1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
VIBRAMYCIN
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε διασπειρόμενο δισκίο περιέχει 100 mg δοξυκυκλίνης (ως μονοϋδρική δοξυκυκλίνη).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Διασπειρόμενο δισκίο.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Θεραπεία:
Το VIBRAMYCIN ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων:
Κηλιδώδης πυρετός των Βραχωδών Ορέων, επιδημικός τύφος και πυρετός της ομάδας των τύφων, πυρετός Q, ευλογιά εκ ρικετσιών (Rickettsialpοx) και πυρετός από κρότωνες (τσιμπούρια) που οφείλονται σε Rickettsiae.
Αναπνευστικές λοιμώξεις που οφείλονται στο Mycoplasma pneumoniae.
Ψιττάκωσις που οφείλεται στο Chlamydia psittaci.
Αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα που οφείλεται στο Chlamydia trachomatis.
Μη επιπλεγμένες ουρηθρικές, ενδοτραχηλικές λοιμώξεις, όπως και λοιμώξεις του ορθού επί ενηλίκων που οφείλονται στο Chlamydia trachomatis.
Τράχωμα που οφείλεται στο Chlamydia trachomatis παρόλο που ο αιτιολογικός παράγοντας δεν εκριζώνεται πάντα, όπως έχει αποδειχθεί με ανοσοφθορισμό.
Επιπεφυκίτιδα με έγκλειστα, που οφείλεται στο Chlamydia trachomatis, μπορεί να θεραπευτεί με VIBRAMYCIN από του στόματος, μόνο είτε σε συνδυασμό με τοπικούς θεραπευτικούς παράγοντες.
Βουβωνικό λεμφοκοκκίωμα (donovanosis) που οφείλεται στο Calymmatobacterium granulomatis.
Πρώιμα στάδια (Στάδια 1 και 2) της νόσου του Lyme που οφείλεται στη Borrelia burgdorferi.
Υπόστροφος πυρετός από ψείρες που οφείλεται στη Borrelia recurrentis.
Υπόστροφος πυρετός από κρότωνες (τσιμπούρια) που οφείλεται στη Borrelia duttonii.
Μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα (NGU) που οφείλεται στο Ureaplasma urealyticum (T- Mycoplasma) (10% των στελεχών είναι ανθεκτικά).
Το VIBRAMYCIN ενδείκνυται επίσης για τη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται στους ακόλουθους αρνητικούς κατά Gram μικροοργανισμούς:
Είδη Acinetobacter, Βρουκέλλωση που οφείλεται σε είδη Brucella (σε συνδυασμό με στρεπτομυκίνη), Πανώλη που οφείλεται στη Yersinia pestis, Τουλαραιμία που οφείλεται στη Francisella tularensis, Περουβιανή ακροχορδόνωση (μπαρτονέλλωση) που οφείλεται στη Bartonella bacilliformis, Campylobacter fetus.
Δεδομένου ότι πολλά στελέχη των παρακάτω μικροοργανισμών έχουν δείξει αντοχή στις τετρακυκλίνες, συνιστάται καλλιέργεια και δοκιμασία ευαισθησίας.
Το VIBRAMYCIN ενδείκνυται για τη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται στους παρακάτω gram - αρνητικούς μικροοργανισμούς, όταν το αντιβιόγραμμα δείχνει ευαισθησία προς το φάρμακο:
Είδη Shigella, Μη επιπλεγμένη γονόρροια που οφείλεται στη Neisseria gonorrhoeae, Αναπνευστικές λοιμώξεις που οφείλονται στον Haemophilus influenzae και σε είδη Klebsiella, Escherichia coli, Enterobacter aerogenes, Moraxella catarrhalis.
Τα είδη Bacteroides non-fragilis και Fusobacterium μπορεί να είναι ευαίσθητα στo VIBRAMYCIN.
Ειδικά για τα είδη Acinetobacter, Klebsiella και Enterobacter, το ποσοστό αντοχής είναι εξαιρετικά υψηλό όταν τα στελέχη αυτά είναι νοσοκομειακά.
Το VIBRAMYCIN ενδείκνυται για τη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται στους παρακάτω gram-θετικούς μικροοργανισμούς, όταν το αντιβιόγραμμα δείχνει ευαισθησία προς το φάρμακο.
Σε αυτές περιλαμβάνονται:
Λοιμώξεις του ανωτέρου αναπνευστικού που οφείλονται στο Streptococcus pneumoniae.
Είδη Streptococcus: Ένα σημαντικό ποσοστό στελεχών Streptococcus pyogenes και Streptococcus faecalis έχουν βρεθεί να είναι ανθεκτικά στις τετρακυκλίνες. Οι τετρακυκλίνες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία στρεπτοκοκκικών λοιμώξεων εκτός αν ο υπεύθυνος μικροοργανισμός έχει αποδειχθεί ευαίσθητος.
Στις λοιμώξεις του ανωτέρου αναπνευστικού που οφείλονται σε στελέχη της ομάδας Α του β- αιμολυτικού στρεπτόκοκκου, η πενικιλλίνη είναι το σύνηθες φάρμακο εκλογής, συμπεριλαμβανομένης και της προφύλαξης από το ρευματικό πυρετό.
Αναπνευστικές λοιμώξεις και λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων που οφείλονται στο Staphylococcus aureus. Οι τετρακυκλίνες δεν αποτελούν φάρμακα εκλογής στη θεραπεία σταφυλοκοκκικών λοιμώξεων.
Άνθρακας οφειλόμενος στο Bacillus anthracis, συμπεριλαμβανομένου του πνευμονικού
άνθρακα (μετά την έκθεση): για τη μείωση της συχνότητας εμφάνισης ή της προόδου της νόσου μετά την έκθεση στην εισπνεόμενη μορφή του Bacillus anthracis.
Όταν αντενδείκνυται η πενικιλλίνη, το VIBRAMYCIN αποτελεί εναλλακτικό φάρμακο στη θεραπεία των παρακάτω λοιμώξεων:
Ακτινομυκητίαση που οφείλεται σε είδη Actinomyces, Λοιμώξεις που οφείλονται σε είδη Clostridium, Σύφιλη που οφείλεται στο Treponema pallidum και τροπική μόρωση που οφείλεται στο Treponema pertenue, Λιστερίωση που οφείλεται στη Listeria monocytogenes, Λοίμωξη Vincent (οξεία νεκρωτική ελκώδης ουλίτιδα) που οφείλεται στη Leptotrichia buccalis (πρώην Fusobacterium fusiform).
Συμπληρωματική θεραπεία Στην οξεία εντερική αμοιβάδωση το VIBRAMYCIN μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμο συμπλήρωμα, σε συνδυασμό με αμοιβαδοκτόνα.
Σε περιστατικά σοβαρής ακμής που οφείλονται στο Acne vulgaris, το VIBRAMYCIN μπορεί να αποτελέσει χρήσιμη συμπληρωματική θεραπεία.
Θεραπεία και προφύλαξη Το VIBRAMYCIN ενδείκνυται για την προφύλαξη και τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων:
Ελονοσία που οφείλεται στο Plasmodium falciparum (σε περιοχές με ανθεκτικά στη χλωροκίνη στελέχη του P. falciparum).
Λεπτοσπείρωση που οφείλεται στο γένος Leptospira.
Χολέρα που οφείλεται στο Vibrio cholerae.
Προφύλαξη Το VIBRAMYCIN ενδείκνυται για προφυλακτική χορήγηση στις ακόλουθες καταστάσεις:
Πυρετός από ακάρεα που οφείλεται στη Rickettsia tsutsugamushi.
Διάρροια των ταξιδιωτών που οφείλεται σε Escherichia coli που παράγει εντεροτοξίνη.
Συνιστάται μόνο σε άτομα στα οποία η διάρροια θα έχει σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο για την υγεία τους, αλλά και επαγγελματικές.
Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες για την ορθή χρήση των αντιμικροβιακών παραγόντων.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Η συνήθης δοσολογία και η συχνότητα χορήγησης του VIBRAMYCIN διαφέρουν από εκείνες των άλλων τετρακυκλινών. Η υπέρβαση της συνιστώμενης δοσολογίας μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από το είδος της λοίμωξης. Επί στρεπτοκοκκικών λοιμώξεων η θεραπεία πρέπει
να συνεχίζεται επί 10 ημέρες ώστε να προληφθεί η εμφάνιση ρευματικού πυρετού ή σπειραματονεφρίτιδας.
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών έως κάτω των 18 ετών Η συνήθης δόση του VIBRAMYCIN σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών έως κάτω των 18 ετών είναι 200 mg την πρώτη ημέρα θεραπείας (χορηγούμενη εφάπαξ ή σε δόση 100 mg ανά 12ωρο), ακολουθούμενη από ημερήσια δόση συντήρησης 100 mg τις υπόλοιπες ημέρες της θεραπείας, που χορηγείται εφάπαξ. Για τη θεραπεία βαρύτερων λοιμώξεων (ειδικά σε χρόνιες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος), πρέπει να χορηγούνται 200 mg την ημέρα σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά ηλικίας 8 ετών έως κάτω των 12 ετών (βλ. παράγραφο 4.4)
Η χρήση της δοξυκυκλίνης για τη θεραπεία των οξέων λοιμώξεων σε παιδιά ηλικίας 8 ετών έως κάτω των 12 ετών θα πρέπει να αιτιολογείται προσεκτικά σε καταστάσεις όπου άλλα φάρμακα δεν διατίθενται, δεν είναι πιθανό να είναι αποτελεσματικά ή αντενδείκνυνται.
Σε τέτοια περίπτωση, οι δόσεις για τη θεραπεία των οξέων λοιμώξεων είναι:
• Για παιδιά σωματικού βάρους 45 kg ή λιγότερο - Αρχική δόση: 4,4 mg/kg (σε εφάπαξ ή 2 διαιρεμένες δόσεις) με δόση συντήρησης: 2,2 mg/kg (σε εφάπαξ ή 2 διαιρεμένες δόσεις). Για τη διαχείριση βαρύτερων λοιμώξεων, θα πρέπει να χορηγούνται έως και 4,4 mg/kg σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
• Για παιδιά σωματικού βάρους άνω των 45 kg - Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι δόσεις που χορηγούνται στους ενήλικες.
Παιδιά ηλικίας από τη γέννηση μέχρι κάτω των 8 ετών Η δοξυκυκλίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 8 ετών εξαιτίας του κινδύνου δυσχρωματισμού των οδόντων (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
Υπόστροφοι πυρετοί από ψείρες και (κρότωνες) τσιμπούρια καθώς και ο φθειρογενής (επιδημικός) τυφοειδής πυρετός έχουν θεραπευτεί επιτυχώς με μια απλή από του στόματος δόση 100 ή 200 mg VIBRAMYCIN, ανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Εναλλακτικά, για τη μείωση του κινδύνου του επίμονου ή υποτροπιάζοντος υπόστροφου πυρετού από κρότωνες, συνιστάται η χορήγηση 100 mg VIBRAMYCIN κάθε 12 ώρες επί επτά ημέρες.
Πρώιμα στάδια (Στάδια 1 και 2) της νόσου του Lyme: 100 mg από του στόματος VIBRAMYCIN, δύο φορές ημερησίως, για 10-60 ημέρες, ανάλογα με τα κλινικά σημεία και συμπτώματα και την ανταπόκριση των ασθενών.
Μη επιπλεγμένες ουρηθρικές, ενδοτραχηλικές ή λοιμώξεις του ορθού επί ενηλίκων που οφείλονται στο Chlamydia trachomatis: χορηγούνται 100 mg, από του στόματος, δύο φορές την ημέρα επί επτά ημέρες.
Οξεία επιδιδυμοορχίτιδα που οφείλεται στο C. trachomatis ή στο N. gonorrhoeae:
χορηγούνται ενδομυϊκώς 250 mg κεφτριαξόνης ή κάποιας άλλης κατάλληλης κεφαλοσπορίνης ως εφάπαξ δόση σε συνδυασμό με 100 mg από του στόματος VIBRAMYCIN δύο φορές ημερησίως επί 10 ημέρες.
Μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα (NGU) που οφείλεται στο Chlamydia trachomatis ή στο Ureaplasma urealyticum: χορηγούνται 100 mg, από του στόματος, δύο φορές ημερησίως επί επτά ημέρες.
Αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα που οφείλεται στο Chlamydia trachomatis:
Χορηγούνται 100 mg από του στόματος VIBRAMYCIN, δύο φορές ημερησίως, επί 21 ημέρες τουλάχιστον.
Μη επιπλεγμένες γονοκοκκικές λοιμώξεις του τραχήλου, ορθού ή ουρήθρας, όταν ο γονόκοκκος παραμένει πλήρως ευαίσθητος: χορηγούνται 100 mg από του στόματος VIBRAMYCIN, δύο φορές την ημέρα, επί επτά ημέρες και επιπλέον συνιστάται η ταυτόχρονη θεραπεία με μια κατάλληλη κεφαλοσπορίνη ή κινολόνη, όπως οι ακόλουθες:
κεφιξίμη, 400 mg χορηγούμενη από του στόματος ως εφάπαξ δόση ή κεφτριαξόνη, 250 mg χορηγούμενη ενδομυϊκώς (ΙΜ) ως εφάπαξ δόση ή σιπροφλοξασίνη, 500 mg χορηγούμενη από του στόματος ως εφάπαξ δόση ή οφλοξασίνη, 400 mg χορηγούμενη από του στόματος ως εφάπαξ δόση.
Μη επιπλεγμένες γονοκοκκικές λοιμώξεις του φάρυγγα, όταν ο γονόκοκκος παραμένει πλήρως ευαίσθητος: χορηγούνται 100 mg από του στόματος VIBRAMYCIN, δύο φορές ημερησίως, επί επτά ημέρες και επιπλέον συνιστάται ταυτόχρονη θεραπεία με μια κατάλληλη κεφαλοσπορίνη ή κινολόνη, όπως οι ακόλουθες: κεφτριαξόνη, 250 mg χορηγούμενη ενδομυϊκώς (IM) ως εφάπαξ δόση ή σιπροφλοξασίνη, 500 mg χορηγούμενη από του στόματος ως εφάπαξ δόση, ή οφλοξασίνη, 400 mg χορηγούμενη από του στόματος ως εφάπαξ δόση.
Πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής σύφιλη: Ασθενείς αλλεργικοί στην πενικιλλίνη, στους οποίους έχει αποκλειστεί η εγκυμοσύνη και που πάσχουν από πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή σύφιλη, μπορούν να αντιμετωπιστούν με το ακόλουθο δοσολογικό σχήμα: 100 mg από του στόματος VIBRAMYCIN, δύο φορές ημερησίως, επί δύο εβδομάδες, ως εναλλακτική θεραπεία της πενικιλλίνης.
Λανθάνουσα και τριτογόνος σύφιλη: Ασθενείς αλλεργικοί στην πενικιλλίνη, στους οποίους έχει αποκλειστεί η εγκυμοσύνη και που πάσχουν από λανθάνουσα ή τριτογόνο σύφιλη, μπορούν να αντιμετωπιστούν με το ακόλουθο δοσολογικό σχήμα: 100 mg από του στόματος VIBRAMYCIN, δύο φορές ημερησίως, επί δύο εβδομάδες, ως εναλλακτική θεραπεία της πενικιλλίνης, εφόσον η διάρκεια της λοίμωξης είναι εξακριβωμένα μικρότερη του ενός έτους. Σε αντίθετη περίπτωση, το VIBRAMYCIN πρέπει να χορηγείται επί τέσσερις εβδομάδες.
Οξεία φλεγμονώδης νόσος της πυέλου (PID):
Εσωτερικοί ασθενείς: 100 mg VIBRAMYCIN κάθε 12 ώρες και επιπλέον 2g κεφοξιτίνης χορηγούμενης ενδοφλεβίως (IV) κάθε έξι ώρες, το λιγότερο επί τέσσερις ημέρες και επί 24 έως 48 ώρες τουλάχιστον, μετά τη βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς. Στη συνέχεια χορηγούνται 100 mg VIBRAMYCIN από του στόματος, δύο φορές ημερησίως, ώστε να ολοκληρωθεί συνολική θεραπεία 14 ημερών.
Εξωτερικοί ασθενείς: 100 mg από του στόματος VIBRAMYCIN, δύο φορές ημερησίως, επί 14 ημέρες ως συμπληρωματική θεραπεία με κεφτριαξόνη 250 mg IM ως εφάπαξ δόση ή κάποιας άλλης παρεντερικώς χορηγούμενης κεφαλοσπορίνης τρίτης γενιάς (π.χ., κεφοταξίμης).
Κοινή ακμή: 50-100 mg την ημέρα για χρονικό διάστημα μέχρι και 12 εβδομάδες.
Επί ανθεκτικής στη χλωροκίνη ελονοσίας που οφείλεται στο P. falciparum: 200 mg ημερησίως επί επτά ημέρες τουλάχιστον. Η κινίνη ή άλλα ταχέως δρώντα σχιστοκτόνα φάρμακα πρέπει να χορηγούνται πάντα σε συνδυασμό με το VIBRAMYCIN λόγω της
βαρύτητας της λοίμωξης. Η συνιστώμενη δοσολογία για την κινίνη διαφέρει από περιοχή σε περιοχή.
Για προφύλαξη από την ελονοσία: 100 mg την ημέρα για τους ενήλικες. Για τα παιδιά άνω των 8 ετών η δόση είναι 2 mg/kg σωματικού βάρους, μία φορά την ημέρα μέχρι τη δόση των ενηλίκων το ανώτερο. Η προφύλαξη μπορεί να αρχίσει 1-2 ημέρες προ της αναχώρησης για τις περιοχές που ενδημεί η ελονοσία. Πρέπει να συνεχιστεί για όλες τις ημέρες της επίσκεψης στις επικίνδυνες περιοχές και επί τέσσερις εβδομάδες μετά την αναχώρηση του ταξιδιώτη από τις περιοχές αυτές.
Για τη θεραπεία και την εκλεκτική προφύλαξη από τη χολέρα σε ενήλικες: 300 mg εφάπαξ από του στόματος.
Για την προφύλαξη από τον τύφο από ακάρεα: 200 mg εφάπαξ από του στόματος.
Για την προφύλαξη από τη διάρροια των ταξιδιωτών σε ενήλικες: 200 mg την πρώτη μέρα του ταξιδιού (χορηγούμενη εφάπαξ ή σε 2 δόσεις των 100 mg ανά 12ωρο) και κατόπιν 100 mg την ημέρα καθόλη τη διάρκεια παραμονής στη περιοχή. Δεν υπάρχουν δεδομένα όσον αφορά στην προφυλακτική χρήση του φαρμάκου πέραν των 21 ημερών.
Για την προφύλαξη από τη λεπτοσπείρωση: 200 mg από του στόματος μία φορά την εβδομάδα καθόλη τη διάρκεια παραμονής στην περιοχή και μία δόση 200 mg επιπλέον στο τέλος του ταξιδιού. Δεν υπάρχουν δεδομένα για την προφυλακτική χρήση του φαρμάκου πέραν των 21 ημερών.
Για τη θεραπεία της λεπτοσπείρωσης: 100 mg από του στόματος δύο φορές την ημέρα επί επτά ημέρες.
Πνευμονικός άνθρακας (μετά την έκθεση):
ΕΝΗΛΙΚΕΣ: 100 mg VIBRAMYCIN, από του στόματος, δύο φορές την ημέρα για 60 ημέρες.
ΠΑΙΔΙΑ: βάρους μικρότερου των 45 kg, 2,2 mg/kg σωματικού βάρους, από του στόματος δύο φορές την ημέρα για 60 ημέρες. Παιδιά βάρους 45 kg ή περισσότερο πρέπει να λαμβάνουν την δόση των ενηλίκων (βλ. παράγραφο 4.4 Χρήση στα παιδιά).
Κηλιδώδης πυρετός των Βραχωδών Ορέων:
Η δοξυκυκλίνη αποτελεί τη θεραπεία πρώτης επιλογής για ενήλικες και παιδιά όλων των ηλικιών:
ΕΝΗΛΙΚΕΣ: 100 mg κάθε 12 ώρες.
ΠΑΙΔΙΑ: βάρους μικρότερου των 45 kg: 2,2 mg/kg σωματικού βάρους που χορηγούνται δύο φορές την ημέρα. Παιδιά βάρους 45 kg ή περισσότερο θα πρέπει να λαμβάνουν τη δόση των ενηλίκων (βλ. παράγραφο 4.4 Χρήση στα παιδιά).
Οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία για τουλάχιστον 3 ημέρες μετά την υποχώρηση του πυρετού και μέχρι να υπάρξει ένδειξη κλινικής βελτίωσης. Η ελάχιστη διάρκεια θεραπείας είναι 5-7 ημέρες.
Οι μέχρι σήμερα μελέτες υποδεικνύουν ότι η χορήγηση του VIBRAMYCIN στις συνιστώμενες συνήθεις δόσεις δεν προκαλεί υπερβολική άθροιση του αντιβιοτικού σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Τρόπος χορήγησης
Τα διασπειρόμενα δισκία του VIBRAMYCIN (ως μονοϋδρική δοξυκυκλίνη) μπορεί να ληφθούν αυτούσια μαζί με αρκετή ποσότητα υγρών ή να διαλυθούν (εναιώρημα) σε ποσότητα 50 ml ύδατος περίπου και να καταποθούν.
Συνιστάται η χρήση αρκετής ποσότητας υγρών, τουλάχιστον 100 ml (μισό ποτήρι)
λαμβανόμενα από τον ασθενή σε όρθια θέση, όταν χορηγούνται δισκία ή καψάκια και γενικά στερεές μορφές δοξυκυκλίνης. Ο ασθενής θα πρέπει να παραμείνει σε όρθια θέση για μισή ώρα μετά τη λήψη του φαρμάκου, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος ερεθισμού ή εξέλκωσης του οισοφάγου.
Για την περαιτέρω μείωση του κινδύνου αυτού, η δόση θα πρέπει να λαμβάνεται το πρωί ή και όσο δυνατόν νωρίτερα το βράδυ και όχι το βράδυ αμέσως πριν από την κατάκλιση.
Αν προκύψει ερεθισμός του στομάχου, συνιστάται η λήψη του VIBRAMYCIN με τροφή ή γάλα. Έχει αποδειχθεί από μελέτες ότι η απορρόφηση της δοξυκυκλίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ταυτόχρονη λήψη τροφής ή γάλακτος.
4.3 Αντενδείξεις
Ασθενείς με υπερευαισθησία στη δοξυκυκλίνη, σε οποιαδήποτε από τις τετρακυκλίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Έγκυες γυναίκες (βλ. παράγραφο 4.4 αναφορικά με τη χρήση κατά την ανάπτυξη των οδόντων).
Ασθενείς με διαταραχές του οισοφάγου ή άλλους παράγοντες που καθυστερούν την κένωση του οισοφάγου, όπως ουλές και αχαλασία.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Παιδιατρικός πληθυσμός Όπως και με τις άλλες τετρακυκλίνες η δοξυκυκλίνη σχηματίζει σταθερά σύμπλοκα με το ασβέστιο σε οποιοδήποτε οστεοποιό ιστό. Επιβράδυνση της ανάπτυξης της περόνης έχει παρατηρηθεί σε πρόωρα μετά από χορήγηση τετρακυκλίνης σε δόση 25 mg/kg σωματικού βάρους από του στόματος, ανά 6ωρο. Η αντίδραση αυτή ήταν αναστρέψιμη με τη διακοπή του φαρμάκου.
Η χρήση των φαρμάκων της κατηγορίας των τετρακυκλινών κατά την ανάπτυξη των οδόντων (δεύτερο μισό της εγκυμοσύνης, βρεφική και παιδική ηλικία μέχρι την ηλικία των 8 ετών), μπορεί να προκαλέσει μόνιμο δυσχρωματισμό των οδόντων (κίτρινο-γκρίζο-καφέ). Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια είναι περισσότερο συχνή κατά τη διάρκεια μακρόχρονης χρήσης των φαρμάκων αλλά έχει παρατηρηθεί και μετά από επαναλαμβανόμενα μικρής διάρκειας θεραπευτικά σχήματα. Έχει αναφερθεί επίσης υποπλασία της αδαμαντίνης ουσίας των δοντιών.
Χρησιμοποιήστε τη δοξυκυκλίνη σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 8 ετών μόνο όταν τα δυνητικά οφέλη αναμένεται να ξεπερνούν τους κινδύνους σε σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή παθήσεις, (π.χ. κηλιδώδης πυρετός των Βραχωδών Ορέων), μόνο όταν δεν υπάρχουν επαρκείς εναλλακτικές θεραπείες (βλ. παράγραφο 4.3).
Παρόλο που ο κίνδυνος μόνιμης χρώσης των οδόντων είναι σπάνιος σε παιδιά ηλικίας 8 ετών έως κάτω των 12 ετών, η χρήση της δοξυκυκλίνης θα πρέπει να αιτιολογείται προσεκτικά σε καταστάσεις όπου άλλα φάρμακα δεν διατίθενται, δεν είναι πιθανό να είναι αποτελεσματικά ή αντενδείκνυται.
Ηλικιωμένοι Το VIBRAMYCIN θα πρέπει να συνταγογραφείται στις συνήθεις δόσεις χωρίς ειδικές προφυλάξεις. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας. Εάν υπερβαίνεται η συνιστώμενη δόση, τότε θα πρέπει να αναμένεται και αύξηση της εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών.
Γενικά Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, όπως η αποφολιδωτική δερματίτιδα, το πολύμορφο ερύθημα, το σύνδρομο Stevens-Johnson, η τοξική επιδερμική νεκρόλυση, και η φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν δοξυκυκλίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν συμβούν σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, η δοξυκυκλίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και θα πρέπει να ξεκινήσει η ενδεδειγμένη θεραπεία.
Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αν υπάρχει ένδειξη εμφάνισης αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης. Η καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση (ψευδοόγκος εγκεφάλου) έχει συσχετισθεί με τη χρήση τετρακυκλινών συμπεριλαμβανομένης της δοξυκυκλίνης. Η καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση (ψευδοόγκος εγκεφάλου) είναι συνήθως παροδική ως προς τη διάρκεια, παρόλα αυτά έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μόνιμης απώλειας της όρασης δευτερογενώς σε καλοήθη ενδοκρανιακή υπέρταση (ψευδοόγκος εγκεφάλου) με τη χρήση τετρακυκλινών συμπεριλαμβανομένης της δοξυκυκλίνης. Εάν προκύψει διαταραχή της όρασης κατά τη διάρκεια της θεραπείας, απαιτείται άμεση οφθαλμολογική εκτίμηση.
Εφόσον η ενδοκρανιακή πίεση μπορεί να παραμείνει αυξημένη για εβδομάδες μετά τη διακοπή του φαρμάκου οι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται υπό παρακολούθηση μέχρις ότου σταθεροποιηθούν. Η ταυτόχρονη χρήση ισοτρετινοΐνης και δοξυκυκλίνης πρέπει να αποφεύγεται διότι η ισοτρετινοΐνη είναι επίσης γνωστό ότι προκαλεί καλοήθη ενδοκρανιακή υπέρταση (ψευδοόγκος εγκεφάλου).
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχει αναφερθεί μετά από χρήση σχεδόν όλων των αντιμικροβιακών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του VIBRAMYCIN, η βαρύτητα της οποίας κυμαίνονταν από ήπια έως απειλητική για τη ζωή. Είναι σημαντικό να τεθεί υποψία αυτής της διάγνωσης σε περίπτωση που παρουσιαστεί διάρροια σε ασθενείς, μετά από χορήγηση αντιμικροβιακών παραγόντων.
Η χρήση των αντιβιοτικών μπορεί ευκαιριακά να προκαλέσει την υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών. Συνεχής παρακολούθηση του ασθενούς είναι απαραίτητη. Αν εμφανιστεί ανθεκτικός μικροοργανισμός, το αντιβιοτικό πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν τα κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα.
Απαιτείται προσοχή κατά την κατάποση των στερεών μορφών δοξυκυκλίνης, διότι εάν δεν καταποθούν σωστά υπάρχει κίνδυνος παραμονής της μορφής αυτής του φαρμάκου στον οισοφάγο (βλ. παράγραφο 4.2).
Εάν αυτό συμβεί και οι μορφές αυτές προσκολληθούν στην βλεννογόνο του οισοφάγου μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα από τραυματισμό του οισοφάγου, όπως δυσφαγία, άλγος κατά την κατάποση ή οπισθοστερνικό άλγος και πρόκληση ή επιδείνωση οπισθοστερνικού καύσου. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του φαρμάκου και να επανεξεταστεί ο ασθενής από τον ιατρό.
Περιπτώσεις οισοφαγίτιδας και εξελκώσεων του οισοφάγου έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα της ομάδας των τετρακυκλινών υπό μορφή δισκίων ή καψακίων, συμπεριλαμβανομένου του VIBRAMYCIN. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ασθενείς έπαιρναν το φάρμακο αμέσως πριν τη νυχτερινή κατάκλιση.
Η αντιαναβολική δράση των τετρακυκλινών μπορεί να προκαλέσει αύξηση της ουρίας του
ορού. Οι υπάρχουσες μελέτες υποδεικνύουν ότι η αντιαναβολική αυτή δράση δεν παρατηρείται με τη χρήση του VIBRAMYCIN σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία.
Διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας έχουν σπανίως αναφερθεί. Οι αντιδράσεις αυτές έχουν προκληθεί μετά τη χορήγηση τετρακυκλινών, συμπεριλαμβανομένου του VIBRAMYCIN, τόσο από του στόματος όσο και παρεντερικώς.
Σε μακρόχρονη θεραπεία πρέπει να διενεργείται περιοδικός εργαστηριακός έλεγχος των διαφόρων οργανικών συστημάτων όπως του αιμοποιητικού συστήματος, των νεφρών και του ήπατος.
Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας εκδηλούμενες με υπερβολική αντίδραση στην ηλιακή ακτινοβολία, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν τετρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένου του VIBRAMYCIN. (Ασθενείς που είναι πιθανό να εκτεθούν απευθείας σε ηλιακό φως ή υπεριώδη ακτινοβολία πρέπει να είναι ενήμεροι ότι αυτή η αντίδραση μπορεί να εμφανιστεί με φάρμακα της ομάδας των τετρακυκλινών και πρέπει να διακόψουν τη θεραπεία με την πρώτη εκδήλωση δερματικού ερυθήματος).
Επί θεραπείας αφροδισίων νοσημάτων όπου υπάρχει υποψία για συνυπάρχουσα σύφιλη, πρέπει να εκτελούνται οι κατάλληλες διαγνωστικές δοκιμασίες, περιλαμβανόμενης της εξέτασης σε σκοτεινό πεδίο. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ορολογικές δοκιμασίες πρέπει να πραγματοποιούνται κάθε μήνα επί τέσσερις τουλάχιστον μήνες.
Λοιμώξεις οφειλόμενες στην ομάδα Α του β-αιμολυτικού στρεπτοκόκκου πρέπει να θεραπεύονται επί δέκα ημέρες τουλάχιστον.
Ορισμένοι ασθενείς με σπειροχαιτικές λοιμώξεις ενδέχεται να εμφανίσουν αντίδραση Jarisch-Herxheimer λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας με δοξυκυκλίνη. Στους ασθενείς πρέπει να παρέχεται η καθησυχαστική διευκρίνιση ότι η αντίδραση αυτή αποτελεί συνήθως μια αυτοπεριοριζόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια της αντιμικροβιακής θεραπείας για τις σπειροχαιτικές λοιμώξεις.
Οι τετρακυκλίνες ενδέχεται να προκαλέσουν έξαρση του Συστηματικού Ερυθηματώδη Λύκου (ΣΕΛ) (βλ. παράγραφο 4.8).
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Υπάρχουν αναφορές παράτασης του χρόνου προθρομβίνης σε ασθενείς που λάμβαναν βαρφαρίνη και δοξυκυκλίνη. Δεδομένου ότι οι τετρακυκλίνες έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν τη δραστικότητα της προθρομβίνης του πλάσματος, ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αντιπηκτικά φάρμακα μπορεί να χρειαστούν ανάλογη μείωση του δοσολογικού σχήματος της αντιπηκτικής αγωγής.
Δεδομένου ότι βακτηριοστατικά φάρμακα μπορεί να επηρεάζουν τη βακτηριοκτόνο δράση της πενικιλλίνης είναι σκόπιμο να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση δοξυκυκλίνης και πενικιλλίνης.
Η απορρόφηση των τετρακυκλινών επηρεάζεται από αντιόξινα φάρμακα που περιέχουν αργίλιο, ασβέστιο, μαγνήσιο ή άλλα φάρμακα που περιέχουν αυτά τα κατιόντα, από σκευάσματα που περιέχουν σίδηρο και από σκευάσματα που περιέχουν άλατα βισμουθίου.
Το οινόπνευμα, τα βαρβιτουρικά, η καρβαμαζεπίνη και η φαινυτοΐνη ελαττώνουν τον χρόνο ημιζωής της δοξυκυκλίνης στο αίμα.
Η ταυτόχρονη χρήση τετρακυκλινών και μεθοξυφλουρανίου έχει αναφερθεί ότι προκάλεσε θανατηφόρο νεφρική βλάβη.
Η ταυτόχρονη χρήση τετρακυκλινών μπορεί να μειώσει τη δράση των από του στόματος αντισυλληπτικών.
Αλληλεπιδράσεις σε εργαστηριακές δοκιμασίες Ψευδείς αυξήσεις των επιπέδων των κατεχολαμινών στα ούρα μπορεί να εμφανιστούν λόγω πιθανής αλληλεπίδρασης με τη φθορισμομετρική μέθοδο.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η χρήση του VIBRAMYCIN στην κύηση δεν έχει μελετηθεί. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε έγκυες γυναίκες (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Συμπεράσματα από μελέτες σε πειραματόζωα υποδεικνύουν ότι οι τετρακυκλίνες περνάνε το φραγμό του πλακούντα και ανιχνεύονται στους εμβρυϊκούς ιστούς όπου μπορούν να έχουν τοξικές επιδράσεις στο αναπτυσσόμενο έμβρυο (συχνά σχετιζόμενες με την επιβράδυνση της ανάπτυξης των οστών). Eμβρυοτοξική δράση έχει επίσης παρατηρηθεί σε πειραματόζωα που θεραπεύτηκαν κατά τα αρχικά στάδια της κύησης. Αναφέρεται οξεία κίτρινη ατροφία του ήπατος αν δοθεί στην κύηση, καθώς και οξεία λιπώδης εκφύλιση του ήπατος με θανατηφόρο έκβαση (Kucer’s).
Θηλασμός Όπως και οι άλλες τετρακυκλίνες, η δοξυκυκλίνη σχηματίζει σταθερά σύμπλοκα με το ασβέστιο σε οποιοδήποτε οστεοποιό ιστό. Επιβράδυνση της ανάπτυξης της περόνης έχει παρατηρηθεί σε πρόωρα μετά από του στόματος χορήγηση τετρακυκλίνης σε δόση 25 mg/kg σωματικού βάρους, ανά 6ωρο. Η αντίδραση αυτή ήταν αναστρέψιμη όταν το φάρμακο διεκόπτετο (βλ. παράγραφο 4.4 Χρήση στα παιδιά)
Η χορήγηση του VIBRAMYCIN θα πρέπει να αποφεύγεται στις θηλάζουσες μητέρες, καθώς οι τετρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένης της δοξυκυκλίνης, ανευρίσκονται στο γάλα θηλαζουσών γυναικών, που παίρνουν φάρμακα αυτής της ομάδας.
4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Η επίδραση της δοξυκυκλίνης στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού βαρέων μηχανημάτων δεν έχει μελετηθεί. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι η δοξυκυκλίνη μπορεί να επηρεάσει αυτές τις ικανότητες.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που χρησιμοποιούν τετρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένου του VIBRAMYCIN.
| Κατηγορία/οργ ανικό σύστημα | Συχνές ≥1/100 έως <1/10 | Όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100 | Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000 | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) | |
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Αιμολυτική αναιμία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία, ηωσινοφιλία | ||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανο μένων αναφυλακτικού σοκ, αναφυλακτικής αντίδρασης, αναφυλακτοειδού ς αντίδρασης, αγγειοοιδήματος, έξαρσης του συστηματικού ερυθυματώδη λύκου (βλ. παράγραφο 4.4), περικαρδίτιδας, ορονοσίας, πορφύρας Henoch- Schonlein, υπότασης, δύσπνοιας, ταχυκαρδίας, περιφερικού οιδήματος και κνίδωσης) | Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστημικά Συμπτώματα (DRESS), αντίδραση Jarisch- Herxheimer (βλ. παράγραφο 4.4)α | |||
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Καφέ-μαύρος μικροσκοπικός δυσχρωματισμός των ιστών του θυρεοειδούς αδένα | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Μειωμένη όρεξη | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση (ψευδοόγκος εγκεφάλου)β, προβολή πηγών εμβρυϊκού κρανίου | |||
| Διαταραχές του ωτός και του | Εμβοές |
| Κατηγορία/οργ ανικό σύστημα | Συχνές ≥1/100 έως <1/10 | Όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100 | Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000 | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) | |
|---|---|---|---|---|---|
| λαβυρίνθου | |||||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτική διαταραχήγ | ||||
| Αγγειακές διαταραχές | Έξαψη | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία/έμετος | Δυσπεψία (πύρωση στομάχου/ γαστρίτιδα) | Παγκρεατίτιδα, ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, κολίτιδα από το Clostridioides difficile, έλκος του οισοφάγου, οισοφαγίτιδα, εντεροκολίτιδα, φλεγμονώδεις βλάβες (με υπερανάπτυξη Candida spp.) στην πρωκτογεννητική περιοχή, δυσφαγία, κοιλιακό άλγος, διάρροια, γλωσσίτιδα | Δυσχρωματισμός των οδόντωνδ | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ηπατοτοξικότητα, ηπατίτιδα, ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αντίδραση από φωτοευαισθησία, εξάνθημα συμπεριλαμβανο- μένων των κηλιδοβλατιδωδώ ν και των ερυθηματωδών εξανθημάτων | Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens- Johnson, πολύμορφο ερύθημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα, υπέρχρωση δέρματοςε, φωτοονυχόλυση | |||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού | Αρθραλγία, μυαλγία |
| Κατηγορία/οργ ανικό σύστημα | Συχνές ≥1/100 έως <1/10 | Όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100 | Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000 | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) | |
|---|---|---|---|---|---|
| ιστού | |||||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Ουρία αίματος αυξημένη |
α Σε περιβάλλον σπειροχαιτικών λοιμώξεων που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με δοξυκυκλίνη.
β Σε συσχέτιση με τις τετρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένης της δοξυκυκλίνης, έχει αναφερθεί καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση με πιθανά συμπτώματα την κεφαλαλγία, τον έμετο, τις οπτικές διαταραχές, στις οποίες περιλαμβάνονται θαμπή όραση, σκότωμα, διπλωπία ή μόνιμη απώλεια της όρασης. Η εκδήλωση κλινικών συμπτωμάτων, συμπεριλαμβανομένων της κεφαλαλγίας ή των οπτικών διαταραχών, θα μπορούσε να υποδηλώνει μία πιθανή διάγνωση ενδοκρανιακής υπέρτασης. Εάν υπάρχει υποψία αύξησης της ενδοκρανιακής πίεσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τετρακυκλίνες, η χορήγηση θα πρέπει να διακόπτεται.
γ Σχετιζόμενη με Καλοήθη ενδοκρανιακή υπέρταση (ψευδοόγκος εγκεφάλου).
δ Με τη χρήση δοξυκυκλίνης έχει αναφερθεί αναστρέψιμος και επιφανειακός δυσχρωματισμός των μονίμων οδόντων αλλά η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
ε Με χρόνια χρήση δοξυκυκλίνης.
Έχει παρατηρηθεί σύνδρομο FANCONI από λήψη σκευασμάτων τετρακυκλινών που έχουν λήξει.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:
Ελλάδα Κύπρος Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Μεσογείων 284 Υπουργείο Υγείας GR-15562 Χολαργός, Αθήνα CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 30 21 32040337 Τηλ: +357 22608607 Ιστότοπος: http://www.eof.gr Φαξ: + 357 22608669 http://www.kitrinikarta.gr Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
4.9 Υπερδοσολογία
Οξεία υπερδοσολογία με τα αντιβιοτικά είναι σπάνια. Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση του φαρμάκου και ενδείκνυται η πλύση του στομάχου και η εφαρμογή συμπτωματικής και υποστηρικτικής θεραπείας. Η αιμοδιύλιση δεν μεταβάλλει τον χρόνο ημιζωής του αντιβιοτικού στον ορό του αίματος και επομένως δεν προσφέρει κάποιο πλεονέκτημα στην αντιμετώπιση περιπτώσεων υπερδοσολογίας.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, τετρακυκλίνες, κωδικός ATC: J01 AA02.
Μηχανισμός δράσης Η δοξυκυκλίνη είναι βασικά βακτηριοστατική και ασκεί την αντιμικροβιακή της δράση μέσω της αναστολής της ριβοσωμικής πρωτεϊνοσύνθεσης. Δεσμεύεται στη ριβοσωμική υπομονάδα 30S και αποκλείει την πρόσβαση του αμινοακυλο-tRNA στο σύμπλοκο mRNA- ριβοσώματος, εμποδίζοντας έτσι την προσθήκη αμινοξέων στην αναπτυσσόμενη πεπτιδική αλυσίδα.
Μηχανισμός Αντοχής Οι κύριοι μηχανισμοί αντοχής στη δοξυκυκλίνη είναι η ενεργός εκροή του παράγοντα από το βακτηριακό κύτταρο και η προστασία του ριβοσώματος από πρωτεΐνες που το εκτοπίζουν από τη θέση δέσμευσής του. Άλλοι μηχανισμοί περιλαμβάνουν τη μειωμένη διαπερατότητά της προς το εσωτερικό του βακτηριακού κυττάρου, την τροποποίηση του ριβοσώματος και την απενεργοποίησή της.
Όρια ελέγχου ευαισθησίας Τα όρια της Ελάχιστης Ανασταλτικής Συγκέντρωσης (MIC) που προσδιορίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Έλεγχο Ευαισθησίας Αντιμικροβιακών παραγόντων (EUCAST)
είναι:
| Οργανισμοί | Ελάχιστη Ανασταλτική Συγκέντρωση (mg/L) | |
|---|---|---|
| Ευαίσθητοι (≤S) | Ανθεκτικοί (R>) | |
| Enterobacterales α | - | - |
| Staphylococcus spp. | 1 | 2 |
| Streptococcus ομάδες A, B, C, G | 1 | 2 |
| Streptococcus pneumoniae | 1 | 2 |
| Haemophilus influenzae | 1 | 2 |
| Moraxella catarrhalis | 1 | 2 |
| Pasteurella multocida | 1 | 1 |
| Campylobacter jejuni και coli β | 2 | 2 |
| Kingella kingae | 0,5 | 0,5 |
| Vibrio spp. | 0,5 | 0,5 |
α Η τετρακυκλίνη έχει χρησιμοποιηθεί στην πρόβλεψη της ευαισθησίας στη δοξυκυκλίνη για τη θεραπεία λοιμώξεων από Yersinia enterocolitica (MIC τετρακυκλίνης 4 mg/L για απομονωθέντα στελέχη άγριου τύπου). Η αντίστοιχη διάμετρος ζώνης για τον δίσκο 30 μg τετρακυκλίνης είναι ≥19 mm.
β Η τετρακυκλίνη (MIC 2 mg/L) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό της ευαισθησίας στη δοξυκυκλίνη.
Πηγή αναφοράς: The European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing.
Breakpoint tables for interpretation of MICs and zone diameters. Version 14.0, 2024. http://www.eucast.org.
Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική Συσχέτιση Ο λόγος AUC/MIC του ελεύθερου φαρμάκου είναι ο κυρίαρχος φαρμακοδυναμικός δείκτης.
Ευαισθησία
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και με την πάροδο του χρόνου για κάθε είδος βακτηρίου. Συνεπώς, η πληροφορία σχετικά με την τοπική αντοχή είναι επιθυμητή, ιδιαίτερα κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Εφόσον κρίνεται απαραίτητο, θα πρέπει να αναζητείται η συμβουλή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα της δοξυκυκλίνης, σε τουλάχιστον ορισμένους τύπους λοίμωξης, είναι υπό αμφισβήτηση.
Είδη που συνήθως είναι ευαίσθητα Gram-θετικά αερόβια Bacillus anthracis Listeria monocytogenes Gram-αρνητικά αερόβια Bartonella spp.
Brucella spp.
Campylobacter fetus Francisella tularensis Kingella kingae Klebsiella granulomatis Vibrio cholerae Yersinia pestis Gram-θετικά αναερόβια Clostridium spp.
Cutibacterium acnes Gram-αρνητικά αναερόβια Leptotrichia buccalis Άλλοι μικροοργανισμοί Actinomyces spp.
Borrelia spp.
Chlamydia trachomatis Chlamydia psittaci Leptospira spp.
Mycoplasma pneumoniae Rickettsiae Treponema spp.
Ureaplasma urealyticum Plasmodium falciparum Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή ενδέχεται να αποτελεί πρόβλημα Gram-θετικά αερόβια Enterococcus spp.
Staphylococcus spp.
Streptococcus ομάδες A, B, C, G
Streptococcus pneumoniae Gram-αρνητικά αερόβια Escherichia coli Haemophilus influenzae Klebsiella aerogenes Klebsiella pneumoniae Moraxella catarrhalis Neisseria gonorrhoeae Shigella spp.
Gram-αρνητικά αναερόβια Bacteroides spp.
Fusobacterium spp.
Εγγενώς ανθεκτικοί μικροοργανισμοί Gram-αρνητικά αερόβια Acinetobacter spp.
Morganella morganii Proteus spp.
Pseudomonas aeruginosa Serratia marcescens
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Οι τετρακυκλίνες απορροφώνται εύκολα και συνδέονται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποικίλο βαθμό. Μεταφέρονται από το ήπαρ στη χολή και απεκκρίνονται σε υψηλές συγκεντρώσεις και υπό βιολογικά ενεργό μορφή από τα ούρα και τα κόπρανα. Η δοξυκυκλίνη ουσιαστικά απορροφάται πλήρως μετά από του στόματος χορήγηση. Οι μέχρι σήμερα δημοσιευθείσες μελέτες δείχνουν ότι η απορρόφηση της δοξυκυκλίνης, σε αντίθεση με άλλες τετρακυκλίνες, δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη λήψη τροφής ή γάλακτος.
Δόση 200 mg δοξυκυκλίνης από του στόματος σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, έδωσε μέσα μέγιστα επίπεδα στο αίμα 2,6 mcg/ml μετά δύο ώρες, μειούμενα σε 1,45 mcg/ml μετά από 24 ώρες. Η απέκκριση της δοξυκυκλίνης από τους νεφρούς είναι περίπου 40% σε 72 ώρες, σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης περίπου 75 ml/min). Το παραπάνω ποσοστό απέκκρισης μπορεί να μειωθεί σε επίπεδα τόσο χαμηλά όσο 1%-5% σε 72 ώρες, σε άτομα με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη των 10 ml/min). Μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στον χρόνο ημιζωής της δοξυκυκλίνης στον ορό (εύρος τιμών: 18-22 ώρες) μεταξύ ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και ατόμων με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 2 έως 18 ετών)
Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού των περιορισμένων δεδομένων συγκέντρωσης- χρόνου της δοξυκυκλίνης μετά από χορήγηση δόσης της καθιερωμένης θεραπείας ενδοφλέβια (IV) και από το στόμα σε 44 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 2-18 ετών) έδειξε ότι η κάθαρση (CL) με αλλομετρική κλιμάκωση της δοξυκυκλίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας ≥2 έως ≤8 ετών [διάμεση τιμή (εύρος) 3,58 (2,27-10,82) L/h/70 kg, N=11] δεν διέφερε σημαντικά από τους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας >8 έως 18 ετών [3,27 (1,11- 8,12) L/h/70 kg, N=33]. Για παιδιατρικούς ασθενείς βάρους ≤45 kg, η κανονικοποιημένη
σύμφωνα με το βάρος CL της δοξυκυκλίνης στους ασθενείς ηλικίας ≥2 έως ≤8 ετών [διάμεση τιμή (εύρος) 0,071 (0,041-0,202) L/kg/h, N=10] δεν διέφερε σημαντικά από τους ασθενείς ηλικίας >8 έως 18 ετών [0,081 (0,035-0,126) L/kg/h, N=8]. Σε παιδιατρικούς ασθενείς βάρους >45 kg, δεν παρατηρήθηκε καμία κλινικά σημαντική διαφορά στην κανονικοποιημένη σύμφωνα με το βάρος CL της δοξυκυκλίνης μεταξύ των ασθενών ηλικίας ≥2 έως ≤8 ετών (0,050 L/kg/h, N=1) και των ασθενών ηλικίας >8 έως 18 ετών [0,044 (0,014-0,121) L/kg/h, N=25]. Δεν παρατηρήθηκε καμία κλινικά σημαντική διαφορά στη CL μεταξύ χορήγησης της δόσης από το στόμα και IV στη μικρή κοόρτη παιδιατρικών ασθενών που έλαβαν το σκεύασμα μόνο από το στόμα (N=19) ή μόνο IV (N=21).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Δεν έχουν διεξαχθεί μακροχρόνιες μελέτες σε πειραματόζωα για την εκτίμηση της πιθανής καρκινογόνου δράσης της δοξυκυκλίνης. Εντούτοις, έχει αποδειχτεί, από μελέτες σε αρουραίους, η ογκογενετική δράση των συγγενών αντιβιοτικών, οξυτετρακυκλίνης (όγκοι επινεφριδίων και υπόφυσης) και μινοκυκλίνης (όγκοι θυρεοειδούς).
Ομοίως, παρόλο που δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες μεταλλαξιογέννεσης με τη δοξυκυκλίνη, έχουν αναφερθεί περιστατικά, σε μελέτες in vitro με κύτταρα θηλαστικών, για συγγενή αντιβιοτικά (τετρακυκλίνη, οξυτετρακυκλίνη).
Η δοξυκυκλίνη χορηγούμενη από του στόματος σε υψηλά δοσολογικά επίπεδα έως και 250 mg/kg/ημέρα, δεν είχε εμφανή επίδραση στη γονιμότητα θηλυκών αρουραίων. Η επίδραση στην ανδρική γονιμότητα δεν έχει μελετηθεί.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Τα διασπειρόμενα δισκία VIBRAMYCIN περιέχουν: κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου, μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, στεατικό μαγνήσιο και οι χρωστικές κίτρινο κινολίνης (E104)
και ινδικοκαρμίνιο (Ε132).
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25οC.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κουτιά με ένα blister από PVC που περιέχει 8 δισκία.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
PFIZER ΕΛΛΑΣ A.E., Λ. Μεσογείων 243, 154 51 Ν. Ψυχικό, Τηλ.: 210 6785 800 Κύπρος - Τοπικός αντιπρόσωπος:
Pfizer Ελλάς A.E. (CYPRUS BRANCH)
Τηλ.: +357 22 817690
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΕΛΛΑΔΑ: 31669/30-8-1995 ΚΥΠΡΟΣ: 13023
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
ΕΛΛΑΔΑ Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 10 Σεπτεμβρίου 1986 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 06 Φεβρουαρίου 2007 ΚΥΠΡΟΣ Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 20 Νοεμβρίου 1990 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 17 Μαρτίου 2011