Clinio Logo
Clinio

URSODEOXYCHOLIC-ACID-PHARMACEUTICAL-INNOVATION — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 6 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΊΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation 250 mg σκληρά καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation 500 mg σκληρά καψάκια

2. ΠΟΙΟΤΙΚΉ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΉ ΣΎΝΘΕΣΗ

Κάθε καψάκιο περιέχει 250 mg δραστική ουσία ουρσοδεοξυχολικού οξέος (UCDA).

Κάθε καψάκιο περιέχει 500 mg δραστική ουσία ουρσοδεοξυχολικού οξέος (UCDA).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε ενότητες 6.1

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΉ

Σκληρό καψάκιο.

Τα σκληρά καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation 250 mg είναι μεγέθους 0, περίπου 21,7 mm x 7,64 mm, με κίτρινο καπάκι και σώμα γεμάτο με λευκή ομοιογενή σκόνη.

Τα σκληρά καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation 500 mg, είναι μήκους 23,4 mm με λευκό καπάκι και σώμα γεμάτο με λευκή ομοιογενή σκόνη.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

1. Η διάλυση χολολίθου χοληστερόλης σε ασθενείς:

‐ οι οποίοι έχουν ένα ή περισσότερους ακτινοδιαφανείς (ραδιοαρνητικούς) χολολίθους, κατά προτίμηση με διάμετρο όχι μεγαλύτερη από 2 cm, σε μια σωστά λειτουργούσα χοληδόχο κύστη.

‐ που αρνούνται τη χειρουργική επέμβαση ή για τους οποίους δεν ενδείκνυνται χειρουργικές επεμβάσεις.

‐ στους οποίους υπερκορεσμός χοληστερόλης έχει αποδειχθεί με χημική εξέταση της χολής που λαμβάνεται μέσω δωδεκαδακτυλικής παροχέτευσης.

‐ ως βοηθητικό φάρμακο πριν και μετά τη διάλυση των χολόλιθων με κρουστικά κύματα (λιθοτριψία).

2. Πρωτοπαθής Χολική Χολαγγειίτιδα (PBC, επίσης γνωστή ως πρωτοπαθής χολική κίρρωση).

3. ∆ιαταραχή του ήπατος και των χοληφόρων που σχετίζεται με κυστική ίνωση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως λιγότερο από 18 ετών.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Διάλυση χολόλιθων (μόνη της ή σε συνδυασμό με λιθοτριψία)

Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 8-10 mg/kg σωματικού βάρους ουρσοδεοξυχολικού οξέος, που ισοδυναμεί με:

Σωματικό βάρος (kg)Σκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος 250 mgΣκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος 500 mg
< 60 kg21
61-80 kg31 + 1 καψάκιο των 250 mg
81-100 kg42
> 100 kg52 + 1 καψάκιο των 250 mg

Η δόση πρέπει να διαιρείται σε δύο χορηγήσεις μετά το πρωινό και το βραδινό γεύμα, με τη μία χορήγηση πάντα μετά το βραδινό γεύμα Ή Τα καψάκια πρέπει να λαμβάνονται το βράδυ πριν από τον ύπνο.

Τα καψάκια πρέπει να λαμβάνονται τακτικά.

Η διάρκεια της διαδικασίας διάλυσης με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν είναι 6 μήνες έως 2 χρόνια, ανάλογα με το αρχικό μέγεθος των λίθων. Για τη σωστή αξιολόγηση του θεραπευτικού αποτελέσματος, είναι απαραίτητο, κατά την έναρξη της θεραπείας, να προσδιορίζεται με ακρίβεια το μέγεθος των υφιστάμενων λίθων και στη συνέχεια να παρακολουθούνται τακτικά, για παράδειγμα κάθε 3-4 μήνες, μέσω νέων ακτινογραφιών ή/και υπερηχογραφημάτων.

Σε ασθενείς των οποίων οι λίθοι δεν έχουν μειωθεί σε μέγεθος μετά από 6 μήνες θεραπείας με την αναφερόμενη δοσολογία, συνιστάται ο προσδιορισμός του δείκτη λιθογένεσης των χοληφόρων μέσω δωδεκαδακτυλικής παροχέτευσης. Εάν η χολή έχει δείκτη >1,0, είναι απίθανο να επιτευχθεί ευνοϊκή έκβαση και είναι προτιμότερο να εξεταστεί μια διαφορετική μορφή θεραπείας για τους χολολίθους. Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί για 3 έως 4 μήνες αφού η παρακολούθηση με υπερήχους επιβεβαιώσει την πλήρη διάλυση των χολόλιθων.

Διακοπή της θεραπείας Η διακοπή της θεραπείας για 3-4 εβδομάδες οδηγεί σε επιστροφή του υπερκορεσμού της χολής και παρατείνει τη συνολική διάρκεια της θεραπείας. Η διακοπή της θεραπείας μετά τη διάλυση των χολόλιθων μπορεί να ακολουθηθεί από υποτροπή.

Θεραπεία της πρωτοπαθούς Χολικής Χολαγγειίτιδας (ΠΧΚ)

Στάδιο I-III Η ημερήσια δόση εξαρτάται από το σωματικό βάρος και κυμαίνεται από 12-16 mg/kg σωματικού βάρους ουρσοδεοξυχολικού οξέος.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων 3 μηνών της θεραπείας, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να λαμβάνεται σε διαιρεμένες δόσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας. Εάν η ηπατική λειτουργία βελτιωθεί, η συνολική ημερήσια δόση μπορεί να λαμβάνεται μία φορά την ημέρα το βράδυ.

Σωματικό βάρος (kg)Ημερήσια δόση (mg/kg σωματικού βάρους)Σκληρά Καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος 250 mg
Πρώτοι 3 μήνεςΣτη συνέχεια
ΠρωίΑπόγευμαΒράδυΒράδυ (μία φορά την ημέρα)
47-6212-161113
63-7813-161124
79-9313-161225
94-10914-162226
Περισσότερα από 1102237
Σωματικό βάρος ΣΒ (kg)Ημερήσια δόση (mg/kg ΣΒ)Σκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος 500 mg
Πρώτοι 3 μήνεςΣτη συνέχεια
ΠρωίΑπόγευμαΒράδυΒράδυ (μία φορά την ημέρα)
47 - 6212-16Χρήση χαμηλότερης δόσης (καψάκιο 250 mg)1 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος
63 - 7813-16Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)12
79 - 9313-16Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)112 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος
94 - 10914-161113
πάνω από 110111 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος3 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος

Σε σπάνιες περιπτώσεις, τα κλινικά συμπτώματα ενδέχεται να επιδεινωθούν κατά την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με ΠΧΚ, για παράδειγμα, ο κνησμός ενδέχεται να επιδεινωθεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί με ένα καψάκιο των 250 mg την ημέρα. Στη συνέχεια, η δόση μπορεί να αυξάνεται σταδιακά (εβδομαδιαία αύξηση κατά 1 καψάκιο των 250 mg) έως ότου επανέλθει στα επίπεδα που καθορίζονται στο δοσολογικό πρόγραμμα.

Στάδιο IV Σε συνδυασμό με αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης ορού (> 40 μg/L- συζευγμένη), θα πρέπει αρχικά να χορηγείται μόνο η μισή από τη συνήθη δόση (βλ. δοσολογία για τα στάδια I-III) (6-8 mg/kg/ημέρα ουρσοδεοξυχολικού οξέος, που ισοδυναμεί με περίπου 2-3 καψάκια).

Στη συνέχεια, η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται κατάλληλα για αρκετές εβδομάδες (μία φορά κάθε 2 εβδομάδες για 6 εβδομάδες). Εάν δεν παρατηρηθεί επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας (AP, ALAT, ASAT, γ-γλουταμυλοτρανσφεράση, χολερυθρίνη) και εάν δεν παρατηρηθεί αύξηση του κνησμού, η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω στο συνηθισμένο επίπεδο. Ωστόσο, η ηπατική λειτουργία θα πρέπει και πάλι να παρακολουθείται στενά για αρκετές εβδομάδες. Και πάλι, εάν δεν υπάρχει επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας, ο ασθενής μπορεί να διατηρηθεί στην κανονική δοσολογία μακροπρόθεσμα.

Οι ασθενείς με πρωτοπαθή χολαγγειίτιδα των χοληφόρων (στάδιο IV) χωρίς αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης ορού επιτρέπεται να λάβουν αμέσως την κανονική αρχική δόση (βλ. δοσολογικά στάδια I- III).

Ωστόσο, η στενή παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας, όπως περιγράφεται ανωτέρω, εφαρμόζεται επίσης σε αυτές τις περιπτώσεις- η θεραπεία της ΠΧΚ θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά με βάση τις ηπατικές παραμέτρους (εργαστηριακές) και τα κλινικά ευρήματα.

Η χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στην ΠΧΚ δεν περιορίζεται χρονικά.

Παιδιά και έφηβοι με κυστική ίνωση ηλικίας 6 έως 18 ετών:

20 mg/kg/ημέρα ουρσοδεοξυχολικού οξέος σε 2 έως 3 διαιρεμένες δόσεις, με αύξηση έως και 30 mg/kg/ημέρα εάν είναι απαραίτητο.

Σωματικό βάρος ΣΒ [kg]Ημερήσια δόση [mg/kg ΣΒ]Σκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος 250 mg
ΠρωίΜεσημέριΒράδυ
20 – 2917-251--1
30 – 3919-25111
40 – 4920-25112
50 – 5921-25122
60 – 6922-25222
70 – 7922-25223
80 – 8922-25233
90 – 9923-25333
100 – 10923-25334
>110344
Σωματικό βάρος ΣΒ [kg]Ημερήσια δόση [mg/kg ΣΒ]Σκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος 500 mg
ΠρωίΜεσημέριΒράδυ
20 – 2917-25Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)--Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)
30 – 3919-25Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)
40 – 4920-25Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)1
50 – 5921-25Χρήση χαμηλότερης περιεκτικότητας (καψάκιο 250 mg)11
60 – 6922-25111
70 – 7922-25111 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικού
οξέος
80 – 8922-2511 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικο ύ οξέος1 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος
90 – 9923-251 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος1 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικο ύ οξέος1 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος
100 – 10923-251 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος1 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικο ύ οξέος2
>1101 + Απαιτείται ταυτόχρονη συνταγογράφηση καψακίου 250 mg ουρσοδεοξυχολικού οξέος22

Τρόπος χορήγησης Για χρήση από το στόμα.

Τα καψάκια μπορούν να καταποθούν ολόκληρα με λίγο υγρό.

Εάν ο ασθενής έχει δυσκολία στην κατάποση του καψακίου λόγω του μεγέθους του, μπορεί να το ανοίξει και να προσθέσει το περιεχόμενό του, για παράδειγμα, σε γιαούρτι.

Το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται τακτικά. Για ασθενείς που ζυγίζουν λιγότερο από 47 kg ή για ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν, διατίθενται άλλα σκευάσματα με ουρσοδεοξυχολικό οξύ.

4.3 Αντενδείξεις

Τα σκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με:

‐ Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην ενότητα 6.1.

‐ Οξεία φλεγμονή της χοληδόχου κύστης ή των χοληφόρων οδών.

‐ Απόφραξη των χοληφόρων οδών (απόφραξη του κοινού χοληδόχου πόρου ή ενός κυστικού πόρου).

‐ Συχνά επεισόδια κολικού της χολής.

‐ Ακτινοσκιερούς ασβεστοποιημένους χολόλιθους.

‐ Μειωμένη συσταλτικότητα της χοληδόχου κύστης.

‐ Υπερευαισθησία στα χολικά οξέα.

‐ Ενεργά γαστρικά και δωδεκαδακτυλικά έλκη.

Παιδιατρικός πληθυσμός:

‐ Ανεπιτυχής πορτοεντεροστομία ή ελλιπής αποκατάσταση της φυσιολογικής ροής της χολής σε παιδιά με ατρησία των χοληφόρων".

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Τα σκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος πρέπει να λαμβάνονται υπό ιατρική παρακολούθηση.

Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών της θεραπείας, οι παράμετροι της ηπατικής λειτουργίας AST (SGOT), ALT (SGPT) και y- GT θα πρέπει να παρακολουθούνται από τον ιατρό κάθε τέσσερις εβδομάδες, ενώ στη συνέχεια κάθε τρεις μήνες. Εκτός του ότι επιτρέπει τον εντοπισμό των ασθενών που ανταποκρίνονται και των ασθενών που δεν ανταποκρίνονται σε θεραπεία για πρωτοπαθή χολική χολαγγειίτιδα, η παρακολούθηση αυτή επιτρέπει επίσης την έγκαιρη ανίχνευση πιθανής ηπατικής επιδείνωσης, ιδίως σε ασθενείς με πρωτοπαθή χολική χολαγγειίτιδα σε προχωρημένο στάδιο.

Όταν χρησιμοποιείται για τη διάλυση των χολόλιθων:

Για την αξιολόγηση της θεραπευτικής προόδου και για την έγκαιρη ανίχνευση τυχόν ασβεστοποίησης των χολόλιθων, ανάλογα με το μέγεθος των λίθων, η χοληδόχος κύστη θα πρέπει να απεικονίζεται (από του στόματος χολοκυστεογραφία) με επισκόπηση και αποφρακτική άποψη σε όρθια και ύπτια θέση (υπερηχογραφικός έλεγχος) 6-10 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.

Εάν η χοληδόχος κύστη δεν μπορεί να απεικονιστεί σε εικόνες ακτίνων Χ ή σε περιπτώσεις ασβεστοποιημένων χολόλιθων, μειωμένης συσταλτικότητας της χοληδόχου κύστης ή συχνών επεισοδίων χοληφόρων κολικών, η θεραπεία με Ουρσοδεοξυχολικό οξύ θα πρέπει να διακόπτεται.

Οι γυναίκες ασθενείς που λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν για τη διάλυση χολόλιθων θα πρέπει να χρησιμοποιούν ένα αποτελεσματικό μη ορμονικό αντισυλληπτικό, καθώς τα ορμονικά αντισυλληπτικά μπορεί να προάγουν το σχηματισμό χολόλιθων (βλ. ενότητες 4.5 και 4.6).

Όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία προχωρημένου σταδίου πρωτοπαθούς χολαγγειίτιδας:

Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατηρήθηκε αποσυμφόρηση της ηπατικής κίρρωσης, η οποία υποχώρησε μερικώς μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Σε ασθενείς με ΠΧΚ, τα κλινικά συμπτώματα μπορεί να επιδεινωθούν σε σπάνιες περιπτώσεις κατά την έναρξη της θεραπείας, π.χ. ο κνησμός μπορεί να αυξηθεί. Σε αυτή την περίπτωση, η δοσολογία αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος μπορεί να μειωθεί σε ένα καψάκιο των 250 mg ημερησίως και στη συνέχεια θα πρέπει να αυξηθεί σταδιακά στη συνιστώμενη δόση, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.2.

Εάν εμφανιστεί διάρροια, η δόση πρέπει να μειωθεί και σε περιπτώσεις επίμονης διάρροιας, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Τα σκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με κολεστυραμίνη, κολεστιπόλη ή αντιόξινα που περιέχουν υδροξείδιο του αργιλίου ή/και σμεκτίτη (οξείδιο του αργιλίου), διότι τα σκευάσματα αυτά δεσμεύουν το ουρσοδεοξυχολικό οξύ στο έντερο και έτσι αναστέλλουν την απορρόφηση και την αποτελεσματικότητά του.

Εάν είναι απαραίτητη η χρήση ενός σκευάσματος που περιέχει μία από αυτές τις ουσίες, πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή μετά το Ουρσοδεοξυχολικό οξύ.

Το ουρσοδεοξυχολικό οξύ μπορεί να αυξήσει την απορρόφηση της κυκλοσπορίνης από το έντερο. Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κυκλοσπορίνη, οι συγκεντρώσεις της ουσίας αυτής στο αίμα θα πρέπει επομένως να ελέγχονται και η δόση της κυκλοσπορίνης να προσαρμόζεται εάν είναι απαραίτητο.

Λόγω της επίδρασης του ουρσοδεοξυχολικού οξέος στην έκκριση των χολικών οξέων, θεωρητικά υπάρχει η πιθανότητα να επηρεαστεί η απορρόφηση άλλων λιπόφιλων ουσιών.

Σε μεμονωμένες περιπτώσεις το ουρσοδεοξυχολικό οξύ μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης.

Σε μια κλινική μελέτη με υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος (500 mg/ημέρα) και ροσουβαστατίνης (20 mg/ημέρα) οδήγησε σε ελαφρώς αυξημένα επίπεδα ροσουβαστατίνης στο πλάσμα. Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης και σε σχέση με άλλες στατίνες είναι άγνωστη.

Το ουρσοδεοξυχολικό οξύ έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax)

και την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) του ανταγωνιστή ασβεστίου νιτρεντιπίνη σε υγιείς εθελοντές.

Συνιστάται στενή παρακολούθηση της έκβασης της ταυτόχρονης χρήσης νιτρεντιπίνης και ουρσοδεοξυχολικού οξέος. Μπορεί να είναι απαραίτητο να αυξηθεί η δόση της νιτρεντιπίνης.

Αναφέρθηκε επίσης αλληλεπίδραση με μείωση της θεραπευτικής δράσης της δαψόνης. Οι παρατηρήσεις αυτές, σε συνδυασμό με τα δεδομένα in vitro, μπορεί να υποδεικνύουν ότι μπορεί να επάγει τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 3A. Ωστόσο, δεν έχει παρατηρηθεί επαγωγή σε καλά σχεδιασμένη μελέτη αλληλεπίδρασης με βουδεσονίδη, γνωστό υπόστρωμα του κυτοχρώματος P450 3A.

Τα οιστρογόνα και οι παράγοντες που μειώνουν τη χοληστερόλη στο αίμα, όπως η κλοφιμπράτη, μπορεί να αυξήσουν τη λιθίαση της χολής, η οποία αποτελεί αντίρροπη δράση του ουρσοδεοξυχολικού οξέος που χρησιμοποιείται για τη διάλυση των χολόλιθων.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και θηλασμός

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία μόνο εάν χρησιμοποιούν αξιόπιστη αντισύλληψη: συνιστώνται μη ορμονικά ή χαμηλής περιεκτικότητας σε οιστρογόνα από του στόματος αντισυλληπτικά μέτρα. Ωστόσο, σε ασθενείς που λαμβάνουν σκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος για τη διάλυση των χολόλιθων, θα πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική μη ορμονική αντισύλληψη, καθώς τα ορμονικά αντισυλληπτικά από του στόματος μπορεί να αυξήσουν τη λιθίαση της χολής (βλ. ενότητα 4.4).

Η πιθανότητα εγκυμοσύνης πρέπει να αποκλειστεί πριν από την έναρξη της θεραπείας.

Κύηση Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του ουρσοδεοξυχολικού οξέος σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή κατά την πρώιμη φάση της κύησης (βλ. ενότητα 5.3). Ως εκ τούτου, τα σκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.

Οι γυναίκες που μπορούν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με UDCA μόνο εφόσον χρησιμοποιούν αξιόπιστη αντισύλληψη: συνιστάται μη ορμονική αντισύλληψη ή από του στόματος αντισύλληψη με χαμηλές δόσεις οιστρογόνων. Ωστόσο, οι ασθενείς που χρησιμοποιούν ουρσοδεοξυχολικό οξύ για τη διάλυση χολόλιθων, θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μη ορμονική αντισύλληψη, επειδή τα ορμονικά από του στόματος αντισυλληπτικά μπορούν να αυξήσουν τη λιθίαση της χολής.

Πριν από την έναρξη της θεραπείας, πρέπει να αποκλειστεί η πιθανότητα κύησης.

Θηλασμός Σύμφωνα με λίγες τεκμηριωμένες περιπτώσεις θηλαζουσών γυναικών, τα επίπεδα του ουρσοδεοξυχολικού οξέος στο γάλα είναι πολύ χαμηλά και πιθανώς δεν πρέπει να αναμένονται ανεπιθύμητες αντιδράσεις στα βρέφη που θηλάζουν. Η ανάγκη της μητέρας για θεραπεία με

ουρσοδεοξυχολικό οξύ και το όφελος για τον θηλασμό θα πρέπει να σταθμίζονται έναντι του πιθανού κινδύνου για το βρέφος.

Γονιμότητα Οι μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση του ουρσοδεοξυχολικού οξέος στη γονιμότητα (βλ. ενότητα 5.3). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ανθρώπινα δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις στη γονιμότητα μετά από θεραπεία με ουρσοδεοξυχολικό οξύ.

4.7 Επιπτώσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Τα σκληρά καψάκια ουρσοδεοξυχολικού οξέος δεν έχουν καμία ή αμελητέα επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στα ακόλουθα δεδομένα συχνότητας:

Πολύ συχνές (≥ 1/10)

Συχνές (≥1/100 έως < 1/100)

Όχι συχνές (≥1/1.000 έως < 1/100)

Σπάνιες (≥1/10.000 έως < 1/1.000)

Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)

Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα στοιχεία)

Γαστρεντερικές διαταραχές Συχνές: παχύρρευστα κόπρανα ή διάρροια.

Πολύ σπάνιες: έχει εμφανιστεί σοβαρός πόνος στη δεξιά άνω κοιλιακή χώρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας της ΠΧΚ.

Μη γνωστής συχνότητας: ναυτία, έμετος Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Πολύ σπάνιες: ασβεστοποίηση χολόλιθων- ανεπαρκής αντιρρόπηση της κίρρωσης του ήπατος (κατά τη διάρκεια της θεραπείας των προχωρημένων σταδίων της ΠΧΚ), η οποία υποχώρησε μερικώς μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ σπάνιες: κνίδωση.

Μη γνωστής συχνότητας: κνησμός Αναφορά ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμάκου είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμάκου.

Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας μπορεί να εμφανιστεί διάρροια. Σε γενικές γραμμές, άλλα συμπτώματα υπερδοσολογίας είναι απίθανα, επειδή η απορρόφηση του ουρσοδεοξυχολικού οξέος μειώνεται με την αύξηση της δόσης και επομένως αποβάλλεται περισσότερο με τα κόπρανα.

Όταν εμφανίζεται διάρροια, η δόση πρέπει να μειώνεται και σε περίπτωση επίμονης διάρροιας η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.

Δεν απαιτούνται ειδικά αντίμετρα και οι συνέπειες της διάρροιας πρέπει να αντιμετωπίζονται συμπτωματικά με αποκατάσταση της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών.

Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποδεικνύουν ανεπιθύμητες ενέργειες του ουρσοδεοξυχολικού οξέος με υπερδοσολογία.

Πρόσθετες πληροφορίες για ειδικούς πληθυσμούς:

Η μακροχρόνια θεραπεία με υψηλές δόσεις ουρσοδεοξυχολικού οξέος (28-30 mg/kg/ημέρα) σε ασθενείς με πρωτοπαθή σκληρυντική χολαγγειίτιδα (εκτός ένδειξης χρήση) συσχετίστηκε με υψηλότερα ποσοστά σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΈΣ ΙΔΙΌΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Θεραπεία για τις παθήσεις της χολής - παρασκευάσματα χολικών οξέων, κωδικός ATC: A05AA02 Μηχανισμός δράσης Τα χολικά οξέα είναι από τα κύρια συστατικά της χολής και παίζουν ρόλο στη διέγερση της παραγωγής χολής. Τα χολικά οξέα είναι επίσης σημαντικά για τη διατήρηση της χοληστερόλης στη χολή σε διάλυμα. Στους υγιείς ανθρώπους, η αναλογία μεταξύ της συγκέντρωσης χοληστερόλης και των χολικών οξέων είναι τέτοια που η χοληστερόλη παραμένει σε διάλυμα για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας.

Έτσι, δεν μπορούν να σχηματιστούν χολόλιθοι (η χολή είναι μη λιθογόνος). Σε ασθενείς με χοληστερόλη στη χολή η αναλογία αυτή έχει αλλάξει και η χολή είναι υπερκορεσμένη με χοληστερόλη (η χολή είναι λιθογόνος).

Αυτό μπορεί μετά από κάποιο χρονικό διάστημα να προκαλέσει την καθίζηση κρυστάλλων χοληστερόλης και το σχηματισμό χολόλιθων. Το ουρσοδεοξυχολικό οξύ μπορεί να μετατρέψει τη λιθογόνο χολή σε μη λιθογόνο χολή και να διαλύσει σταδιακά τις χολόλιθους χοληστερόλης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Μελέτες σχετικά με την επίδραση του ουρσοδεοξυχολικού οξέος στη χολόσταση σε ασθενείς με διαταραγμένους χοληφόρους πόρους και τις κλινικές εκδηλώσεις σε ασθενείς με πρωτοπαθή χολική χολαγγειίτιδα και κυστική ίνωση έδειξαν ότι τα χολοστατικά συμβάντα στο αίμα (μετρούμενα από την αυξημένη τιμή της αλκαλικής φωσφατάσης (ALP), της γ-GT και της χολερυθρίνης) και ο κνησμός μειώθηκαν γρήγορα, ενώ επίσης μειώθηκε η κόπωση στους περισσότερους ασθενείς.

Κυστική ίνωση Από κλινικές αναφορές, υπάρχει μακροχρόνια εμπειρία έως και 10 ετών με τη θεραπεία με ουρσοδεοξυχολικό οξύ σε παιδιατρικούς ασθενείς που πάσχουν από ηπατοχολικές διαταραχές που σχετίζονται με την κυστική ίνωση (CFAHD). Υπάρχουν ενδείξεις ότι η θεραπεία με ουρσοδεοξυχολικό οξύ μπορεί να μειώσει τον πολλαπλασιασμό των χοληφόρων πόρων, να ανακόψει την εξέλιξη της ιστολογικής βλάβης και ακόμη και να αντιστρέψει τις ηπατοχολικές μεταβολές, εάν χορηγηθεί σε πρώιμο στάδιο της CFAHD. Η θεραπεία με ουρσοδεοξυχολικό οξύ θα πρέπει να αρχίζει αμέσως μόλις τεθεί η διάγνωση της CFAHD, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Περίπου το 90% της θεραπευτικής δόσης του ουρσοδεοξυχολικού οξέος απορροφάται ταχέως στο λεπτό έντερο μετά από χορήγηση από το στόμα.

Κατανομή Μετά την απορρόφηση, το ουρσοδεοξυχολικό οξύ απορροφάται στο ήπαρ (υπάρχει σημαντική επίδραση πρώτης διέλευσης), όπου συζεύγνυται με γλυκίνη ή ταυρίνη και στη συνέχεια εκκρίνεται στη χοληφόρο οδό. Μόνο μια μικρή ποσότητα ουρσοδεοξυχολικού οξέος βρίσκεται στη συστηματική κυκλοφορία και αυτή απεκκρίνεται νεφρικά.

Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση, η συγκέντρωση του ουρσοδεοξυχολικού οξέος στη χολή φθάνει σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από περίπου 3 εβδομάδες: ωστόσο, η συνολική συγκέντρωση του ουρσοδεοξυχολικού οξέος δεν είναι ποτέ υψηλότερη από το 60% περίπου της συνολικής συγκέντρωσης των χολικών οξέων, ακόμη και σε υψηλές δόσεις.

Βιομετασχηματισμός Με εξαίρεση τη σύζευξη, το ουρσοδεοξυχολικό οξύ δεν μεταβολίζεται. Ωστόσο, ένα μικρό μέρος ουρσοδεοξυχολικού οξέος που χορηγείται από το στόμα υφίσταται βακτηριακή μετατροπή σε 7-κετο- λιθοχολικό οξύ και λιθοχολικό οξύ μετά από κάθε εντεροηπατική κυκλοφορία, ενώ λαμβάνει χώρα και βακτηριακή αποσυζεύξη στο δωδεκαδάκτυλο.

Το λιθοχολικό οξύ μπορεί να προκαλέσει χολοστατική ηπατική βλάβη όταν το ήπαρ δεν είναι σε θέση να σχηματίσει θειϊκή ένωση με το λιθοχολικό οξύ. Αν και σε ορισμένους ασθενείς έχει διαπιστωθεί μειωμένη ικανότητα θειώδους λιθοχολικού οξέος στο ήπαρ, δεν υπάρχουν επί του παρόντος κλινικές ενδείξεις ότι η χολοστατική ηπατική βλάβη μπορεί να σχετίζεται με τη θεραπεία του ουρσοδεοξυχολικού οξέος.

Αποβολή Το ουρσοδεοξυχολικό οξύ, το 7-κετο-λιθοχολικό οξύ και το λιθοχολικό οξύ είναι σχετικά δύσκολα υδατοδιαλυτά, έτσι ώστε ένα μεγάλο μέρος τους να αποβάλλεται μέσω της χολής στα κόπρανα. Το αναρροφημένο ουρσοδεοξυχολικό οξύ συζεύγνυται εκ νέου από το ήπαρ- το 80% του λιθοχολικού οξέος που σχηματίζεται στο δωδεκαδάκτυλο εκκρίνεται στα κόπρανα, αλλά το υπόλοιπο 20% αυτού μετά την αναρρόφηση είναι σε θέση να σχηματίσει θειϊκή ένωση από το ήπαρ σε αδιάλυτα λιθοχολικά συζεύγματα, τα οποία αποβάλλονται μέσω της χολής και των κοπράνων. Το αναρροφημένο 7-κετο- λιθοχολικό οξύ ανάγεται στο ήπαρ σε χηνοδεοξυχολικό οξύ.

Μετά τη διακοπή της θεραπείας με ουρσοδεοξυχολικό οξύ, η συγκέντρωση του ουρσοδεοξυχολικού οξέος στη χολή μειώνεται ταχέως σε 5 έως 10% της συγκέντρωσης στη "σταθεροποιημένη κατάσταση" μετά από 1 εβδομάδα.

Ο βιολογικός χρόνος ημιζωής του ουρσοδεοξυχολικού οξέος είναι περίπου 3,5 έως 5,8 ημέρες.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, δυναμικού καρκινογένεσης, τοξικότητας στην αναπαραγωγή και την ανάπτυξη.

Οι ηπατοτοξικές επιδράσεις που παρατηρήθηκαν σε πιθήκους σε υψηλές δόσεις ουρσοδεοξυχολικού οξέος οφείλονται πιθανότατα στον μεταβολίτη λιθοχολικό οξύ, ο οποίος στους πιθήκους, σε αντίθεση με τον άνθρωπο, δεν αποτοξινώνεται (βλ. ενότητα 5.2). Η κλινική εμπειρία από τις θεραπευτικές ενδείξεις δείχνει ότι οι ηπατοτοξικές επιδράσεις δεν είναι σχετικές με τον άνθρωπο.

Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα αποκάλυψαν εμβρυϊκές επιδράσεις του ουρσοδεοξυχολικού οξέος σε κουνέλια (από δόση 100 mg/kg) και τερατογόνες επιδράσεις σε αρουραίους σε δόση 2000 mg/kg. Η γονιμότητα και η περι/μεταγεννητική ανάπτυξη των απογόνων δεν επηρεάζονται στους αρουραίους.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Σκληρά καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation 250 mg:

Άμυλο αραβοσίτου Πυρίτιο, κολλοειδές άνυδρο (E 551)

Στεατικό μαγνήσιο (E 470b)

Ζελατίνη (E 441)

Διοξείδιο του τιτανίου (E171)

Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)

Σκληρά καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation 500 mg:

Άμυλο αραβοσίτου Πυρίτιο, κολλοειδές άνυδρο (E 551)

Στεατικό μαγνήσιο (E 470b)

Ζελατίνη (E 441)

Διοξείδιο του τιτανίου (E171)

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν ισχύει

6.3 Διάρκεια ζωής

5 χρόνια.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ειδικές συνθήκες φύλαξης.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Σκληρά καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation 250 mg:

Τα καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation συσκευάζονται σε κυψέλες PVC/αλουμινίου.

Τα σκληρά καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation διατίθενται σε συσκευασίες των 20, 30, 50, 60 ή 100 καψακιών. Δεν μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο όλα τα μεγέθη συσκευασιών.

Σκληρά καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation 500 mg:

Τα καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation συσκευάζονται σε κυψέλες PVC/αλουμινίου.

Τα σκληρά καψάκια Ursodeoxycholic acid/Pharmaceutical Innovation διατίθενται σε συσκευασίες των 20, 30, 50, 60 ή 100 καψακιών. Δεν μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο όλα τα μεγέθη συσκευασιών.

6.6 Ειδικές προφυλάξεις απόρριψης

Δεν υπάρχουν ειδικές απαιτήσεις.

7. ΚΆΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΆΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΊΑΣ

Pharmaceutical Innovation Services Sl C. de Luis Martinez Feduchi, 32, Atico, A, 28055-Μαδρίτη Ισπανία

8. ΑΡΙΘΜΌΣ(-ΟΙ) ΆΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΊΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΠΡΏΤΗΣ ΈΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΈΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:

Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΑΝΑΘΕΏΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΈΝΟΥ

Πηγή: eof:3314502_SPC_3314502_3.pdf