Clinio Logo
Clinio
VIAXAL › ΠΧΠ

VIAXAL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

farmako Καλύπτει 1 συσκευασία 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Viaxal επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 25mg

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε επικαλυμμένο δισκίο περιέχει: 25 mg δεξκετοπροφαίνη ως δεξκετοπροφαίνη τρομεταμόλη.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

Λευκά, στρογγυλά, διχοτομούμενα, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, με κυρτές πλευρές.

Το δισκίο μπορεί να διαχωρισθεί σε δύο ίσες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Συμπτωματική θεραπεία του πόνου ήπιας έως μέτριας έντασης όπως μυοσκελετικού πόνου, δυσμηνόρροιας, οδονταλγίας.

4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Ενήλικες:

Σύμφωνα με την φύση και τη σοβαρότητα του πόνου, η συνιστώμενη δοσολογία είναι γενικώς <12,5mg (μισό δισκίο) κάθε 4-6 ώρες ή >25mg κάθε 8 ώρες. Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 75mg.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν με τη χρήση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης για τη συντομότερη δυνατή διάρκεια απαραίτητη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλέπε παράγραφο 4.4).

Τα δισκία Viaxal δεν ενδείκνυνται για μακροχρόνια χορήγηση και η θεραπεία πρέπει να περιορίζεται στην χρονική περίοδο που υπάρχουν συμπτώματα.

Ηλικιωμένοι:

Στους ηλικιωμένους ασθενείς συνίσταται η έναρξη της θεραπείας με τη χαμηλότερη δόση του δοσολογικού σχήματος (50mg συνολική ημερήσια δόση). Η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί στη συνιστώμενη δοσολογία για τον γενικό πληθυσμό μόνο όταν εξακριβωθεί η καλή γενική ανεκτικότητα του φαρμάκου.

Ηπατική δυσλειτουργία:

Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να αρχίσουν τη θεραπεία τους με μειωμένες δόσεις (50mg συνολική ημερήσια δόση) και να ελέγχονται τακτικά.

Τα δισκία Viaxal δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

Νεφρική δυσλειτουργία:

Η αρχική δοσολογία πρέπει να μειωθεί σε συνολικά 50mg την ημέρα σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 60-89ml/min) (βλέπε παράγραφο 4.4.). Tα δισκία Viaxal δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤59ml/min) (βλέπε παράγραφο 4.3.)

Παιδιατρικός Πληθυσμός:

Το Viaxal δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και εφήβους. Επομένως, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί και το προϊόν δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε παιδιά και εφήβους.

Τρόπος χορήγησης:

Το δισκίο πρέπει να καταπίνεται με αρκετή ποσότητα υγρού (π.χ. ένα ποτήρι με νερό). Η ταυτόχρονη χορήγηση με τροφή καθυστερεί τον ρυθμό απορρόφησης του φαρμάκου (βλέπε Φαρμακοκινητικές ιδιότητες), έτσι σε περίπτωση οξέος πόνου συνιστάται η χορήγηση να γίνεται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν τα γεύματα.

4.3. Αντενδείξεις

Tα δισκία Viaxal δεν πρέπει να χορηγούνται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

• σε ασθενείς με υπερευαισθησία στην δραστική ουσία, σε άλλα ΜΣΑΦ ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα, αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

• σε ασθενείς, στους οποίους φάρμακα με παρεμφερή δράση (π.χ. ακετυλοσαλικό οξύ, ή άλλα ΜΣΑΦ) επιταχύνουν κρίσεις άσθματος, βρογχόσπασμου, οξείας ρινίτιδας ή προκαλούν ρινικούς πολύποδες, κνίδωση ή αγγειονευρωτικό οίδημα.

• γνωστές φωτοαλλεργικές ή φωτοτοξικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια θεραπείας με κετοπροφαίνη ή φιμπράτες

• σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, σχετιζόμενη με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ

• σε ασθενείς με ενεργό γαστρεντερικό έλκος/γαστρεντερική αιμορραγία ή οποιοδήποτε ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους ή διάτρησης

• σε ασθενείς με χρόνια δυσπεψία

• σε ασθενείς που έχουν άλλη ενεργή αιμορραγία ή αιμορραγικές διαταραχές

• σε ασθενείς με νόσο του Crohn ή ελκώδη κολίτιδα.

• σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.

• Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤59ml/min).

• Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Puch score 10-15)

• Σε ασθενείς με αιμορραγική διάθεση και άλλες διαταραχές της πήξεως του αίματος.

• Σε ασθενείς με σοβαρή αφυδάτωση (η οποία έχει προκληθεί από έμετο, διάρροια ή ανεπαρκή πρόσληψη υγρών)

• Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης και της περιόδου γαλουχίας (βλέπε παράγραφο 4.6).

4.4. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών καταστάσεων.

Η χορήγηση Viaxal με συγχορηγούμενα άλλα ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 θα πρέπει να αποφεύγεται.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη μικρότερη αποτελεσματική δόση με τη συντομότερη διάρκεια απαραίτητη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλέπε παράγραφο 4.2, και γαστρεντερικούς και καρδιαγγειακούς κινδύνους παρακάτω).

Γαστρεντερική ασφάλεια Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος ή διάτρηση η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρα, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών γεγονότων. Όταν γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκος επέρχονται στους ασθενείς που λαμβάνουν Viaxal, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.

Σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους ή διάτρησης είναι υψηλότερος με αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ, ιδιαίτερα εάν εμπλέκεται αιμορραγία ή διάτρηση (βλέπε παράγραφο 4.3), και στους ηλικιωμένους.

Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ κυρίως γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος (βλέπε παράγραφο 4.2). Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να αρχίσουν θεραπεία με την χαμηλότερη συνιστώμενη δόση.

Όπως με όλα τα ΜΣΑΦ, πρέπει να ερευνάται τυχόν ιστορικό οισοφαγίτιδας, γαστρίτιδας, και/ή πεπτικού έλκους ώστε να εξασφαλιστεί η ολική θεραπεία τους πριν αρχίσει η αγωγή με δεξκετοπροφαίνη.

Ασθενείς με γαστρεντερικά συμπτώματα ή ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων, πρέπει να παρακολουθούνται για πεπτικές διαταραχές, ιδιαίτερα για γαστρεντερική αιμορραγία.

Στους ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων (ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Crohn), τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή επειδή η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί (βλέπε παράγραφο 4.8).

Για αυτούς τους ασθενείς πρέπει να ληφθεί υπόψη συνδυασμός θεραπείας με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. misoprostol ή proton pump inhibitors), καθώς επίσης για τους ασθενείς που απαιτείται ταυτόχρονα χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων φαρμάκων με αυξημένη πιθανότητα γαστρεντερικού κινδύνου (βλέπε παρακάτω και παράγραφο 4.5).

Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδίως οι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν τυχόν κοιλιακό σύμπτωμα (γαστρεντερική αιμορραγία) ιδιαίτερα κατά τα αρχικά στάδια της θεραπείας.

Προσοχή, πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή η οποία μπορεί να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο έλκους ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιθρομβοτικοί παράγοντες όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλέπε παράγραφο 4.5.).

Νεφρική Ασφάλεια Πρέπει να δοθεί προσοχή σε ασθενείς με διαταραχή νεφρικής λειτουργίας. Σ ’αυτούς τους ασθενείς η χρήση των ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, κατακράτηση υγρών και οίδημα.

Επίσης, απαιτείται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή ασθενείς που θα μπορούσαν να εκδηλώσουν υποογκαιμία καθώς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.

Επαρκής πρόσληψη υγρών θα πρέπει να διασφαλίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας για την πρόληψη της αφυδάτωσης και πιθανή συσχετιζόμενη αυξημένη νεφρική τοξικότητα Όπως με όλα τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει την ουρία, το άζωτο και την κρεατινίνη του πλάσματος. Όπως και με άλλους αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδινών, μπορεί να σχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες στους νεφρούς που μπορεί να οδηγήσουν σε σπειραματική και διάμεση νεφρίτιδα, νέκρωση των νεφρικών θηλών, νεφρωσικό σύνδρομο και οξεία νεφρική ανεπάρκεια.

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν περισσότερες πιθανότητες να υποφέρουν από νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.2).

Ηπατική Ασφάλεια Προσοχή θα πρέπει να δίδεται σε ασθενείς με διαταραχή ηπατικής λειτουργίας. Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, το Viaxal μπορεί να προκαλέσει μικρές παροδικές αυξήσεις στις ηπατικές παραμέτρους και επίσης σημαντική αύξηση των SGOT και SGPT. Σε περίπτωση σχετικής αύξησης τέτοιων παραμέτρων, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν περισσότερες πιθανότητες να υποφέρουν από ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.2.).

Καρδιοαγγειακή και εγκεφαλοαγγειακή ασφάλεια Παρακολούθηση και συμβουλές απαιτούνται στους ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή ήπια έως μέτρια καρδιακή ανεπάρκεια. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στους ασθενείς με ιστορικό καρδιακής νόσου, ιδιαίτερα σε εκείνους που έχουν παρουσιάσει επεισόδια καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος έκλυσης καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς η κατακράτηση υγρών και το οίδημα έχουν αναφερθεί ως συσχετιζόμενα με την ΜΣΑΦ θεραπεία.

Κλινικές μελέτες και επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) ενδέχεται να σχετίζεται με μικρή αύξηση του κινδύνου για αρτηριακά θρομβωτικά συμβάματα (για παράδειγμα, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να αποκλεισθεί παρόμοιος κίνδυνος για την δεξκετοπροφαίνη.

Επομένως, ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με δεξκετοπροφαίνη μόνον κατόπιν προσεκτικής εξέτασης. Παρόμοια προσοχή θα πρέπει να δίνεται και πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για

καρδιαγγειακό νόσημα (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).

Όλα τα μη-εκλεκτικά ΜΣΑΦ, μπορούν να παρεμποδίζουν τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και να παρατείνουν τον χρόνο αιμορραγίας μέσω της αναστολής της σύνθεσης των προσταγλανδίνων. Επομένως, η χρήση του δεξκετοπροφαίνη σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλη θεραπεία η οποία παρεμβαίνει στην αιμόσταση, όπως η βαρφαρίνη ή άλλες κουμαρίνες ή ηπαρίνες δεν συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.5).

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν περισσότερες πιθανότητες να υποφέρουν από καρδιαγγειακή ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.2.).

Δερματικές αντιδράσεις Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές μπορεί να είναι θανατηφόρες, συμπεριλαμβανομένων της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens- Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με την χρήση των ΜΣΑΦ. Οι ασθενείς εμφανίζονται να ανήκουν στην κατηγορία υψηλού κινδύνου αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών από την έναρξη της θεραπείας, η έναρξη της ανεπιθύμητης ενέργειας στις περισσότερες περιπτώσεις συμβαίνει μέσα στον πρώτο μήνα της θεραπείας. Με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλαβών του βλεννογόνου ή οποιοδήποτε άλλο σημείο υπερευαισθησίας πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του Viaxal.

Απόκρυψη συμπτωμάτων υποκείμενων λοιμώξεων Το Viaxal μπορεί να αποκρύψει συμπτώματα λοίμωξης, οδηγώντας ενδεχομένως σε καθυστερημένη έναρξη της κατάλληλης αγωγής και, επομένως, επιδεινώνοντας την έκβαση της λοίμωξης. Αυτό έχει παρατηρηθεί σε περιστατικά βακτηριακής πνευμονίας της κοινότητας και βακτηριακών επιπλοκών της ανεμευλογιάς. Όταν το Viaxal χορηγείται για την ανακούφιση από τον πυρετό ή τον πόνο σε σχέση με λοίμωξη, συνιστάται η παρακολούθηση της λοίμωξης. Σε μη νοσοκομειακά περιβάλλοντα, ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλευτεί γιατρό, εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται.

Κατ’ εξαίρεση, η ανεμοβλογιά μπορεί να είναι η προέλευση σοβαρών λοιμωδών επιπλοκών στους δερματικούς και μαλακούς ιστούς. Μέχρι σήμερα, ο ρόλος των ΜΣΑΦ στην επιδείνωση αυτών των λοιμώξεων δεν μπορεί να αποκλειστεί. Επομένως, είναι ενδεδειγμένο να αποφεύγεται η χρήση του Viaxal σε περίπτωση ανεμοβλογιάς.

Άλλες Πληροφορίες Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με:

- κληρονομική διαταραχή του μεταβολισμού της πορφυρίνης (π.χ.

οξεία διαλείπουσα πορφυρία)

- αφυδάτωση

- αμέσως μετά από μείζονα χειρουργική επέμβαση Αν ο γιατρός θεωρεί αναγκαία την μακρόχρονη θεραπεία με την δεξκετοπροφαίνη, θα πρέπει τακτικά να ελέγχεται η ηπατική και η νεφρική λειτουργία καθώς και να γίνεται ανάλυση αίματος.

Σοβαρές οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικό σοκ, για παράδειγμα)

έχουν παρατηρηθεί σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί στα πρώτα σημάδια των σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας σε συνέχεια της

πρόσληψης του Viaxal. Ανάλογα με τα συμπτώματα, οποιεσδήποτε απαιτούμενες ιατρικές διαδικασίες θα πρέπει να ξεκινήσουν από ειδικούς επαγγελματίες υγείας.

Οι ασθενείς με άσθμα συνδυασμένο με χρόνια ρινίτιδα, χρόνια ιγμορίτιδα, και/ή ρινική πολυποδίαση έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αλλεργίας στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ και/ή ΜΣΑΦ από ότι ο υπόλοιπος πληθυσμός. Χορήγηση αυτού του φαρμάκου μπορεί να προκαλέσει κρίσεις άσθματος ή βρογχόσπασμο, ιδιαίτερα σε υποκείμενα αλλεργικά στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή ΜΣΑΦ (βλέπε παράγραφο 4.3.)

Τα Viaxal δισκία πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς που υποφέρουν από διαταραχές αιμοποιητικού συστήματος, συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή μικτή νόσο του συνδετικού ιστού.

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Παιδιατρικός Πληθυσμός Η ασφαλής χρήση σε παιδιά και εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί

4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπιδράσεων

Οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις εμφανίζονται με τα μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), γενικώς:

Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί:

- Άλλα ΜΣΑΦ, (συμπεριλαμβανομένων εκλεκτικών αναστολέων κυκλοοξυγενάσης- 2) και υψηλών δόσεων σαλικυλικών ( ≥ των 3gr ημερησίως): η χορήγηση αρκετών ΜΣΑΦ μαζί μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικού έλκους και αιμορραγίας, μέσω της συνεργατικής δράσης.

- Αντιπηκτικά: τα ΜΣΑΦ μπορεί να εντείνουν την επίδραση των αντιπηκτικών, όπως η βαρφαρίνη (βλέπε παράγραφο 4.4) λόγω της ισχυρής δέσμευσης του δεξκετοπροφαίνη από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, της αναστολής της λειτουργίας των αιμοπεταλίων ή βλάβης στον βλεννογόνο του δωδεκαδακτύλου). Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί ο συνδυασμός, τότε πρέπει να υπάρχει στενός ιατρικός έλεγχος και να παρακολουθούνται οι εργαστηριακές αναλύσεις.

- Ηπαρίνες: αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (λόγω της αναστολής της λειτουργίας των αιμοπεταλίων και της βλάβης του βλεννογόνου του δωδεκαδακτύλου). Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί ο συνδυασμός, τότε πρέπει να υπάρχει στενός κλινικός έλεγχος και παρακολούθηση των εργαστηριακών τιμών.

- Κορτικοστεροειδή: υπάρχει αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή αιμορραγίας (βλέπε παράγραφο 4.4.).

- Λίθιο (έχει περιγραφεί αλληλεπίδραση με αρκετά ΜΣΑΦ): Τα ΜΣΑΦ αυξάνουν τα επίπεδα του λιθίου στο αίμα, τα οποία μπορεί να φθάσουν σε τοξικά επίπεδα (μειωμένη νεφρική απέκκριση του λιθίου). Η παράμετρος αυτή πρέπει να ελέγχεται κατά την έναρξη, την ρύθμιση και την διακοπή της θεραπείας με δεξκετοπροφαίνη.

- Η μεθοτρεξάτη, χορηγούμενη σε υψηλές δόσεις των 15mg/εβδομαδιαίως ή περισσότερο: αυξημένη αιματολογική τοξικότητα της μεθοτρεξάτης μέσω μειωμένης νεφρικής κάθαρσης από τα αντιφλεγμονώδη γενικώς.

- Υδαντοϊνες και σουλφοναμίδες: οι τοξικές επιδράσεις αυτών των φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν.

Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις:

- Διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ, αντιβακτηριδιακές αμινογλυκοσίδες και ανταγωνιστές υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ: Το δεξκετοπροφαίνη μπορεί να μειώσει τη δράση των διουρητικών και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων. Σε μερικούς ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένοι ασθενείς ή ηλικιωμένοι με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία), η συγχορήγηση φαρμάκων που αναστέλουν την κυκλοοξυγενάση και τους αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές υποδοχέων της αγγειοτανσίνης ΙΙ ή αντιβακτηριακές αμινογλυκοσίδες μπορεί να προκαλέσουν περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, η οποία είναι συνήθως ανατρέψιμη. Σε περίπτωση συνταγής με συνδυασμό του δεξκετοπροφαίνη και ενός διουρητικού, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία κατά την έναρξη της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

- Η methotrexate χορηγούμενη σε χαμηλές δόσεις, λιγότερο από 15mg/εβδομαδιαίως: αυξημένη αιματολογική τοξικότητα της methotrexate μέσω της μειωμένης νεφρικής κάθαρσης με τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, γενικώς.

Εβδομαδιαίως αιματολογικός έλεγχος κατά τις πρώτες εβδομάδες της συγχορήγησης του φαρμάκου.Αυξημένη επαγρύπνηση με την παρουσία έστω και ήπιας νεφρικής ανεπάρκειας καθώς και σε ηλικιωμένους.

- Pentoxyfilline: Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας. Να ενταθεί η κλινική παρακολούθηση και να ελέγχεται συχνότερα ο χρόνος αιμορραγίας.

- Zidovudine: Κίνδυνος αυξημένης τοξικότητας επί των κυττάρων της ερυθράς σειράς μέσω δράσης στα δικτυοερυθροκύτταρα με την εμφάνιση σοβαρής αναιμίας μία εβδομάδα μετά την έναρξη του ΜΣΑΦ.

Να ελέγχεται η γενική εξέταση αίματος) καθώς και τα δικτυοερυθροκύτταρα μία έως δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ΜΣΑΦ.

- Σουλφονυλουρίες: Tα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν την υπογλυκαιμική δράση των σουλφονυλουριών με την εκτόπιση αυτών από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:

- Β-αποκλειστές: Η θεραπεία με ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση τους μέσω αναστολής της σύνθεσης των προσταγλανδινών.

- Κυκλοσπορίνη και τακρόλιμους: Η νεφροτοξικότητα μπορεί να επιδεινωθεί από τα ΜΣΑΦ μέσω των δράσεων των νεφρικών προσταγλανδινών. Κατά τη διάρκεια συνδυασμένης θεραπείας, η νεφρική λειτουργία πρέπει να ελέγχεται.

- Θρομβολυτικά: Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.

- Αντι-αιμοπεταλιακοί παράγοντες και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs): αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλέπε παράγραφο 4.4.).

- Προβενεσίδη: Οι συγκεντρώσεις του δεξκετοπροφαίνη στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν. Η αλληλεπίδραση αυτή ίσως να οφείλεται σ’ένα ανασταλτικό μηχανισμό στο σημείο της νεφρικής σωληναριακής έκκρισης και της γλυκορουνικής σύζευξης και απαιτεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας του δεξκετοπροφαίνη.

- Καρδιακές γλυκοσίδες: Τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν την συγκέντρωση των γλυκοσίδων στο πλάσμα.

- Μιφεπριστόνη: Υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος ότι οι αναστολείς της σύνθετάσης των προσταγλανδινών μπορεί να μεταβάλλουν την αποτελεσματικότητα της μιφεπριστόνης. Περιορισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η συγχορήγηση ΜΣΑΦ την ημέρα χορήγησης της προσταγλανδίνης δεν επηρεάζει αρνητικά τις επιδράσεις της μιφεπριστόνης ή της προσταγλανδίνης στην ωρίμανση του τραχήλου της μήτρας ή τη συσταλτικότητα της μήτρας και δεν μειώνει την κλινική αποτελεσματικότητα στην ιατρογενή διακοπή της κύησης.Αντιβιοτικά της ομάδας των κινολονών: Πειραματικά δεδομένα σε ζώα δείχνουν ότι μεγάλες δόσεις κινολόνων σε συνδυασμό με ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης σπασμών.

- Τενοφοβίρη: η ταυτόχρονη χρήση με τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει το άζωτο ουρίας στο πλάσμα και την κρεατινίνη, η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προκειμένου να ελέγχεται μια δυνητική συνεργική επίδραση στη νεφρική λειτουργία.

- Δεφερασιρόξη: η ταυτόχρονη χρήση με ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικής τοξικότητας. Απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση όταν η δεφερασιρόξη συνδυάζεται με αυτές τις ουσίες.

- Πεμετρεξίδη: η ταυτόχρονη χρήση με ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσει την αποβολή της πεμετρεξίδης, επομένως πρέπει να δίδεται προσοχή όταν χορηγούνται υψηλότερες δόσεις ΜΣΑΦ. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης από 45 έως 79 ml / min), η ταυτόχρονη χορήγηση πεμετρεξίδης με δόσεις ΜΣΑΦ θα πρέπει να αποφεύγεται για 2 ημέρες πριν και 2 ημέρες μετά τη χορήγηση πεμετρεξίδης.

4.6 . Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία Tα δισκία Viaxal αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης και της γαλουχίας (βλέπε παράγραφο 4.3.).

Κύηση Αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επιδράσει δυσμενώς στην κύηση και/ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες έχουν αναφέρει αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακών δυσμορφιών και γαστρόσχιση μετά τη χρήση ενός αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών στην αρχή της κύησης. Ο απόλυτος κίνδυνος καρδιαγγειακών δυσμορφιών αυξήθηκε το λιγότερο από 1% έως περίπου 1,5%.

Πιστεύεται ότι ο κίνδυνος αυξάνεται με την δόση και την διάρκεια της θεραπείας. Στα ζώα, η χορήγηση του αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών έχει δείξει ότι προκαλεί αυξημένη προ- και μετά- απώλεια εμφύτευσης και εμβρυϊκή θνησιμότητα. Επιπλέον, αυξημένα γεγονότα διαφόρων δυσμορφιών συμπεριλαμβανομένου καρδιαγγειακής, έχουν αναφερθεί σε ζώα στα οποία έχει χορηγηθεί αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών κατά τη διάρκεια της οργανογεννετικής περιόδου.

Εντούτοις, μελέτες σε ζώα με δεξκετοπροφαίνη δεν έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Από την 20ή εβδομάδα της εγκυμοσύνης και μετά, η χρήση της δεξκετοπροφαίνης μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο που οφείλεται σε νεφρική δυσλειτουργία του εμβρύου. Αυτό μπορεί να εμφανιστεί λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως

αναστρέψιμο μετά τη διακοπή της. Επιπλέον, υπήρξαν αναφορές συστολής του αρτηριακού πόρου μετά από θεραπεία στο δεύτερο τρίμηνο, οι περισσότερες από τις οποίες υποχώρησαν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Επομένως,κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της κύησης, η δεξκετοπροφαίνη δεν πρέπει να χορηγείται εκτός εάν θεωρηθεί απαραίτητο.

Εάν η δεξκετοπροφαίνη λαμβάνεται από μία γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει, ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η δόση θα πρέπει να είναι χαμηλή και η διάρκεια της θεραπείας όσο πιο σύντομη γίνεται. Η προγεννητική παρακολούθηση για ολιγοϋδράμνιο και για συστολή αρτηριακού πόρου θα πρέπει να εξετάζεται μετά την έκθεση στη δεξκετοπροφαίνη για αρκετές ημέρες από την 20ή εβδομάδα κύησης και μετά. Η δεξκετοπροφαίνη θα πρέπει να διακοπεί, αν διαπιστωθεί ολιγοϋδράμνιο ή διαστολή αρτηριακού πόρου.

Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδίνης μπορεί να εκθέσουν το έμβρυο σε:

- καρδιοπνευμονική τοξικότητα ( πρόωρη συστολή/σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση).

- νεφρική δυσλειτουργία, (βλ.παραπάνω)

τη μητέρα και το νεογνό, στο τέλος της κύησης, σε

- πιθανή παράταση του χρόνου αιμορραγίας, μία αντι-συσσωρευτική επίδραση η οποία μπορεί να συμβεί ακόμη και με πολύ χαμηλές δόσεις.

- αναστολή των συστολών της μήτρας το οποίο έχει σαν επακόλουθο την καθυστέρηση ή την παράταση του τοκετού.

Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν το δεξκετοπροφαίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Το Viaxal αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλέπε παράγραφο 4.3)

Γονιμότητα Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η χρήση του Viaxal μπορεί να εξασθενήσουν την γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Θα πρέπει να εξετάζεται η αποχή από το δεξκετοπροφαίνη σε γυναίκες που έχουν δυσχέρεια σύλληψης ή υπόκεινται σε διερεύνηση υπογονιμότητας.

4.7. Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Τα Viaxal δισκία μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ζάλη, διαταραχές όρασης ή υπνηλία. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να μειωθούν η ικανότητα αντίδρασης και η ικανότητα ενεργής συμμετοχής σε οδική κυκλοφορία και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τις κλινικές μελέτες τουλάχιστον ως πιθανόν σχετιζόμενες με το δεξκετοπροφαίνη, όπως επίσης και οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία του Viaxal ταξινομούνται στον παρακάτω πίνακα κατά οργανικό σύστημα και την συχνότητα που εμφανίζονται:

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΟΡΓΑΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣΣΥΧΝΕΣ (≥1/100 έως <1/10)ΟΧΙ ΣΥΧΝΕΣ (≥1/1,000 έως <1/100)ΣΠΑΝΙΕΣ (≥1/10,000 έως <1/1,000)ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΕΣ (≤1/10,000)
Διαταραχές αίματος και λεμφικού συστήματος---------Ουδετεροπενία Θρομβοκυτοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος------Οίδημα λάρυγγοςΑναφυλακτική αντιδράση, συμπεριλαμβανομέ νου του αναφυλακτικού σοκ
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης------Ανορεξία---
Ψυχιατρικές διαταραχέςΑϋπνία, ανησυχία
Διαταραχές νευρικού συστήματοςΚεφαλαλγία, ζάλη, υπνηλίαΠαραισθησί α, συγκοπή
Οφθαλμικές διαταραχές---------Θάμβος όρασης
Διαταραχές ώτων και λαβυρίνθου---Ίλιγγος---Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές---Αίσθημα παλμών---Ταχυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές---ΈξαψηΥπέρτασηΥπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακος και του μεσοθωρακίου------ΒραδύπνοιαΒρογχόσπασμος, δύσπνοια
Γαστρεντερικές διαταραχέςΝαυτία και/ή έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψίαΓαστρίτιδα, δυσκοιλιότητα ,ξηροστομία, μετεωρισμόςΈλκος πεπτικού, αιμορραγία έλκους πεπτικού ή διάτρηση έλκους πεπτικού (βλέπε παράγραφο 4.4.),Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων------Ηπατοκυττα ρική βλάβη
Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού---ΕξάνθημαΚνίδωση, ακμή, αυξημένη εφίδρωσηΣύνδρομο Stevens Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell), αγγειοοίδημα, οίδημα προσώπου, αντίδραση φωτοευαισθησίας, κνησμός
Διαταραχές του μυoσκελετικού------Πόνος στη ράχη---
συστήματος και του συνδετικού ιστού
Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος------Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, πολυουρίαΝεφρίτιδα ή νεφρωσικό σύνδρομο
Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και μαστών------Διαταραχές εμμήνου ρήσεως, διαταραχές του προστάτη---
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορηγήσεως---Κόπωση, πόνος, καταβολή, ρίγη, κακουχίαΠεριφερικό οίδημα---
Εργαστηριακές εξετάσεις------Επηρεασμέν ες εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας---

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί είναι γαστρεντερικής φύσεως. Πεπτικά έλκη, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, μερικές φορές θανατηφόρα, μπορούν να συμβούν ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους (βλέπε παράγραφο 4.4.). Μετά τη χορήγηση έχουν αναφερθεί ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, μέλαινα, αιματέμεση, ελκωτική στοματίτιδα, έξαρση κολίτιδας και της νόσου του Crohn (βλέπε παράγραφο 4.4.

Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Λιγότερο συχνά έχει παρατηρηθεί γαστρίτιδα. Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σε σχέση με την θεραπεία με ΜΣΑΦ.

Όπως και με τα άλλα ΜΣΑΦ, οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανισθούν άσηπτη μηνιγγίτιδα που πιθανώς εμφανίζεται κυρίως σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή μικτή νόσο του συνδετικού ιστού, αιματολογικές αντιδράσεις (πορφύρα, απλαστική και αιμολυτική αναιμία και σπανίως ακκοκιοκυτταραιμία και μυελική υποπλασία).

Φυσαλιδώδεις αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένων του Συνδρόμου Stevens Johnson και Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση (πολύ σπάνια).

Κλινικές μελέτες και επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) ενδέχεται να σχετίζεται με μικρή αύξηση του κινδύνου για αρτηριακά θρομβωτικά συμβάματα (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό) (βλέπε παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους – κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος.

Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Συστήματος Αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω:

Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: +30 21 32040380/337 Φαξ: +30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9. Υπερδοσολογία

Η συμπτωματολογία μετά την υπερδοσολογία είναι άγνωστη. Παρόμοια φαρμακευτικά προϊόντα έχουν δημιουργήσει γαστερεντερικές (έμετος, ανορεξία, κοιλιακό άλγος) και νευρολογικές (υπνηλία, ίλιγγο, αποπροσανατολισμό, κεφαλαλγία)

διαταραχές.

Σε περίπτωση συμπτωματικής ή υπερβολικής λήψης, συνιστάται η άμεση έναρξη συμπτωματικής θεραπείας σύμφωνα με την κλινική κατάσταση του ασθενή. Εάν από ενήλικα ή παιδί έχουν καταποθεί την τελευταία ώρα πάνω από 5mg/kg πρέπει να τους χορηγηθεί ενεργός άνθρακας.

Το Δεξκετοπροφαίνη τρομεταμόλη μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες του προπιονικού οξέος ΑΤC κατάταξη: M01AE17 Το Δεξκετοπροφαίνη τρομεταμόλη είναι το άλας της τρομεθαμίνης με το S-(+)-2-(3- benzoylphenyl) propionic acid, ένα αναλγητικό, αντιφλεγμονώδες και αντιπυρετικό φάρμακο, το οποίο ανήκει στην κατηγορία των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (Μ01ΑΕ).

Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης των μη-στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων σχετίζεται με τη μείωση της σύνθεσης των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την οδό της κυκλοοξυγενάσης. Ειδικότερα, υπάρχει μία αναστολή στον μετασχηματισμό του αραχιδονικού οξέος σε κυκλικά ενδουπεροξείδια, PGG και PGH , τα οποία παράγουν 2 2 τις προσταγλανδίνες PGE , PGE , PGF και PGD , και επίσης την προστακυκλίνη 1 2 2α 2 PGl και τις θρομβοξάνες (TxA και ΤxΒ ). Επιπλέον, η αναστολή της σύνθεσης των 2 2 2 προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει και άλλους μεσολαβητές φλεγμονής όπως τις κινίνες, προκαλώντας μια έμμεση δράση, η οποία είναι πρόσθετη της άμεσης δράσης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Σε πειραματόζωα και σε ανθρώπους έχει αποδειχθεί ότι το δεξκετοπροφαίνη είναι ένας αναστολέας ενεργότητας των COX-1 και COX-2.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Κλινικές μελέτες που εκτελέστηκαν σε διάφορα μοντέλα πόνου αποδεικνύουν την αποτελεσματική αναλγητική δράση του δεξκετοπροφαίνη . Η έναρξη της αναλγητικής

δράσης σε μερικές μελέτες επιτυγχάνεται σε 30 λεπτά μετά τη χορήγηση. Η αναλγητική δράση διαρκεί για 4 έως 6 ώρες.

5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά από του στόματος χορήγησης του δεξκετοπροφαίνη τρομεταμόλη σε ανθρώπους, η Cmax επιτυγχάνεται σε 30 λεπτά (διακύμανση 15 έως 60 λεπτά).

Όταν χορηγείται ταυτόχρονα με τροφή, η AUC δεν επηρεάζεται, όμως η Cmax του dexketoprofen μειώνεται και η ταχύτητα απορρόφησής του επιβραδύνεται (αυξημένο tmax).

Κατανομή Ο χρόνος ημίσειας ζωής της κατανομής και ο χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης του δεξκετοπροφαίνη είναι 0.35 και 1.65 ώρες, αντίστοιχα. Όπως και με άλλα φάρμακα με υψηλό ποσοστό σύνδεσης με τις πρωτεϊνες του πλάσματος (99%), ο όγκος κατανομής του έχει μία μέση τιμή χαμηλότερη από 0.25 l/kg.

Σε φαρμακοκινητικές μελέτες πολλαπλών δόσεων παρατηρήθηκε ότι η AUC μετά από την τελευταία χορήγηση δεν διαφέρει από εκείνη που επιτυγχάνεται μετά από μια μονήρη δόση, αποδεικνύοντας ότι το φάρμακο δεν αθροίζεται.

Βιομετασχηματισμός και Αποβολή Μετά από τη χορήγηση του δεξκετοπροφαίνη τρομεταμόλη, στα ούρα ανιχνεύεται μόνο το S-(+)εναντιομερές, αποδεικνύοντας ότι δεν γίνεται μετατροπή στο R-(-)

εναντιομερές στον άνθρωπο.

Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου είναι η γλυκουρονική σύζευξη και στην συνέχεια η νεφρική απέκκριση.

5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μηκλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουνιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο, με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, γονοτοξικότητας και ανοσοφαρμακολογίας.

Οι μελέτες χρόνιας τοξικότητας που διεξήχθησαν σε ποντίκια και πιθήκους έδωσαν ΝΟAEL (No Observed Adverse Effect Level - Επίπεδο Μέχρι Το Οποίο Δεν Παρατηρούνται Επιβλαβείς Επιπτώσεις) σε δόσεις 2 φορές υψηλότερες από την μέγιστη συνιστώμενη δόση για τον άνθρωπο. Στους πιθήκους, σε υψηλότερες δόσεις οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν ήταν αίμα στα κόπρανα, μειωμένη πρόσληψη σωματικού βάρους και, στην υψηλότερη δόση, διαβρωτικές γαστρεντερικές αλλοιώσεις.. Αυτές οι επιδράσεις εμφανίστηκαν σε δόσεις με έκθεση φαρμάκου 14-18 φορές υψηλότερες από αυτή της μέγιστης συνιστώμενης δόσης για τον άνθρωπο.

Δεν υπάρχουν μελέτες για την ενδεχόμενη καρκινογόνο δράση σε ζώα.

Όπως έχει αναγνωριστεί για ολόκληρη τη φαρμακολογική κατηγορία των ΜΣΑΦ, η δεξκετοπροφαίνη μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στην επιβίωση του εμβρύου- κυήματος σε ζωικά μοντέλα, τόσο έμμεσα, μέσω της γαστρεντερικής τοξικότητας στις έγκυες μητέρες όσο και άμεσα κατά την ανάπτυξη του εμβρύου.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1. Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου:

maize starch microcrystalline cellulose sodium starch glycollate glycerol distearate, Επικάλυψη με λεπτό υμένιο:

ξηρή λάκα αποτελούμενη από:

hypromellose titanium dioxide macrogol 6000.

propylene glycol 6.2. Aσυμβατότητες Δεν εφαρμόζεται.

6.3. Διάρκεια ζωής

PVC-aluminium κυψέλη: 2 χρόνια.

Aclar-aluminium κυψέλη και aluminium-aluminium κυψέλη: 3 χρόνια.

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

PVC-aluminium κυψέλη:

Μην φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C. Φυλάσσετε τις συσκευασίες κυψέλης στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως Aclar-aluminium κυψέλη και aluminium-aluminium κυψέλη: Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας φύλαξης. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη

Τα δισκία διατίθενται σε συσκευασίες κυψέλης (PVC-aluminium κυψέλη ή Aclar- aluminium κυψέλη ή aluminium-aluminium κυψέλη).

4, 10, 20, 30, 50, ή 500 επικαλυμμένα με υμένιο δισκία / συσκευασία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες

6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Laboratorios Menarini SA Alfonso XII,

08918- Badalona (Barcelona)

Ισπανία Τοπικός αντιπρόσωπος:

Menarini Hellas A.E.

Πάτμου 16-18 151 23, Μαρούσι, Αττική Ελλάδα Τηλ.: 210 8316111-13 Email: info@menarini.gr

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Viaxal tabs 25mg: 6336

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας : 25-02-1998 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης : 31-05-2007

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: farmako:SPC_2376302.pdf