Clinio Logo
Clinio
VETAMOL › ΠΧΠ

VETAMOL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

farmako Καλύπτει 1 συσκευασία 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Vetamol 400 mg film-coated tablet

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 400mg norfloxacin.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλέπε παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Vetamol ενδείκνυται για τη θεραπεία λοιμώξεων του ανώτερου και κατώτερου ουροποιητικού συστήματος επιπλεγμένων και μη, οξειών και χρόνιων. Οι λοιμώξεις αυτές περιλαμβάνουν:

•Οξεία λοίμωξη του ουροποιητικού στους άνδρες

•Μη επιπλεγμένη οξεία πυελονεφρίτιδα

•Επιπλεγμένη οξεία πυελονεφρίτιδα

•Μη επιπλεγμένη οξεία κυστίτιδα. Στην ένδειξη αυτή το Vetamol θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη.

•Επιπλεγμένη οξεία κυστίτιδα

•Βακτηριακή προστατίτιδα

•Γοννοκοκκική ουρηθρίτιδα και τραχηλίτιδα λόγω ευαίσθητου Neisseria gonorrhoeae

•Ορχεοεπιδιδυμίτιδα συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων λόγω ευαίσθητου Neisseria gonorrhoeae

•Λοιμώξεις του γαστρντερικού (π.χ. διάρροια των ταξιδιωτών)

•Προφύλαξη από βακτηριακές λοιμώξεις σε ουδετεροπενικούς ασθενείς

•Περιεγχειρητική προφύλαξη σε επεμβατικές ουρολογικές χειρουργικές διαδικασίες.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Πριν αρχίσει η θεραπεία θα πρέπει να ελέγχεται η ευαισθησία του υπεύθυνου παθογόνου μικροοργανισμού στo Vetamol. Παρόλα αυτά η θεραπεία μπορεί να αρχίσει πριν γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα αυτών των δοκιμασιών. Επαναλαμβάνετε την καλλιέργεια και τις δοκιμασίες ευαισθησίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας περιοδικά, ώστε να έχετε πληροφορίες για το θεραπευτικό αποτέλεσμα και την αντοχή του μικροβίου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΔιάγνωσηΔοσολογίαΔιάρκεια θεραπείας
Λοιμώξεις ουροποιητικού συστήματος400mg- Δύο φορές την ημέρα7-10 ημέρες
Οξεία μη επιπλεγμένη κυστίτις400mg- Δύο φορές την ημέρα3-7 ημέρες
Χρόνια υποτροπιάζουσα λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος*400mg- Δύο φορές την ημέραΜέχρι 12 εβδομάδες**
Οξεία βακτηριακή γαστρεντερίτιδα400mg- Δύο φορές την ημέρα5 ημέρες
Οξεία γονοκοκκική ουρηθρίτιδα, πρωκτίτιδα ή τραχηλίτιδα ***800mgΕφάπαξ δόση

* Αν επιτευχθεί ικανοποιητική καταστολή μέσα στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες θεραπείας, η δοσολογία του Vetamol μπορεί να ελαττωθεί σε 400mg την ημέρα.

** Στη χρόνια προστατίτιδα, θεραπεία για 4 εβδομάδες έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματική.

*** Πρόσφατα Ελληνικά δεδομένα αναφέρουν αντοχή στις κινολόνες της τάξης του 86%.

Νεφρική ανεπάρκεια Το Vetamol είναι κατάλληλο για θεραπεία λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Η συνιστώμενη δόση για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30ml/min/1,73m2 είναι 1 δισκίο των 400mg μια φορά ημερησίως (η ημιπερίοδος ζωής στις περιπτώσεις αυτές ήταν περίπου 8 ώρες).

Σ’ αυτή τη δοσολογία, οι συγκεντρώσεις σε ανάλογους ιστούς ή υγρά του σώματος υπερέβαιναν τις MICs για τα περισσότερα ευαίσθητα παθογόνα στη νορφλοξασίνη.

Υπάρχουν ανεπαρκή στοιχεία για τη σύσταση δοσολογίας στη θεραπεία της γονόρροιας σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 30ml/min/1,73m2 ή λιγότερο.

4.3 Αντενδείξεις

Το Vetamol αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του ή σε οποιοδήποτε αντιμικροβιακό φάρμακο που χημικά σχετίζεται με κινολόνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που εμφανίζονται στην παράγραφο 6.1.

Να μη χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό αλλοίωσης των τενόντων, ιστορικό τενοντίτιδας ή ρήξης των τενόντων.

Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των από του στόματος χορηγούμενων μορφών της νορφλοξασίνης δεν έχει τεκμηριωθεί για παιδιά, έφηβους κάτω των 18 ετών, έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η χρήση νορφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με σιπροφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους / κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).

Αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμός αορτής, και παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο ανεπάρκειας αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς

και περιστατικά ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.8).

Ως εκ τούτου, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου -και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές- σε ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας, ή σε ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα ή/και διαχωρισμό αορτής ή βαλβιδοπάθεια, ή που παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης

- Για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής όσο και ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. διαταραχές του συνδετικού ιστού όπως σύνδρομο Marfan ή σύνδρομο Ehlers-Danlos, σύνδρομο Turner, νόσος Behçet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή επιπροσθέτως

- Για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως αρτηριΐτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηριΐτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση, ή σύνδρομο Sjögren)

ή επιπροσθέτως

- Για ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).

Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.

Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα τμήματα επείγοντων και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.

Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.

Παρατεταμένες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες.

Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες, οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικό, νευρικό, ψυχιατρικές και αισθητήριες) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Η νορφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με το συνταγογράφο τους για συμβουλές.

Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα Τενοντίτιδα και ρήξη τενόντων (ειδικά αλλά όχι περιοριστικά του Αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να παρουσιαστούν ακόμα και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και έως αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.

Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με νορφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α) πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στη κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση). Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημείο τενοντοπάθειας.

Οι κινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της νορφλοξασίνης, είναι δυνατόν να προκαλέσουν επιδείνωση των συμπτωμάτων της μυασθένειας gravis και να οδηγήσουν σε εξασθένιση του αναπνευστικού συστήματος που μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή. Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγούνται κινολόνες, συμπεριλαμβανομένου του Vetamol, σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ.

παρ. 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Σπάνια ορισμένες κινολόνες έχουν συσχετισθεί με την παράταση του διαστήματος QTc στο ηλεκτροκαρδιογράφημα και με όχι συχνές περιπτώσεις αρρυθμίας (συμπεριλαμβανομένων εξαιρετικά σπάνιων περιπτώσεων torsades de pointes).

Εφιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένου του Vetamol, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT, όπως για παράδειγμα:

• εκ γενετής σύνδρομο μακρού διαστήματος QT

• ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ.

αντιαρρυθμικά της κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά)

• διαταραχή των ηλεκτρολυτών που δεν έχει διορθωθεί (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)

• καρδιακή νόσο (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα μυοκαρδίου, βραδυκαρδία)

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι γυναίκες μπορεί να είναι πιο ευαίσθητοι σε φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν παράταση του διαστήματος QT. Γι’ αυτό, συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένου του Vetamol, σ’ αυτές τις κατηγορίες πληθυσμού (βλέπε παράγραφο 4.2, 4.5, 4.8, 4.9).

Σπασμοί έχουν αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που έλαβαν Vetamol.

Όπως και με τα άλλα οργανικά οξέα, το Vetamol πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό σπασμών ή γνωστών προδιαθεσικών παραγόντων για σπασμούς.

Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση και τοξική ψύχωση έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα της κατηγορίας των κινολονών. Οι κινολόνες μπορεί να προξενήσουν ερεθισμό του ΚΝΣ που μπορεί να φέρει τρόμο, ανησυχία, σύγχυση και παραισθήσεις.

Περιφερική νευροπάθεια Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία. Ασθενείς σε θεραπεία με νορφλοξασίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν το γιατρό τους προτού συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτυχθούν τα συμπτώματα νευροπάθειας όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νηγμών, αιμωδία ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μιας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8).

Έχουν αναφερθεί σοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτοειδείς ή αναφυλακτικές) μετά την 1η δόση.

Μερικές αντιδράσεις συνοδεύονται από καρδιαγγειακό collapsus, απώλεια αισθήσεων, οίδημα στο φάρυγγα ή στο πρόσωπο, δύσπνοια, κνίδωση, κνησμό. Αν συμβεί αλλεργική αντίδραση πρέπει να διακοπεί το φάρμακο.

Σοβαρές οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορεί να απαιτήσουν άμεσα έκτακτη θεραπεία με επινεφρίνη.

Ενδοφλέβια χορήγηση υγρών, αντιισταμινικά, κορτικοστεροειδή, αγγειοσυσπαστικές αμίνες, παροχή οξυγόνου ή διασωλήνωση της τραχείας, χορηγούνται ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Έχει αναφερθεί πρόκληση ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας με όλους περίπου τους αντιμικροβιακούς παράγοντες και με την νορφλοξασίνη, που μπορεί να είναι ελαφριά έως επικίνδυνη για τη ζωή. Γι’ αυτό, ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια μετά τη χορήγηση αντιμικροβιακού παράγοντα, πρέπει να εξετάζονται για την ύπαρξη κλωστριδίων και ειδικότερα της τοξίνης που παράγεται από το Clostridioides difficile.

Στην περίπτωση διάγνωσης ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας απαιτείται διακοπή της θεραπείας και χορήγηση υγρών ή άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων.

Κρύσταλλοι βρέθηκαν στα ούρα ασθενών που ελάμβαναν 800mg-1.600mg νορφλοξασίνης (διπλή δόση της προτεινόμενης).

Δεν αναμένεται εμφάνιση κρυσταλλουρίας σε ασθενείς που λαμβάνουν δόση 400mg ημερησίως. Δεν πρέπει να υπερβαίνεται η συνιστώμενη δόση και ο ασθενής πρέπει να λαμβάνει αρκετά υγρά ώστε να επιβεβαιώνεται επαρκής διούρηση.

Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που εκτίθονταν υπερβολικά στο ηλιακό φως ενώ ήταν σε θεραπεία με κάποιο από τα μέλη της κατηγορίας αυτής. Η υπερβολική έκθεση στον ήλιο θα πρέπει να αποφεύγεται. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται όταν εμφανίζεται φωτοευαισθησία.

Σπάνια έχουν αναφερθεί αντιδράσεις αιμόλυσης σε ασθενείς με λανθάνουσα ή έκδηλη ανεπάρκεια της δραστικότητας της glucose-6-phosphate dehydrogenase, οι οποίοι παίρνουν κινολόνες, συμπεριλαμβανομένου του Vetamol (βλ. παρ. 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Το Vetamol είναι κατάλληλο για τη θεραπεία ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια. Παρόλα αυτά όμως, επειδή το Vetamol απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, τα επίπεδα στα ούρα μπορεί να είναι αυξημένα σε περιπτώσεις βαριάς νεφρικής ανεπάρκειας (βλ. παρ.4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Ταυτόχρονη χορήγηση με προβενεσίδη δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις της νορφλοξασίνης στον ορό, αλλά ελαττώνεται η ουρική απέκκριση του φαρμάκου. Όπως και με τα άλλα οργανικά αντιμικροβιακά οξέα, έχει εκδηλωθεί ανταγωνιστική δράση in vitro μεταξύ του Vetamol και της νιτροφουραντοΐνης.

Έχουν αναφερθεί αυξημένα επίπεδα θεοφυλλίνης στο πλάσμα όταν χορηγείται ταυτόχρονα με κινολόνες. Σπάνια έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με θεοφυλλίνη σε ασθενείς που ελάμβαναν ταυτόχρονα νορφλοξασίνη και θεοφυλλίνη. Επομένως, θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στο πλάσμα και να προσαρμόζεται η δοσολογία της θεοφυλλίνης, εάν χρειασθεί.

Έχουν αναφερθεί αυξημένα επίπεδα κυκλοσπορίνης στον ορό με ταυτόχρονη χρήση νορφλοξασίνης.

Συνεπώς, πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στον ορό και να γίνονται οι κατάλληλες προσαρμογές της δοσολογίας της κυκλοσπορίνης όταν τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.

Οι κινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της νορφλοξασίνης, μπορεί να αυξήσουν τη δράση του από του στόματος χορηγούμενου αντιπηκτικού βαρφαρίνη ή των παραγώγων του.

Όταν αυτά τα προϊόντα χορηγούνται συγχρόνως θα πρέπει να παρακολουθείται στενά ο χρόνος προθρομβίνης ή να γίνονται άλλες κατάλληλες δοκιμασίες ελέγχου πηκτικότητας του αίματος.

Ορισμένες κινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της νορφλοξασίνης, πρέπει να χορηγούνται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα σισαπρίδη, ερυθρομυκίνη, αντιψυχωσικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά ή σε ασθενείς με προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QTc.

Το Vetamol όπως και άλλες φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά της κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά) (βλέπε παράγραφο 4.4).

Η ταυτόχρονη χορήγηση κινολόνης και γκλιβενκλαμίδης (σουλφονυλουρία) οδήγησε, σε σπάνιες περιπτώσεις, σε σοβαρή υπογλυκαιμία. Γι’ αυτό συνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης του

αίματος, όταν τα σκευάσματα αυτά χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.

Πολυβιταμινούχα προϊόντα που περιέχουν σίδηρο και ψευδάργυρο, αντιόξινα και σουκραλφάτη δεν θα πρέπει να χορηγούνται συγχρόνως με νορφλοξασίνη ή μέσα σε δυο ώρες από τη λήψη της, επειδή μπορεί να επιδράσουν στην απορρόφησή της, με αποτέλεσμα να έχουμε μειωμένα επίπεδα νορφλοξασίνης στο αίμα και στα ούρα.

Η διδανοσίνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα ή εντός δύο ωρών από τη χορήγηση του Vetamol, επειδή αυτά τα προϊόντα μπορεί να αλληλεπιδράσουν, γεγονός που θα οδηγήσει σε χαμηλότερα επίπεδα της νορφλοξασίνης στο αίμα και στα ούρα.

Μερικές κινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της νορφλοξασίνης, έχει δειχτεί ότι επιδρούν στον μεταβολισμό της καφεΐνης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της κάθαρσης της καφεΐνης και σε παρατεταμένη ημιπερίοδο ζωής στο πλάσμα.

Δεδομένα από πειραματόζωα έχουν δείξει ότι οι κινολόνες σε συνδυασμό με φαινβουφένη μπορεί να οδηγήσουν σε σπασμούς. Γι’ αυτό το λόγο η σύγχρονη χορήγηση κινολονών με φαινβουφένη θα πρέπει να αποφεύγεται.

4.6 Κύηση και Γαλουχία

Η ασφαλής χορήγηση του Vetamol σε έγκυες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί και συνεπώς, τα οφέλη από τη θεραπεία με Vetamol πρέπει να σταθμίζονται έναντι των πιθανών κινδύνων. Η νορφλοξασίνη έχει ανιχνευθεί στον ομφάλιο λώρο και στο αμνιακό υγρό.

Δεν είναι γνωστό αν αποβάλλεται στο μητρικό γάλα. Από την εμπειρία που υπάρχει με άλλα φάρμακα αυτής της κατηγορίας, θα πρέπει να σταματήσει η γαλουχία όταν χορηγείται νορφλοξασίνη.

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Επειδή το Vetamol μπορεί να προκαλέσει ζάλη και λιποθυμική τάση, οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν την ακριβή αντίδρασή τους στο φάρμακο πριν οδηγήσουν, χειριστούν μηχανήματα ή έχουν άλλες δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική εγρήγορση και συντονισμό.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι πιο συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες (λιγότερο από 3% αλλά που εμφανίστηκαν σε ποσοστό >0,1% των ασθενών) είναι γαστρεντερικές, νευροψυχιατρικές και δερματικές αντιδράσεις και περιλαμβάνουν ναυτία, πονοκέφαλο, ζάλη, εξάνθημα, οπισθοστερνικό καύσο, κοιλιακό άλγος/κράμπες και διάρροια.

Ηπατική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια, αναφυλακτικές αντιδράσεις, αιμόλυση και υπογλυκαιμία (ιδιαιτέρως επί συγχρόνου χορηγήσεως γλιβενκλαμίδης) είναι δυνατόν να εμφανιστούν κατά τη χορήγηση των κινολονών, οι οποίες αν δεν γίνουν αντιληπτές από τον θεράποντα ιατρό ή τον ασθενή, μπορούν να αποβούν και θανατηφόρες. Επιπλέον τενοντίτιδα ιδιαιτέρως του Αχιλλείου τένοντα, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ρήξη του τένοντα.

Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιπηκτικά παράγωγα κουμαρίνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, διότι υπάρχει πιθανότητα αύξησης της αντιπηκτικής δραστικότητας πέραν της προβλεπομένης.

Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις (<0,1%) έχουν αναφερθεί άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ανορεξία, διαταραχές στον ύπνο, κατάθλιψη, άγχος/νευρικότητα, ευερεθιστότητα, ευφορία, αποπροσανατολισμός, ψευδαισθήσεις, εμβοές και επιφορά.

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες ή από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου:

Συχνές (1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Όχι συχνές: κολπική καντιντίαση Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Όχι συχνές: ηωσινοφιλία, λευκοπενία, ουδετεροπενία Σπάνιες: θρομβοπενία Πολύ σπάνιες: ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμία που μερικές φορές σχετίζεται με ανεπάρκεια της δεϋδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης (G6PD - glucose-6-phosphate dehydrogenase)

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Πολύ σπάνιες: υπερευαισθησία, αναφυλαξία Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Όχι συχνές: ανορεξία Ψυχιατρικές διαταραχές* Όχι συχνές: κατάθλιψη, διαταραχές στον ύπνο Σπάνιες: αποπροσανατολισμός, νευρικότητα, ευερεθιστότητα, άγχος, ευφορία, ψευδαίσθηση, ψυχικές διαταραχές, σύγχυση Πολύ σπάνιες: ψυχωσικές αντιδράσεις Διαταραχές του νευρικού συστήματος* Όχι συχνές: κεφαλαλγία, ζάλη, παραισθησία, υπαισθησία, δυσγευσία Σπάνιες: τρόμος Πολύ σπάνιες: πολυνευροπάθεια, σύνδρομο Guillain-Barre, σπασμοί, μυόκλωνος, επιδείνωση της μυασθένειας gravis Οφθαλμικές διαταραχές* Σπάνιες: επιφορά, οπτικές διαταραχές Μη γνωστές: αποκόλληση αμφιβληστροειδούς Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου* Σπάνιες: εμβοές Πολύ σπάνιες: απώλεια ακοής Αγγειακές διαταραχές** Πολύ σπάνιες: αγγειίτιδα Καρδιακές διαταραχές** Μη γνωστές: κοιλιακή αρρυθμία και torsades de pointes (αναφέρθηκαν κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT), ΗΚΓ με παράταση του QT (βλέπε παράγραφο 4.4 και 4.9)

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Σπάνιες: δύσπνοια Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: ναυτία Όχι συχνές: διάρροια, κοιλιακό άλγος/κοιλιακές κράμπες, οπισθοστερνικός καύσος Πολύ σπάνιες: παγκρεατίτιδα, ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Σπάνιες: ίκτερος Πολύ σπάνιες: ηπατίτιδα, χολοστατικός ίκτερος Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές: εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση Σπάνιες: φωτοευαισθησία Πολύ σπάνιες: πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, αποφολιδωτική δερματίτιδα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδημα Μη γνωστές: λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, εξάνθημα οφειλόμενο στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS syndrome)

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού* Σπάνιες: αρθραλγία, μυαλγία Πολύ σπάνιες: τενοντίτιδα, αρθρίτιδα, ρήξη τενόντων επιδείνωση της μυασθένειας gravis Μη γνωστές: μυϊκοί σπασμοί Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πολύ σπάνιες: διάμεση νεφρίτιδα, νεφρική ανεπάρκεια Παρακλινικές εξετάσεις Συχνές: αύξηση της ALT (SGPT), αύξηση της AST (SGOT)

Πολύ σπάνιες: αυξημένη κρεατινική κινάση (CK)

* Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνος στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία, κατάθλιψη, κόπωση, διαταραχή της μνήμης, διαταραχές του ύπνου, και διαταραχή της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4)

** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 2132040380/337, Φαξ: + 30 2106549585, www.eof.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Δεν παρατηρήθηκε σημαντική θνησιμότητα με χορήγηση 4g/kg σε ποντικούς. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας στον άνθρωπο, θα πρέπει να εκκενώνεται το στομάχι με πρόκληση εμέτου ή γαστρική πλύση και αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.

Πρέπει να γίνει παρακολούθηση με ΗΚΓ, λόγω της πιθανότητας παράτασης του διαστήματος QT.

Πρέπει να διατηρηθεί επαρκής ενυδάτωση του ασθενή.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Κωδικός ATC: J01MA06

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

To Vetamol είναι αντιμικροβιακό φάρμακο παράγωγο του καρβοξυλικού οξέος της κινολόνης για χορήγηση από το στόμα.

ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑ Το Vetamol έχει ένα ευρύ φάσμα αντιμικροβιακής δραστικότητας έναντι Gram-θετικών και Gram- αρνητικών αεροβίων παθογόνων. Το άτομο φθορίου στη θέση 6 παρέχει αυξημένη δραστηριότητα κατά των Gram-αρνητικών μικροοργανισμών και η ομάδα πιπεραζίνης στη θέση 7 είναι υπεύθυνη για την αντιψευδομοναδική δραστηριότητα.

Το Vetamol αναστέλλει τη σύνθεση του μικροβιακού δεσοξυριβονουκλεϊνικού οξέος και είναι βακτηριοκτόνο. Στο μοριακό επίπεδο τρεις ειδικές δράσεις σε κύτταρα E. coli αποδόθηκαν στο Vetamol.

1. Αναστολή της ΑΤΡ εξαρτώμενης υπερελικώσεως του DNA που καταλύεται από την DNA γυράση.

2. Αναστολή της χαλάρωσης του υπερελικωμένου DNA.

3. Προαγωγή διάσπασης της διπλής έλικας του DNA.

Υπάρχει μικρή πιθανότητα ανάπτυξης αντοχής στη νορφλοξασίνη λόγω αυτόματης μετάλλαξης στον μικροοργανισμό (κυμαινόμενη από 10-9 έως 10-12 ενώ για τα στελέχη P. aeruginosa είναι 10-7).

Οι μικροοργανισμοί στους οποίους παρατηρείται η μεγαλύτερη ανάπτυξη αντοχής είναι οι ακόλουθοι:

Pseudomonas aeruginosa, Klebsiella pneumoniae, Acinetobacter spp.

Λόγω της ειδικής του δομής, το Vetamol είναι γενικά δραστικό έναντι των μικροοργανισμών που είναι ανθεκτικοί σε άλλα οργανικά οξέα, το nalidixic acid, oxolinic acid, pipemidic acid, cinoxacin & flumequine.

Μικροοργανισμοί ανθεκτικοί in vitro στη νορφλοξασίνη, είναι επίσης ανθεκτικοί σ’ αυτά τα οργανικά οξέα.

Προκαταρκτικές μελέτες δείχνουν ότι οι μικροοργανισμοί, ανθεκτικοί στη νορφλοξασίνη είναι γενικά επίσης ανθεκτικοί στη pefloxacin, ofloxacin, ciprofloxacin και enoxacin.

Δεν υπάρχει γενικά διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ νορφλοξασίνης και άλλων κατηγοριών αντιμικροβιακών παραγόντων.

Ανάλυση της ολικής κλινικής εμπειρίας με Vetamol έδειξε υψηλή συσχέτιση μεταξύ των αποτελεσμάτων των δοκιμασιών ευαισθησίας in vitro και της βακτηριολογικής και κλινικής αποτελεσματικότητας του προϊόντος στους ανθρώπους.

Το Vetamol είναι δραστικό in vitro έναντι των ακόλουθων βακτηριδίων που βρέθηκαν σε λοιμώξεις του ουροποιητικού:

Εντεροβακτηριοειδή Είδη Citrobacter Είδη Proteus (ινδόλη θετικά)

Citrobacter koseri Proteus mirabilis Citrobacter freundii Proteus vulgaris Edwardsiella tarda

Είδη Enterobacter Είδη Providencia Enterobacter aerogenes Providencia rettgeri Enterobacter agglomerans Providencia stuartii Enterobacter cloacae Escherichia coli Είδη Hafnia Είδη Serratia Serratia marcescens Είδη Klebsiella Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae Morganella morganii Ψευδομονάδες Pseudomonas aeruginosa Burkholderia cepacia Pseudomonas fluorescens Burkholderia stutzeri Άλλα Είδη Flavobacterium Gram-Θετικοί κόκκοι Είδη Staphylococcus Staphylococcus coag. negative Staphylococcus aureus Staphylococcus epidermidis Staphylococcus saprophyticus Streptococcus Group B, Group D Βακτηρίδια που σχετίζονται με οξεία γαστρεντερίτιδα Aeromonas hydrophila Campylobacter fetus subsp. jejuni Enterotoxigenic Escherichia coli Plesiomonas shigelloides Salmonella spp.

Salmonella typhi Shigella spp.

Shigella boydii Shigella dysenteriae Shigella flexneri Shigella sonnei Vibrio cholerae Vibrio parahemolyticus Yersenia enterocolitica Επιπλέον, το Vetamol είναι δραστικό έναντι των Bacillus cereus, Neisseria gonorrhoeae***, Ureaplasma urealyticum και Haemophilus influenzae.

***Πρόσφατα Ελληνικά δεδομένα αναφέρουν αντοχή στις κινολόνες της τάξης του 86%.

Το Vetamol δεν είναι δραστικό έναντι των αναεροβίων, συμπεριλαμβανομένων των Actinomyces spp., είδη Fusobacterium, είδη Bacteroides και είδη Clostridium εκτός από το C. perfingens.

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ Συνιστάται η τεχνική τυποποιημένων δίσκων κατά FDA, (1-3) (πρώην Kirby-Bauer) για τη δοκιμασία ευαισθησίας του αντιβιοτικού, χρησιμοποιώντας ένα δίσκο 10mcg, διαμέτρου 6mm.

Κατηγορία Διάμετρος ζώνης MIC (mm) (mcg/ml)

Ευαίσθητα  17  4 Μετρίως ευαίσθητα 13-16 8 Ανθεκτικά  12  16 Αυτά τα κριτήρια ευαισθησίας αναφέρονται μόνο σε μικροοργανισμούς που απομονώθηκαν από τα ούρα (ουροποιητικό σύστημα) και τα κόπρανα (γαστρεντερικό σύστημα).

Η Neisseria gonorrhoeae και οι μικροοργανισμοί που απομονώθηκαν από τους ιστούς θεωρούνται ευαίσθητοι στο Vetamol όταν η διάμετρος ζώνης είναι  21mm ή η MIC  1mcg/ ml.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση To Vetamol απορροφάται γρήγορα μετά την από του στόματος χορήγηση. Σε υγιείς εθελοντές απορροφάται τουλάχιστον το 30-40% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης του Vetamol.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια συγκέντρωση στον ορό 1,5mcg/ml η οποία επιτυγχάνεται μια ώρα περίπου μετά τη χορήγηση μιας δόσης 400mg. Η μέση ημιπερίοδος ζωής στον ορό είναι 3 έως 4 ώρες και είναι ανεξάρτητη από τη δόση.

Κατανομή Οι παρακάτω συγκεντρώσεις είναι οι μέσες συγκεντρώσεις της νορφλοξασίνης σε διάφορα υγρά και ιστούς του σώματος μετρημένες 1 έως 4 ώρες μετά τη χορήγηση δύο δόσεων 400mg, εκτός και αν αναφέρονται διαφορετικά:

Νεφρικό παρέγχυμα 7,3mcg/g Προστάτης 2,5mcg/g Σπέρμα 2,7mcg/ml Όρχις 1,6mcg/g Μήτρα/Τράχηλος 3,0mcg/g Κόλπος 4,3mcg/g Σάλπιγξ 1,9mcg/g Ιστός χοληδόχου κύστεως 1,8mcg/g* Χολή 6,9mcg/ml (μετά από δυο δόσεις των 200mg)

*προσδιορισμός 4-6 ώρες μετά τη χορήγηση μιας δόσης 400mg.

Βιομετασχηματισμός Η νορφλοξασίνη εμφανίζεται στα ούρα σαν νορφλοξασίνη και με έξι δραστικούς μεταβολίτες μικρότερης αντιμικροβιακής δραστικότητας. Το κύριο συστατικό αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 70% της ολικής απέκκρισης. Η βακτηριοκτόνος ικανότητα του Vetamol δεν επηρεάζεται από το pH των ούρων.

Η δέσμευση από τις πρωτεΐνες είναι μικρότερη από 15%.

Αποβολή Η νορφλοξασίνη μεταβολίζεται σε αδρανείς μεταβολίτες και αποβάλλεται μέσω μεταβολισμού, χολικής και νεφρικής απέκκρισης. Μετά από εφάπαξ δόση Vetamol 400mg, παρατηρήθηκαν μέσες αντιμικροβιακές ενέργειες ισοδύναμες με 278, 773 και 82 mcg νορφλοξασίνης/g κοπράνων που ελήφθησαν σε 12, 24 και 48 ώρες, αντίστοιχα.

Η νεφρική απέκκριση γίνεται τόσο με σπειραματική διήθηση όσο και με αμιγή σωληναριακή ενεργητική απέκκριση, όπως αποδεικνύεται από την υψηλή νεφρική κάθαρση (περίπου 275ml/λεπτό).

Μετά από εφάπαξ δόση 400mg οι συγκεντρώσεις στα ούρα φτάνουν σε μία τιμή 200 ή περισσοτέρων mcg/ml σε υγιείς εθελοντές και παραμένουν πάνω από 30mcg/ml για τουλάχιστον 12 ώρες. Στις πρώτες 24 ώρες το 33-48% του φαρμάκου απεκκρίνεται στα ούρα.

Σε υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές (ηλικίας 65-75 ετών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία για την ηλικία τους), η νορφλοξασίνη αποβάλλεται πιο αργά λόγω της ελαφρά μειωμένης νεφρικής τους λειτουργίας. Η απορρόφηση του φαρμάκου φαίνεται ότι δεν επηρεάζεται. Πάντως η ημιπερίοδος ζωής της νορφλοξασίνης σ’ αυτά τα ηλικιωμένα άτομα είναι 4 ώρες.

Μετά από εφάπαξ δόση νορφλοξασίνης 400mg η απομάκρυνση του φαρμάκου με κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη από 30ml/min/1,73m2, είναι παρόμοια με αυτή των υγιών ατόμων. Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30ml/min/1,73m2 η νεφρική απέκκριση της νορφλοξασίνης ελαττώνεται σημαντικά και η αποτελεσματική ημιπερίοδος ζωής στον ορό είναι περίπου 8 ώρες. Η απορρόφηση του φαρμάκου φαίνεται ότι δεν επηρεάζεται από τη μειωμένη νεφρική λειτουργία.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Καρκινογένεση-Μεταλλαξιογένεση-Γονιμότητα Δεν σημειώθηκε καρκινογόνο δυναμικό ή δυναμικό μεταλλαξιογένεσης σε δόσεις 30-50 φορές μεγαλύτερες της συνήθους ανθρώπινης δόσης.

Δεν επηρέασε το γενετικό δυναμικό στη συνήθη ανθρώπινη δόση.

Όταν σε σκύλους ηλικίας 3-5 μηνών χορηγήθηκε νορφλοξασίνη (σε δόσεις 4 ή περισσότερες φορές μεγαλύτερες της συνηθισμένης δοσολογίας στον άνθρωπο) παρουσιάστηκε φλύκταινα και τελικώς εξέλκωση των αρθρικών χόνδρων στις αρθρώσεις που φέρουν το βάρος του σώματος. Παρόμοιες αλλαγές έχουν αναφερθεί και από άλλα φάρμακα παρόμοιας μοριακής δομής. Σε σκύλους 6 μηνών ή μεγαλύτερους δεν παρατηρήθηκαν τέτοιες αλλαγές.

Κύηση Προκλήθηκε αποβολή του εμβρύου σε πιθήκους όταν χορηγήθηκαν δόσεις 10 φορές μεγαλύτερες της μεγαλύτερης ανθρώπινης δόσης. Η μέγιστη συγκέντρωση των επιπέδων στο πλάσμα των πιθήκων ήταν 2 φορές μεγαλύτερη απ’ αυτή των ανθρώπων.

Εμβρυοτοξικότητα παρατηρήθηκε σε κουνέλια με δόση 100mg/kg/ημέρα. Αυτό δευτερογενώς οδήγησε σε μητρική τοξικότητα και αποτελεί μη προσδιορίσιμη αντιμικροβιακή επίδραση σε κουνέλια εξαιτίας μιας ασυνήθιστης ευαισθησίας σε αλλαγές που προκαλεί το αντιβιοτικό στη μικροχλωρίδα του εντέρου.

Δεν είχε τερατογόνο αποτέλεσμα σε ποντίκια, αρουραίους, κουνέλια σε δόσεις 6-50 φορές μεγαλύτερες της μεγαλύτερης ανθρώπινης. Όμως δεν υπάρχουν αρκετές και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες, γι’ αυτό πρέπει να χορηγείται μόνον όταν τα πιθανά οφέλη για τη μητέρα αντισταθμίζουν τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας: Λακτόζη μονοϋδρική / Lactose monohydrate, Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική / Cellulose microcrystalline, Άμυλο καρβοξυλιωμένο νατριούχο / Sodium starch glycolate, Πολυβιδόνη / Polyvidone, Πυρίτιο άνυδρο κολλοειδές / Colloidal anhydrous silica, Μαγνήσιο στεατικό / Μagnesium stearate Επικάλυψη: Υπρομελλόζη / Ηypromelose, Τιτανίου διοξείδιο Cl77891 E171 / Titanium dioxide Cl77891 E171, Πολυαιθυλενογλυκόλη 400 / Macrogol 400.

6.2 Aσυμβατότητες Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία.

6.3 Διάρκεια ζωής

36 μήνες.

6.4 Ειδικές προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Ο περιέκτης είναι Aluminum/Aluminum blister.

Το κάθε κουτί περιέχει 2 Αliminum/Aluminum blisters των 7 δισκίων το καθένα.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

VIOFAR Ε.Π.Ε.

Εθνικής Αντιστάσεως & Τριφυλίας 76Α, 136 71 Αχαρναί – Αττική Τηλ: 210 2468185 / 210 2468725 Fax: 210 2461937 E-mail: info@viofar.gr Web: www.viofar.gr

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

59071/15/26-05-2016

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

24-11-1995 / 31-05-2011

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: farmako:SPC_2270201.pdf