ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤIΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Για το Vancomycin/Viatris 500 mg κόνις για διάλυμα προς έγχυση Vancomycin/Viatris 500 mg κόνις για διάλυμα προς έγχυση Για το Vancomycin/Viatris 1000 mg κόνις για διάλυμα προς έγχυση Vancomycin/Viatris 1000 mg κόνις για διάλυμα προς έγχυση
2. ΠΟIΟTΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟTΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Για το Vancomycin/Viatris 500 mg κόνις για διάλυμα προς έγχυση Κάθε φιαλίδιο περιέχει 500 mg βανκομυκίνης (ως υδροχλωρικό άλας), που ισοδυναμεί με 500.000 IU.
Έπειτα από ανασύσταση με 10 ml ενέσιμου ύδατος, το διάλυμα περιέχει 50 mg/ml βανκομυκίνη.
Για το Vancomycin/Viatris 1000 mg κόνις για διάλυμα προς έγχυση Κάθε φιαλίδιο περιέχει 1000 mg βανκομυκίνης (ως υδροχλωρικό άλας), που ισοδυναμεί με 1.000.000 IU.
Έπειτα από ανασύσταση με 20 ml ενέσιμου ύδατος, το διάλυμα περιέχει 50 mg/ml βανκομυκίνη.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Κόνις για διάλυμα προς έγχυση Λευκή προς υπόλευκη ή ελαφρώς ροζ προς κίτρινη κόνις Μετά από την ανασύσταση, το pH του διαλύματος είναι μεταξύ 2,8 και 4,5.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές Ενδείξεις.
Η βανκομυκίνη ενδείκνυται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων (βλ.
παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1):
‐ Πολύπλοκες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων (cSSTI)
‐ λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων ‐ πνευμονία της κοινότητας (CAP)
‐ ενδονοσοκομειακή πνευμονία (HAP), συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας που συνδέεται με τον αναπνευστήρα (VAP)
‐ μολυσματική ενδοκαρδίτιδα ‐ βακτηριαιμία που εμφανίζεται σε σχέση με, ή υπάρχει υποψία ότι σχετίζεται με, οποιοδήποτε από τα παραπάνω.
Η βανκομυκίνη ενδείκνυται επίσης σε όλες τις ηλικιακές ομάδες για περιεπεμβατική αντιβακτηριακή προφύλαξη σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης βακτηριακής ενδοκαρδίτιδας όταν υποβάλλονται σε σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις.
Από του στόματος χορήγηση Η βανκομυκίνη ενδείκνυται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες για τη θεραπεία λοίμωξης από Clostridium difficile (CDI) (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1).
Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν οι επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες για τη σωστή χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Όπου ενδείκνυται, η βανκομυκίνη πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.
Η αρχική δόση πρέπει να βασίζεται στο συνολικό σωματικό βάρος. Οι επακόλουθες προσαρμογές της δόσης πρέπει να βασίζονται στις συγκεντρώσεις στον ορό για να επιτευχθούν στοχευμένες θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Για τις επόμενες δόσεις και το διάστημα χορήγησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νεφρική λειτουργία.
Ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω Η συνιστώμενη δόση είναι 15 έως 20 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 8 έως 12 ώρες (όχι μεγαλύτερη από 2 g ανά δόση).
Σε σοβαρά ασθενείς, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια δόση εφόδου 25-30 mg/kg σωματικού βάρους για να διευκολυνθεί η ταχεία επίτευξη της στοχευόμενης συγκέντρωσης βανκομυκίνης ορού.
Βρέφη και παιδιά ηλικίας από ενός μηνός μέχρι 12 ετών:
Η συνιστώμενη δόση είναι 10 έως 15 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 6 ώρες (βλ. παράγραφο 4.4).
Τα νεογνά (από τη γέννηση έως τις 27 ημέρες μετά τη γέννηση) και τα πρόωρα νεογνά (από τη γέννηση μέχρι την αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού συν 27 ημέρες)
Για τη θέσπιση του δοσολογικού σχήματος για νεογνά, θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή ενός γιατρού με εμπειρία στη διαχείριση νεογνών. Ένας πιθανός τρόπος δοσολόγησης βανκομυκίνης σε νεογνά απεικονίζεται στον ακόλουθο πίνακα: (βλ. παράγραφο 4.4)
| PMA (εβδομάδες) | Δόση (mg/kg) | Διάστημα χορήγησης (h) |
|---|---|---|
| <29 | 15 | 24 |
| 29-35 | 15 | 12 |
| >35 | 15 | 8 |
PMA: post-menstrual age/μετεμμηνοροϊκή ηλικία [(χρόνος μεταξύ της πρώτης ημέρας της τελευταίας έμμηνης περιόδου και της γέννησης (ηλικία κύησης) συν τον χρόνο μετά τη γέννηση (μεταγεννητική ηλικία)].
Περιεπεμβατική προφύλαξη βακτηριακής ενδοκαρδίτιδας σε όλες τις ηλικιακές ομάδες Η συνιστώμενη δόση είναι μια αρχική δόση 15 mg/kg πριν από την πρόκληση της αναισθησίας. Ανάλογα με τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, μπορεί να απαιτείται μια δεύτερη δόση βανκομυκίνης.
Διάρκεια θεραπείας Η συνιστώμενη διάρκεια θεραπείας παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα. Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τον τύπο και τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την κλινική ανταπόκριση.
| Ένδειξη | Διάρκεια θεραπείας |
|---|---|
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων ‐ Μη νεκρωτικές ‐ Νεκρωτικές | 7 έως 14 ημέρες 4 έως 6 εβδομάδες * |
| Λοιμώξεις οστών και αρθρώσεων | 4 έως 6 εβδομάδες ** |
|---|---|
| Πνευμονία κοινότητας | 7 έως 14 ημέρες |
| Ενδονοσοκομειακή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας | 7 έως 14 ημέρες |
| Μολυσματική ενδοκαρδίτιδα | 4 έως 6 εβδομάδες *** |
*Συνεχίζετε μέχρις ότου δεν είναι αναγκαία περαιτέρω αφαίρεση ρακών, ο ασθενής παρουσιάζει κλινική βελτίωση και είναι απύρετος για 48 έως 72 ώρες **Για λοιμώξεις προθετικών αρθρώσεων θα πρέπει να προτιμάται η περίπτωση μακρύτερων κύκλων θεραπείας από του στόματος ***Η διάρκεια και η ανάγκη για συνδυαστική θεραπεία βασίζεται στον τύπο βαλβίδων και τον οργανισμό Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι Μπορεί να απαιτούνται χαμηλότερες δόσης συντήρησης λόγω της μείωσης της νεφρικής λειτουργίας που σχετίζεται με την ηλικία.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, θα πρέπει να δίδεται προσοχή στην αρχική δόση έναρξης και στη συνέχεια στα ελάχιστα της βανκομυκίνης στον ορό και όχι σε κάποιο προγραμματισμένο δοσολογικό σχήμα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία υποκατάστασης νεφρού (RRT) λόγω πολλών και διαφορετικών παραγόντων που μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα βανκομυκίνης σε αυτούς.
Σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική ανεπάρκεια, η δόση έναρξης δεν πρέπει να μειώνεται. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, είναι προτιμότερο να παρατείνεται το διάστημα χορήγησης αντί να χορηγούνται χαμηλότερες ημερήσιες δόσεις.
Θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που μπορούν να μειώσουν την κάθαρση βανκομυκίνης και/ή να ενισχύσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες (βλέπε παράγραφο 4.4).
Η βανκομυκίνη παρουσιάζει πολύ χαμηλό βαθμό διύλισης σε διαλείπουσα αιμοκάθαρση. Ωστόσο, η χρήση μεμβρανών υψηλής ροής και η συνεχής νεφρική θεραπεία υποκατάστασης (CRRT) αυξάνει την κάθαρση βανκομυκίνης και γενικά απαιτεί δοσολογία υποκατάστασης (συνήθως μετά τη συνεδρία αιμοκάθαρσης σε περίπτωση διαλείπουσας αιμοκάθαρσης).
Ενήλικοι Οι προσαρμογές της δόσης σε ενήλικες ασθενείς μπορούν να στηρίζονται στον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) με τον ακόλουθο τύπο:
Άνδρες: [Βάρος (kg) x [140 - ηλικία (έτη)]]/ [72 x κρεατινίνη ορού (mg/dl)] Γυναίκες: 0,85 x τιμή που υπολογίζεται από τον παραπάνω τύπο.
Η συνήθης δόση έναρξης για ενήλικες ασθενείς είναι 15 έως 20 mg/kg που μπορεί να χορηγείται κάθε 24 ώρες σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 20 και 49 ml/min. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 20 ml/λεπτό) ή σε ασθενείς με αγωγή νεφρικής υποκατάστασης, ο κατάλληλος χρονισμός και η ποσότητα των επακόλουθων δόσεων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη μορφή RRT και θα πρέπει να βασίζονται στα ελάχιστα της βανκομυκίνης στον ορό και στην υπολειμματική νεφρική λειτουργία (Βλ. παράγραφο 4.4). Ανάλογα με την κλινική κατάσταση, μπορεί να τίθεται υπό εξέταση και η παρακράτηση της επόμενης δόσης εν αναμονή των αποτελεσμάτων των επιπέδων βανκομυκίνης.
Σε σοβαρά ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, δεν θα πρέπει να μειώνεται η αρχική δόση εφόδου (25 έως 30 mg/kg).
Οι προσαρμογές της δόσης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έτους και άνω θα μπορούσαν να βασιστούν στον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) από τον αναθεωρημένο τύπο Schwartz:
EGFR (ml/min/1,73 m2) = (ύψος cm x 0,413)/κρεατινίνη ορού (mg/dl)
EGFR (ml/min/1,73 m2) = (ύψος cm x 36,2/κρεατινίνη ορού (μmοl/L)
Για νεογνά και βρέφη ηλικίας κάτω του 1 έτους, θα πρέπει να ζητούνται συμβουλές από ειδικούς καθώς ο αναθεωρημένος τύπος Schwartz δεν ισχύει γι’ αυτά.
Ενδεικτικές συστάσεις δοσολογίας για τον παιδιατρικό πληθυσμό παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα που ακολουθούν τις ίδιες αρχές με τους ενήλικες ασθενείς.
| GFR (mL/min/1.73 m2) | IV δόση | Συχνότητα |
|---|---|---|
| 50-30 | 15 mg/kg | 12 ώρες |
| 29-10 | 15 mg/kg | 12 ώρες |
| < 10 | 10-15 mg/kg | Επαναχορήγηση με βάση τα επίπεδα* |
| Διαλείπουσα αιμοκάθαρση | ||
| Περιτοναϊκή κάθαρση | ||
| Συνεχής θεραπεία νεφρικής αντικατάστασης | 15 mg/kg | Επαναχορήγηση με βάση τα επίπεδα * |
* Ο κατάλληλος χρονικός προγραμματισμός και η ποσότητα των επακόλουθων δόσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη μορφή της RRT και θα πρέπει να βασίζεται στα επίπεδα βανκομυκίνης ορού που λαμβάνονται πριν από τη χορήγηση και στην υπολειμματική νεφρική λειτουργία. Ανάλογα με την κλινική κατάσταση, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο παρακράτησης της επόμενης δόσης εν αναμονή των αποτελεσμάτων των επιπέδων βανκομυκίνης.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
Εγκυμοσύνη Μπορεί να απαιτούνται σημαντικά αυξημένες δόσεις για την επίτευξη θεραπευτικών συγκεντρώσεων ορού σε έγκυες γυναίκες (βλ. παράγραφο 4.6).
Παχύσαρκοι ασθενείς Σε παχύσαρκους ασθενείς, η αρχική δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται μεμονωμένα ανάλογα με το συνολικό σωματικό βάρος, όπως σε μη παχύσαρκους ασθενείς.
Χορήγηση από του στόματος Ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω Θεραπεία λοίμωξης από Clostridium difficile (CDI):
Η συνιστώμενη δόση βανκομυκίνης είναι 125 mg κάθε 6 ώρες για 10 ημέρες για το πρώτο επεισόδιο μη σοβαρής CDI. Η εν λόγω δόση μπορεί να αυξηθεί στα 500 mg κάθε 6 ώρες για 10 ημέρες σε περίπτωση σοβαρής ή με επιπλοκές νόσου. Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2 g.
Σε ασθενείς με πολλαπλές υποτροπές, μπορεί να εξεταστεί η περίπτωση αγωγής του τρέχοντος επεισοδίου CDI με βανκομυκίνη, 125 mg τέσσερις φορές ημερησίως για 10 ημέρες, με εν συνεχεία είτε σταδιακή μείωση της δόσης έως 125 mg ημερησίως ή σε παλμικό σχήμα, δηλ. 125-500 mg/ημέρα κάθε 2-3 ημέρες για τουλάχιστον 3 εβδομάδες.
Νεογνά, βρέφη και παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών Η συνιστώμενη δόση βανκομυκίνης είναι 10 mg/kg από του στόματος κάθε 6 ώρες για 10 ημέρες. Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2 g.
Η διάρκεια της θεραπείας με βανκομυκίνη μπορεί να πρέπει να προσαρμόζεται στην κλινική πορεία των μεμονωμένων ασθενών. Εφόσον είναι δυνατόν, θα πρέπει να διακόπτεται το αντιβακτηριακό που παρέχει υπόνοιες ότι προκάλεσε τη CDI. Πρέπει να εξασφαλίζεται επαρκής αντικατάσταση υγρών και ηλεκτρολυτών.
Παρακολούθηση των συγκεντρώσεων βανκομυκίνης ορού Η συχνότητα παρακολούθησης του θεραπευτικού φαρμάκου (TDM) πρέπει να εξατομικεύεται με βάση την κλινική κατάσταση και την ανταπόκριση στη θεραπεία, ξεκινώντας από καθημερινή δειγματοληψία που μπορεί να απαιτείται σε ορισμένους αιμοδυναμικώς ασταθείς ασθενείς μέχρι τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα σε σταθερούς ασθενείς που εμφανίζουν ανταπόκριση στη θεραπεία. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η συγκέντρωση της βανκομυκίνης στον ορό θα πρέπει να παρακολουθείται τη δεύτερη ημέρα της θεραπείας αμέσως πριν από την επόμενη δόση.
Σε ασθενείς με διαλείπουσα αιμοκάθαρση, τα επίπεδα βανκομυκίνης πρέπει να λαμβάνονται συνήθως πριν από την έναρξη της συνεδρίας αιμοκάθαρσης.
Μετά από χορήγηση από το στόμα, θα πρέπει να πραγματοποιείται παρακολούθηση των συγκεντρώσεων ορού βανκομυκίνης σε ασθενείς με φλεγμονώδεις εντερικές διαταραχές (βλ. παράγραφο 4.4).
Τα θεραπευτικά (ελάχιστα) επίπεδα βανκομυκίνης στο αίμα πρέπει κανονικά να είναι 10-20 mg/l, ανάλογα με το σημείο της μόλυνσης και την ευαισθησία του παθογόνου. Από κλινικά εργαστήρια συνιστώνται συνήθως ελάχιστα επιπέδου 15-20 mg/l για την καλύτερη κάλυψη ταξινομημένων ως ευαίσθητων παθογόνων μικροοργανισμών με MIC ≥1 mg/L (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).
Στην πρόβλεψη επιμέρους απαιτήσεων δόσης για να επιτευχθεί επαρκές AUC μπορεί να είναι χρήσιμες μοντελοποιημένες μέθοδοι. Η προσέγγιση με βάση μοντέλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για τον υπολογισμό της εξατομικευμένης αρχικής δόσης όσο και για την προσαρμογή της δόσης με βάση τα αποτελέσματα TDM (βλ. παράγραφο 5.1).
Τρόπος χορήγησης Η ενδοφλέβια βανκομυκίνη χορηγείται συνήθως σε διαλείπουσα έγχυση και οι συστάσεις ως προς την δοσολογία που παρουσιάζονται σε αυτό το τμήμα για την ενδοφλέβια οδό αντιστοιχούν σε αυτόν τον τύπο χορήγησης.
Η βανκομυκίνη χορηγείται μόνον ως βραδεία ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας τουλάχιστον μιας ώρας ή με μέγιστη ταχύτητα 10 mg/min (όποια είναι μεγαλύτερη) όντας επαρκώς αραιωμένη (τουλάχιστον 100 ml ανά 500 mg ή τουλάχιστον 200 ml ανά 1000 mg ) (βλ. παράγραφο 4.4).
Ασθενείς που πρέπει να υπόκεινται σε περιορισμένη λήψη υγρών, μπορούν επίσης να λαμβάνουν ένα διάλυμα 500 mg/50 ml ή 1000 mg/100 ml, παρόλο που ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την έγχυση μπορεί να αυξηθεί με αυτές τις υψηλότερες συγκεντρώσεις.
Για πληροφορίες σχετικά με την προετοιμασία της λύσης, βλ. παράγραφο 6.6.
Μπορεί να εξεταστεί και η περίπτωση συνεχούς έγχυσης βανκομυκίνης, π.χ. σε ασθενείς με ασταθή κάθαρση βανκομυκίνης.
Χορήγηση από του στόματος Μετά την αρχική ανασύσταση του διαλύματος στο φιαλίδιο, η ποσότητα του διαλύματος που πρόκειται να χορηγηθεί λαμβάνεται από το φιαλίδιο χρησιμοποιώντας μια βαθμονομημένη σύριγγα εξοπλισμένη με βελόνα, μεταφέρεται σε μία γυάλινη φιάλη ή μπιμπερό και αραιώνεται αμέσως πριν από τη χορήγηση.
Για πληροφορίες σχετικά με την ετοιμασία του διαλύματος, παρακαλείσθε να ανατρέξετε στην παράγραφο 6.6 «Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός».
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη βανκομυκίνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα, που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 (βλ. παράγραφο 4.4).
Η βανκομυκίνη δεν πρέπει να χορηγείται ενδομυϊκώς λόγω του κινδύνου νέκρωσης στο σημείο της χορήγησης.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Είναι πιθανές σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8). Σε περίπτωση αντιδράσεων υπερευαισθησίας, η θεραπεία με βανκομυκίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να εφαρμόζονται τα κατάλληλα επείγοντα μέτρα.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν βανκομυκίνη για μεγαλύτερη χρονική περίοδο ή ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν ουδετεροπενία ή ακοκκιοκυτταραιμία, πρέπει να παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα ο αριθμός των λευκοκυττάρων. Όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν βανκομυκίνη πρέπει να υποβάλλονται σε περιοδικές αιματολογικές μελέτες, ανάλυση ούρων, δοκιμασίες για το ήπαρ και τη νεφρική λειτουργία.
Η βανκομυκίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αλλεργικές αντιδράσεις στην τεϊκοπλανίνη, καθώς μπορεί να εμφανιστεί διασταυρούμενη υπερευαισθησία, συμπεριλαμβανομένου και θανατηφόρου αναφυλακτικού σοκ.
Φάσμα αντιβακτηριακής δραστικότητας Η βανκομυκίνη έχει φάσμα αντιβακτηριακής δραστικότητας που περιορίζεται σε θετικούς κατά Gram οργανισμούς. Δεν είναι κατάλληλη για χρήση ως μεμονωμένος παράγοντας για τη θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων εκτός εάν ο παθογόνος παράγοντας έχει ήδη τεκμηριωθεί και είναι γνωστό ότι είναι ευαίσθητος ή υπάρχουν ικανές υπόνοιες ότι το πιθανότερο ή πιθανότερα παθογόνα προσφέρονται για θεραπεία με βανκομυκίνη.
Η ορθολογική χρήση της βανκομυκίνης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το βακτηριακό φάσμα δράσης, το προφίλ ασφαλείας και την καταλληλότητα της τυπικής αντιβακτηριακής θεραπείας για τη θεραπεία του συγκεκριμένου ασθενούς.
Ωτοτοξικότητα Σε ασθενείς με προηγούμενη κώφωση, οι οποίοι έλαβαν υπερβολικές ενδοφλέβιες δόσεις ή οι οποίοι υποβάλλονται σε ταυτόχρονη θεραπεία με μία άλλη ωτοτοξική δραστική ουσία όπως αμινογλυκοσίδη, έχει αναφερθεί ωτοτοξικότητα, η οποία μπορεί να είναι παροδική ή μόνιμη (βλ. παράγραφο 4.8). Η βανκομυκίνη θα πρέπει επίσης να αποφεύγεται σε ασθενείς με προηγούμενη απώλεια ακοής. Στην κώφωση μπορεί να προηγηθούν εμβοές. Η εμπειρία από άλλα αντιβιοτικά δείχνει ότι η κώφωση μπορεί να είναι προοδευτική παρά τη διακοπή της θεραπείας. Για να μειωθεί ο κίνδυνος ωτοτοξικότητας, τα επίπεδα στο αίμα πρέπει να καθορίζονται περιοδικά και συνιστάται περιοδικός έλεγχος της ακουστικής λειτουργίας.
Οι ηλικιωμένοι είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε ακουστικές βλάβες. Στους ηλικιωμένους, κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία, πρέπει να πραγματοποιείται παρακολούθηση της αιθουσαίας και ακουστικής λειτουργίας. Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη ή διαδοχική χρήση άλλων ωτοτοξικών ουσιών.
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση Η ταχεία χορήγηση βλωμού (δηλ. σε διάστημα μερικών λεπτών) μπορεί να επιφέρει υπερβολική υπόταση (συμπεριλαμβανομένου σοκ και, σπανίως, καρδιακού επεισοδίου), ισταμινικής μορφής αποκρίσεις και κηλιδοβλατιδώδες ή ερυθηματώδες εξάνθημα. Η βανκομυκίνη θα πρέπει να εγχέεται βραδέως εντός αραιού διαλύματος (2,5 έως 5,0 mg/ml) με ρυθμό όχι μεγαλύτερο από 10 mg/λεπτό και σε περίοδο όχι μικρότερη από 60 λεπτά, για να αποφεύγονται ταχείες αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση. Η διακοπή της έγχυσης συνήθως έχει ως αποτέλεσμα την ταχεία διακοπή αυτών των αντιδράσεων.
Η συχνότητα των αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση (υπόταση, έξαψη, ερύθημα, κνίδωση και κνησμός) αυξάνεται με την ταυτόχρονη χορήγηση αναισθητικών παραγόντων (βλ. παράγραφο 4.5). Το σύμπτωμα αυτό μπορεί να μειωθεί με τη χορήγηση βανκομυκίνης με έγχυση για τουλάχιστον 60 λεπτά, πριν από την επαγωγή αναισθησίας.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs)
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs) συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens- Johnson (SJS), της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), της αντίδρασης φαρμάκου με ηωσινοφιλία και συστηματικών συμπτωμάτων (DRESS) και της οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί σε συνδυασμό με τη θεραπεία της βανκομυκίνης (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι περισσότερες από αυτές τις αντιδράσεις εμφανίστηκαν μέσα σε λίγες ημέρες και έως οκτώ εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με βανκομυκίνη.
Κατά το χρόνο έναρξης οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα και θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σοβαρές δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, η βανκομυκίνη πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξεταστεί μια εναλλακτική θεραπεία. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει SCAR με τη χρήση βανκομυκίνης, η θεραπεία με βανκομυκίνη δεν πρέπει να επαναχορηγηθεί σε καμία χρονική στιγμή.
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με το σημείο χορήγησης Σε πολλούς ασθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια βανκομυκίνη και είναι περιστασιακώς σε σοβαρή κατάσταση μπορεί να εμφανιστεί πόνος και θρομβοφλεβίτιδα. Η συχνότητα και η σοβαρότητα της θρομβοφλεβίτιδας μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη χορήγηση του φαρμάκου αργά ως αραιωμένο διάλυμα (βλ. παράγραφο 4.2) και με τακτική αλλαγή των σημείων έγχυσης.
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της βανκομυκίνης δεν έχει τεκμηριωθεί στην περίπτωση των ενδορραχιαίας, ενδοοσφυϊκής και ενδοκοιλιακής οδών χορήγησης.
Νεφροτοξικότητα Η βανκομυκίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένης της ανουρίας, καθώς η πιθανότητα εμφάνισης τοξικών επιδράσεων είναι πολύ υψηλότερη παρουσία παρατεταμένων υψηλών συγκεντρώσεων στο αίμα. Ο κίνδυνος τοξικότητας αυξάνεται από τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα ή την παρατεταμένη θεραπεία.
Σε θεραπεία υψηλής δόσης και μακροπρόθεσμης χρήσης ενδείκνυται η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων της βανκομυκίνης στο αίμα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή μειωμένη ικανότητα ακοής καθώς και σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης νεφροτοξικών ή ωτοτοξικών ουσιών, αντίστοιχα (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).
Οφθαλμικές διαταραχές Η βανκομυκίνη δεν επιτρέπεται για ενδοκοιλιακή ή ενδοϋαλώδη χρήση, συμπεριλαμβανομένης της προφύλαξης από ενδοφθαλμίτιδα.
Αιμορραγική αποφρακτική αγγειίτιδα του αμφιβληστροειδούς (HORV), συμπεριλαμβανομένης της μόνιμης απώλειας όρασης, έχουν παρατηρηθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις μετά από ενδοκοιλιακή ή ενδοϋαλώδη χρήση της βανκομυκίνης κατά τη διάρκεια ή μετά από χειρουργική επέμβαση καταρράκτη.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Οι τρέχουσες συστάσεις ενδοφλέβιας δοσολογίας για τον παιδιατρικό πληθυσμό, ιδίως για παιδιά κάτω των 12 ετών, μπορεί να οδηγήσουν σε υποθεραπευτικά επίπεδα βανκομυκίνης σε σημαντικό αριθμό παιδιών. Ωστόσο, η ασφάλεια της αυξημένης δοσολογίας βανκομυκίνης δεν έχει αξιολογηθεί καταλλήλως και δεν μπορούν γενικά να συνιστώνται δόσεις υψηλότερες από 60 mg/kg/ημέρα.
Η βανκομυκίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή σε πρόωρα νεογνά και νεαρά βρέφη, λόγω της νεφρικής τους ανωριμότητας και της πιθανής αύξησης της συγκέντρωσης βανκομυκίνης στον ορό. Επομένως, οι συγκεντρώσεις βανκομυκίνης στο αίμα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά σε αυτά τα παιδιά. Η ταυτόχρονη χορήγηση βανκομυκίνης και αναισθητικών παραγόντων έχει συσχετιστεί με ερύθημα και ισταμινικού τύπου εξάνθημα στα παιδιά. Ομοίως, η ταυτόχρονη χρήση με νεφροτοξικούς παράγοντες όπως τα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά, τα NSAIDs (π.χ. ibuprofen για το κλείσιμο ανοικτού αρτηριακού πόρου) ή η αμφοτερικίνη Β σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο νεφροτοξικότητας (βλ.
παράγραφο 4.5) και συνεπώς συνιστάται συχνότερη παρακολούθηση των επιπέδων βανκομυκίνης στον ορό και της νεφρικής λειτουργίας.
Χρήση στους ηλικιωμένους:
Η φυσική μείωση της σπειραματικής διήθησης με την ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις βανκομυκίνης ορού εάν η δοσολογία δεν είναι ρυθμισμένη (βλ. παράγραφο 4.2).
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με αναισθητικά μέσα Η προκαλούμενη από την αναισθησία καταστολή του μυοκαρδίου μπορεί να ενισχυθεί από τη βανκομυκίνη. Κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, οι δόσεις πρέπει να αραιώνονται και να χορηγούνται αργά με στενή καρδιακή παρακολούθηση. Οι αλλαγές θέσης θα πρέπει να καθυστερούν έως ότου ολοκληρωθεί η έγχυση για να γίνεται δυνατή η ρύθμιση της στάσης (βλ. παράγραφο 4.5).
Ψευδομεμβρανική εντεροκολίτιδα Σε περίπτωση σοβαρής επίμονης διάρροιας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ψευδομεμβρανώδους εντεροκολίτιδας που μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή (βλ. παράγραφο 4.8).
Δεν πρέπει να χορηγούνται αντιδιαρροϊκά φάρμακα.
Επιλοίμωξη Η παρατεταμένη χρήση βανκομυκίνης μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών και είναι απαραίτητη η προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς. Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας εμφανιστεί επιλοίμωξη, πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα.
Από του στόματος χορήγηση Η ενδοφλέβια χορήγηση βανκομυκίνης δεν είναι αποτελεσματική για τη θεραπεία μόλυνσης από Clostridium difficile. Για αυτή την ένδειξη, η βανκομυκίνη θα πρέπει να χορηγείται από του στόματος.
Σε παιδιά ηλικίας μικρότερης του ενός έτους δεν συνιστάται η πραγματοποίηση τεστ για αποικισμό ή τοξίνη Clostridium difficile λόγω του υψηλού ποσοστού ασυμπτωματικού αποικισμού, εκτός εάν υπάρχει σοβαρή διάρροια σε βρέφη με παράγοντες κινδύνου για στάση, όπως η νόσος Hirschsprung, εγχειρηθείσα πρωκτική ατρησία ή άλλες σοβαρές διαταραχές κινητικότητας. Θα πρέπει πάντα να αναζητούνται εναλλακτικές αιτιολογίες και να αποδεικνύεται η εντεροκολίτιδα του Clostridium difficile.
Συστημική απορρόφηση
Η απορρόφηση μπορεί να ενισχυθεί σε ασθενείς με φλεγμονώδεις διαταραχές του εντερικού βλεννογόνου ή με ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα επαγόμενη από Clostridium difficile. Οι εν λόγω ασθενείς μπορεί να διατρέξουν κίνδυνο εμφάνισης παρενεργειών, ειδικά εάν υπάρχει συμπαρομαρτούσα νεφρική ανεπάρκεια.
Όσο σοβαρότερη είναι η νεφρική δυσλειτουργία, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος εμφάνισης παρενεργειών που σχετίζονται με την παρεντερική χορήγηση βανκομυκίνης. Σε ασθενείς με φλεγμονώδεις διαταραχές του εντερικού βλεννογόνου θα πρέπει να παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις βανκομυκίνης στον ορό.
Νεφροτοξικότητα Κατά τη θεραπεία ασθενών με υποκείμενη νεφρική δυσλειτουργία ή ασθενών που υποβάλλονται ταυτόχρονα σε θεραπεία με αμινογλυκοσίδη ή άλλα νεφροτοξικά φάρμακα θα πρέπει να πραγματοποιείται σειριακή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
Ωτοτοξικότητα Οι σειριακές δοκιμασίες της ακουστικής λειτουργίας μπορεί να είναι χρήσιμες για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου ωτοτοξικότητας σε ασθενείς με υποκείμενη απώλεια ακοής ή που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ωτοτοξικό παράγοντα όπως αμινογλυκοσίδη.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με παράγοντες κατά της κινητικότητας και αναστολείς αντλιών πρωτονίων Θα πρέπει να αποφεύγονται παράγοντες κατά της κινητικότητας και να επανεξετάζεται η χρήση αναστολέα αντλιών πρωτονίων.
Ανάπτυξη φαρμακοανθεκτικών βακτηρίων Η χρήση από του στόματος βανκομυκίνης αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης πληθυσμών εντεροκόκκων ανθεκτικών στη βανκομυκίνη στη γαστρεντερική οδό. Κατά συνέπεια, συνιστάται συνετή χρήση της από του στόματος βανκομυκίνης.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Άλλες δυνητικά νεφροτοξικές ή ωτοτοξικές φαρμακευτικές αγωγές Η ταυτόχρονη ή η ακόλουθη χορήγηση βανκομυκίνης και άλλων δυνητικά νεφροτοξικών ή/και ωτοτοξικών δραστικών ουσιών, ιδιαίτερα γενταμυκίνης, αμφοτερικίνης Β, στρεπτομυκίνης, νεομυκίνης, καναμυκίνης, αμικασίνης, τομπραμυκίνης, βιομυκίνης, βακιτρακίνης, πολυμυξίνης Β, κολιστίνης, πιπερακιλλίνης/ταζομπακτάμης και σισπλατίνης, ενδέχεται να ενισχύσει τη νεφροτοξικότητα και/ή την ωτοτοξικότητα της βανκομυκίνης και ως εκ τούτου απαιτείται στενή παρακολούθηση του ασθενούς (βλ.
παράγραφο 4.4).
Λόγω συνεργικής δράσης (π.χ. με τη γενταμυκίνη) η μέγιστη δόση της βανκομυκίνης σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να περιορίζεται σε 500 mg ανά 8 ώρες.
Αναισθητικά Η ταυτόχρονη χορήγηση βανκομυκίνης και αναισθητικών παραγόντων, έχει συσχετιστεί με ερύθημα, έξαψη και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις τύπου ισταμίνης. Τα παραπάνω μπορεί να μειωθούν εάν η βανκομυκίνη χορηγηθεί πάνω από 60 λεπτά πριν από την έναρξη της αναισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Μυοχαλαρωτικά Εάν η βανκομυκίνη χορηγηθεί κατά τη διάρκεια του χειρουργείου ή αμέσως μετά, η επίδραση (νευρομυικός αποκλεισμός) των συγχορηγούμενων μυοχαλαρωτικών (όπως της σουκινυλοχολίνης)
μπορεί να ενταθεί και να παραταθεί.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση:
Δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία σχετικά με τη χρήση της βανκομυκίνης κατά τη διάρκεια της κύησης στον άνθρωπο. Οι μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας που έγιναν στα ζώα δεν δείχνουν επιδράσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου ή στην περίοδο της κυοφορίας (βλ. παράγραφο 5.3).
Ωστόσο, επειδή η βανκομυκίνη διέρχεται από τον πλακούντα, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο ενδεχόμενος κίνδυνος εμβρυικής και νεογνικής τοξικότητας και νεφροτοξικότητας. Για το λόγο αυτό, η βανκομυκίνη θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν η ένδειξη είναι σαφής και έπειτα από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου κινδύνου/οφέλους.
Θηλασμός:
Η βανκομυκίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα και απορροφάται ελάχιστα από το στόμα, επομένως δεν αναμένονται συστημικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε βρέφη που θηλάζουν. Η βανκομυκίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή στις μητέρες που θηλάζουν λόγω πιθανής αλλοίωσης της γαστρεντερικής χλωρίδας και διάρροιας και τα βρέφη θα πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανή διάρροια.
Γονιμότητα Δεν είναι διαθέσιμες μελέτες για τη γονιμότητα (στον άνδρα ή στη γυναίκα) με τη βανκομυκίνη.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Η βανκομυκίνη έχει μηδενική ή αμελητέα επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις είναι η φλεβίτιδα, οι ψευδο-αλλεργικές αντιδράσεις και η έξαψη του ανώτερου σώματος («σύνδρομο ερυθρού λαιμού») σε συνδυασμό με υπερβολικά ταχεία ενδοφλέβια έγχυση βανκομυκίνης.
Η απορρόφηση της βανκομυκίνης από τον γαστρεντερικό σωλήνα είναι αμελητέα. Ωστόσο, σε περίπτωση σοβαρής φλεγμονής του εντερικού βλεννογόνου, ειδικά σε συνδυασμό με νεφρική ανεπάρκεια, μπορεί να εμφανιστούν παρενέργειες που εμφανίζονται όταν η βανκομυκίνη χορηγείται παρεντερικώς.
Έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR), συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), της αντίδρασης φαρμάκου με ηωσινοφιλία και συστηματικών συμπτωμάτων (DRESS) και οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP) σε συνδυασμό με τη θεραπεία με βανκομυκίνη (βλ. παράγραφο 4.4).
Πίνακας ανεπιθύμητων αντιδράσεων Σε κάθε ομάδα συχνοτήτων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα τάξη σοβαρότητας.
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που απαριθμούνται κατωτέρω ορίζονται με χρήση της ακόλουθης βάσης δεδομένων και συστήματος ταξινόμησης της σύμβασης MedDRA:
Πολύ συχνές (≥ 1/10); Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10). Όχι συχνές (≥ 1/1,000 έως <1/100). Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000). Πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Σύστημα ταξινόμησης (System organ class)
Συχνότητα Παρενέργεια Διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος:
| Σπάνιες | Αναστρέψιμη ουδετεροπενία1, ακοκκιοκυτταραιμία, ηωσινοφιλία, θρομβοπενία, πανκυτταροπενία. |
|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: | |
| Σπάνιες | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, αναφυλακτικές αντιδράσεις2 |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: | |
| Όχι συχνές | Μεταβατική ή μόνιμη απώλεια της ακοής4 |
| Σπάνιες | Ίλιγγος, εμβοές3, ζάλη |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Πολύ σπάνιες | Καρδιακό επεισόδιο |
| Αγγειακές διαταραχές: | |
| Συχνές | Μείωση της αρτηριακής πιέσεως |
| Σπάνιες | Αγγειίτιδα |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωρακίου: | |
| Συχνές | Δύσπνοια, συριγμός |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού: | |
| Σπάνιες | Ναυτία |
| Πολύ σπάνιες | Ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα |
| Μη γνωστές | Έμετος, διάρροια |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: | |
| Συχνές | Έξαψη του ανώτερου σώματος (“σύνδρομο ερυθρού ανθρώπου”), εξάνθημα και φλεγμονή του βλεννογόνου, κνησμός, κνίδωση |
| Πολύ σπάνιες | Εξολκευτική δερματίτιδα, σύνδρομο Stevens-Johnson, Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ), Γραμμική IgA πομφολυγώδης δερματοπάθεια5 |
| Μη γνωστές | Ηωσινοφιλία και συστημικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS), AGEP (Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματώδης Φλυκταίνωση) |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: | |
| Συχνές | Νεφρική ανεπάρκεια που εκδηλώνεται κυρίως με αυξημένη κρεατινίνη και ουρία ορού |
| Σπάνιες | Διάμεση νεφρίτιδα, οξεία νεφρική ανεπάρκεια. |
| Μη γνωστές | Οξεία σωληνωτή νέκρωση |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: | |
| Συχνές | Φλεβίτιδα, ερυθρότητα του άνω σώματος και του προσώπου. |
Σπάνιες Φαρμακευτικός πυρετός, ρίγος, πόνος και μυϊκός σπασμός των μυών του στήθους και της πλάτης Περιγραφή επιλεγμένων παρενεργειών του φαρμάκου 1Αναστρέψιμη ουδετεροπενία που αρχίζει συνήθως μία εβδομάδα ή περισσότερο μετά την έναρξη ενδοφλέβιας θεραπείας ή μετά από συνολική δόση μεγαλύτερη από 25 g.
2Κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά από ταχεία έγχυση μπορεί να εμφανιστούν αναφυλακτικές/ αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου συριγμού. Οι αντιδράσεις μειώνονται όταν διακοπεί η χορήγηση, γενικά μεταξύ 20 λεπτών και 2 ωρών. Η βανκομυκίνη θα πρέπει να εγχύεται αργά (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4). Μετά από ενδομυϊκή ένεση μπορεί να εμφανιστεί νέκρωση.
3Εμβοή, πιθανώς πριν από την εμφάνιση κώφωσης, πρέπει να θεωρείται ως ένδειξη διακοπής της θεραπείας.
4Ωτοτοξικότητα έχει αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς που ελάμβαναν υψηλές δόσεις ή σε ασθενείς που ελάμβαναν ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα ωτοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως αμινογλυκοσίδη, ή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα μείωση της νεφρικής λειτουργίας ή της ακοής.
Το προφίλ ασφάλειας είναι γενικά συνεπές μεταξύ των παιδιών και των ενηλίκων ασθενών. Η νεφροτοξικότητα έχει περιγραφεί στα παιδιά, συνήθως σε συνδυασμό με άλλους νεφροτοξικούς παράγοντες όπως οι αμινογλυκοσίδες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:
‐ στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, για την Ελλάδα, ή ‐ στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Τηλ: +357 22608607, Φαξ:
+ 357 22608669, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs, για την Κύπρο.
4.9 Υπερδοσολογία
Έχει αναφερθεί τοξικότητα λόγω υπερδοσολογίας. Δόση 500 mg με ενδοφλέβια χορήγηση σε ένα παιδί ηλικίας 2 ετών, είχε ως αποτέλεσμα δηλητηρίαση με μοιραία κατάληξη.
Η χορήγηση συνολικής δόσης 56 g εντός 10 ημερών σε έναν ενήλικα είχε ως αποτέλεσμα νεφρική ανεπάρκεια. Σε ορισμένες συνθήκες υψηλού κινδύνου (π.χ. σε περίπτωση σοβαρής μείωσης της νεφρικής λειτουργίας) μπορεί να επέλθουν υψηλές συγκεντρώσεις στον ορό και ωτοτοξικές καθώς και νεφροτοξικές επιδράσεις.
Μέτρα σε περίπτωση υπερδοσολογίας
• Δεν είναι γνωστό ειδικό αντίδοτο.
• Απαιτείται συμπτωματική αγωγή σε συνδυασμό με συντήρηση της νεφρικής λειτουργίας.
Η βανκομυκίνη απομακρύνεται ελάχιστα από το αίμα μέσω αιμοκάθαρσης ή περιτοναϊκής διύλισης. Έχει χρησιμοποιηθεί αιμοδιήθηση ή αιμοκάθαρση με πολυσουλφονικές ρητίνες για τη μείωση των συγκεντρώσεων της βανκομυκίνης στον ορό.
5. ΦAPMAKOΛOΓΙKEΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Λοιπά αντιβακτηριακά, γλυκοπεπτιδικά αντιβακτηριακά Κωδικός ATC: J01XA01.
Μηχανισμός δράσης Η βανκομυκίνη είναι ένα τρικυκλικό γλυκοπεπτιδικό αντιβιοτικό που αναστέλλει τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος σε ευαίσθητα βακτήρια συνδεόμενη με υψηλή συγγένεια στο άκρο της D- αλανυλ-D-αλανίνης μονάδων πρόδρομων κυτταρικών τοιχωμάτων. Το φάρμακο είναι βακτηριοκτόνο για τη διαίρεση των μικροοργανισμών. Επιπλέον, εμποδίζει τη διαπερατότητα της βακτηριακής κυτταρικής μεμβράνης και τη σύνθεση RNA.
Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική σχέση Η βανκομυκίνη εμφανίζει ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση δραστικότητα με το εμβαδόν κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης (AUC) διαιρούμενο με την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) του οργανισμού-στόχου ως την κύρια προγνωστική παράμετρο από πλευράς αποτελεσματικότητας. Με βάση in vitro, ζωικά και περιορισμένα ανθρώπινα δεδομένα, ένας λόγος AUC/MIC ίσος με 400 έχει καθοριστεί ως PK/PD στόχος για την επίτευξη κλινικής αποτελεσματικότητας με βανκομυκίνη. Για την επίτευξη αυτού του στόχου όταν η MIC είναι ≥ 1,0 mg/l, απαιτούνται δοσολογία στο ανώτερο εύρος και υψηλά ελάχιστα συγκεντρώσεων ορού (15-20 mg/l) (βλ. παράγραφο 4.2).
Μηχανισμός(οί) αντίστασης Η επίκτητη ανθεκτικότητα σε γλυκοπεπτίδια είναι συνηθέστατη στους εντεροκόκκους και βασίζεται στην απόκτηση διαφόρων van γονιδιακών συμπλόκων που τροποποιούν τον στόχο D-αλανυλ-D-αλανίνης σε D-αλανυλ-D-γαλακτικό ή σε D-αλανυλο-D-σερίνη που συνδέεται ασθενώς με βανκομυκίνη. Σε ορισμένες χώρες παρατηρούνται αυξανόμενες περιπτώσεις ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα σε εντεροκόκκους. Ιδιαιτέρως ανησυχητικά είναι πολυανθεκτικά στελέχη Enterococcus faecium.
Van γονίδια σπάνια ανευρίσκονται στο Staphylococcus aureus, όπου οι μεταβολές στη δομή του κυτταρικού τοιχώματος απολήγουν σε "ενδιάμεση" ευαισθησία, η οποία συνηθέστερα είναι ετερογενής.
Επίσης, έχουν αναφερθεί ανθεκτικά στη μεθικιλλίνη στελέχη σταφυλοκόκκου (MRSA) με μειωμένη ευαισθησία για βανκομυκίνη. Η μειωμένη ευαισθησία ή αντοχή σε βανκομυκίνη στον Staphylococcus δεν είναι καλά κατανοητή. Απαιτούνται αρκετά γενετικά στοιχεία και πολλαπλές μεταλλάξεις.
Δεν υπάρχει διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ της βανκομυκίνης και άλλων κατηγοριών αντιβιοτικών. Διασταυρούμενη ανθεκτικότητα εμφανίζεται με άλλα γλυκοπεπτιδικά αντιβιοτικά, όπως η τεϊκοπλανίνη. Δευτερογενής ανάπτυξη ανθεκτικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι σπάνια.
Συνέργεια Ο συνδυασμός βανκομυκίνης με αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης έχει συνεργιστική δράση έναντι πολλών στελεχών Staphylococcus aureus, μη εντεροκοκκικών ομάδων D-στρεπτόκοκκων, εντερόκοκκων και των στρεπτόκοκκων της ομάδας Viridans. Ο συνδυασμός βανκομυκίνης με κεφαλοσπορίνη έχει συνεργιστική δράση έναντι ορισμένων ανθεκτικών σε οξακιλλίνη στελεχών Staphylococcus epidermidis ενώ ο συνδυασμός βανκομυκίνης με ριφαμπικίνη έχει συνεργιστική δράση έναντι του Staphylococcus epidermidis και μερική συνεργική δράση έναντι ορισμένων στελεχών Staphylococcus aureus. Καθώς η βανκομυκίνη σε συνδυασμό με μία κεφαλοσπορίνη μπορεί να έχει ανταγωνιστική δράση και έναντι κάποιων στελεχών Staphylococcus epidermidis και σε συνδυασμό με ριφαμπικίνη έναντι ορισμένων στελεχών Staphylococcus aureus, η προηγούμενη δοκιμή συνεργιστικής δράσης είναι χρήσιμη.
Πρέπει να λαμβάνονται δείγματα για βακτηριακές καλλιέργειες προκειμένου να απομονωθούν και να προσδιοριστούν οι αιτιολογικοί οργανισμοί και να προσδιοριστεί η ευαισθησία τους στη βανκομυκίνη.
Κρίσιμες συγκεντρώσεις στη δοκιμή ευαισθησίας
Η βανκομυκίνη είναι δραστική έναντι θετικών κατά gram βακτηρίων, όπως σταφυλόκοκκοι, στρεπτόκοκκοι, εντερόκοκκοι, πνευμονόκοκκοι και κλωστρίδια. Τα Gram-αρνητικά βακτήρια είναι ανθεκτικά.
Ο επιπολασμός επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλει γεωγραφικά και με το χρόνο για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η τοπική πληροφόρηση σχετικά με την αντίσταση, ιδιαίτερα όταν θεραπεύονται σοβαρές λοιμώξεις. Εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να ζητούνται συμβουλές από ειδικούς όταν ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του παράγοντα σε ορισμένους τουλάχιστον τύπους λοιμώξεων είναι αμφισβητήσιμη. Αυτές οι πληροφορίες παρέχουν μόνο προσεγγιστική καθοδήγηση σχετικά με το εάν οι μικροοργανισμοί είναι ευαίσθητοι στη βανκομυκίνη.
Οι κρίσιμες ελάχιστες συγκεντρώσεις αναστολής που καθορίστηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμών Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακά (EUCAST) έχουν ως εξής:
| Ευαίσθητο | Ανθεκτικό | |
|---|---|---|
| Staphylococcus aureus1 | ≤ 2 mg/L | > 2 mg/L |
| Coagulase-negative staphylococci1 | ≤ 4 mg/L | > 4 mg/L |
| Enterococcus spp. | ≤ 4 mg/L | > 4 mg/L |
| Streptococcus groups A, B, C and G | ≤ 2 mg/L | > 2 mg/L |
| Streptococcus pneumoniae | ≤ 2 mg/L | > 2 mg/L |
| Gram positive anaerobes | ≤ 2 mg/L | > 2 mg/L |
1 Ο SG.raaumre upso sμiεti vτιeμ aέnς aMerIoCb eέsν αντι βανκομυκίνη≤ς 22 mmgg//LL είναι σ>τ α2 όmρgια/L της κατανομής άγριου τύπου και μπορεί να παρουσιαστεί κάποια προβληματική κλινική απόκριση Κοινώς ευαίσθητα είδη Θετικά κατά Gram Enterococcus faecalis Staphylococcus aureus Methicillin-resistant Staphylococcus aureus coagulase-negative Staphylococci Streptococcus spp.
Streptococcus pneumoniae Enteroccocus spp.
Staphylococcus spp.
Αναερόβια είδη Clostridium spp. except Clostridium innocuum Eubacterium spp.
Peptostreptococcus spp.
Είδη για τα οποία μπορεί να υπάρχει πρόβλημα επίκτητης ανθεκτικότητας Enterococcus faecium Εγγενώς ανθεκτικά Όλα τα κατά Gram αρνητικά βακτήρια Θετικά κατά Gram αερόβια είδη Erysipelothrix rhusiopathiae, Heterofermentative Lactobacillus, Leuconostoc spp Pediococcus spp.
Αναερόβια είδη Clostridium innocuum
Η εμφάνιση ανθεκτικότητας έναντι της βανκομυκίνης διαφέρει από νοσοκομείο σε νοσοκομείο και επομένως θα πρέπει να γίνεται επαφή με τοπικό μικροβιολογικό εργαστήριο για σχετικές τοπικές πληροφορίες.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η βανκομυκίνη χορηγείται ενδοφλεβίως για τη θεραπεία συστημικών λοιμώξεων.
Στην περίπτωση ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η ενδοφλέβια έγχυση πολλαπλών δόσεων 1g βανκομυκίνης (15 mg/kg) για 60 λεπτά παράγει κατά προσέγγιση μέσες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 50-60 mg/L, 20-25 mg/L και 5-10 Mg/L, αμέσως, 2 ώρες και 11 ώρες μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης, αντιστοίχως. Τα επίπεδα πλάσματος που λαμβάνονται μετά από πολλαπλές δόσεις είναι παρόμοια με εκείνα που επιτυγχάνονται μετά από μία εφάπαξ δόση.
Η βανκομυκίνη συνήθως δεν απορροφάται στο αίμα μετά από χορήγηση από το στόμα. Εντούτοις, μετά την από του στόματος χορήγηση μπορεί να εμφανιστεί απορρόφηση σε ασθενείς με (ψευδομεμβρανώδη)
κολίτιδα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στη συσσώρευση βανκομυκίνης σε ασθενείς με συνυπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 60 L/1,73 m2 σωματικής επιφάνειας. Σε συγκεντρώσεις βανκομυκίνης στον ορό 10 mg/l έως 100 mg/l, η δέσμευση του φαρμάκου στις πρωτεΐνες πλάσματος είναι περίπου 30- 55%, μετρούμενη με υπερδιήθηση.
Η βανκομυκίνη διαχέεται εύκολα στον πλακούντα και διανέμεται στο αίμα του ομφάλιου λώρου. Σε μη φλεγμονώδη μηνιγγίτιδα, η βανκομυκίνη διέρχεται από τον αιμοεγκεφαλικό φραγμό σε χαμηλό μόνο βαθμό.
Βιομετασχηματισμός Ο μεταβολισμός του φαρμάκου είναι πολύ μικρός. Μετά από παρεντερική χορήγηση απεκκρίνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου ως μικροβιολογικώς δραστική ουσία (περίπου 75-90% εντός 24 ωρών) μέσω σπειραματικής διήθησης μέσω των νεφρών.
Αποβολή Η ημιζωή εξάλειψης της βανκομυκίνης είναι 4 έως 6 ώρες σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και 2,2-3 ώρες σε παιδιά. Η κάθαρση στο πλάσμα είναι περίπου 0,058 L/kg/h και η κάθαρση στα νεφρά είναι περίπου 0,048 L/kg/h. Στις πρώτες 24 ώρες, περίπου το 80% της χορηγηθείσας δόσης βανκομυκίνης απεκκρίνεται στα ούρα μέσω σπειραματικής διήθησης. Η νεφρική δυσλειτουργία καθυστερεί την απέκκριση της βανκομυκίνης. Σε ανεφρικούς ασθενείς, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 7,5 ημέρες. Λόγω της ωτοτοξικότητας της θεραπείας με βανκομυκίνη-ανοσοενισχυτικό, σε τέτοιες περιπτώσεις ενδείκνυται η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα.
Η χολική απέκκριση είναι ασήμαντη (λιγότερο από 5% μιας δόσης).
Αν και η βανκομυκίνη δεν αποβάλλεται αποτελεσματικά με αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αύξησης της κάθαρσης βανκομυκίνης με αιμοδιάχυση και αιμοδιήθηση.
Μετά από χορήγηση από το στόμα, μόνο ένα κλάσμα της χορηγούμενης δόσης ανακτάται στα ούρα.
Αντίθετα, υψηλές συγκεντρώσεις βανκομυκίνης ανευρίσκονται στα κόπρανα (> 3100 mg/kg με δόσεις 2 g/ημέρα).
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η συγκέντρωση βανκομυκίνης αυξάνεται εν γένει αναλογικά με την αύξηση της δόσης. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα κατά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων είναι παρόμοιες με αυτές μετά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης.
Χαρακτηριστικά σε συγκεκριμένες ομάδες Νεφρική δυσλειτουργία Η βανκομυκίνη καθάρεται κυρίως με σπειραματική διήθηση. Σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής της βανκομυκίνης παρατείνεται και μειώνεται η συνολική κάθαρση του σώματος. Κατά συνέπεια, η βέλτιστη δόση θα πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με τις συστάσεις δοσολογίας που αναφέρονται στην παράγραφο 4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης.
Ηπατική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της βανκομυκίνης δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Έγκυοι γυναίκες:
Για την επίτευξη θεραπευτικών συγκεντρώσεων ορού σε έγκυες γυναίκες μπορεί να απαιτούνται σημαντικά αυξημένες δόσεις (βλ. παράγραφο 4.6).
Υπέρβαροι ασθενείς Η κατανομή της βανκομυκίνης μπορεί να μεταβληθεί σε υπέρβαρους ασθενείς λόγω της αύξησης του όγκου κατανομής, της νεφρικής κάθαρσης και πιθανών αλλαγών στη δέσμευση πρωτεϊνών στο πλάσμα.
Σε αυτούς τους υποπληθυσμούς, η συγκέντρωση βανκομυκίνης στον ορό βρέθηκε υψηλότερη από την αναμενόμενη σε άρρενες υγιείς ενήλικες (βλ. παράγραφο 4.2).
Η βανκομυκίνη ΡΚ έχει δείξει μεγάλη μεταξύ ατόμων μεταβλητότητα σε πρόωρα και νεογνά. Στα νεογνά, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής βανκομυκίνης κυμαίνεται μεταξύ 0,38 και 0,97 L/kg, παρόμοια με τις τιμές για ενήλικες, ενώ η κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 0,63 και 1,4 ml/kg/min. Ο χρόνος ημιζωής ποικίλει μεταξύ 3,5 και 10 ωρών και είναι μεγαλύτερος από ό, τι στους ενήλικες, αντικατοπτρίζοντας τις συνήθεις χαμηλότερες τιμές για κάθαρση στο νεογνό.
Στα βρέφη και στα μεγαλύτερα παιδιά, ο όγκος κατανομής κυμαίνεται μεταξύ 0,26-1,05 L/kg ενώ η κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 0.33-1.87 ml/kg/min.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ειδικό κίνδυνο για τον άνθρωπο βάσει των συμβατικών μελετών φαρμακολογικής ασφάλειας και τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων.
Τα περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τις μεταλλαξιογόνες δράσεις δείχνουν αρνητικά αποτελέσματα, ενώ δεν υπάρχουν διαθέσιμες μακροχρόνιες μελέτες σε ζώα σχετικά με το δυναμικό καρκινογένεσης. Στις μελέτες τερατογένεσης, κατά τις οποίες χορηγήθηκαν σε αρουραίους και κουνέλια δόσεις περίπου αντίστοιχες της δόσης στον άνθρωπο βάσει της επιφάνειας σώματος (mg/m2), δεν παρατηρήθηκαν άμεσες ή έμμεσες τερατογόνες δράσεις.
Δεν είναι διαθέσιμες μελέτες σε ζώα σχετικά με τη χρήση κατά την περιγεννητική/μεταγεννητική περίοδο και τις επιδράσεις στη γονιμότητα.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Υδροχλωρικό οξύ (ρύθμιση του pH)
6.2 Ασυμβατότητες
Το διάλυμα της βανκομυκίνης έχει χαμηλή τιμή pH. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε χημική ή φυσική αστάθεια κατά την ανάμιξη με άλλες ουσίες. Για το λόγο αυτό, κάθε παρεντερικό διάλυμα θα πρέπει να ελέγχεται οπτικά για τυχόν ιζήματα και δυσχρωματισμό πριν από τη χρήση. Η ανάμιξη με αλκαλικά διαλύματα θα πρέπει να αποφεύγεται.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια Διάρκεια ζωής του ανασυσταμένου διαλύματος:
Έπειτα από ανασύσταση με ενέσιμο ύδωρ, η χημική και φυσική σταθερότητα του διαλύματος έχει καταδειχτεί για περίοδο φύλαξης ίση με 48 ώρες σε θερμοκρασία 25°C ή έως 96 ώρες σε θερμοκρασία 2- 8°C.
Διάρκεια ζωής του αραιωμένου διαλύματος:
Η χημική και φυσική σταθερότητα του διαλύματος σε μορφή έτοιμη για χρήση (αραιωμένου με διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% ή διάλυμα γλυκόζης 5%) έχει καταδειχτεί για 48 ώρες σε θερμοκρασία 25°C ή για έως 96 ώρες σε θερμοκρασία 2-8°C.
Από μικροβιολογικής άποψης, το έτοιμο διάλυμα προς έγχυση θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως.
Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης σε μορφή έτοιμη για χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη. Κανονικά, το χρονικό διάστημα της φύλαξης δε θα πρέπει να υπερβαίνει τις 24 ώρες σε θερμοκρασία 2 - 8ο C, εκτός και εάν το διάλυμα προς έγχυση έχει παρασκευασθεί κάτω από ελεγχόμενες και επικυρωμένες συνθήκες ασηψίας.
Διάρκεια ζωής του ανασυσταμένου διαλύματος για από του στόματος χρήση: το ανασυσταμένο διάλυμα θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Κόνις Δεν υπάρχουν ειδικές συνθήκες διατήρησης για το προϊόν αυτό.
Ανασυσταμένο και αραιωμένο προϊόν Για τις συνθήκες διατήρησης του ανασυσταμένου και αραιωμένου φαρμακευτικού προϊόντος, βλ.
παράγραφο 6.3.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
[Για το Vancomycin/Generics 500 mg:] Άχρωμο υάλινο φιαλίδιο των 10 ml, με ελαστικό πώμα από βρωμοβουτύλιο και κίτρινο αποσπώμενο επίπωμα (κυάθιο) από αλουμίνιο/ πλαστικό.
[Για το Vancomycin/Generics 1000 mg:] Άχρωμο υάλινο φιαλίδιο των 20ml, με ελαστικό πώμα από βρωμοβουτύλιο και ροζ αποσπώμενο επίπωμα (κυάθιο) από αλουμίνιο/ πλαστικό.
Μεγέθη συσκευασίας: 1 φιαλίδιο, 5 φιαλίδια, 10 φιαλίδια, 20 φιαλίδια Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Ετοιμασία του διαλύματος προς έγχυση Πρέπει να γίνεται ανασύσταση του προϊόντος και το πυκνό διάλυμα που προκύπτει θα πρέπει στη συνέχεια να αραιώνεται πριν από τη χρήση.
[Για το Vancomycin/Viatris 500 mg:] διαλύστε το περιεχόμενο ενός φιαλιδίου σε 10 ml ενέσιμου ύδατος.
[Για το Vancomycin/Viatris 1000 mg:] διαλύστε το περιεχόμενο ενός φιαλιδίου σε 20 ml ενέσιμου ύδατος.
Το ανασυσταμένο διάλυμα θα πρέπει να είναι διαυγές, άχρωμο προς ελαφρώς κιτρινωπό, χωρίς ορατά σωματίδια.
Ένα ml ανασυσταμένου διαλύματος περιέχει 50 mg βανκομυκίνης.
Για τις συνθήκες φύλαξης του ανασυσταμένου προϊόντος βλέπε παράγραφο 6.3.
Οι κατάλληλοι διαλύτες για την περαιτέρω αραίωση είναι το ενέσιμο ύδωρ, το διάλυμα γλυκόζης 5% ή το διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9%.
Η απαιτούμενη αραίωση διαφέρει ανάλογα με τον τρόπο χορήγησης.
- Διαλείπουσα έγχυση:
[Για το Vancomycin/Viatris 500 mg:] Το ανασυσταμένο διάλυμα που περιέχει 500 mg βανκομυκίνης θα πρέπει να αραιώνεται με τουλάχιστον 100 ml διαλύτη. Η ενδεικνυόμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση με ταχύτητα που δεν υπερβαίνει τα 10 mg/λεπτό, εντός τουλάχιστον 60 λεπτών.
[Για το Vancomycin/Viatris 1000 mg:] Το ανασυσταμένο διάλυμα που περιέχει 1000 mg βανκομυκίνης θα πρέπει να αραιώνεται με τουλάχιστον 200 ml διαλύτη. Η ενδεικνυόμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση με ταχύτητα που δεν υπερβαίνει τα 10 mg/λεπτό, εντός τουλάχιστον 60 λεπτών.
- Συνεχής έγχυση:
Αυτή θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η αγωγή με διαλείπουσα έγχυση.
Δόση 1 g ή 2 g βανκομυκίνης, η οποία αντιστοιχεί σε 2 έως 4 φιαλίδια ανασυσταμένου διαλύματος, μπορεί να προστεθεί σε επαρκώς υψηλό όγκο ενός από τους παραπάνω κατάλληλους διαλύτες ώστε να είναι δυνατή η έγχυση της ενδεικνυόμενης ημερήσιας δόσης εντός 24 ωρών.
Για τις συνθήκες φύλαξης του αραιωμένου προϊόντος βλέπε παράγραφο 6.3.
Πριν από τη χορήγηση, τα ανασυσταμένα και αραιωμένα διαλύματα θα πρέπει να επιθεωρούνται οπτικά για σωματιδιακή ύλη και δυσχρωματισμό. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο τα διαλύματα που είναι διαυγή, άχρωμα έως ανοικτά κίτρινα και ελεύθερα σωματιδίων.
Ετοιμασία του πόσιμου διαλύματος Έπειτα από την αρχική ανασύσταση του φιαλιδίου, η επιλεγμένη δόση μπορεί να αραιωθεί σε 30 ml νερού και να χορηγηθεί στον ασθενή προς πόση ή το αραιωμένο υλικό μπορεί να χορηγηθεί μέσω ενός ρινογαστρικού σωλήνα.
Απόρριψη Τα φιαλίδια προορίζονται για μια μόνο χρήση. Τα μη χρησιμοποιημένα φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να απορρίπτονται.
Κάθε μη χρησιμοποιηθέν προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας στην Ελλάδα και στην Κύπρο:
Viatris Limited Damastown Industrial Park Mulhuddart Dublin 15, DUBLIN Ιρλανδία Τοπικός Αντιπρόσωπος Ελλάδας Viatris Hellas Ltd Λ. Μεσογείων 253-255 154 51 Ν. Ψυχικό Αθήνα, Ελλάδα Τηλ.: 2100 100 002
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Αριθμός Άδειας Κυκλοφορίας Ελλάδος:
Vancomycin/Viatris 1000 mg: 92946/08-09-2023 Vancomycin/Viatris 500mg: 92945/08-09-2023 Αριθμός Άδειας Κυκλοφορίας Κύπρου:
Vancomycin/Viatris 1000 mg: 021308 Vancomycin/Viatris 500mg: 021307
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:
Για την Ελλάδα: 31 Δεκεμβρίου 2013 Για την Κύπρο: 02/05/2012 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:
Για την Ελλάδα: 12 Οκτωβρίου 2016 Για την Κύπρο: 03/08/3018
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Για την Ελλάδα:
Για την Κύπρο: