη αυτού του αντανακλαστικού.
Ενεργοποίηση των απαγωγών παρασυμπαθητικομιμητικών ινών μπορεί επίσης να προκαλέσει απελευθέρωση της 5ΗΤ στην οπίσθια περιοχή η οποία βρίσκεται στη βάση της τέταρτης κοιλίας του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα να προάγει την έμμεση μέσω ενός κεντρικού μηχανισμού. Έτσι η δράση του ondansetron στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου, που προκαλούνται από κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία οφείλεται στον ανταγωνισμό των 5ΗΤ υποδοχέων στους νευρώνες που βρίσκονται τόσο στο περιφερικό όσο και στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Οι μηχανισμοί δράσης στην μετεγχειρητική ναυτία και έμετο δεν είναι γνωστοί αλλά είναι πιθανό ο τρόπος δράσης να είναι κοινός με την ναυτία και τον έμετο που προκαλούνται από την κυτταροτοξική θεραπεία.
Σε μία φαρμακο-ψυχολογική μελέτη σε εθελοντές, το ondansetron δεν φάνηκε να έχει ηρεμιστική/καταπραϋντική δράση.
Το ondansetron δεν μεταβάλλει τις πυκνότητες της προλακτίνης στο πλάσμα.
Η δράση του ondansetron στον έμετο που προκαλείται από τα οποιοειδή δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί.
Η δράση του ondansetron στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε μια διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη, θετικά ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (moxifloxacin), διασταυρούμενη μελέτη σε 58 υγιείς ενήλικες άνδρες και γυναίκες.
Οι δόσεις των 8 mg και 32 mg του ondansetron εγχύθηκαν ενδοφλεβίως για διάστημα τουλάχιστον 15 λεπτών. Στην υψηλότερη δοκιμασμένη δόση των 32 mg, η μέγιστη μέση (ανώτατο όριο του 90% CI)
διαφορά στο QTcF από το εικονικό φάρμακο μετά από διόρθωση με τα επίπεδα αναφοράς ήταν 19,6 (21,5) msec. Στη χαμηλότερη δοκιμασμένη δόση των 8 mg, η μέγιστη μέση (ανώτατο όριο του 90% CI)
διαφορά στο QTcF από το εικονικό φάρμακο μετά από διόρθωση με τα επίπεδα αναφοράς ήταν 5,8 (7,8)
msec.
Σε αυτή τη μελέτη, δεν υπήρχαν μετρήσεις του διαστήματος QTcF μεγαλύτερες από 480 msec και η επιμήκυνση του διαστήματος QTcF δεν ήταν μεγαλύτερη από 60 msec. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στις μετρήσεις των ηλεκτροκαρδιογραφικών PR ή των QRS διαστημάτων.
Κλινικές μελέτες Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία Η αποτελεσματικότητα του ondansetron στον έλεγχο του εμέτου και της ναυτίας που προκαλούνται από τη χημειοθεραπεία για την αντιμετώπιση του καρκίνου, αξιολογήθηκε σε διπλή τυφλή τυχαιοποιημένη δοκιμή σε 415 ασθενείς ηλικίας 1 έως 18 ετών. Κατά τις ημέρες της χημειοθεραπείας οι ασθενείς λάμβαναν είτε ondansetron των 5 mg/m2 ενδοφλεβίως + ondansetron των 4 mg από το στόμα κατόπιν 8- 12 ωρών, είτε ondansetron των 0.45 mg/kg ενδοφλεβίως + εικονικό φάρμακο από το στόμα μετά από 8- 12 ώρες. Κατόπιν χημειοθεραπείας χορηγήθηκε και στις δυο ομάδες 4 mg σιρόπι ondansetron δυο φορές ημερησίως για 3 ημέρες. Ο συνολικός έλεγχος του εμέτου κατά τη δυσκολότερη μέρα της χημειοθεραπείας ανερχόταν στο 49% (5 mg/m2 ενδοφλεβίως + ondansetron 4 mg από το στόμα) και σε 41% (0.45 mg/kg ενδοφλεβίως + εικονικό φάρμακο από το στόμα). Κατόπιν χημειοθεραπείας χορηγήθηκε και στις δυο ομάδες 4 mg σιρόπι ondansetron δυο φορές ημερησίως για 3 ημέρες.
Μια διπλή τυφλή τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή σε 438 ασθενείς ηλικίας από 1 έως 17 ετών έδειξε πλήρη έλεγχο του εμέτου κατά τη δυσκολότερη ημέρα χημειοθεραπείας σε 73% των ασθενών όταν το ondansetron χορηγήθηκε ενδοφλεβίως σε δοσολογία των 5 mg/m2 παράλληλα με 2–4 mg δεξαμεθαζόνης από το στόμα και σε 71% των ασθενών όταν το ondansetron χορηγήθηκε σε σιρόπι σε δοσολογία των 8 mg + 2-4 mg δεξαμεθαζόνης από το στόμα κατά τις ημέρες χημειοθεραπείας.
Κατόπιν χημειοθεραπείας χορηγήθηκε και στις δυο ομάδες 4 mg σιρόπι ondansetron δύο φορές ημερησίως για 2 ημέρες.
Η αποτελεσματικότητα του ondansetron σε 75 παιδιά ηλικίας από 6 έως 48 μηνών ερευνήθηκε στα πλαίσια μιας ανοιχτής, μη συγκριτικής, μονής μελέτης. Όλα τα παιδιά έλαβαν τρεις δόσεις ondansetron των 0.15 mg/kg ενδοφλεβίως, οι οποίες χορηγήθηκαν 30 λεπτά πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας και στη συνέχεια τέσσερις και οκτώ ώρες μετά την πρώτη δόση. Ο απόλυτος έλεγχος του εμέτου επιτεύχθηκε στο 56% των ασθενών.
Μια άλλη ανοιχτή, μη συγκριτική, μονή μελέτη ερεύνησε την αποτελεσματικότητα μιας ενδοφλέβιας δόσης ondansetron των 0.15 mg/kg ακολουθούμενη από δύο δόσεις ondansetron των 4 mg από του στόματος για παιδιά ηλικίας < 12 ετών και 8 mg για παιδιά ≥ 12 ετών (συνολικός αριθμός παιδιών n= 28). Ο απόλυτος έλεγχος του εμέτου επιτεύχθηκε σε 42% των ασθενών.
Πρόληψη ναυτίας και εμέτου κατόπιν χειρουργικής επέμβασης Η αποτελεσματικότητα μιας μονής δόσης ondansetron για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου κατόπιν χειρουργικής επέμβασης ερευνήθηκε στα πλαίσια μιας τυχαιοποιημένης, διπλής τυφλής ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο μελέτης σε 670 παιδιά ηλικίας από 1 έως 24 μηνών (ηλικία κατόπιν σύλληψης ≥ 44 εβδομάδων, βάρος ≥ 3 kg). Τα συμπεριλαμβανόμενα επρόκειτο να υποβληθούν προαιρετικά σε χειρουργική επέμβαση υπό ολική αναισθησία και διέθεταν επίπεδο φυσικής κατάστασης βάσει ASA ≤ III. Μια μεμονωμένη δόση ondansetron των 0.1 mg/kg χορηγήθηκε εντός πέντε λεπτών κατόπιν χορήγησης της αναισθησίας. Η αναλογία των ατόμων, τα οποία εκδήλωσαν τουλάχιστον ένα επεισόδιο εμέτου κατά την 24ωρη περίοδο παρακολούθησης (ITT) ήταν μεγαλύτερο στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν ondansetron (28% έναντι 11%, p <0.0001).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Ακολουθώντας την χορήγηση από το στόμα, το ondansetron απορροφάται εντελώς από το γαστρεντερικό σύστημα και υπόκειται στον πρώτο μεταβολισμό (η βιοδιαθεσιμότητα είναι γύρω στο 60%). Οι ανώτερες συγκεντρώσεις των περίπου 30 ng/mL επιτυγχάνονται περίπου 1.5 ώρες μετά την χορήγηση των 8mg. Για δόσεις άνω των 8mg η αύξηση του ondansetron στην συστηματική έκθεση με τη δόση είναι μεγαλύτερη από την συγκρινόμενη, αυτό μπορεί να αντικατοπτρίσει μερική μείωση στον μεταβολισμό σε μερικές εκ του στόματος δόσεις. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά την από του στόματος χορήγηση, αναβαθμίζεται ελαφρά με την παρουσία φαγητού αλλά παραμένει ανεπηρέαστο από τα αντιόξινα. Μελέτες σε υγιείς ενήλικους εθελοντές έχουν δείξει μερική αλλά κλινικά ασήμαντη αύξηση σχετιζόμενη με την ηλικία και στην βιοδιαθεσιμότητα στις δόσεις που λαμβάνονται εκ του στόματος (65%), αλλά και στην μέση ζωή (5 ώρες) του ondansetron. Οι διαφορές στα γένη φάνηκαν στην διάθεση του ondansetron, με τα θηλυκά να έχουν μεγαλύτερο δείκτη και διάρκεια στην απορρόφηση ακολουθώντας μια στοματική χορήγηση και μειωμένη συστηματική εκκαθάριση και όγκο διανομής (ρυθμισμένο για βάρος).
Κατανομή Η διάθεση του ondansetron ακολουθώντας στοματική, ενδομυϊκή (ΙΜ) και ενδοφλέβια (IV) δόση, είναι όμοια με μια τερματική ζωή περίπου τριών ωρών και σταθερό όγκο διανομής περίπου 140 L. Ισοδύναμη συστηματική έκθεση επιτυγχάνεται μετά την ΙΜ και IV χορήγηση του ondansetron.
Το δέσιμο του ondansetron στις πρωτεΐνες είναι 70-76%. Ο απευθείας επηρεασμός της συγκέντρωσης του πλάσματος και ο αντί-εμετικός επηρεασμός δεν έχουν ακόμα διαπιστωθεί. Το ondansetron, εκκαθαρίζεται κυρίως από τον οργανισμό με τον ηπατικό μεταβολισμό μέσω πολλαπλών ενζυματικών διαδρομών. Λιγότερο από το 5% της απορροφημένης δόσης εκκρίνεται ατόφιο από τα ούρα. Η απουσία του ενζύμου CYP2D6 δεν επηρεάζει τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες του ondansetron. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του ondansetron παραμένουν αμετάβλητες κατά τη διάρκεια των επαναλαμβανόμενων δόσεων.
Ειδικοί πληθυσμοί Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας από 1 μηνός έως 17 ετών)
Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 1 έως 4 μηνών (n=19) που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση, η κάθαρση, κανονικοποιημένη σύμφωνα με το βάρος, ήταν κατά περίπου 30% πιο αργή απ’ ότι σε ασθενείς ηλικίας από 5 έως 24 μηνών (n=22) αλλά συγκρίσιμη με εκείνη στους ασθενείς ηλικίας από 3 έως 12 ετών. Ο χρόνος υποδιπλασιασμού στον πληθυσμό ασθενών ηλικίας από 1 έως 4 μηνών ήταν κατά μέσο όρο 6.7 ώρες σε σύγκριση με 2.9 ώρες για τους ασθενείς από 5 έως 24 μηνών και από 3 έως 12 ετών. Οι διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους στον πληθυσμό ασθενών ηλικίας από 1 έως 4 μηνών μπορεί να δικαιολογηθεί εν μέρει λόγω του υψηλότερου ποσοστού συνολικού νερού σώματος στα νεογνά και στα βρέφη και του μεγαλύτερου όγκου διασποράς υδατοδιαλυτών φαρμακευτικών προϊόντων όπως το ondansetron.
Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 3 έως 12 ετών που υποβλήθηκαν προαιρετικά σε χειρουργική επέμβαση υπό ολική αναισθησία, οι απόλυτες τιμές τόσο για την κάθαρση όσο και για τον όγκο διασποράς του ondansetron μειώθηκαν σε σύγκριση με τις τιμές σε ενήλικους ασθενείς. Και οι δύο παράμετροι αυξήθηκαν γραμμικά σε σχέση με τα κιλά και στην ηλικία των 12 ετών οι τιμές προσέγγισαν εκείνες των νεαρών ενηλίκων. Όταν ομαλοποιήθηκαν η κάθαρση και ο όγκος διασποράς από το σωματικό βάρος, οι τιμές των παραμέτρων αυτών υπήρξαν παρόμοιες μεταξύ των διαφορετικών ηλικιακών ομάδων πληθυσμού. Η χρήση δοσολογίας σύμφωνα με το σωματικό βάρος αντισταθμίζει τις μεταβολές που σχετίζονται με την ηλικία και δρα αποτελεσματικά όσον αφορά την ομαλοποίηση της συστηματικής έκθεσης σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ondansetron, έγινε πληθυσμιακή ανάλυση των φαρμακοκινητικών
αποτελεσμάτων σε 74 παιδιατρικούς καρκινοπαθείς ασθενείς ηλικίας 6 έως 48 μηνών και σε 41 ασθενείς χειρουργείου ηλικίας 1 έως 24 μηνών. Με βάση τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους του πληθυσμού ασθενών ηλικίας από 1 μηνός έως 48 μηνών, η χορηγούμενη δόση με βάση το βάρος των ενηλίκων (0,15 mg/kg ενδοφλεβίως κάθε 4 ώρες για 3 δόσεις) θα οδηγούσε σε συστηματική έκθεση (AUC) συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε παιδιατρικούς χειρουργικούς ασθενείς (ηλικίας από 5 έως 24 μηνών), σε παιδιατρικούς ασθενείς με καρκίνο (ηλικίας από 4 έως 18 ετών) και σε χειρουργικούς ασθενείς (ηλικίας από 3 έως 12 ετών), σε παρόμοιες δόσεις όπως φαίνεται στον πίνακα 3.
Αυτή η έκθεση (AUC) είναι σύμφωνη με τη σχέση έκθεσης-αποτελεσματικότητας που περιγράφηκε προηγουμένως σε παιδιατρικούς ασθενείς με καρκίνο, η οποία έδειξε ποσοστό ανταπόκρισης από 50% έως 90%, με τιμές AUC που κυμαίνονται από 170 έως 250 ng.h/ml.
Πίνακας 3. Φαρμακοκινητική σε Παιδιατρικούς Ασθενείς ηλικίας από 1 μηνός έως 18 ετών
| Μελέτη | Πληθυσμός ασθενών (Ενδοφλέβια δόση) | Ηλικία | N | AUC | CL | Vd n | T 1/2 | ||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| (ng.h/L) | (L/h/kg) | (L/kg) | (h) | ||||||||||||||||
| Τετραγωνική ρίζα | Τετραγωνική ρίζα | Μέση | |||||||||||||||||
| τιμή | |||||||||||||||||||
| S3A403191 | Χειρουργικοί | Από 1 έως 4 μηνών | 19 | 360 | 0.401 | 3.5 | 6.7 | ||||||||||||
| ασθενείς | |||||||||||||||||||
| (0.1 ή 0.2mg/kg) | |||||||||||||||||||
| S3A403192 | Χειρουργικοί | Από 5 έως 24 μηνών | 22 | 236 | 0.581 | 2.3 | 2.9 | ||||||||||||
| ασθενείς | |||||||||||||||||||
| (0.1 ή 0.2mg/kg) | |||||||||||||||||||
| S3A40320 & S3A40319 Pop PK 2,3 | Καρκινοπαθείς/ | Από 1 έως 48 μηνών | 115 | 257 | 0.582 | 3.65 | 4.9 | ||||||||||||
| χειρουργικοί | |||||||||||||||||||
| ασθενείς (0.15mg/kg | |||||||||||||||||||
| q4h/ | |||||||||||||||||||
| 0.1 ή 0.2mg/kg) | |||||||||||||||||||
| S3KG024 | Χειρουργικοί | Από 3 έως 12 | 21 | 240 | 0.439 | 1.65 | 2.9 | ||||||||||||
| ασθενείς | ετών | ||||||||||||||||||
| (2 mg ή 4 mg) | |||||||||||||||||||
| S3A-150 | Καρκινοπαθείς | Από 4 έως 18 | 21 | 247 | 0.599 | 1.9 | 2.8 | ||||||||||||
| (0.15 mg/kg q 4h) | ετών |
1 Ondansetron εφάπαξ ενδοφλέβια δόση: 0.1 ή 0.2 mg/kg 2 PK πληθυσμού: 64% ασθενών με καρκίνο και το 36% των ασθενών χειρουργείου.
3 Πληθυσμιακές εκτιμήσεις έδειξαν: AUC με βάση δόση 0.15 mg/kg.
4 Εφάπαξ ενδοφλέβια δόση ondansetron: 2 mg (από 3 έως 7 ετών) ή 4 mg (από 8 έως 12 ετών)
Μετά την από του στόματος, την ενδοφλέβια ή την ενδομυϊκή χορήγηση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η εκκαθάριση του ondansetron είναι εμφανώς μειωμένη με επεκταμένη απελευθέρωση μέσης ζωής (15-32 ώρες) και με στοματική βιοδιαθεσιμότητα που πλησιάζει το 100% λόγω του μειωμένου προσυστηματικού μεταβολισμού.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Μη κλινικά στοιχεία αποκαλύπτουν ότι δεν υπάρχουν ειδικοί κίνδυνοι για τους ανθρώπους, βασιζόμενα σε συνήθεις μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητα επαναλαμβανόμενων δόσεων, γενοτοξικότητα και καρκινογενή πιθανότητα.
Το ondansetron και οι μεταβολίτες του συσσωρεύονται στο γάλα των αρουραίων, η αναλογία συγκέντρωση στο γάλα/συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν 5.2.1.
Μια μελέτη σε κλωνοποιημένα ανθρώπινα καρδιακά κανάλια ιόντων έδειξε ότι το ondansetron έχει την ιδιότητα να επηρεάσει την καρδιακή αποπόλωση μέσω του κλεισίματος των HERG καναλιών καλίου. Η κλινική σχετικότητα αυτού του ευρήματος είναι αβέβαιη.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Sodium chloride Sodium citrate Citric acid monohydrate Water for injections
6.2 Ασυμβατότητες
Η ένεση του ondansetron δεν θα πρέπει να χορηγείται με την ίδια σύριγγα ή γραμμή έγχυσης με οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν.
Το προϊόν αυτό δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6
6.3 Διάρκεια ζωής
Πριν το άνοιγμα: 3 χρόνια.
Μετά το άνοιγμα/διάλυση: 24 ώρες φυλασσόμενο σε ψυγείο (2C – 8C)
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Το φαρμακευτικό προϊόν δεν χρειάζεται ειδικές συνθήκες αποθήκευσης.
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για 24 ώρες στους 2-8C.
Από μικροβιολογική άποψη το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως, εκτός εάν η μέθοδος ανοίγματος/επαναφοράς στην αρχική μορφή/αραίωση, πιθανολογούν ρίσκο για μικροβιακή επιμόλυνση.
Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι αποθήκευσης και οι συνθήκες είναι στην υπευθυνότητα του χρήστη.
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά το άνοιγμα/διάλυση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κεχριμπαρένιες γυάλινες αμπούλες, τύπου Ι, περιέχουν διάλυμα των 2 mL ή των 4 mL.
Κουτιά των 5 και 25 (5 συσκευασίες των 5) αμπουλών.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Για μία χρήση μόνο. Κάθε διάλυμα που δεν χρησιμοποιείται πρέπει να απορρίπτεται.
Το διάλυμα πρέπει να επιθεωρείται οπτικά πριν την χρήση (επίσης μετά από την διάλυση). Μόνο διαυγή διαλύματα πρακτικά ελεύθερα από σωματίδια πρέπει να χρησιμοποιούνται.
Μπορεί να αραιωθεί με διάλυμα για έγχυση που περιέχει:
• sodium chloride 9 mg/mL (0.9%)
• glucose 50 mg/mL (5 %)
• mannitol 100 mg/mL (10 %)
• potassium chloride 3 mg/mL (0.3%) + sodium chloride 9 mg/mL (0.9 %)
• potassium chloride 3 mg/mL (0.3%) + glucose 50 mg/mL (5 %)
• Ringer’s solution for infusion.
Δεν πρέπει να αναμιχθεί με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
PHARMATHEN INVESTMENTS GROUP LIMITED, CYPRUS ΚΡΗΤΗΣ 32, PAPACHRISTOFOROU BUILDING, 4ος όροφος, 3087, ΛΕΜΕΣΟΣ, ΚΥΠΡΟΣ Τηλ: 210- 6604 300 Fax: 210-6666749 e-mail: info@pharmathen.com Τοπικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα:
INNOVIS PHARMA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ, ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Δ.Τ. «INNOVIS PHARMA Α.Ε.Β.Ε.»
ΕΔΡΑ: Λ. ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ ΑΡ. 144 – Τ.Κ.: 15351 ΠΑΛΛΗΝΗ 8.ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ 28944/20-04-2011
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
1η έγκριση: 29-08-2006 Ανανέωση: 20-04-2011