1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
VIAPINAL 5 mcg/mL ενέσιμο διάλυμα VIAPINAL 10 mcg/2 mL ενέσιμο διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
VIAPINAL 5 mcg/mL ενέσιμο διάλυμα Κάθε 1 mL ενέσιμου διαλύματος περιέχει 5 μικρογραμμάρια παρικαλσιτόλης.
VIAPINAL 10 mcg/2 mL ενέσιμο διάλυμα Κάθε 2 mL ενέσιμου διαλύματος περιέχoυν 10 μικρογραμμάρια παρικαλσιτόλης.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
VIAPINAL 5 mcg/mL ενέσιμο διάλυμα Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 101,3 mg αλκοόλης (αιθανόλης) σε κάθε 1 mL (10,13% w/v)
και 394 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε 1 mL (39,4% w/v).
VIAPINAL 10 mcg/2 mL ενέσιμο διάλυμα Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 202,6 mg αλκοόλης (αιθανόλης) σε κάθε 2 mL που ισοδυναμούν με 101,3 mg/mL (10,13% w/v) και 788 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε 2 mL που ισοδυναμούν με 394 mg/mL (39,4% w/v).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ενέσιμο διάλυμα.
Διαυγές και άχρωμο υδατικό διάλυμα, απαλλαγμένο από ορατά σωματίδια.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Η παρικαλσιτόλη ενδείκνυται για την πρόληψη και τη θεραπεία του δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμού σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Το ενέσιμο διάλυμα VIAPINAL χορηγείται μέσω του καθετήρα αιμοκάθαρσης.
Δοσολογία Ενήλικες 1) Η αρχική δόση θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει των αρχικών επιπέδων της παραθορμόνης (PTH):
Η αρχική δόση της παρικαλσιτόλης βασίζεται στον ακόλουθο τύπο:
Αρχική δόση (μg) = αρχικό επίπεδο αμετάβλητης PTH σε pmol/L Ή = αρχικό επίπεδο αμετάβλητης PTH σε pg/mL
και χορηγείται ως ενδοφλέβια (IV) εφάπαξ δόση όχι συχνότερα από κάθε δεύτερη μέρα οποιαδήποτε ώρα κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης.
Η μέγιστη δόση που χορηγήθηκε με ασφάλεια σε κλινικές μελέτες ήταν έως και 40 μικρογραμμάρια.
2) Τιτλοποίηση Δόσης:
Το αποδεκτό επί του παρόντος στοχευόμενο εύρος για τα επίπεδα της ΡΤΗ σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση είναι από το πολύ 1,5 με 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο σε μη ουραιμικά άτομα, 15,9 έως 31,8 pmol/L (150-300 pg/mL), για την αμετάβλητη PTH. Στενή παρακολούθηση και εξατομικευμένη τιτλοποίηση δόσης είναι αναγκαίες, ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητές φυσιολογικές τιμές. Εάν παρατηρηθεί υπερασβεστιαιμία ή ένα σταθερά ανεβασμένο διορθωμένο γινόμενο Ca x P μεγαλύτερο από 5,2 mmol2/L2 (65 mg2/dL2), η δόση θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί μέχρι οι παράμετροι αυτές να ομαλοποιηθούν. Στη συνέχεια, η χορήγηση παρικαλσιτόλης θα πρέπει να αρχίσει εκ νέου σε χαμηλότερη δόση. Οι δόσεις μπορεί να χρειαστεί να μειωθούν, καθώς τα επίπεδα της ΡΤΗ μειώνονται ως ανταπόκριση στη θεραπεία.
Ο παρακάτω πίνακας είναι μία προτεινόμενη προσέγγιση για την τιτλοποίηση της δόσης:
| Προτεινόμενες Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη Δοσολογία (Προσαρμογές της δόσης ανά διαστήματα 2 έως 4 εβδομάδων) | |
|---|---|
| Επίπεδο iPTH σε σχέση με το Αρχικό | Προσαρμογή της Δόσης της Παρικαλσιτόλης |
| Ίδιο ή αυξημένο | Αυξήστε κατά 2 έως 4 μικρογραμμάρια |
| Μειωμένο κατά < 30% | |
| Μειωμένο κατά > 30%, <60% | Διατηρήστε την ίδια |
| Μειωμένη κατά > 60% | Μειώστε κατά 2 έως 4 μικρογραμμάρια |
| ΙPTH < 15,9 pmol/L (150 pg/mL) |
Από τη στιγμή που η δοσολογία έχει καθοριστεί, το ασβέστιο και ο φώσφορος του ορού θα πρέπει να μετρώνται τουλάχιστον μηνιαίως. Μετρήσεις της αμετάβλητης PTH του ορού συνιστώνται κάθε τρεις μήνες. Κατά τη διάρκεια της προσαρμογής της δόσης της παρικαλσιτόλης, μπορεί να χρειάζονται εργαστηριακές εξετάσεις πιο συχνά.
Ηπατική ανεπάρκεια Οι μη δεσμευμένες συγκεντρώσεις της παρικαλσιτόλης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια είναι παρόμοιες με εκείνες των υγιών ατόμων και δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
Παιδιατρικός πληθυσμός Τα δεδομένα σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένα και δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών. Βλέπε παράγραφο 5.1 για αποτελέσματα μελετών.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με ασθενείς ηλικίας 65 ετών ή μεγαλύτερη που έλαβαν παρικαλσιτόλη στις μελέτες φάσης ΙΙΙ. Σε αυτές τις μελέτες, δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια μεταξύ των ασθενών ηλικίας 65 ετών ή μεγαλύτερη και των νεότερων ασθενών.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στην παρικαλσιτόλη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Τοξικότητα της βιταμίνης D.
Yπερασβεστιαιμία.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η υπερβολική καταστολή της παραθορμόνης μπορεί να προκαλέσει αυξήσεις των επιπέδων ασβεστίου του ορού και μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολική νόσο των οστών. Παρακολούθηση των ασθενών και εξατομικευμένη τιτλοποίηση δόσης είναι αναγκαία, ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητές φυσιολογικές τιμές.
Εάν αναπτυχθεί κλινικά σημαντική υπερασβεστιαιμία και ο ασθενής λαμβάνει δεσμευτικό του φωσφόρου με βάση το ασβέστιο, η δόση του δεσμευτικού του φωσφόρου με βάση το ασβέστιο θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί.
Φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με φώσφορο ή βιταμίνη D δεν θα πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με την παρικαλσιτόλη, λόγω αυξημένου κινδύνου υπερασβεστιαιμίας και αύξησης του γινομένου Ca x P (βλ. παράγραφο 4.5).
Η τοξικότητα της δακτυλίτιδας ενισχύεται από υπερασβεστιαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας, οπότε απαιτείται προσοχή όταν η δακτυλίτιδα συνταγογραφείται ταυτόχρονα με την παρικαλσιτόλη (βλ.
παράγραφο 4.5).
Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση της παρικαλσιτόλης με κετοκοναζόλη (βλ. παράγραφο 4.5).
Έκδοχα Αιθανόλη Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 101,3 mg αλκοόλης (αιθανόλης) σε κάθε 1 mL (10,13% w/v).
Η ποσότητα αλκοόλης σε 1 mL αυτού του φαρμάκου είναι ισοδύναμη με λιγότερο από 3 mL μπύρας ή 2 mL κρασιού. Η μικρή ποσότητα αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δεν θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.
Εάν το βάρος του ασθενή είναι λιγότερο από 54 kg:
Μια δόση 8 mL αυτού του φαρμάκου (40 mcg παρικαλσιτόλης) χορηγούμενη σε άτομο βάρους σώματος λιγότερο από 54 kg θα οδηγήσει σε έκθεση άνω των 15 mg/kg αιθανόλης, η οποία μπορεί να προκαλέσει αύξηση της συγκέντρωσης αλκοόλης στο αίμα (BAC) κατά τουλάχιστον 2,5 mg/100 mL.
Προς σύγκριση, για έναν ενήλικα που πίνει ένα ποτήρι κρασιού ή 500 ml μπύρας, η BAC είναι πιθανό να είναι περίπου 50 mg/100 mL.
Συγχορήγηση με φάρμακα που περιέχουν π.χ. προπυλενογλυκόλη ή αιθανόλη μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση αιθανόλης και να προκληθούν ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα σε νεαρά παιδιά με χαμηλή ή ανώριμη μεταβολική ικανότητα, παρόλο που αυτές δεν αναμένονται με το VIAPINAL καθώς τόσο η προπυλενογλυκόλη όσο και η αιθανόλη απομακρύνονται κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης.
Προπυλενογλυκόλη Το VIAPINAL 5 mcg/mL ενέσιμο διάλυμα περιέχει 394 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε 1 mL (39,4% w/v).
Το VIAPINAL 10 mcg/2 mL ενέσιμο διάλυμα περιέχει 788 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε 2 mL, που ισοδυναμούν με 394 mg/mL (39,4% w/v).
Συγχορήγηση της προπυλενογλυκόλης με οποιοδήποτε υπόστρωμα αλκοολικής αφυδρογονάσης όπως η αιθανόλη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα νεογνά, παρόλο που αυτές δεν αναμένονται με το VIAPINAL, καθώς τόσο η προπυλενογλυκόλη όσο και η αιθανόλη απομακρύνονται κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης.
Εάν το βάρος του ασθενή είναι λιγότερο από 63 kg:
Συγχορήγηση με οποιοδήποτε υπόστρωμα αλκοολικής αφυδρογονάσης όπως η αιθανόλη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σε παιδιά κάτω των 5 ετών, παρόλο που αυτές δεν αναμένονται με το VIAPINAL καθώς τόσο η προπυλενογλυκόλη όσο και η αιθανόλη απομακρύνονται κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης.
Ενώ δεν έχει καταδειχθεί ότι η προπυλενογλυκόλη προκαλεί τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα ή στην ανάπτυξη, σε ζώα ή σε ανθρώπους, μπορεί να περάσει στο έμβρυο και έχει βρεθεί στο γάλα. Συνεπώς η χορήγηση προπυλενογλυκόλης στις έγκυες ή σε ασθενείς που θηλάζουν, πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση.
Ιατρική παρακολούθηση απαιτείται στους ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία διότι διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες, που αποδίδονται στην προπυλενογλυκόλη έχουν αναφερθεί, όπως νεφρική δυσλειτουργία (οξεία σωληναριακή νέκρωση), οξεία νεφρική ανεπάρκεια και ηπατική δυσλειτουργία.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης. Ωστόσο, μία μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ κετοκοναζόλης και παρικαλσιτόλης έχει διεξαχθεί με τη μορφή της κάψουλας.
Φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με φώσφορο ή βιταμίνη D δεν θα πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με την παρικαλσιτόλη, λόγω αυξημένου κινδύνου υπερασβεστιαιμίας και αύξησης του γινομένου Ca x P (βλ. παράγραφο 4.4).
Υψηλές δόσεις σκευασμάτων που περιέχουν ασβέστιο ή διουρητικών θειαζίδης μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας.
Σκευάσματα που περιέχουν αργίλιο (π.χ. αντιόξινα, δεσμευτικά του φωσφόρου) δεν θα πρέπει να χορηγούνται χρόνια με φαρμακευτικά προϊόντα βιταμίνης D, καθώς μπορεί να εμφανιστούν αυξημένα επίπεδα αργιλίου στο αίμα και τοξικότητα αργιλίου στα οστά.
Σκευάσματα που περιέχουν μαγνήσιο (π.χ. αντιόξινα) δεν θα πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με σκευάσματα βιταμίνης D, καθώς μπορεί να εμφανιστεί υπερμαγνησιαιμία.
Η κετοκοναζόλη είναι γνωστό ότι είναι ένας μη-ειδικός αναστολέας αρκετών ενζύμων του κυτοχρώματος P450. Τα διαθέσιμα δεδομένα in vitro και in vivo δηλώνουν ότι η κετοκοναζόλη μπορεί να αλληλεπιδράσει με ένζυμα τα οποία είναι υπεύθυνα για το μεταβολισμό της παρικαλσιτόλης και άλλων αναλόγων της βιταμίνης D. Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση κετοκοναζόλης και παρικαλσιτόλης (βλ. παράγραφο 4.4). Η επίδραση πολλαπλών δόσεων κετοκοναζόλης χορηγούμενης σε δόση 200 mg, δύο φορές ημερησίως για 5 ημέρες στη φαρμακοκινητική του καψακίου παρικαλσιτόλης έχει μελετηθεί σε υγιείς εθελοντές. Η μέγιστη συγκέντρωση (C )της max παρικαλσιτόλης επηρεάστηκε ελάχιστα, αλλά η AUC σχεδόν διπλασιάστηκε παρουσία 0-∞ κετοκοναζόλης. Η μέση ημίσεια ζωή της παρικαλσιτόλης ήταν 17,0 ώρες παρουσία κετοκοναζόλης σε σύγκριση με 9,8 ώρες όταν η παρικαλσιτόλη χορηγούνταν μόνη της. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δείχνουν ότι μετά την από του στόματος χορήγηση της παρικαλσιτόλης, η μέγιστη διεύρυνση της τιμής της AUC από την αλληλεπίδραση με κετοκοναζόλη δεν είναι πιθανό να είναι μεγαλύτερη 0–∞ από περίπου 2 φορές.
Η τοξικότητα της δακτυλίτιδας ενισχύεται από υπερασβεστιαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας, οπότε απαιτείται προσοχή όταν η δακτυλίτιδα συνταγογραφείται ταυτόχρονα με την παρικαλσιτόλη (βλ.παράγραφο 4.4).
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση της παρικαλσιτόλης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος κατά τη χρήση σε ανθρώπους είναι άγνωστος, συνεπώς η παρικαλσιτόλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητη.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η παρικαλσιτόλη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Θα πρέπει να οριστεί η συνέχεια/διακοπή του θηλασμού ή η συνέχεια/διακοπή της θεραπείας με παρικαλσιτόλη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού στο παιδί και το όφελος της θεραπείας με παρικαλσιτόλη στη γυναίκα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίπου 600 ασθενείς έλαβαν θεραπευτική αγωγή με παρικαλσιτόλη στις κλινικές δοκιμές Φάσης II/III/IV. Συνολικά, το 6% των ασθενών που έλαβαν θεραπευτική αγωγή με παρικαλσιτόλη, ανέφεραν ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια σχετιζόμενη με τη θεραπεία με παρικαλσιτόλη, ήταν η υπερασβεστιαιμία, που προέκυψε στο 4,7% των ασθενών. Η υπερασβεστιαιμία εξαρτάται από το επίπεδο της υπερβολικής καταστολής της PTH και μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με κατάλληλη τιτλοποίηση της δόσης.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από τις κλινικές δοκιμές που ενδεχομένως, πιθανώς ή σίγουρα σχετίζονταν με την παρικαλσιτόλη, παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα σύμφωνα με το MedDRA ανά Οργανικό Σύστημα, Προτιμώμενο Όρο και Συχνότητα. Χρησιμοποιούνται οι ακόλουθες κατηγορίες συχνότητας: Πολύ συχνές (≥ 1/10)· Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)· Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως< 1/100)· Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)· Πολύ σπάνιες (< 1/10.000, συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων αναφορών), Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη Ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Όχι συχνές | Σήψη, πνευμονία, λοίμωξη, φαρυγγίτιδα, κολπική λοίμωξη, γρίπη |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Όχι συχνές | Καρκίνος του μαστού |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Όχι συχνές | Αναιμία, λευκοπενία, λεμφαδενοπάθεια |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Συχνές | Υπερευαισθησία |
| Όχι συχνές | Οίδημα του λάρυγγα, αγγειοοίδημα, κνίδωση | |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Συχνές | Υποπαραθυρεοειδισμός |
| Όχι συχνές | Υπερπαραθυρεοειδισμός | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές | Υπερασβεστιαιμία, υπερφωσφαταιμία |
| Όχι συχνές | Υπερκαλιαιμία, υπασβεστιαιμία, ανορεξία | |
| Ψυχιατρικές Διαταραχές | Όχι συχνές | Κατάσταση σύγχυσης, παραλήρημα, αποπροσωποποίηση, ταραχή, αϋπνία, νευρικότητα |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Κεφαλαλγία, δυσγευσία |
| Όχι συχνές | Κώμα, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, συγκοπή, μυοκλονίες, υπεραισθησία, παραισθησία, ζαλάδα |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Όχι συχνές | Γλαύκωμα, επιπεφυκίτιδα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Όχι συχνές | Διαταραχές των ώτων |
| Καρδιακές διαταραχές | Όχι συχνές | Καρδιακή ανακοπή, αρρυθμία, κολπικός πτερυγισμός |
| Αγγειακές διαταραχές | Όχι συχνές | Υπέρταση, υπόταση |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Όχι συχνές | Πνευμονικό οίδημα, άσθμα, δύσπνοια, επίσταξη, βήχας |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Όχι συχνές | Πρωκτική αιμορραγία, κολίτιδα, διάρροια, γαστρίτιδα, δυσπεψία, δυσφαγία, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, ναυτία, έμετος, ξηροστομία, γαστρεντερικές διαταραχές |
| Μη γνωστής συχνότητας | Γαστρεντερική αιμορραγία | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Κνησμός |
| Όχι συχνές | Πομφολυγώδης δερματίτιδα, αλωπεκία, υπερτρίχωση, εξάνθημα, υπεριδρωσία | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Όχι συχνές | Αρθραλγία, δυσκαμψία της άρθρωσης, πόνος στην πλάτη, μυϊκές συσπάσεις, μυαλγία |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Όχι συχνές | Πόνος στο στήθος, στυτική δυσλειτουργία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Όχι συχνές | Διαταραχές βάδισης, περιφερικό οίδημα, πόνος, πόνος στο σημείο της ένεσης, πυρεξία, πόνος στο στήθος, επιδεινωθείσα κατάσταση, ασθένεια, αδιαθεσία, αίσθημα δίψας |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Όχι συχνές | Παρατεταμένος χρόνος αιμορραγίας, αυξημένη ασπαρτική αλανίνη, μη φυσιολογικές εργαστηριακές εξετάσεις, μείωση βάρους |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος:
http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.
4.9 Υπερδοσολογία
Δεν έχει αναφερθεί καμία περίπτωση υπερδοσολογίας.
Η υπερδοσολογία με παρικαλσιτόλη μπορεί να οδηγήσει σε υπερασβεστιαιμία.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, τα συμπτώματα υπασβαστιαιμίας (επίπεδα ασβεστίου στον ορό) θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αναφέρονται σε έναν γιατρό. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινήσει ανάλογα με την περίπτωση.
Η παρικαλσιτόλη δεν αποβάλλεται σημαντικά με την αιμοκάθαρση.
Η θεραπευτική αγωγή των ασθενών με κλινικά σημαντική υπερασβεστιαιμία συνίσταται σε άμεση μείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας με παρικαλσιτόλη και περιλαμβάνει διατροφή χαμηλή σε ασβέστιο, διακοπή των συμπληρωμάτων ασβεστίου, κινητοποίηση των ασθενών, προσοχή για διαταραχές της ισορροπίας των υγρών και των ηλεκτρολυτών, αξιολόγηση για ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες (κρίσιμη σε ασθενείς που λαμβάνουν δακτυλίτιδα) και αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση με διάλυμα που δεν περιέχει ασβέστιο, όπως απαιτείται.
Το ενέσιμο διάλυμα VIAPINAL περιέχει προπυλενογλυκόλη 39,4% w/v ως έκδοχο. Μεμονωμένες περιπτώσεις καταστολής του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, αιμόλυση και γαλακτική οξέωση έχουν αναφερθεί ως τοξικές επιδράσεις που σχετίζονται με τη χορήγηση προπυλενογλυκόλης σε μεγάλες δόσεις. Παρότι δεν αναμένεται να διαπιστωθούν με τη χορήγηση του VIAPINAL καθώς η προπυλενογλυκόλη αποβάλλεται κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης, ο κίνδυνος της τοξικής επίδρασης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε καταστάσεις υπερδοσολογίας.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιπαραθυρεοειδικοί παράγοντες, Κωδικός ATC: H05BX02 Μηχανισμός δράσης Η παρικαλσιτόλη είναι μία συνθετική, βιολογικά ενεργή βιταμίνη D ανάλογη της καλσιτριόλης με τροποποιήσεις στην πλευρική αλυσίδα (D ) και τον Α (19-nor) δακτύλιο, επιτρέποντας την εκλεκτική ενεργοποίηση των υποδοχέων της βιταμίνης D (VDR). Η παρικαλσιτόλη ενεργοποιεί εκλεκτικά τους υποδοχείς της βιταμίνης D στους παραθυρεοειδείς αδένες χωρίς να αυξάνει τους υποδοχείς της βιταμίνης D στο έντερο και είναι λιγότερο ενεργή στην οστική επαναρρόφηση. Η παρικαλσιτόλη, επίσης, ενεργοποιεί τον υποδοχέα ανίχνευσης του ασβεστίου (CaSR) στους παραθυρεοειδείς αδένες.
Ως αποτέλεσμα, η παρικαλσιτόλη μειώνει τα επίπεδα της παραθορμόνης (PTH) αναστέλλοντας τον πολλαπλασιασμό των παραθυρεοειδικών κυττάρων και μειώνοντας τη σύνθεση και την έκκριση της PTH, με ελάχιστες επιπτώσεις στα επίπεδα του ασβεστίου και του φωσφόρου και μπορεί να δράσει άμεσα στα οστικά κύτταρα για να διατηρήσουν τον οστικό όγκο και να βελτιώσουν τις επιφάνειες εναπόθεσης μετάλλων. Η διόρθωση των μη φυσιολογικών επιπέδων της PTH, με ομαλοποίηση της ομοιόστασης του ασβεστίου και του φωσφόρου, μπορεί να προλάβει ή να θεραπεύσει τη μεταβολική νόσο των οστών που σχετίζεται με τη χρόνια νεφρική νόσο.
Παιδιατρικός Πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της παρικαλσιτόλης εξετάστηκαν σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη 12 εβδομάδων σε 29 παιδιατρικούς ασθενείς, ηλικίας 5-19 ετών, με νεφρική νόσο τελικού σταδίου σε αιμοκάθαρση. Οι έξι νεότεροι ασθενείς που έλαβαν θεραπευτική αγωγή με παρικαλσιτόλη ήταν ηλικίας 5-12 ετών. Η αρχική δόση της παρικαλσιτόλης ήταν 0,04 μg/kg 3 φορές ανά εβδομάδα, βάσει αρχικού επιπέδου iPTH μικρότερου από 500 pg/mL ή 0,08 μg/kg 3 φορές την εβδομάδα βάσει αρχικού επιπέδου iPTH ≥ 500 pg/mL, αντίστοιχα. Η δόση της παρικαλσιτόλης προσαρμόστηκε με αυξήσεις των 0,04 μg/kg βάσει των επιπέδων της iPTH, του ασβεστίου και του Ca x P στον ορό. To 67% των ασθενών που έλαβαν θεραπευτική αγωγή με παρικαλσιτόλη και το 14% των ασθενών που έλαβαν θεραπευτική αγωγή με εικονικό φάρμακο, ολοκλήρωσαν τη δοκιμή. Το 60% των συμμετεχόντων στην ομάδα με την παρικαλσιτόλη, εμφάνισαν 2 διαδοχικές μειώσεις κατά 30% από την αρχική iPTH σε σύγκριση με το 21% των ασθενών στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο. Το 71% των ασθενών σε εικονικό φάρμακο διέκοψαν λόγω υπερβολικών αυξήσεων στα επίπεδα της iPTH. Κανένας συμμετέχων είτε στην ομάδα με την παρικαλσιτόλη είτε στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο, δεν ανέπτυξε υπερασβεστιαιμία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς ηλικίας κάτω των 5 ετών.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Κατανομή
Η φαρμακοκινητική της παρικαλσιτόλης έχει μελετηθεί σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (Χ.Ν.Α.) που χρειάζονταν αιμοκάθαρση. Η παρικαλσιτόλη χορηγείται ως ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση.
Μέσα σε διάστημα δύο ωρών μετά τη χορήγηση δόσεων που κυμαίνονταν από 0,04 έως 0,24 μg/kg, οι συγκεντρώσεις της παρικαλσιτόλης μειώθηκαν ταχέως· στη συνέχεια, οι συγκεντρώσεις της παρικαλσιτόλης μειώθηκαν γραμμικά-λογαριθμικά με μία μέση ημίσεια ζωή περίπου 15 ωρών. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση παρικαλσιτόλης με τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων.
Αποβολή Σε υγιείς εθελοντές, στους οποίους διεξήχθη μία μελέτη με μία μεμονωμένη ενδοφλέβια εφάπαξ δόση 0,16 μg/kg 3H-παρικαλσιτόλης (n=4), η ραδιενέργεια στο πλάσμα αποδόθηκε στην αρχική ουσία. Η παρικαλσιτόλη αποβλήθηκε κυρίως με ηπατοχολική απέκκριση, καθώς το 74% της ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα και μόνο το 16% εντοπίστηκε στα ούρα.
Μεταβολισμός Αρκετοί άγνωστοι μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν και στα ούρα και στα κόπρανα, χωρίς καθόλου ανιχνεύσιμη παρικαλσιτόλη στα ούρα. Αυτοί οι μεταβολίτες δεν έχουν χαρακτηριστεί και δεν έχουν αναγνωριστεί. Μαζί, οι μεταβολίτες αυτοί συνεισέφεραν το 51% της ραδιενέργειας στα ούρα και το 59% της ραδιενέργειας στα κόπρανα. Η δέσμευση της παρικαλσιτόλης στις πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro ήταν εκτεταμένη (> 99,9%) και δεν φτάνει μέχρι κορεσμού για ένα εύρος συγκέντρωσης 1 έως 100 ng/mL.
| Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της παρικαλσιτόλης σε ασθενείς με ΧΝΑ (δόση 0,24 μg/kg) | ||
|---|---|---|
| Παράμετρος | Ν | Τιμές (Μέση ± τυπ. απόκλιση) |
| C (5 λεπτά μετά την εφάπαξ max δόση) | 6 | 1850 ± 664 (pg/mL) |
| AUC 0-∞ | 5 | 27382 ± 8230 (pg.hr/mL) |
| CL | 5 | 0,72 ± 0,24 (L/hr) |
| V ss | 5 | 6 ± 2 (L) |
Ειδικοί Πληθυσμοί Φύλο, Φυλή και Ηλικία Δεν έχουν παρατηρηθεί σχετιζόμενες με το φύλο φαρμακοκινητικές διαφορές στους ενήλικες ασθενείς που μελετήθηκαν. Δεν έχουν αναγνωριστεί φαρμακοκινητικές διαφορές λόγω φυλής.
Ηπατική ανεπάρκεια Οι μη δεσμευμένες συγκεντρώσεις της παρικαλσιτόλης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια, είναι παρόμοιες με εκείνες των υγιών ατόμων και δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα κυριότερα ευρήματα στις τοξικολογικές μελέτες με επαναλαμβανόμενες δόσεις σε τρωκτικά και σκύλους αποδόθηκαν στην ασβεστιαιμική δράση της παρικαλσιτόλης. Οι επιδράσεις που δεν σχετίζονταν σαφώς με την υπερασβεστιαιμία, περιελάμβαναν μειωμένο αριθμό λευκοκυττάρων και ατροφία του θύμου στους σκύλους και αλλαγή στις τιμές του APTT (αύξηση στους σκύλους, μείωση στους επίμυες). Αλλαγές στον αριθμό των λευκοκυττάρων δεν έχουν παρατηρηθεί στις κλινικές δοκιμές της παρικαλσιτόλης.
Η παρικαλσιτόλη δεν επηρέασε τη γονιμότητα σε επίμυες και δεν υπήρχαν ενδείξεις τερατογόνου δράσης σε επίμυες και κουνέλια. Οι υψηλές δόσεις άλλων σκευασμάτων βιταμίνης D που εφαρμόζονται σε ζώα κατά τη διάρκεια της κύησης, οδηγούν σε τερατογένεση. Η παρικαλσιτόλη αποδείχτηκε ότι επηρεάζει την εμβρυϊκή βιωσιμότητα, όπως επίσης και ότι προκαλεί μία σημαντική αύξηση στην περιγεννητική και μεταγεννητική θνησιμότητα των νεογέννητων επίμυων, όταν χορηγείται σε δόσεις τοξικές για τη μητέρα.
Η παρικαλσιτόλη δεν επέδειξε γονοτοξικότητα σε μία ομάδα in vitro και in vivo δοκιμασιών. Μελέτες καρκινογένεσης σε τρωκτικά δεν υπέδειξαν κάποιο ειδικό κίνδυνο για τη χρήση σε ανθρώπους.
Οι δόσεις που χορηγήθηκαν και/ή η συστηματική έκθεση στην παρικαλσιτόλη ήταν ελαφρώς υψηλότερες από τις θεραπευτικές δόσεις/θεραπευτική συστηματική έκθεση.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Αιθανόλη Προπυλενογλυκόλη Ύδωρ για ενέσιμα
6.2 Ασυμβατότητες
Σε περίπτωση απουσίας μελετών συμβατότητας, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Η προπυλενογλυκόλη αλληλεπιδρά με την ηπαρίνη και εξουδετερώνει τη δράση της. Το ενέσιμο διάλυμα VIAPINAL περιέχει προπυλενογλυκόλη ως έκδοχο και θα πρέπει να χορηγείται μέσω διαφορετικού σημείου εισόδου από την ηπαρίνη.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια.
Μετά το άνοιγμα, χρησιμοποιήστε το αμέσως.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κάθε γυάλινη φύσιγγα τύπου Ι περιέχει 1 mL ή 2 mL ενέσιμου διαλύματος.
Οι συσκευασίες του VIAPINAL είναι:
Κουτί που περιέχει 1 ή 5 φύσιγγες του 1 mL ενέσιμου διαλύματος Κουτί που περιέχει 1 ή 5 φύσιγγες των 2 mL ενέσιμου διαλύματος Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Τα παρεντερικά φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να ελέγχονται οπτικά για σωματίδια της ουσίας και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Το διάλυμα είναι διαυγές και άχρωμο.
Μόνο για μία χρήση. Τυχόν αχρησιμοποίητο διάλυμα θα πρέπει να απορρίπτεται.
Κάθε μη χρησιμοποιηθέν προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
BIANEΞ A.E.
Βαρυμπόμπης 8 146 71 Νέα Ερυθραία Aττική Τηλ. 210 8009111-120
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
5 mcg/mL: 1545/18/14-05-2020 10 mcg/2 mL: 113178/17/14-05-2020
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
29-10-2014