Clinio Logo
Clinio
XATRAL › ΠΧΠ

XATRAL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 1 πίνακας

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

XATRAL 5 mg δισκία επικαλυμμένα με υμένιο βραδείας αποδέσμευσης

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο Xatral επικαλυμμένο με υμένιο βραδείας αποδέσμευσης περιέχει υδροχλωρική αλφουζοσίνη 5 mg.

Έκδοχο με γνωστές δράσεις: κάθε δισκίο επικαλυμμένο με υμένιο βραδείας αποδέσμευσης περιέχει 19,6 mg υδρογονωμένου κικελαίου.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο βραδείας αποδέσμευσης.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Συμπτωματική θεραπεία της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη για βραχυχρόνια περίοδο, όταν η εγχείρηση για διάφορους λόγους πρέπει να καθυστερήσει.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Τρόπος χορήγησης: Από του στόματος. Η πρώτη δόση θα πρέπει να δίνεται πριν τον ύπνο.

Δοσολογία: Η δοσολογία εξατομικεύεται βάσει των αναγκών εκάστου ασθενούς.

Ενήλικες: 1 δισκίο 2 φορές ημερησίως (πρωί και βράδυ).

Ηλικιωμένοι: Ως προφύλαξη κατά τη συνταγογράφηση του Xatral 5 mg σε ηλικιωμένους ασθενείς ή στους υπερτασικούς ασθενείς υπό θεραπεία, συνιστάται να ξεκινά η δοσολογία από το 1 δισκίο των 5 mg 2 φορές ημερησίως (πρωί και βράδυ), ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.

Νεφρική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ως προφύλαξη, συνιστάται να ξεκινά η δοσολογία από το 1 δισκίο των 5 mg το βράδυ και να προσαρμόζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η αποτελεσματικότητα της αλφουζοσίνης δεν έχει καταδειχθεί σε παιδιά ηλικίας 2 έως 16 ετών (βλ.

παράγραφο 5.1). Επομένως, η αλφουζοσίνη δεν ενδείκνυται για χρήση στον παιδιατρικό πληθυσμό.

4.3 Αντενδείξεις

- Υπερευαισθησία στην αλφουζοσίνη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

- Ορθοστατική υπόταση

- Συνδυασμός με άλλους α -αποκλειστές

- Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια

- Ταυτόχρονη χορήγηση της ριτοναβίρης μόνης της ή σε συνδυασμό με ομπιτασβίρη/ παριταπρεβίρη, λοπιναβίρη, νιρματρελβίρη

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Προειδοποιήσεις Η αλφουζοσίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς, οι οποίοι λαμβάνουν αντιϋπερτασική φαρμακευτική αγωγή ή νιτρώδη.

Όπως συμβαίνει και με όλους τους α -αποκλειστές, σε ορισμένα άτομα, ιδιαίτερα στους ασθενείς στους οποίους χορηγούνται αντιϋπερτασικά φάρμακα ή νιτρώδη, μπορεί να αναπτυχθεί λίγες ώρες μετά τη χορήγηση ορθοστατική υπόταση με ή χωρίς συμπτώματα (ζάλη, κόπωση, εφίδρωση). Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ασθενής θα πρέπει να ξαπλώνει μέχρι να εξαλειφθούν εντελώς τα συμπτώματα.

Οι παρενέργειες αυτές είναι συνήθως παροδικές, εμφανίζονται κατά την έναρξη της θεραπείας και δεν εμποδίζουν συνήθως τη συνέχιση της θεραπείας. Έκδηλη μείωση της αρτηριακής πίεσης έχει αναφερθεί κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του προϊόντος σε ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (όπως υποκείμενες καρδιακές παθήσεις ή/και ταυτόχρονη αγωγή με αντιϋπερτασική φαρμακευτική αγωγή, βλ. παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος ανάπτυξης υπότασης και σχετιζόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών ενδέχεται να είναι μεγαλύτερος στους ηλικιωμένους ασθενείς.

Ο ασθενής θα πρέπει να προειδοποιείται για την ενδεχόμενη εμφάνιση τέτοιων ανεπιθύμητων ενεργειών.

Χρειάζεται προσοχή η χορήγηση του Xatral σε ασθενείς με συμπτωματική ορθοστατική υπόταση ή σε ασθενείς που είναι σε αντιϋπερτασική φαρμακευτική αγωγή ή νιτρώδη (βλ. παράγραφο 4.5).

Θα πρέπει να παρακολουθείται συχνά η αρτηριακή πίεση, ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας.

Υπάρχει κίνδυνος ισχαιμικών εγκεφαλικών διαταραχών σε ασθενείς με συμπτωματικές ή ασυμπτωματικές προϋπάρχουσες διαταραχές του κυκλοφορικού στον εγκέφαλο, λόγω του γεγονότος της δυνητικής ανάπτυξης υπότασης μετά από χορήγηση αλφουζοσίνης (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς με συγγενή παράταση του διαστήματος QTc, με γνωστό ιστορικό επίκτητης παράτασης του διαστήματος QTc ή εκείνοι που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι αυξάνουν το διάστημα QTc πρέπει να αξιολογούνται πριν και κατά τη διάρκεια της χορήγησης της αλφουζοσίνης.

Η αλφουζοσίνη, όπως και άλλοι α-αδρενεργικοί ανταγωνιστές έχουν συσχετισθεί με πριαπισμό (επίμονη επώδυνη στύση του πέους που δεν σχετίζεται με τη σεξουαλική δραστηριότητα). Επειδή αυτή η κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη ανικανότητα αν δεν αντιμετωπιστεί κατάλληλα, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Ταυτόχρονη χρήση αλφουζοσίνης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (όπως η ιτρακοναζόλη, η κετοκοναζόλη, αναστολείς πρωτεάσης, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη και νεφαζοδόνη) θα πρέπει να αποφεύγονται (βλ. παράγραφο 4.5). Η αλφουζοσίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με αναστολείς του CYP3A4 οι οποίοι είναι γνωστό ότι αυξάνουν το διάστημα QTc (π.χ. ιτρακοναζόλη και κλαριθρομυκίνη) και συνιστάται η προσωρινή διακοπή της θεραπείας με αλφουζοσίνη εάν ξεκινήσει η θεραπεία με τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα.

Τα Xatral 5 mg δισκία επικαλυμμένα με υμένιο βραδείας αποδέσμευσης περιέχουν υδρογονωμένο κικέλαιο, το οποίο μπορεί να προκαλέσει στομαχικές ενοχλήσεις και διάρροια.

Προφυλάξεις Πριν από την έναρξη της αγωγής πρέπει να αποκλείεται η περίπτωση της κακοήθειας (εξέταση από το ορθό και προσδιορισμός PSA).

Προσοχή θα πρέπει να δίνεται όταν η αλφουζοσίνη χορηγείται σε ασθενείς οι οποίοι είχαν έντονη υποτασική ανταπόκριση με κάποιον άλλο α -αποκλειστή. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά σταδιακά σε ασθενείς με υπερευαισθησία στους α -αποκλειστές. Το Xatral θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αντιϋπερτασικά φάρμακα ή νιτρικά άλατα (βλ.

παράγραφο 4.5). Η πίεση του αίματος θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά, ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας.

Σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, η ειδική αγωγή για τη στεφανιαία ανεπάρκεια θα πρέπει να συνεχίζεται. Εάν η στηθάγχη επανεμφανίζεται ή επιδεινώνεται, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση αλφουζοσίνης.

Όπως με όλους τους α -αποκλειστές, η αλφουζοσίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με οξεία καρδιακή ανεπάρκεια.

Κάποιοι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε εγχείρηση για καταρράκτη, οι οποίοι ήταν σε αγωγή ή έλαβαν προηγουμένως α -αποκλειστές παρουσίασαν το σύνδρομο διεγχειρητικής χαλαρής ίριδας [Intraoperative Floppy Iris Syndrome – IFIS, μία παραλλαγή του συνδρόμου μικρής κόρης (small pupil syndrome)]. Αν και ο κίνδυνος αυτής της παρενέργειας με το Xatral φαίνεται πολύ μικρός, οι χειρουργοί - οφθαλμίατροι πρέπει να πληροφορούνται, πριν την εγχείρηση για καταρράκτη, για τρέχουσα ή προηγούμενη αγωγή με α -αποκλειστές, επειδή το IFIS μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη πιθανότητα επιπλοκών κατά την εγχείρηση. Οι οφθαλμίατροι πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για πιθανές τροποποιήσεις στην χειρουργική τους τεχνική.

Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται ότι το δισκίο πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο. Κάθε άλλος τρόπος χορήγησης, όπως σπάσιμο, θρυμματισμός σε σκόνη, μάσημα ή άλεσμα δεν επιτρέπεται. Αυτές οι ενέργειες μπορεί να οδηγήσουν σε ακατάλληλη αποδέσμευση και απορρόφηση του φαρμάκου και επομένως σε πιθανές πρώιμες ανεπιθύμητες ενέργειες.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται:

- Αποκλειστές α -υποδοχέων (βλ. παράγραφο 4.3).

- Ριτοναβίρη μόνη της ή σε συνδυασμό με «ομπιτασβίρη/ παριταπρεβίρη, λοπιναβίρη και νιρματρελβίρη» (βλ. παράγραφο 4.3)

Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται:

- Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 όπως η ιτρακοναζόλη, η κετοκοναζόλη, αναστολείς πρωτεάσης, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη και νεφαζοδόνη, εφόσον τα επίπεδα της αλφουζοσίνης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν (βλ. παράγραφο 5.2).

Συνδυασμοί που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:

- Αντιϋπερτασικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.4)

- Νιτρώδη (βλ. Παράγραφο 4.4)

Γενικά αναισθητικά: η χορήγηση γενικών αναισθητικών σε ασθενή που ακολουθεί θεραπεία με αλφουζοσίνη μπορεί να οδηγήσει σε αστάθεια της πίεσης του αίματος.

Συνιστάται να διακόπτεται το φάρμακο 24 ώρες πριν τη χειρουργική επέμβαση.

Δεν παρατηρήθηκε φαρμακοδυναμική ή φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση της αλφουζοσίνης με βαρφαρίνη, διγοξίνη, υδροχλωροθειαζίδη και ατενολόλη.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Λόγω της ένδειξής του δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις αυτές.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης οχημάτων.

Ανεπιθύμητες ενέργειες όπως είναι ο ίλιγγος, η ζάλη και η αδυναμία μπορεί να εμφανιστούν ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την οδήγηση οχημάτων και το χειρισμό μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η παρακάτω κατάταξη (CIOMS) της συχνότητας εμφάνισης χρησιμοποιείται, όπου εφαρμόζεται:

Πολύ συχνές ≥10%, Συχνές ≥1 & <10%, Όχι συχνές ≥0,1 & <1%, Σπάνιες ≥0,01 & <0,1%, Πολύ σπάνιες <0,01%, μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία/Οργανικό ΣύστημαXatral 5 mg
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΣυχνές: λιποθυμία/ζάλη, κεφαλαλγία, ίλιγγος Όχι συχνές: υπνηλία, συγκοπή Μη γνωστή: ισχαιμικές εγκεφαλικές διαταραχές σε ασθενείς με υποκείμενες αγγειοεγκεφαλικές διαταραχές
Οφθαλμικές διαταραχέςΌχι συχνή: μη φυσιολογική όραση Μη γνωστή: σύνδρομο διεγχειρητικής χαλαρής ίριδας (βλ. παράγραφο 4.4)
Καρδιακές διαταραχέςΌχι συχνές: ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών Πολύ σπάνια: στηθάγχη σε ασθενείς με προϋπάρχουσα στεφανιαία νόσο (βλ. παράγραφο 4.4) Μη γνωστή: κολπική μαρμαρυγή
Αγγειακές διαταραχέςΣυχνή: υπόταση (ορθοστατική) (βλ. παράγραφο 4.4) Όχι συχνή: έξαψη
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΜη γνωστή: θρομβοπενία, ουδετεροπενία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματοςΌχι συχνή: ρινίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματοςΣυχνές: ναυτία, κοιλιακό άλγος, διάρροια, ξηροστομία Όχι συχνή: έμετος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΜη γνωστές: ηπατοκυτταρική βλάβη, χολοστατική νόσος του ήπατος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΌχι συχνές: εξάνθημα, κνησμός Πολύ σπάνιες: κνίδωση, αγγειοοίδημα
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΜη γνωστή: πριαπισμός
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΣυχνές: εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας Όχι συχνές: οίδημα, θωρακικό άλγος

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας, μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία

Τηλ: +357 22608607 Φαξ: + 357 22608669 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

4.9 Υπερδοσολογία

Δεν έχει αναφερθεί κανένα περιστατικό υπερδοσολογίας. Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε περιστατικά με καρδιακές ή εγκεφαλικές επιπλοκές. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας το περιστατικό πρέπει να αντιμετωπιστεί σε νοσοκομειακό περιβάλλον (γαστρική πλύση, αγγειοσύσπαση). Ο ασθενής θα πρέπει να παραμένει σε ύπτια θέση, και να ακολουθεί συμβατική θεραπεία για υπόταση.

Το πιο κατάλληλο αντίδοτο πιθανόν είναι ένα αγγειοσυσπαστικό φάρμακο που δρα κατευθείαν στις αγγειακές μυϊκές ίνες. Η αλφουζοσίνη δεν απομακρύνεται εύκολα με αιμοδιΰλιση λόγω της μεγάλης σύνδεσής της με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Σε περίπτωση γαστρικής πλύσης πρέπει να χορηγείται ενεργός άνθρακας.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Κωδικός ATC: G04CA01 Η αλφουζοσίνη είναι ένα δραστικό από του στόματος παράγωγο της κιναζολίνης.

Είναι ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής των μετασυναπτικών α -αδρενεργικών υποδοχέων.

In vitro φαρμακολογικές μελέτες έχουν αποδείξει την εκλεκτικότητα της αλφουζοσίνης για τους α -υποδοχείς που βρίσκονται στο τρίγωνο ουροδόχου κύστης, ουρήθρας και προστάτη.

Οι κλινικές εκδηλώσεις της Καλοήθους Υπερπλασίας του Προστάτη σχετίζονται με υποκυστική απόφραξη, ο μηχανισμός της οποίας περιλαμβάνει τόσο ανατομικούς (στατικούς) όσο και λειτουργικούς (δυναμικούς) παράγοντες. Η λειτουργική επίδραση της απόφραξης προκύπτει από την τάση του προστατικού λείου μυός, η οποία ελέγχεται από τους α -αδρενεργικούς υποδοχείς: η ενεργοποίηση των α -αδρενεργικών υποδοχέων διεγείρει τη σύσπαση του λείου μυός, αυξάνοντας επομένως τον τόνο του προστάτη, της προστατικής κάψας, της προστατικής ουρήθρας και της βάσης της ουροδόχου κύστης, και κατά συνέπεια, μειώνοντας την ουρηθρική πίεση και την αντίσταση, την απόφραξη της εκροής και ενδεχομένως την πιθανή αστάθεια της ουροδόχου κύστης.

Οι α-αποκλειστές μειώνουν την υποκυστική απόφραξη μέσω άμεσης δράσης στον προστατικό λείο μυ.

In vivo, μελέτες με ζώα έχουν δείξει ότι η αλφουζοσίνη μειώνει την ουρηθρική πίεση και επομένως, την αντίσταση στη ροή των ούρων κατά τη διάρκεια της διούρησης. Επιπλέον, η αλφουζοσίνη αναστέλλει την αύξηση του τόνου της ουρήθρας πιο γρήγορα από αυτήν του αγγειακού μυός και εμφανίζει λειτουργική ουροεκλεκτικότητα σε μη αναισθητοποιημένους νορμοτασικούς αρουραίους μειώνοντας την ουρηθρική πίεση σε δόσεις που δεν επηρεάζουν την αρτηριακή πίεση.

Στον άνθρωπο, η αλφουζοσίνη βελτιώνει τις παραμέτρους κένωσης μειώνοντας τον ουρηθρικό τόνο και την αντίσταση στο έσω στόμιο της ουρήθρας και διευκολύνει την κένωση της ουροδόχου κύστης.

Σε ελεγχόμενες με placebo μελέτες σε ασθενείς με ΚΥΠ, βρέθηκε ότι η αλφουζοσίνη:

• αυξάνει σημαντικά το μέσο μέγιστο ρυθμό ροής (Q ) σε ασθενείς με Q  15 ml/sec max max κατά 30%. Η βελτίωση αυτή παρατηρείται από την πρώτη δόση,

• μειώνει σημαντικά την πίεση του εξωστήρα μυός και αυξάνει τον όγκο παράγοντας μια ισχυρή επιθυμία κένωσης,

• μειώνει σημαντικά τον υπολειμματικό όγκο των ούρων.

Οι ευνοϊκές αυτές ουροδυναμικές επιδράσεις οδηγούν σε βελτίωση των συμπτωμάτων της κατώτερης ουροποιητικής οδού, δηλαδή, συμπτώματα πλήρωσης (ερεθιστικά) καθώς και κένωσης (αποφρακτικά), η οποία καταδείχθηκε καθαρά.

Η συχνότητα εμφάνισης οξείας κατακράτησης ούρων σε ασθενείς που ελάμβαναν αγωγή με αλφουζοσίνη ήταν χαμηλότερης συχνότητας απ’ ότι στους ασθενείς που δεν ελάμβαναν αγωγή.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η αλφουζοσίνη δεν ενδείκνυται για χρήση στον παιδιατρικό πληθυσμό (βλ. παράγραφο 4.2).

Η αποτελεσματικότητα της υδροχλωρικής αλφουζοσίνης δεν καταδείχθηκε σε δύο μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε 197 ασθενείς ηλικίας 2 έως 16 ετών με αυξημένη πίεση διαφυγής του εξωστήρα μυός (LPP≥40 cm H O) νευρολογικής αιτιολογίας. Οι ασθενείς ακολούθησαν αγωγή με υδροχλωρική αλφουζοσίνη 0,1 mg/kg/ημέρα ή 0,2 mg/kg/ημέρα χρησιμοποιώντας προσαρμοσμένες παιδιατρικές φαρμακοτεχνικές μορφές.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μορφή της αλφουζοσίνης άμεσης απελευθέρωσης Η αλφουζοσίνη απορροφάται καλώς, με μέση βιοδιαθεσιμότητα 64%. Οι μέγιστες δυνατές συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται γενικά μέσα σε 1,5 ώρα (οι τιμές κυμαίνονται από 0,5 έως 6 ώρες). Η κινητική εντός του εύρους της θεραπευτικής δόσης είναι γραμμική. Τα γενικά χαρακτηριστικά της κινητικής χαρακτηρίζονται από μεγάλες διακυμάνσεις των συγκεντρώσεων στο πλάσμα από άτομο σε άτομο. Η απομάκρυνση της αλφουζοσίνης χαρακτηρίζεται, σε υγιείς εθελοντές, από τελικό χρόνο ημιζωής 4,8 ώρες περίπου.

Η δέσμευση με τις ολικές πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 90% περίπου.

Η αλφουζοσίνη μεταβολίζεται σημαντικά από το ήπαρ, με μόνο το 11% της αρχικής ένωσης να απεκκρίνεται ως αμετάβλητο προϊόν στα ούρα. Η πλειοψηφία των μεταβολιτών (οι οποίοι είναι αδρανείς) απεκκρίνονται με τα κόπρανα (75-91%). Τα γενικά χαρακτηριστικά αυτής της φαρμακοκινητικής δεν επηρεάζονται από τη λήψη τροφής.

Σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 χρόνων, η απορρόφηση είναι πιο γρήγορη και τα μέγιστα επίπεδα είναι υψηλότερα. Η βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να είναι αυξημένη και σε ορισμένους ασθενείς ο όγκος κατανομής είναι μειωμένος. Ο χρόνος ημιζωής απομάκρυνσης παραμένει αμετάβλητος.

Ο όγκος κατανομής και η κάθαρση της αλφουζοσίνης είναι αυξημένα στη νεφρική ανεπάρκεια, με ή χωρίς διάλυση, λόγω αύξησης στο ελεύθερο κλάσμα. Η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ακόμα και όταν είναι σοβαρή (κάθαρση κρεατινίνης ανάμεσα στα 15 και 40 ml/λεπτό), δεν επηρεάζεται δυσμενώς από την αλφουζοσίνη.

Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, ο χρόνος ημιζωής απομάκρυνσης είναι παρατεταμένος.

Παρατηρείται μία διπλάσια αύξηση στις τιμές της C και μία τριπλάσια αύξηση στην AUC. Η max βιοδιαθεσιμότητα αυξάνεται σε σύγκριση με αυτήν που παρατηρείται σε υγιείς εθελοντές.

Τα γενικά χαρακτηριστικά φαρμακοκινητικής της αλφουζοσίνης δεν επηρεάζονται από τη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια.

Μορφή βραδείας αποδέσμευσης Όταν χορηγείται με τη μορφή της βραδείας αποδέσμευσης, το μέγιστο επίπεδο στο πλάσμα επιτυγχάνεται κατά προσέγγιση 3 ώρες μετά τη χορήγηση, με χρόνο ημιζωής απομάκρυνσης 8 ώρες.

Η βιοδιαθεσιμότητα μειώνεται προσεγγιστικά κατά 15% συγκρινόμενη με αυτήν της αλφουζοσίνης άμεσης απελευθέρωσης. Τα γενικά χαρακτηριστικά αυτής της φαρμακοκινητικής δεν επηρεάζονται από τη λήψη τροφής.

Μεταβολικές αλληλεπιδράσεις: Το CYP3A4 είναι η κύρια ισομορφή του ηπατικού ενζύμου που εμπλέκεται στο μεταβολισμό της αλφουζοσίνης. Η κετοκοναζόλη είναι ένας, ισχυρής δραστικότητας, αναστολέας του CYP3A4. Επαναλαμβανόμενες ημερήσιες δόσεις των 200 mg κετοκοναζόλης, για διάστημα 7 ημερών οδήγησε σε αύξηση της C (της τάξης του 2,11) και της AUC (της τάξης του max last 2,46) της αλφουζοσίνης 10 mg OD σε μεταγευματική κατάσταση. Άλλες παράμετροι όπως η t και η max t δεν μεταβλήθηκαν. Η επαναλαμβανόμενη για 8 ημέρες χορήγηση 400 mg κετοκοναζόλης 1/2Z ημερησίως προκάλεσε αύξηση της C της αλφουζοσίνης της τάξης του 2,3 και της AUC και της max last AUC της τάξης του 3,2 και του 3,0 αντίστοιχα (βλ. παράγραφο 4.5).

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν υπάρχουν επιπλέον στοιχεία κλινικής σημασίας.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1. Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου:

Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη όξινο διϋδρικό φωσφορικό ασβέστιο υδρογονωμένο κικέλαιο πολυβιδόνη στεατικό μαγνήσιο Επικάλυψη:

Υπρομελλόζη διοξείδιο του τιτανίου (E171)

προπυλενογλυκόλη οξείδια του σιδήρου [αποτελούμενα από: οξείδιο του σιδήρου ερυθρό (E172), οξείδιο του σιδήρου κίτρινο (E172)].

6.2. Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3. Διάρκεια ζωής

3 χρόνια

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες για τη φύλαξή του.

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη

Blisters από PVC/Aluminium foil (2 blist x 15 ή 3 blist x 10 ή 2 blist x 14) και το φύλλο οδηγιών χρήσης. Επίσης, διατίθεται και στις συσκευασίες μόνο για Νοσοκομειακή χρήση των 60 και 180 δισκίων.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Το δισκίο πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Sanofi-Aventis Μονοπρόσωπη AEBE Λεωφ. Συγγρού 348 – Κτίριο Α 176 74 Καλλιθέα – Αθήνα Τηλ.: +30 210 90 01 600 8. AΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ 41973/10/31-05-2011

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 17 Απριλίου 1997 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 31 Μαΐου 2011

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:1973802_SPC_1973802_6.pdf