Clinio Logo
Clinio
VIORIDON › ΠΧΠ

VIORIDON — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

VIORIDON® 10 mg δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 10 mg βακλοφαίνης.

Έκδοχο με γνωστή δράση:

Κάθε δισκίο του VIORIDON® περιέχει 61 mg αμίλου σιταριού (τα οποία περιέχουν γλουτένη). Κάθε δισκίο των 10 mg περιέχει λιγότερα από 6,1 μικρογραμμάρια γλουτένης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το VIORIDON® ενδείκνυται για την ανακούφιση της σπαστικότητας των εκτελεστικών μυών που προκύπτει από διαταραχές όπως είναι οι εξής: πολλαπλή σκλήρυνση, άλλες διαταραχές του νωτιαίου μυελού, π.χ. συριγγομυελία, νόσος του κινητικού νευρώνα, εγκάρσια μυελίτιδα.

Το VIORIDON® ενδείκνυται επίσης σε ενήλικες για την ανακούφιση της σπαστικότητας των εκτελεστικών μυών που προκύπτει από π.χ. εγκεφαλοαγγειακά ατυχήματα, εγκεφαλική παράλυση, μηνιγγίτιδα, τραυματική βλάβη κεφαλής.

Η επιλογή του ασθενούς είναι σημαντική κατά την έναρξη της θεραπείας με το VIORIDON®. Είναι πιθανό να ωφελήσει κυρίως τους ασθενείς για τους οποίους η σπαστικότητα συνιστά αναπηρία σε σχέση με την εκτέλεση δραστηριοτήτων ή/και της φυσιοθεραπείας. Δεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη της θεραπείας μέχρι να σταθεροποιηθεί η κατάσταση της σπαστικότητας.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η βακλοφαίνη ενδείκνυται σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών για τη συμπτωματική θεραπεία της σπαστικότητας εγκεφαλικής προέλευσης, ειδικά για τις περιπτώσεις που οφείλονται σε νεογνική εγκεφαλική παράλυση, καθώς και μετά από εγκεφαλοαγγειακά ατυχήματα ή επί παρουσίας νεοπλασματικής ή εκφυλιστικής εγκεφαλικής νόσου.

Η βακλοφαίνη ενδείκνυται επίσης για τη συμπτωματική θεραπεία των μυικών σπασμών που εκδηλώνονται επί εδάφους ασθενειών του νωτιαίου μυελού λοιμώδους, εκφυλιστικής, τραυματικής, νεοπλασματικής ή αγνώστου προέλευσης όπως είναι η πολλαπλή σκλήρυνση, η σπαστική νωτιαία παράλυση, η αμυοτροφική πλάγια σκλήρυνση, η συριγγομυελία, η εγκάρσια μυελίτιδα, η τραυματική παραπληγία ή παραπληγία και η συμπίεση του νωτιαίου μυελού.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Η τιτλοποίηση της δόσης είναι απαραίτητη για την κάλυψη των αναγκών των μεμονωμένων ασθενών, αποφεύγοντας παράλληλα τις παρενέργειες ή τις παρεμβολές στη λειτουργικότητα των μυών ανάλογα με τη δραστηριότητα των εκτελεστικών μυών π.χ. μύες κύστης, κεντρικοί υποστηρικτικοί μύες.

Συνιστάται η χαμηλότερη δόση που αποδίδει βέλτιστη απόκριση.

Εάν δεν παρατηρηθεί όφελος σε διάστημα 6 έως 8 εβδομάδων από την επίτευξη της μέγιστης δόσης, θα πρέπει να ληφθεί απόφαση για το αν θα συνεχιστεί το VIORIDON®.

Η θεραπεία θα πρέπει πάντα (εξαιρουμένης σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας) να διακόπτεται σταδιακά μειώνοντας διαδοχικά τη δόση σε διάστημα περίπου 1-2 εβδομάδων.

Η διακοπή της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται πάντα σταδιακά μειώνοντας διαδοχικά τη δόση σε διάστημα περίπου 1 έως 2 εβδομάδων, εξαιρουμένης της σχετιζόμενης με υπερδοσολογία επείγουσας ανάγκης, ή σε περίπτωση που έχουν σημειωθεί σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Ενήλικες:

Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με δόση 15 mg ημερησίως, κατά προτίμηση σε 2 έως 4 διαιρεμένες δόσεις. Η δόση θα πρέπει να τιτλοποιείται προς τα πάνω με προσοχή, αυξανόμενη σταδιακά κατά 15 mg/ημέρα ανα διαστήματα 3 ημερών μέχρι να επιτευχθεί η απαραίτητη ημερήσια δόση. Σε ορισμένους ασθενείς που εκδηλώνουν ευαισθησία στα φάρμακα, μπορεί να συνιστάται η έναρξη σε χαμηλότερη ημερήσια δόση (5 ή 10 mg) και η ακόμα πιο σταδιακή αύξηση αυτής της δόσης (βλ.

Παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Η βέλτιστη δόση γενικά κυμαίνεται από 30 έως 80 mg ημερησίως.

Συνήθως επιτυγχάνεται ικανοποιητικός έλεγχος των συμπτωμάτων με δόσεις έως και 60 mg ημερησίως, αλλά συχνά απαιτείται προσεκτική προσαρμογή προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις εκάστου μεμονωμένου ασθενούς. Η δόση μπορεί να αυξηθεί αργά, εάν απαιτείται, αλλά δεν συνιστάται μέγιστη ημερήσια δόση άνω των 100 mg εκτός εάν ο ασθενής νοσηλεύεται υπό προσεκτική ιατρική επίβλεψη.

Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθούν 100 mg-120 mg ανάλογα με την περίπτωση. Η συχνή χορήγηση μικρής δόσης μπορεί να αποδειχθεί καλύτερη σε ορισμένες περιπτώσεις σε σχέση με τις αραιά χορηγούμενες δόσεις. Επίσης, ορισμένοι ασθενείς αποκομίζουν όφελος από τη χρήση του VIORIDON® μόνο τη νύχτα στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του επώδυνου σπασμού των καμπτήρων μυών. Αντίστοιχα, η εφάπαξ δόση χορηγούμενη 1 ώρα πριν από την εκτέλεση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων όπως είναι το λουτρό, το ντύσιμο, το ξύρισμα, η φυσιοθεραπεία, συχνά βελτιώνει την κινητικότητα.

Μόλις επιτευχθεί η μέγιστη συνιστώμενη δόση, εάν η θεραπευτική επίδραση δεν είναι εμφανής σε διάστημα 6 εβδομάδων θα πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά με το αν θα συνεχιστεί το VIORIDON®.

Ηλικιωμένοι: Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι περισσότερο ευπαθείς σε ανεπιθύμητες ενέργειες, ειδικά στα πρώιμα στάδια της εισαγωγής του VIORIDON®. Επομένως, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μικρές δόσεις κατά την έναρξη της θεραπείας, η δόση θα πρέπει να τιτλοποιείται σταδιακά έναντι της ανταπόκρισης, υπό προσεκτική επιτήρηση. Δεν υπάρχουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η τελική μέση μέγιστη δόση διαφέρει από τη δόση που χορηγείται στους νεότερους ασθενείς.

Παιδιατρικοί ασθενείς (κάτω των 18 ετών): Η θεραπεία θα πρέπει συνήθως να ξεκινά με πολύ χαμηλή δόση (η οποία αντιστοιχεί σε περίπου 0,3 mg/kg ανά ημέρα) σε 2-4 διαιρεμένες δόσεις (κατά προτίμηση σε 4 διαιρεμένες δόσεις). Επομένως, τα δισκία του VIORIDON® δεν είναι κατάλληλα για χρήση σε παιδιά με σωματικό βάρος κάτω των 33 kg.

Η δόση θα πρέπει να αυξάνεται με προσοχή σε διαστήματα 1 εβδομάδας μέχρι να είναι επαρκής για τις εξατομικευμένες απαιτήσεις του κάθε παιδιού.

Η συνήθης καθημερινή δόση για τη θεραπεία συντήρησης κυμαίνεται μεταξύ 0,75 και 2 mg/kg σωματικού βάρους.

Τα δισκία του VIORIDON® δεν είναι κατάλληλα για χρήση σε παιδιά με σωματικό βάρος κάτω των 33 kg.

Νεφρική διαταραχή: Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία ή οι οποίοι υποβάλλονται σε χρόνια αιμοκάθαρση, θα πρέπει να επιλέγεται μία ιδιαίτερα χαμηλή δόση του VIORIDON®, δηλ.

περίπου 5 mg ημερησίως.

Το VIORIDON® θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος υπερσκελίζει τον πιθανό κίνδυνο. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά προκειμένου να διαγνωστούν άμεσα τα πρώιμα σημεία ή/και συμπτώματα της τοξικότητας (π.χ. υπνηλία, λήθαργος) (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση και παράγραφο 4.9 Υπερδοσολογία).

Ηπατική διαταραχή: Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία υπό θεραπεία με βακλοφαίνη. Το ήπαρ δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό της βακλοφαίνης μετά από την από του στόματος χορήγηση βακλοφαίνης (βλ. παράγραφο 5.2 Κλινική φαρμακολογία). Ωστόσο, το VIORIDON® δύναται να αυξήσει τα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων. Το VIORIDON® θα πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ.

παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση)

Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας 65 ετών ή άνω): Καθώς οι ανεπιθύμητες επιδράσεις είναι πιθανότερο να εμφανιστούν στους ηλικιωμένους ασθενείς, συνιστάται η προσαρμογή ενός προσεκτικού δοσολογικού σχήματος και η κατάλληλη επιτήρηση του ασθενούς.

Ασθενείς με σπαστικές καταστάσεις εγκεφαλικής προέλευσης: Καθώς οι ανεπιθύμητες επιδράσεις είναι πιθανότερο να εμφανιστούν σε ασθενείς με σπαστικές καταστάσεις εγκεφαλικής προέλευσης, συνιστάται η προσαρμογή ενός προσεκτικού δοσολογικού σχήματος σε αυτές τις περιπτώσεις και η κατάλληλη επιτήρηση του ασθενούς.

Τρόπος χορήγησης Το VIORIDON® θα πρέπει να λαμβάνεται κατά τη διάρκεια των γευμάτων με μικρή ποσότητα υγρού.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη βακλοφαίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ψυχιατρικές διαταραχές και διαταραχές του νευρικού συστήματος Η θεραπεία με βακλοφαίνη μπορεί να επιδεινώσει την πορφυρία, το ιστορικό αλκοολισμού, την υπέρταση, τις ψυχωσικές διαταραχές, την καταθλιπτική σχιζοφρένεια ή τις μανιακές διαταραχές, τις καταστάσεις σύγχυσης ή τη νόσο του Πάρκινσον. Οι ασθενείς που πάσχουν από αυτές τις καταστάσεις θα πρέπει, επομένως, να λαμβάνουν προσεκτική θεραπεία και να παραμένουν υπό στενή επίβλεψη.

Υπάρχουν αναφορές αυτοκτονιών και αυτοκτονικών περιστατικών σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με βακλοφαίνη. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ασθενείς παρουσίαζαν επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου συνδεόμενους με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας, όπως διαταραχές λόγω κατανάλωσης αλκοόλ, κατάθλιψη και/ή ιστορικό προηγούμενης απόπειρας αυτοκτονίας. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου αυτοκτονίας πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το φάρμακο. Οι ασθενείς (και οι φροντιστές τους) πρέπει να ενημερώνονται για την ανάγκη παρακολούθησης τυχόν κλινικής επιδείνωσης, αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων ή ασυνήθιστων αλλαγών συμπεριφοράς και να αναζητούν άμεσα ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιων συμπτωμάτων.

Έχουν αναφερθεί περιστατικά λανθασμένης χρήσης, κατάχρησης και εξάρτησης από τη βακλοφαίνη.

Οι ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης ουσιών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και να παρακολουθούνται για συμπτώματα λανθασμένης χρήσης, κατάχρησης ή εξάρτησης από τη βακλοφαίνη, όπως κλιμάκωση της δόσης, εθιστική συμπεριφορά, εμφάνιση ανεκτικότητας.

Επιληψία Το VIORIDON® θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων καθώς μπορεί να σημειωθεί παρόξυνση αυτής της κατάστασης, ενώ έχουν αναφερθεί περιστασιακά επιληπτικές κρίσεις σε σχέση με τη διακοπή της βακλοφαίνης ή με την υπερδοσολογία. Η επαρκής αντιεπιληπτικήθεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί και ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.

Το VIORIDON® θα πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική φροντίδα σε ασθενείς που λαμβάνουν ήδη αντιϋπερτασική θεραπεία (βλέπε αλληλεπιδράσεις)

Άλλα Το VIORIDON® θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό πεπτικού έλκους, εγκεφαλοαγγειακής νόσου, ή αναπνευστικής ή ηπατικής δυσλειτουργίας. Καθώς είναι πιθανότερο να εμφανιστούν ανεπιθύμητες επιδράσεις, θα πρέπει να προσαρμοστεί προσεκτικό δοσολογικό σχήμα για τους ηλικιωμένους και τους ασθενείς με σπαστικότητα εγκεφαλικής προέλευσης (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).

Παιδιατρικός πληθυσμός Υπάρχουν πολύ περιορισμένα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βακλοφαίνης σε παιδιά ηλικίας κάτω του ενός έτους.

Η χρήση σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών θα πρέπει να βασίζεται στην εκτίμηση του ιατρού για τα οφέλη και τους κινδύνους από τη θεραπεία σε εξατομικευμένο επίπεδο.

Νεφρική δυσλειτουργία Η βακλοφαίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και θα πρέπει να χορηγείται μόνο σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου εάν το αναμενόμενο όφελος υπερσκελίζει τον πιθανό κίνδυνο (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και μέθοδος χορήγησης).

Έχουν παρατηρηθεί νευρολογικές ενδείξεις και συμπτώματα υπερδοσολογίας, συμπεριλαμβανομένων κλινικών εκδηλώσεων τοξικής εγκεφαλοπάθειας (π.χ. σύγχυση, αποπροσανατολισμός, υπνηλία και επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης) σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία που λαμβάνουν από του στόματος βακλοφαίνη σε δόσεις άνω των 5 mg την ημέρα και σε δόσεις των 5 mg την ημέρα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε χρόνια αιμοκάθαρση. Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά προκειμένου να διαγνωστούν άμεσα τα πρώιμα σημεία και συμπτώματα της τοξικότητας (Βλέπε παράγραφο 4.9 Υπερδοσολογία).

Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τον συνδυασμό του VIORIDON® με φάρμακα ή φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη νεφρική λειτουργία. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και η ημερήσια δόση του VIORIDON® θα πρέπει να προσαρμόζεται αντίστοιχα προκειμένου να προληφθεί η τοξικότητα από τη βακλοφαίνη.

Εκτός από τη διακοπή της θεραπείας, στους ασθενείς με σοβαρή τοξικότητα από τη βακλοφαίνη μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο της μη προγραμματισμένης αιμοκάθαρσης ως εναλλακτική θεραπευτική επιλογή. Η αιμοκάθαρση απομακρύνει αποτελεσματικά τη βακλοφαίνη από το σώμα, αμβλύνει τα κλινικά συμπτώματα της υπερδοσολογίας και μειώνει τον χρόνο ανάρρωσης σε αυτούς τους ασθενείς.

Διαταραχές του ουροποιητικού Υπό θεραπεία με VIORIDON® μπορεί να σημειωθεί βελτίωση στις νευρογενείς διαταραχές που επηρεάζουν την κένωση της κύστης. Στους ασθενείς με προϋπάρχουσα υπερτονία του σφιγκτήρα, μπορεί να σημειωθεί οξεία κατακράτηση ούρων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το φάρμακο θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.

Εργαστηριακές εξετάσεις

Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχουν καταγραφεί αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης, αλκαλικής φωσφατάσης αίματος και γλυκόζης αίματος στον ορό. Επομένως, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν κατάλληλες εργαστηριακές εξετάσεις στους ασθενείς με ηπατική νόσο ή σακχαρώδη διαβήτη προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν έχουν σημειωθεί φαρμακογενείς αλλαγές σε αυτές τις υποκείμενες ασθένειες.

Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.

Αιφνίδια διακοπή Η θεραπεία θα πρέπει πάντα (εξαιρουμένης σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας) να διακόπτεται σταδιακά μειώνοντας διαδοχικά τη δόση σε διάστημα περίπου 1-2 εβδομάδων. Με την αιφνίδια απόσυρση του VIORIDON® το άγχος και η κατάσταση σύγχυσης, το παραλήρημα, οι παραισθήσεις, οι ψυχωσικές διαταραχές, η μανία ή η παράνοια, οι σπασμοί (επιληπτική κατάσταση), η δυσκινησία, η ταχυκαρδία, η υπερθερμία, η ραβδομυόλυση και η προσωρινή επιδείνωση της σπαστικότητας έχουν αναφερθεί ως φαινόμενο υποτροπής, ειδικά μετά από μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή.

Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις απόσυρσης του φαρμάκου, συμπεριλαμβανομένων των μεταγεννητικών σπασμών στα νεογνά μετά από την ενδομήτρια έκθεση σε από του στόματος λαμβανόμενο VIORIDON®. Ως προληπτικό μέτρο, η χορήγηση του VIORIDON® στα νεογνά με σταδιακή μείωση της δόσης μπορεί να βοηθήσει στον έλεγχο και την πρόληψη των αντιδράσεων απόσυρσης. Αυτή η σύσταση βασίζεται σε περιορισμένο αριθμό αναφορών περιστατικού στη βιβλιογραφία.

Για το ενδοραχιαίο σκεύασμα της βακλοφαίνης, έχει αναφερθεί ότι τα κλινικά χαρακτηριστικά της απόσυρσης μπορεί να μοιάζουν με αυτά της αυτόνομης δυσρεφλεξίας, της κακοήθους υπερθερμίας, του νευροληπτικού κακοήθους συνδρόμου ή άλλων καταστάσεων που σχετίζονται με υπερμεταβολική κατάσταση ή διάχυτη ραβδομυόλυση.

Εξαιρουμένων των σχετιζόμενων με την υπερδοσολογία επειγουσών καταστάσεων ή σε περιπτώσεις εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σταδιακά με διαδοχική μείωση της δόσης (σε διάστημα περίπου 1 ή 2 εβδομάδων).

Έκδοχα Αυτό το φάρμακο περιέχει άμιλο σιταριού (το οποίο περιέχει γλουτένη) (βλ. παράγραφο 2). Τα πολύ χαμηλά επίπεδα γλουτένης είναι ιδιαίτερα απίθανο να προκαλούν προβλήματα σε ασθενείς με κοιλιοκάκκη. Οι ασθενείς με αλλεργία στο σιτάρι (που διαφέρει από την κοιλιοκάκη) δεν θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Παρατηρηθείσες αλληλεπιδράσεις που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη Λεβοντόπα/αναστολέας αποκαρβοξυλάσης της ντοπαμίνης (DDC) (καρβιντόπα)

Σε ασθενείς με νόσο Πάρκινσον που λαμβάνουν θεραπεία με VIORIDON® και λεβοντόπα (ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με αναστολέα DDC, καρβιντόπα), έχουν υπάρξει αναφορές νοητικής σύγχυσης, παραισθήσεων, κεφαλαλγιών, ναυτίας και διέγερσης. Έχει αναφερθεί, επίσης, επιδείνωση των συμπτωμάτων του Παρκινσονισμού. Επομένως, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης του VIORIDON® και λεβοντόπας/καρβιντόπας.

Φάρμακα που προκαλούν κατάθλιψη του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ)

Μπορεί να σημειωθεί αυξημένη καταστολή κατά την ταυτόχρονη λήψη του VIORIDON® με άλλα φάρμακα που προκαλούν καταστολή του ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένων των λοιπών μυοχαλαρωτικών (όπως είναι η τιζανιδίνη), με συστηματικά οπιούχα ή με οινόπνευμα (βλέπε Οδήγηση και χειρισμός μηχανημάτων στην παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Ο κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής είναι, επίσης, αυξημένος. Επιπρόσθετα, κατά την ταυτόχρονη χρήση με μορφίνη και ενδοραχιαία βακλοφαίνη έχει αναφερθεί υπόταση. Η προσεκτική παρακολούθηση της αναπνευστικής και της καρδιαγγειακής λειτουργίας είναι ουσιαστικά ειδικά σε ασθενείς με καρδιοπνευμονική νόσο και αδυναμία των αναπνευστικών μυών.

Η ταυτόχρονη χρήση βακλοφαίνης με αναστολείς ΜΑΟ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες επιδράσεις καταστολής του ΚΝΣ και υπότασης. Συνιστάται προσοχή και μπορεί να απαιτηθεί μείωση ενός ή και των δύο παραγόντων.

Αντικαταθλιπτικά Κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης θεραπείας με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, η επίδραση του VIORIDON® μπορεί να ενισχυθεί, οδηγώντας σε έκδηλη μυϊκή υποτονία.

Λίθιο Η ταυτόχρονη χρήση από του στόματος βακλοφαίνης και λιθίου οδήγησε σε επιδείνωση των υπερκινητικών συμπτωμάτων. Επομένως, θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν το VIORIDON® χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με λίθιο.

Αντιυπερτασικά Δεδομένου ότι η ταυτόχρονη θεραπεία με VIORIDON® και αντιϋπερτασικά είναι πιθανό να αυξήσει την πτώση της αρτηριακής πίεσης, η δόση της αντιυπερτασικής φαρμακευτικής αγωγής θα πρέπει να προσαρμοστεί αντίστοιχα.

Παράγοντες μείωσης της νεφρικής λειτουργίας Τα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν νεφρική ανεπάρκεια όπως είναι π.χ. η ιβουπροφαίνη, μπορεί να μειώσουν την έκθεση της βακλοφαίνης που οδηγεί σε τοξικές επιδράσεις (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση). Δεδομένου ότι η βακλοφαίνη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της γλυκόζης αίματος, μπορεί να απαιτηθούν προσαρμογές στη δόση της ινσουλίνης και/ή των από του στόματος υπογλυκαιμικών παραγόντων κατά τη διάρκεια και μετά από την ταυτόχρονη θεραπεία.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Η από του στόματος χορηγούμενη βακλοφαίνη έχει δειχθεί ότι αυξάνει την επίπτωση των ομφαλοκηλών (κοιλιοκηλών) στα έμβρυα αρουραίων όταν χορηγείται σε δόση περίπου 13 φορές επί τη μέγιστη από του στόματος συνιστωμένη για ανθρώπινη χρήση δόση (σε βάση mg/kg). Αυτή η ανωμαλία δεν παρατηρήθηκε σε ποντίκια ή κουνέλια (βλ. παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).

Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους γυναίκες Τα δεδομένα από μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η βακλοφαίνη διαπερννά τον πλακούντα και, επομένως, η βακλοφαίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος υπερσκελίζει τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις απόσυρσης του φαρμάκου, συμπεριλαμβανομένων των μεταγεννητικών σπασμών στα νεογνά μετά από την ενδομήτρια έκθεση σε από του στόματος βακλοφαίνη.

Θηλασμός Σε μητέρες που λαμβάνουν βακλοφαίνη σε θεραπευτικές δόσεις, η δραστική ουσία διέρχεται στο μητρικό γάλα αλλά σε τόσο μικρές ποσότητες που δεν αναμένονται ανεπιθύμητες ενέργειες στο βρέφος.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση της βακλοφαίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Η βακλοφαίνη δεν επηρέασε την ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα στους αρουραίους σε δοσολογικά επίπεδα μη τοξικά γι’ αυτούς.

Γυναίκες με αναπαραγωγική ικανότητα Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν τυχόν ειδικές συστάσεις σε γυναίκες με αναπαραγωγική ικανότητα.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η βακλοφαίνη μπορεί να σχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες όπως είναι η ζάλη, η καταστολή, η υπνηλία και η δυσλειτουργία της όρασης (βλ. παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες), οι οποίες μπορεί να διαταράξουν την αντίδραση του ασθενούς. Οι ασθενείς που βιώνουν αυτού του είδους τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις θα πρέπει να συμβουλεύονται να απέχουν από την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων.

Στάση και ισορροπία Το VIORIDON® θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν απαιτείται σπαστικότητα για τη διατήρηση της όρθιας στάσης και της ισορροπίας στην κίνηση θέσης (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Ανεπιθύμητες ενέργειες: Οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται κυρίως στην αρχή της θεραπείας, εάν η δόση αυξάνεται πολύ γρήγορα, εάν εφαρμόζονται μεγάλες δόσεις, ή σε ηλικιωμένους ασθενείς. Συχνά είναι παροδικές και μπορούν να εξασθενίσουν ή να απαλειφθούν με τη μείωση της δόσης. Σπάνια είναι αρκετά σοβαρές για να καταστήσουν απαραίτητη την απόσυρση της φαρμακευτικής αγωγής.

Σε περίπτωση επιμονής της ναυτίας μετά από τη μείωση της δόσης, συνιστάται η λήψη του VIORIDON® μαζί με τροφή ή ρόφημα γάλακτος.

Μπορεί να σημειωθεί μείωση του ουδού εμφάνισης των σπασμών καθώς και σπασμοί, ειδικά σε επιληπτικούς ασθενείς.

Ορισμένοι ασθενείς έχουν δείξει αυξημένη μυική σπαστικότητα ως παράδοξη αντίδραση στη φαρμακευτική αγωγή.

Σε ασθενείς με ιστορικό περιστατικού ψυχιατρικής νόσου ή αγγειακών εγκεφαλικών διαταραχών (π.χ.

εγκεφαλικού), καθώς και σε ηλικιωμένους ασθενείς, οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανιστούν σε σοβαρότερη μορφή.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ανά κεφαλίδα συχνότητας, με τη συχνότερη να αναφέρεται πρώτα, βάσει της ακόλουθης σύμβασης: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, <1/10), μη συχνές ≥1/1000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, < 1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), συμπεριλαμβανομένων των μεμονωμένων αναφορών.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος:

Πολύ συχνές: Καταστολή, υπνηλία.

Συχνές: Αναπνευστική καταστολή, κόπωση, συγχυτική κατάσταση, ζάλη, κεφαλαλγία, αϋπνία, ευφορική διάθεση, κατάθλιψη, μυϊκή αδυναμία, αταξία, τρόμος, ψευδαίσθηση, εφιάλτες, μυαλγία, νυσταγμός, ξηροστομία.

Σπάνιες: Παραισθησία, δυσαρθρία, δυσγευσία. Μπορεί να σημειωθεί μείωση του ουδού των σπασμών καθώς και σπασμοί, ειδικά σε επιληπτικούς ασθενείς.

Άγνωστο: Σύνδρομο υπνικής άπνοιας* Οφθαλμικές διαταραχές:

Συχνές: Διαταραχή της προσαρμογής, δυσλειτουργία της όρασης.

Γαστρεντερικές διαταραχές:

Πολύ συχνές: Ναυτία.

Συχνές: Γαστρεντερική διαταραχή, δυσκοιλιότητα, διάρροια, ερυγή, έμετος.

Σπάνιες: Κοιλιακός πόνος Καρδιακές διαταραχές Συχνές: Μειωμένη καρδιακή παροχή:

Μη γνωστές: Βραδυκαρδία Αγγειακές διαταραχές:

Συχνές: Υπόταση Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:

Συχνές: Πολλακιουρία, ενούρηση, δυσουρία.

Σπάνιες: Κατακράτηση ούρων Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού:

Σπάνιες: Στυτική δυσλειτουργία Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:

Σπάνιες: Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

Συχνές: Υπερίδρωση, δερματικό εξάνθημα.

Μη γνωστές: Κνίδωση Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ σπάνιες: Υποθερμία Μη γνωστές: Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Παρακλινικές εξετάσεις Μη γνωστές: Αυξημένα επίπεδα γλυκόζης αίματος *Έχουν παρατηρηθεί περιστατικά υπνικής άπνοιας από το κεντρικό νευρικό σύστημα με τη βακλοφαίνη σε υψηλές δόσεις (≥100 mg) σε εξαρτημένους από το οινόπνευμα ασθενείς Ορισμένοι ασθενείς έχουν δείξει αυξημένη σπαστικότητα ως παράδοξη αντίδραση στη φαρμακευτική αγωγή.

Μπορεί να εμφανιστεί ανεπιθύμητος βαθμός μυϊκής υποτονίας - δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο τη βάδιση ή την αυτοεξυπηρέτηση των ασθενών και συνήθως μπορεί να ανακουφιστεί με επαναπροσαρμογή της δόσης (δηλ. με μείωση των χορηγούμενων δόσεων κατά τη διάρκεια της ημέρας και πιθανώς με αύξηση της απογευματινής δόσης).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω:

ΕΦΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ Λεωφ. Μεσογείων 284 Χολαργός, Τ.Κ. 15562, ΑΘΗΝΑ, ΕΛΛΑΔΑ Τηλ.: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585

Ιστοσελίδα: www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα: Τα κύρια χαρακτηριστικά είναι τα σημεία καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος: υπνηλία, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, καταστολή της αναπνευστικής λειτουργίας, κώμα, εμβοές.

Επίσης, είναι πιθανό να σημειωθούν τα εξής: σύγχυση, παραισθήσεις, διέγερση, σπασμοί, μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (μοτίβο έκρηξης-καταστολής και τριφασικά κύματα), διαταραχές της προσαρμογής, επηρεασμένο αντανακλαστικό της κόρης, γενικευμένη μυϊκή υποτονία, μυοκλωνία, ελάττωση αντανακλαστικών ή απώλεια αντανακλαστικών, σπασμοί, περιφερική αγγειοδιαστολή, υπόταση ή υπέρταση, βραδυκαρδία ή ταχυκαρδία ή καρδιακή αρρυθμία, υποθερμία, ναυτία, έμετος, διάρροια, υπερέκκριση σιέλου, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, υπνική άπνοια, ραβδομυόλυση και εμβοές.

Μπορεί να σημειωθεί επιδείνωση στην κατάσταση εάν έχουν ληφθεί ταυτόχρονα διάφορες ουσίες ή φάρμακα με δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα (π.χ. οινόπνευμα, διαζεπάμη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά).

Θεραπεία: Δεν υπάρχει κανένα γνωστό αντίδοτο.

Θα πρέπει να χορηγηθούν υποστηρικτικά μέτρα και συμπτωματική θεραπεία για επιπλοκές όπως είναι η υπόταση, η υπέρταση, οι σπασμοί, οι γαστρεντερικές διαταραχές και η καταστολή της αναπνευστικής ή καρδιαγγειακής λειτουργίας.

Από τη στιγμή που το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, θα πρέπει να χορηγηθούν γενναιόδωρες ποσότητες υγρών, πιθανώς μαζί με ένα διουρητικό. Η αιμοκάθαρση (ορισμένες φορές μη προγραμματισμένη) μπορεί να είναι χρήσιμη στη σοβαρή δηλητηρίαση που σχετίζεται με τη νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντισπασμωδικό με δράση στο νωτιαίο μυελό, κωδικός ATC: M03B X01.

Μηχανισμός δράσης Η βακλοφαίνη είναι ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός αντισπασμωδικός παράγοντας με δράση σε νωτιαίο επίπεδο. Το παράγωγο του γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA), βακλοφαίνη, δεν σχετίζεται χημικά με άλλους αντισπασμωδικούς παράγοντες.

Η βακλοφαίνη καταστέλλει τη μονοσυναπτική και πολυσυναπτική μεταγωγή των αντανακλαστικών, πιθανώς μέσω της διέγερσης των GABA B-υποδοχέων, με τη διέγερση αυτή να αναστέλλει με τη σειρά της την απελευθέρωση των διεγερτικών αμινοξέων του γλουταμικού και του ασπαρτικού. Η νευρομυϊκή μεταγωγή δεν επηρεάζεται από τη βακλοφαίνη.

Η βακλοφαίνη ασκεί, επίσης, αντιαλγαισθητική δράση. Η γενική καλή υγεία συχνά βελτιώνεται και η καταστολή αποτελεί λιγότερο συχνά πρόβλημα σε σχέση με τα κεντρικής δράσης φάρμακα.

Σε νευρολογικές ασθένειες που σχετίζονται με σπασμούς των σκελετικών μυών, οι κλινικές επιδράσεις της βακλοφαίνης παίρνουν τη μορφή ωφέλιμης δράσης στις αντανακλαστικές συσπάσεις των μυών και έκδηλης ανακούφισης από τους επώδυνους σπασμούς, αυτοματισμό και κλόνο. Η βακλοφαίνη βελτιώνει την κινητικότητα του ασθενούς, διευκολύνοντας τη διαχείριση των καθημερινών δραστηριοτήτων (συμπεριλαμβανομένου του καθετηριασμού) και της φυσιοθεραπείας. Η πρόληψη και η επούλωση των ελκών από κατάκλιση, και η βελτίωση στα μοτίβα του ύπνου (λόγω της απαλοιφής των επώδυνων μυικών σπασμών) και στη λειτουργία της κύστης και των σφιγκτήρων έχει παρατηρηθεί, επίσης, ως έμμεση επίδραση της θεραπείας με βακλοφαίνη.

Η βακλοφαίνη διεγείρει την έκκριση του γαστρικού οξέος.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση: Η βακλοφαίνη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα.

Δεν παρατηρείται σημαντική διαφορά ανάμεσα στο υγρό σκεύασμα της βακλοφαίνης και στο σκεύασμα της βακλοφαίνης υπό μορφή δισκίου σε σχέση με τις T , C και τη βιοδιαθεσιμότητα. Μετά την από max max του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσεων (10-30 mg), οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα καταγράφονται μετά από 0,5 και 1,5 ώρες και οι περιορχές κάτω από τις καμπύλες συγκέντρωσης ορού είναι αναλογικές με τη δόση.

Κατανομή: Ο όγκος κατανομής της βακλοφαίνης είναι 0,7 l/kg. Η δέσμευση πρωτεΐνης είναι περίπου 30% και είναι σταθερή σε εύρος συγκέντρωσης 10 νανογραμμαρίων/mL έως 300 μικρογραμμαρίων/mL. Στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, οι συγκεντρώσεις της δραστικής ουσίας είναι περίπου 8,5 φορές χαμηλότερες από ότι στο πλάσμα.

Βιομετασχηματισμός: Η βακλοφαίνη μεταβολίζεται σε μικρό μόνο βαθμό. Η απαμίνωση οδηγεί στον κύριο μεταβολίτη, β-(p-χλωροφαινολικό)-4-υδροξυβουτυρικό οξύ, ο οποίος είναι φαρμακολογικά μη δραστικός.

Απομακρυνση/απέκκριση: O χρόνος ημιζωής της βακλοφαίνης στο πλάσμα κυμαίνεται από 3 έως 4 ώρες. Το ποσοστό πρωτεϊνικής δέσμευσης στον ορό είναι περίπου 30%.

Η βακλοφαίνη απομακρύνεται κυρίως αμετάβλητη. Σε διάστημα 72 ωρών, το 75% περίπου της δόσης απομακρύνεται μέσω των νεφρών με το 5% περίπου αυτής της ποσότητας να απομακρύνεται ως μεταβολίτες.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας 65 ετών ή άνω):

Η φαρμακοκινητική της βακλοφαίνης στους ηλικιωμένους ασθενείς είναι ουσιαστικά ίδια με αυτή των ασθενών ηλικίας κάτω των 65 ετών. Η φαρμακοκινητική της βακλοφαίνης στους ηλικιωμένους ασθενείς είναι ουσιαστικά ίδια με αυτή των ασθενών ηλικίας κάτω των 65 ετών. Μετά από την από του στόματος εφάπαξ δοσολόγηση, οι ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν βραδύτερη απομάκρυνση αλλά παρόμοια συστηματική έκθεση βακλοφαίνης συγκριτικά με τους ενήλικες ηλικίας κάτω των 65 ετών. Η αναγωγή αυτών των αποτελεσμάτων σε θεραπεία πολλών δόσεων υποδεικνύει μη σημαντική φαρμακοκινητική διαφορά ανάμεσα στους ασθενείς ηλικίας κάτω των 65 ετών και τους ηλικιωμένους ασθενείς.

Παιδιατρικοί ασθενείς Μετά από την από του στόματος χορήγηση του δισκίου των 2,5 mg βακλοφαίνης σε παιδιά (ηλικίας 2 έως 12 ετών), έχει αναφερθεί Cmax 62,8±28,7 νανογραμμαρίων/mL, και Tmax σε εύρος 0,95 έως 2 ωρών, Έχει αναφερθεί μέση κάθαρση στο πλάσμα (CI) 315,9 mL/h/kg, όγκος κατανομής (Vd) 2,58 L/kg και χρόνος ημίσειας ζωής (T ) 5,10 ωρών.

1∕2 Ηπατική δυσλειτουργία Δεν είναι διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία μετά από τη χορήγηση της βακλοφαίνης. Ωστόσο, καθώς το ήπαρ δεν διαδραμματίζει σημαντικό ρόλο στη διάθεση της βακλοφαίνης, είναι απίθανο να μεταβληθεί η φαρμακοκινητική της βακλοφαίνης σε κλινικά σημαντικά επίπεδα σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Νεφρική δυσλειτουργία Δεν διατίθεται ελεγχόμενη κλινική φαρμακοκινητική μελέτη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία μετά από τη χορήγηση της βακλοφαίνης. Η βακλοφαίνη απεκκρίνεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα.

Η σποραδική συλλογή δεδομένων συγκέντρωσης στο πλάσμα μόνο σε γυναίκες ασθενείς υπό χρόνια αιμοκάθαρση ή με αντιρροπούμενη νεφρική ανεπάρκεια υποδεικνύει σημαντικά μειωμένη κάθαρση και αυξημένη ημίσεια ζωή της βακλοφαίνης σε αυτούς τους ασθενείς. Η προσαρμογή της δόσης της βακλοφαίνης βάσει των συστηματικών επιπέδων της θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με νεφρική

δυσλειτουργία, και η άμεση αιμοκάθαρση είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος αναστροφής της περίσσειας βακλοφαίνης στη συστηματική κυκλοφορία.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Αναπαραγωγική τοξικότητα Η από του στόματος χορηγούμενη βακλοφαίνη δε φαίνεται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στη γονιμότητα ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη σε μη τοξικά επίπεδα δόσης σε αρουραίους. Η βακλοφαίνη δεν είναι τερατογόνος σε ποντίκια, αρουραίους και κουνέλια σε δόσεις τουλάχιστον 2,1 φορές τη μέγιστη από του στόματος δόση σε mg/kg σε ενήλικες.

Η χορήγηση βακλοφαίνης από του στόματος αυξάνει την επίπτωση ομφαλοκηλών (κοιλιακών κηλών)

στα έμβρυα των αρουραίων που έλαβαν περίπου 8,3 φορές τη μέγιστη από του στόματος δόση ενηλίκων εκφραζόμενη ως δόση mg / kg. Δεν παρατηρήθηκαν τερατογόνες επιδράσεις σε ποντίκια ή κουνέλια. Η βακλοφαίνη που χορηγείται από του στόματος έχει δειχθεί να προκαλεί καθυστερημένη ανάπτυξη του εμβρύου (οστεοποίηση οστών) σε δόσεις που προκάλεσαν επίσης τοξικότητα στη μητέρα σε αρουραίους και κουνέλια.

Μεταλλαξιγένεση και καρκινογένεση Η βακλοφαίνη ήταν αρνητική ως προς τη δυνατότητα πρόκλησης μεταλλαξιγένεσης και καρκινογένεσης σε δοκιμασίες σε βακτήρια, κύτταρα θηλαστικών, μύκητες και κινεζικά χάμστερ. Τα στοιχεία υποστηρίζουν ότι η βακλοφαίνη είναι απίθανο να έχει δυνατότητα πρόκλησης μεταλλαξιγένεσης.

Η βακλοφαίνη δεν έδειξε δυνατότητα πρόκλησης μεταλλαξιγένεσης σε μία 2ετή μελέτη σε αρουραίους.

Έχει αναφερθεί φαινομενικά δοσοσχετιζόμενη αύξηση στην επίπτωση των ωοθηκικών κύστεων, και λιγότερο έκδηλη αύξηση στα διογκωμένα και/ή αιμορραγικά επινεφρίδια σε θήλεις αρουραίους υπό θεραπεία για 2 έτη. Η κλινική σχέση αυτών των ευρημάτων δεν είναι γνωστή.

Τα στοιχεία που έχουν προκύψει πειράματα προτείνουν ότι η βακλοφαίνη δεν διαθέτει καρκινογόνες ή μεταλλαξιογόνες ιδιότητες.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Άμυλο σιταριού Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Πολυβιδόνη Κολλοειδές άνυδρο οξείδιο πυριτίου Στεατικό μαγνήσιο

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται

6.3 Διάρκεια ζωής

3 έτη

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Να φυλάσσεται κάτω από τους 25°C.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Χάρτινη συσκευασία, η οποία περιέχει 50 δισκία έκαστη σε κυψέλες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Δεν υπάρχουν ειδικές οδηγίες χρήσης/χειρισμού.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

VIOFAR L.T.D.

Εθνικής Αντιστάσεως & Τριφυλλίας 76Α 13671, Αχαρναί, Αττική, Ελλάδα, τηλ.: + 30 2102468185, + 30 2102468725 Φαξ: + 30 2102461937 E-mail: info@viofar.gr Ιστοσελίδα: www.viofar.gr

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

8575/6-2-2007

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 14-11-1996 Ημερομηνία πρώτης ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας: 06-02-2007

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2306201_SPC_2306201_2.pdf