1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
ZITAMIN 5 mg / mL Ενέσιμο διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
ZITAMIN 5 mg / mL Eνέσιμο διάλυμα:
1 mL ενέσιμου διαλύματος περιέχει ροπιβακαΐνη ως 5,29 mg μονοϋδρική υδροχλωρική ροπιβακαΐνη (που αντιστοιχεί σε 5 mg υδροχλωρική ροπιβακαΐνη).
Κάθε φύσιγγα 10 mL ενέσιμου διαλύματος περιέχει ροπιβακαΐνη ως 52,9 mg μονοϋδρική υδροχλωρική ροπιβακαΐνη (που αντιστοιχεί σε 50 mg υδροχλωρική ροπιβακαΐνη).
Κάθε φύσιγγα 20 mL ενέσιμου διαλύματος περιέχει ροπιβακαΐνη ως 105,8 mg μονοϋδρική υδροχλωρική ροπιβακαΐνη (που αντιστοιχεί σε 100 mg υδροχλωρική ροπιβακαΐνη).
Έκδοχo(α) με γνωστή δράση:
Περιέχει 3,15 mg / mL νάτριο.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ενέσιμο διάλυμα.
Διαυγές, άχρωμο διάλυμα.
pH 3,5 – 6.0 Oσμωτικότητα 270 – 320 mOsm / Kg
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το ZITAMIN 5 mg / mL ενδείκνυται σε ενήλικες για:
• ενδορραχιαία χορήγηση για χειρουργική αναισθησία Σε βρέφη ηλικίας από 1 έτους και παιδιά έως και 12 ετών για την αντιμετώπιση του οξέος άλγους (περιεγχειριτικά και μετεγχειρητικά):
• Εφάπαξ περιφερικός νευρικός αποκλεισμός
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Το ΖΙΤΑΜΙΝ πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από– ή υπό την επίβλεψη – των κλινικών ιατρών με εμπειρία στην περιοχική αναισθησία.
Ενδοραχιαία χορήγηση για χειρουργική αναισθησία Δοσολογία Ο ακόλουθος πίνακας είναι ένας οδηγός δοσολογίας για τον ενδοραχιαίο αποκλεισμό σε ενήλικες. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη απαιτούμενη δόση για την επίτευξη αποτελεσματικού αποκλεισμού. Η εμπειρία του κλινικού ιατρού και η γνώση της φυσικής κατάστασης του ασθενούς είναι πολύ σημαντικά για τον καθορισμό της δόσης.
Πίνακας 1 Δοσολογία για ενδορραχιαία χορήγηση σε ενήλικες
| Συγκ. mg/ mL | Όγκος mL | Δόση Mg | Έναρξη δράσης λεπτά | Διάρκεια ώρες | |
|---|---|---|---|---|---|
| ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ | |||||
| Ενδορραχιαία χορήγηση | |||||
| Χειρουργική επέμβαση | 5,0 | 3 - 5 | 15 - 25 | 1 - 5 | 2 - 6 |
| Οι δόσεις στον πίνακα είναι εκείνες που θεωρούνται απαραίτητες για την επίτευξη ενός επιτυχούς αποκλεισμού και αποτελούν κατευθυντήριες οδηγίες για χρήση σε ενήλικες. Διατομικές διαφορές παρατηρούνται στην έναρξη και στη διάρκεια δράσης. Τα στοιχεία της στήλης «Δόση» αντικατοπτρίζουν την αναμενόμενη μέση δοσολογική κλίμακα που απαιτείται. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εγχειρίδια που περιγράφουν τους παράγοντες που επηρεάζουν συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού καθώς και τις εξατομικευμένες απαιτήσεις των ασθενών. |
Η ενδορραχιαία χορήγηση δεν έχει τεκμηριωθεί ούτε σε βρέφη, νήπια αλλά ούτε σε παιδιά.
Μέθοδος χορήγησης Συνιστάται προσεκτική αναρρόφηση πριν και κατά την διάρκεια της ένεσης, προκειμένου να αποφευχθεί ενδοαγγειακή ένεση.
Η αναρρόφηση πρέπει να γίνεται πριν και κατά τη διάρκεια της χορήγησης της κύριας δόσης, η οποία θα πρέπει να εγχέεται αργά, με ρυθμό 25 – 50 mg / min, ενώ παράλληλα πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς και να διατηρείται λεκτική επαφή. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα τοξικότητας, η ένεση πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Η ενδορραχιαία ένεση πρέπει να πραγματοποιηθεί αφού έχει εντοπισθεί ο υπαραχνοειδής χώρος και φαίνεται να διαφεύγει καθαρό εγκεφαλονωτιαίο υγρό (CFS) από την ραχιαία βελόνα, ή ανιχνεύεται με αναρρόφηση.
Εφάπαξ ένεση για περιφερικό νευρικό αποκλεισμό Δοσολογία Πίνακας 2 Νεογνά ηλικίας 1 έτους και παιδιά έως 12 ετών
| Συγκ. m g / mL | Όγκος mL / kg | Δόση mg / kg | |
|---|---|---|---|
| Εφάπαξ έγχυση για περιφερικό νευρικό αποκλεισμό (π.χ. νευρογλοιακός νευρικός αποκλεισμός, αποκλεισμός βραχιονίου πλέγματος) σε παιδιά ηλικίας 1 έως 12 ετών | 5,0 | 0,5 – 0,6 | 2,5 – 3,0 |
Η δόση στον πίνακα θα πρέπει να θεωρηθεί ως κατευθυντήρια οδηγία για χρήση στην παιδιατρική.
Διαφοροποιήσεις από άτομο σε άτομο συμβαίνουν. Σε παιδιά με μεγάλο σωματικό βάρος είναι συχνά απαραίτητη η σταδιακή μείωση της δοσολογίας. Η δοσολογία πρέπει να βασίζεται στο ιδανικό βάρος σώματος. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εγχειρίδια που περιγράφουν τους παράγοντες που επηρεάζουν συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού καθώς και τις εξατομικευμένες απαιτήσεις των ασθενών Οι δόσεις που προορίζονται για περιφερικό αποκλεισμό σε βρέφη και παιδιά παρέχονται ως κατευθυντήριες οδηγίες για χρήση σε παιδιά χωρίς σοβαρή νόσο. Περισσότερο συντηρητικές δόσεις και στενή παρακολούθηση συνίστανται σε παιδιά με σοβαρές ασθένειες.
Το ΖΙΤΑΜΙΝ 5 mg / mL δεν έχει εγκριθεί για χρήση σε παιδιά <1 έτους. Η χρήση της ροπιβακαΐνης σε παιδιά νεογνικής ηλικίας δεν έχει τεκμηριωθεί.
Τρόπος χορήγησης Συνιστάται προσεκτική αναρρόφηση πριν και κατά τη διάρκεια της ένεσης προκειμένου να αποφευχθεί ενδοαγγειακή ένεση. Οι ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της ένεσης. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα τοξικότητας, η ένεση πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Συνιστάται κλασμάτωση της υπολογιζόμενης δόσης του τοπικού αναισθητικού, ανεξαρτήτως της οδού χορήγησης.
Για τις τεχνικές υπερήχων, μπορεί να απαιτούνται συχνά χαμηλότερες δοσολογίες (βλέπε παράγραφο 5.2).
Υψηλές ολικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα έχουν παρατηρηθεί όταν ροπιβακαΐνη 5 mg / mL εφαρμόστηκε σε δόσεις των 3,5 mg / kg (0,7 mL / kg), χωρίς την εμφάνιση συστημικών τοξικών συμβάντων. Συνιστάται η χρήση χαμηλότερης συγκέντρωσης ροπιβακαΐνης για αποκλεισμό, όπου απαιτούνται μεγάλες ποσότητες που υπερβαίνουν τη δόση των 3 mg / kg (0,6 mL / kg)
(π.χ.λαγονοβουβωνικός νευρικός αποκλεισμός ).
4.3 Αντενδείξεις
• Υπερευαισθησία στη ροπιβακαΐνη ή σε άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
• Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι γενικές αντενδείξεις που σχετίζονται με την περιοχική επισκληρίδιο αναισθησία, ανεξαρτήτως από το χρησιμοποιηθέν τοπικό αναισθητικό.
• Ενδοφλέβια περιοχική αναισθησία.
• Παρατραχηλική αναισθησία στη μαιευτική.
• Μείζονες νευρικοί αποκλεισμοί αντενδείκνυνται σε ασθενείς με υποογκαιμία.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η εφαρμογή της περιοχικής αναισθησίας πρέπει να διεξάγεται από εξειδικευμένο προσωπικό σε κατάλληλα εξοπλισμένο και στελεχωμένο χώρο. Πρέπει να υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα ιατρικά μηχανήματα και φαρμακευτικά προϊόντα απαραίτητα για την παρακολούθηση του ασθενούς και την περίπτωση επείγουσας εφαρμογής καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης.
Ασθενείς που δέχονται μείζονες αποκλεισμούς πρέπει να βρίσκονται στη βέλτιστη γενική κατάσταση και να τους έχει γίνει εισαγωγή ενδοφλέβιας παροχής πριν από τη διενέργεια του αποκλεισμού.
Ο υπεύθυνος κλινικός ιατρός πρέπει να πάρει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις ώστε να αποφευχθεί η ενδοαγγειακή ένεση (βλέπε παράγραφο 4.2) και να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένος και εξοικειωμένος με τη διάγνωση και την αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών, τη συστημική τοξικότητα και άλλες επιπλοκές.
Μετά από ενδορραχιαία χορήγηση, δεν αναμένεται να εμφανιστεί συστηματική τοξικότητα, λόγω της χαμηλής δόσης που χορηγήθηκε. Μια υπερβολική δόση που χορηγείται στον υποαραχνοειδές χώρο μπορεί να οδηγήσει σε ολικό ραχιαίο αποκλεισμό (βλ. Παράγραφο 4.9).
.
Καρδιαγγειακό Η επισκληρίδιος και η ενδορραχιαία αναισθησία μπορεί να οδηγήσουν σε υπόταση και βραδυκαρδία. Η υπόταση πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα με ενδοφλέβιο αγγειοσυσπαστικό, και με επαρκή αγγειακή πλήρωση.
Οι ασθενείς στους οποίους χορηγούνται αντιαρρυθμικά φάρμακα κλάσης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη) πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση και το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, καθώς οι καρδιακές επιπτώσεις μπορεί να είναι αθροιστικές.
Υπερευαισθησία Μία πιθανή διασταυρούμενη υπερευαισθησία με άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (βλέπε παράγραφο 4.3).
Υποογκαιμία Ασθενείς με υποογκαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας μπορεί να εμφανίσουν ξαφνική και οξεία υποτασική κρίση κατά τη διάρκεια της ενδοραχιαίας αναισθησίας, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιείται.
Ασθενείς με κακή γενική κατάσταση υγείας Ασθενείς σε κακή γενική κατάσταση λόγω προχωρημένης ηλικίας ή άλλων επιβαρυντικών παραγόντων όπως μερικός ή πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός, προχωρημένη ηπατική νόσος, ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή, αν και η περιοχική αναισθησία συνήθως ενδείκνυται σε αυτούς τους ασθενείς.
Ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και γι αυτό πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο. Οι επαναλαμβανόμενες δόσεις μπορεί να χρειαστεί να μειωθούν λόγω καθυστερημένης απομάκρυνσης. Φυσιολογικά, δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία όταν χρησιμοποιείται για θεραπεία εφάπαξ δόσης ή βραχυχρόνια θεραπεία. Η οξέωση και η μειωμένη συγκέντρωση των πρωτεϊνών του πλάσματος, που παρατηρούνται συχνά σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης συστημικής τοξικότητας.
Οξεία πορφυρία:
Η ροπιβακαΐνη προκαλεί πιθανόν πορφυρία και θα πρέπει να συνταγογραφείται σε ασθενείς με οξεία πορφυρία, μόνο όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη ασφαλέστερη εναλλακτική. Κατάλληλες προφυλάξεις πρέπει να λαμβάνονται σε περιπτώσεις ευάλωτων ασθενών, σύμφωνα με τα τυποποιημένα εγχειρίδια ή/και μετά από συμβουλή ειδικών επί της ασθένειας.
Έκδοχα με αναγνωρισμένη δράση/επίδραση 10 mL φύσιγγα: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 31,5 mg νατρίου ανά φύσιγγα, που ισοδυναμεί με 1,58 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
20 mL φύσιγγα: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 63 mg νατρίου ανά φύσιγγα, που ισοδυναμεί με 3,15 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν ακολουθείτε δίαιτα ελεγχόμενης πρόσληψης νατρίου.
Παρατεταμένη χορήγηση Παρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν
ταυτόχρονα θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2, όπως φλουβοξαμίνη και ενοξασίνη (βλέπε παράγραφο 4.5).
Παιδιατρικοί ασθενείς Ενδοραχιαία χορήγηση για χρήση σε βρέφη, εφήβους ή παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ροπιβακαΐνης 5 mg/mL για τους περιφερικούς νευρικούς αποκλεισμούς σε βρέφη ηλικίας κάτω του 1 έτους δεν έχουν θεμελιωθεί.
Το ΖΙΤΑΜΙΝ 5 mg / mL δεν έχει εγκριθεί για χρήση σε παιδιά <1 έτους. Τα νεογνά μπορεί να χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής λόγω ανεπαρκούς ωρίμανσης ορισμένων μεταβολικών οδών. Οι μεγαλύτερες διακυμάνσεις στις συγκεντρώσεις της ροπιβακαΐνης στο πλάσμα, που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες με νεογνά, υποδεικνύουν ότι μπορεί να υπάρχει υψηλός κίνδυνος συστημικής τοξικότητας σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Η ροπιβακαΐνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα τοπικά αναισθητικά ή παράγοντες με παρόμοια χημική δομή με τα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου π.χ. για ορισμένα ανιαρρυθμικά, όπως η λιδοκαϊνη και η μεξιλετίνη καθώς οι συστημικές τοξικές δράσεις είναι αθροιστικές. Ταυτόχρονη χρήση της ροπιβακαΐνης με γενικά αναισθητικά ή οπιοειδή μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την αμοιβαία ενίσχυση των ανεπιθύμητων ενεργειών τους. Ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης ροπιβακαΐνης και αντιαρρυθμικών φαρμάκων κλάσης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη), δεν έχουν διενεργηθεί αλλά συνιστάται προσοχή (βλέπε παράγραφο 4.4 «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση»).
Το κυτόχρωμα P450 (CYP) 1A2 λαμβάνει μέρος στο σχηματισμό της 3-υδρόξυ ροπιβακαΐνης, του κύριου μεταβολίτη. Η In vivo κάθαρση της ροπιβακαΐνης από το πλάσμα μειώθηκε κατά 77% κατά τη διάρκεια συγχορήγησης φλουβοξαμίνης, ενός εκλεκτικού και ισχυρού CYP1A2 αναστολέα. Έτσι, ισχυροί αναστολείς του CYP1A2, όπως η φλουβοξαμίνη και η ενοξακίνη, όταν δίνονται ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια παρατεταμένης χορήγησης ροπιβακαΐνης, μπορούν να αλληλεπιδράσουν. Παρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται ισχυροί αναστολείς του CYP1A2 (βλέπε επίσης 4.4).
Η in vivo κάθαρση της ροπιβακαΐνης από το πλάσμα μειώθηκε κατά 15% κατά τη διάρκεια συγχορήγησης με κετοκοναζόλη, ενός εκλεκτικού και ισχυρού αναστολέα του CYP3A4. Ωστόσο, η αναστολή αυτού του ισοενζύμου δε φαίνεται να έχει κλινική σημασία.
In vitro, η ροπιβακαΐνη είναι συναγωνιστικός αναστολέας για το CYP2D6, αλλά δε φαίνεται να αναστέλλει το συγκεκριμένο ισοένζυμο στις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται στο πλάσμα κατά τη κλινική πράξη.
4.6 Kύηση και γαλουχία Κύηση Εκτός από την επισκληρίδιο χορήγηση στη μαιευτική, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της ροπιβακαΐνης σε ανθρώπινη κύηση. Πειραματικές μελέτες στα ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην εγκυμοσύνη, στην εμβρυονική / εμβρυϊκή ανάπτυξη, στον τοκετό ή στην ανάπτυξη μετά την γέννηση (βλέπε παράγραφο 5.3).
Θηλασμός Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την απέκκριση της ροπιβακαΐνης στο ανθρώπινο γάλα.
4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Ανάλογα με τη δόση, τα τοπικά αναισθητικά μπορεί να έχουν μία μικρή επίδραση στην πνευματική λειτουργία και τον συντονισμό. Μπορεί να διαταράξουν προσωρινά τη κινητικότητα και την εγρήγορση, ακόμη και επί απουσίας εμφανούς τοξικότητας στο ΚΝΣ.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Γενικά Οι ανεπιθύμητες ενέργειες της ροπιβακαΐνης είναι παρόμοιες με εκείνες των άλλων τοπικών αναισθητικών μακράς δράσης τύπου αμιδίου.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να διακρίνονται από τις φυσιολογικές επιπτώσεις αυτού καθ’ αυτού του νευρικού αποκλεισμού π.χ. υπόταση και βραδυκαρδία κατά την ενδορραχιαία αναισθησία και γεγονότα που προκαλούνται από τη διάτρηση των βελόνων (π.χ. αιματώματα του νωτιαίου μυελού, πονοκέφαλος μετά την διάτρηση, μηνιγγίτιδα και επισκληρίδιο απόστημα). Πολλές από τις πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως η ναυτία, ο έμετος και η υπόταση, είναι πολύ συχνές κατά τη διάρκεια της αναισθησίας και της χειρουργικής επέμβασης γενικά, και δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε εκείνες που προκαλούνται από την κλινική κατάσταση από εκείνες που προκαλούνται από το φαρμακευτικό προϊόν ή τον αποκλεισμό.
Ολικός ραχιαίος αποκλεισμός μπορεί να εμφανιστεί με όλα τα τοπικά αναισθητικά εάν χορηγηθεί εκ παραδρομής ενδορραχιαία η επισκληρίδια δόση ή εάν χορηγηθεί μεγάλη ποσότητα ενδορραχιαίας δόσης.
Οι συστημικές και τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες της ροπιβακαΐνης συνήθως συμβαίνουν λόγω υπερβολικής δοσολογίας, ταχείας απορρόφησης ή εκ παραδρομής ενδοαγγειακής ένεσης. Ωστόσο, λόγω των χαμηλών δόσεων που χρησιμοποιούνται για ενδορραχιαία αναισθησία, δεν αναμένονται συστημικές τοξικές αντιδράσεις.
Πίνακας 4 Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Οι συχνότητες που χρησιμοποιούνται στο πίνακα της παραγράφου 4.8 είναι: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και πολύ σπάνιες (< 1/10.000), και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία ανά Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνιες | Αλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, αναφυλακτική καταπληξία, αγγειονευρωτικό οίδημα και κνίδωση) |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Όχι συχνές | Άγχος |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Παραισθησία, Ζάλη, Κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές | Συμπτώματα τοξικότητας του ΚΝΣ (Σπασμοί, επιληπτικοί σπασμοί (Grand mal), επιληπτικές κρίσεις, ελαφριά κεφαλαλγία, Περιστοματική παραισθησία, Μούδιασμα της γλώσσας, υπερακοϊά, εμβοές, οπτικές διαταραχές, Δυσαρθρία, Μυϊκές συσπάσεις, Τρόμος)*, Υπαισθησία | |
| Μη γνωστές | Δυσκινησία, σύνδρομο Horner | |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Βραδυκαρδία, Ταχυκαρδία |
| Σπάνιες | Καρδιακή ανακοπή, Καρδιακές αρρυθμίες | |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ συχνές | Υπότασηα |
| Συχνές | Υπέρταση | |
| Όχι συχνές | Συγκοπή | |
| ∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Όχι συχνές | Δύσπνοια |
| ∆ιαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνές | Ναυτία |
|---|---|---|
| Συχνές | Έμετοςβ | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές | Οσφυαλγία |
| ∆ιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Συχνές | Κατακράτηση ούρων |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Αύξηση θερμοκρασίας, Ρίγη |
| Όχι συχνές | Υποθερμία |
α Η υπόταση είναι λιγότερο συχνή στα παιδιά (>1/100).
β Ο έμετος είναι περισσότερο συχνός στα παιδιά (>1/10).
*Αυτά τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως λόγω λανθασμένης ενδοαγγειακής έγχυσης, υπερδοσολογίας ή ταχείας απορρόφησης (βλέπε παράγραφο 4.9).
Ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Νευρολογικές επιπλοκές Νευροπάθεια και δυσλειτουργία της σπονδυλικής στήλης (π.χ. σύνδρομο προσθίας νωτιαίας αρτηρίας, αραχνοειδίτιδα, σύνδρομο ιππουρίδος), που μπορούν σε σπάνιες περιπτώσεις να έχουν ως αποτέλεσμα μόνιμες συνέπειες, έχουν συσχετιστεί με την περιοχική αναισθησία, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιήθηκε.
Μετά από τη χορήγηση της επισκληριδίου, η κρανιακή διάχυση της τοπικής αναισθησίας ειδικά στις εγκύους γυναίκες μπορεί να οδηγήσει κατά περίπτωση σε σύνδρομο Horner, το οποίο χαρακτηρίζεται από μύση, πτώση και ανιδρωσία. Αυθόρμητη αποδρομή εμφανίζεται κατά τη διακοπή της θεραπείας.
Ολικός ραχιαίος αποκλεισμός Ολικός ραχιαίος αποκλεισμός μπορεί να συμβεί εάν χορηγηθεί πολύ μεγάλη ενδοραχιαία δόση.
Οξεία συστημική τοξικότητα Οι συστημικές τοξικές αντιδράσεις αφορούν πρωταρχικά το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) και το καρδιαγγειακό σύστημα (ΚΑΣ). Τέτοιες αντιδράσεις προκαλούνται από υψηλές συγκεντρώσεις τοπικού αναισθητικού στο αίμα, λόγω (λανθασμένης) ενδοαγγειακής ένεσης, υπερδοσολογίας ή ταχύτατης απορρόφησης σε περιοχή υψηλής αγγείωσης. Οι αντιδράσεις του ΚΝΣ είναι παρόμοιες για όλα τα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου, παρόλο που οι αντιδράσεις του καρδιακού συστήματος είναι περισσότερο εξαρτημένες από το φάρμακο τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά.
Κεντρικό νευρικό σύστημα Η τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος είναι μία σταδιακή αντίδραση με συμπτώματα και σημεία κλιμακούμενης βαρύτητας. Αρχικά, παρατηρούνται συμπτώματα όπως διαταραχές της όρασης ή της ακοής, περιστοματική αιμωδία, ζάλη, ελαφριά κεφαλαλγία, αίσθημα μουδιάσματος και παραισθησία.
Η δυσαρθρία, η μυϊκή ακαμψία και οι μυϊκές συσπάσεις είναι πιο σοβαρές και μπορεί να προηγούνται της έναρξης γενικευμένων σπασμών. Αυτά τα συμπτώματα δεν πρέπει να εκλαμβάνονται λανθασμένα με νευρωσική συμπεριφορά. Απώλεια συνείδησης και επιληπτικοί σπασμοί grand mal, μπορεί να ακολουθήσουν και να διαρκέσουν από λίγα δευτερόλεπτα έως αρκετά λεπτά. Υποξία και υπερκαπνία παρουσιάζονται ταχύτατα κατά τη διάρκεια των σπασμών, λόγω της αυξημένης μυϊκής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με την παρεμπόδιση της φυσιολογικής αναπνευστικής λειτουργίας. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί άπνοια. Η αναπνευστική και η μεταβολική οξέωση αυξάνει και παρατείνει τις τοξικές επιδράσεις των τοπικών αναισθητικών.
Η αποκατάσταση επέρχεται μετά την επανακατανομή του τοπικού αναισθητικού φαρμακευτικού προϊόντος από το κεντρικό νευρικό σύστημα και τον μετέπειτα μεταβολισμό και απέκκριση του. Η αποκατάσταση μπορεί να είναι ταχεία εκτός εάν έχουν χορηγηθεί πολύ μεγάλες ποσότητες φαρμακευτικού προϊόντος.
Τοξικότητα στο καρδιαγγειακό σύστημα Η τοξικότητα του καρδιαγγειακού υποδεικνύει μία σοβαρότερη κατάσταση. Υπόταση, βραδυκαρδία, αρρυθμία, ακόμη και καρδιακή ανακοπή, μπορεί να συμβούν ως αποτέλεσμα των υψηλών συστημικών συγκεντρώσεων των τοπικών αναισθητικών. Σε εθελοντές η ενδοφλέβια έγχυση ροπιβακαΐνης είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση σημείων καταστολής της αγωγιμότητας και συσταλτικότητας.
Οι επιδράσεις της τοξικότητας στο καρδιαγγειακό προηγούνται συνήθως των σημείων τοξικότητας από το ΚΝΣ, εκτός εάν ο ασθενής βρίσκεται υπό γενική αναισθησία ή υπό έντονη καταστολή με φάρμακα όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή τα βαρβιτουρικά.
Η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στα παιδιά αναμένεται να είναι ίδιες με αυτές των ενηλίκων, εκτός της υπότασης η οποία συμβαίνει λιγότερο συχνά σε παιδιά (<1 στα 10) και ο έμετος ο οποίος συμβαίνει περισσότερο συχνά σε παιδιά (>1 στα 10).
Στα παιδιά, μπορεί να είναι δύσκολο να ανιχνευτούν πρώιμα σημεία τοξικότητας από τοπικό αναισθητικό καθώς μπορεί να μην είναι ικανά να τα εκφράσουν λεκτικά (βλέπε παράγραφο 4.4).
Θεραπεία οξείας συστηματικής τοξικότητας Βλέπε παράγραφο 4.9.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται Για την Ελλάδα: στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Για την Κύπρο: στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Τηλ: +357 22608607, Φαξ: + 357 22608669, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs.
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα Λανθασμένες ενδοαγγειακές ενέσεις τοπικών αναισθητικών μπορεί να προκαλέσουν άμεσες (μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα έως μερικά λεπτά) συστημικές τοξικές αντιδράσεις. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να μην επιτευχθούν για μία έως δύο ώρες, ανάλογα με το σημείο της ένεσης και τα συμπτώματα τοξικότητας μπορεί να καθυστερήσουν (βλ.
Παράγραφο 4.8).
Μετά από ενδορραχιαία χορήγηση, δεν αναμένεται να εμφανιστεί συστημική τοξικότητα, λόγω της χαμηλής δόσης που χορηγήθηκε. Μία υπερβολική δόση που χορηγείται στον υποαραχνοειδές χώρο μπορεί να οδηγήσει σε ολική νάρκωση της σπονδυλική στήλης.
Θεραπευτική αγωγή Εάν εμφανιστούν σημεία οξείας συστημικής τοξικότητας, η ένεση του τοπικού αναισθητικού πρέπει να διακοπεί αμέσως και τα συμπτώματα του ΚΝΣ (σπασμοί, καταστολή του ΚΝΣ) πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα με κατάλληλη υποστήριξη των αεραγωγών / αναπνευστικών οδών και με τη χορήγηση αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων.
Σε περίπτωση διακοπής της αιματικής κυκλοφορίας, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί άμεση καρδιοαναπνευστική ανάνηψη. Η βέλτιστη οξυγόνωση, και ο αερισμός, η υποστήριξη της κυκλοφορίας καθώς και η αντιμετώπιση της οξέωσης είναι ζωτικής σημασίας.
Εάν παρουσιαστεί καρδιαγγειακή καταστολή (υπόταση, βραδυκαρδία), θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατάλληλη θεραπεία με ενδοφλέβια υγρά, αγγειοδιασταλτικάκαι / ή ινότροπα φάρμακα.
Σε περίπτωση καρδιακής ανακοπής, μπορεί να χρειαστούν παρατεταμένες προσπάθειες ανάνηψης για την επίτευξη επιτυχούς αποτελέσματος.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναισθητικά, τοπικά, αμίδια κωδικός ATC: N01B B09 Η ροπιβακαΐνη είναι ένα μακράς δράσης, τοπικό αναισθητικό, τύπου αμιδίου, με αναισθητική και αναλγητική δράση. Σε υψηλές δόσεις προκαλεί χειρουργική αναισθησία, ενώ σε χαμηλότερες δόσεις προκαλεί αισθητικό αποκλεισμό με περιορισμένο και μη εξελισσόμενο κινητικό αποκλεισμό.
Ο μηχανισμός δράσης είναι η αναστρέψιμη ελάττωση της διαπερατότητας της μεμβράνης των νευρικών ινών στα ιόντα νατρίου. Επομένως, μειώνεται η ταχύτητα εκπόλωσης και αυξάνεται η ουδός διεγερσιμότητας με αποτέλεσμα τον τοπικό αποκλεισμό των νευρικών ώσεων.
Η πιο χαρακτηριστική ιδιότητα της ροπιβακαΐνης είναι η μακρά διάρκεια δράσης. Η έναρξη και διάρκεια της αποτελεσματικότητας της τοπικής αναισθησίας εξαρτώνται από το σημείο χορήγησης και τη δόση, αλλά δεν επηρεάζεται από την παρουσία αγγειοσυσπαστικού (π.χ. αδρεναλίνη).
Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την έναρξη και διάρκεια δράσης, δείτε τον πίνακα στην παράγραφο 4.2 «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης».
Ενδοφλέβιες εγχύσεις ροπιβακαΐνης έγιναν καλά ανεκτές σε υγιείς εθελοντές σε χαμηλές δόσεις και με αναμενόμενα συμπτώματα από το ΚΝΣ στις μέγιστες ανεκτές δόσεις. Η κλινική εμπειρία με τη ροπιβακαΐνη δείχνει ότι έχει ικανοποιητικά όρια ασφάλειας όταν χρησιμοποιείται επαρκώς στις συνιστώμενες δόσεις.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η ροπιβακαΐνη έχει χειρικό κέντρο συμμετρίας και είναι διαθέσιμο ως καθαρό S-(-)-εναντιομερές.
Παρουσιάζει μεγάλη λιποδιαλυτότητα. Όλοι οι μεταβολίτες έχουν τοπική αναισθητική δράση, αλλά με αξιοσημείωτα μικρότερη ισχύ και μικρότερη διάρκεια δράσης από τη ροπιβακαΐνη.
Δεν υπάρχουν στοιχεία in vivo ρακεμοποίησης της ροπιβακαΐνης.
Η συγκέντρωση στο πλάσμα της ροπιβακαΐνης εξαρτάται από τη δόση, την οδό χορήγησης και την αγγείωση του σημείου που γίνεται η ένεση. Η ροπιβακαΐνη ακολουθεί γραμμική φαρμακοκινητική και η C είναι ανάλογη της δόσης.
max Η ροπιβακαΐνη παρουσιάζει πλήρη και διφασική απορρόφηση από τον επισκληρίδιο χώρο με χρόνο ημίσειας ζωής δύο φάσεων της τάξεως των 14 λεπτών και 4 ωρών στους ενήλικες. Η βραδεία απορρόφηση είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην απέκκριση της ροπιβακαΐνης, πράγμα που εξηγεί τη βραδύτερη απέκκριση μετά από επισκληρίδια χορήγηση συγκριτικά με την ενδοφλέβια χορήγηση.
Η ροπιβακαΐνη έχει μέση ολική κάθαρση πλάσματος της τάξης των 440 mL / min, νεφρική κάθαρση του 1 mL / min, όγκο κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση 47 λίτρα και τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 1,8 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η ροπιβακαΐνη έχει ενδιάμεση τιμή ηπατικής απέκκρισης
περίπου 0,4. Συνδέεται κυρίως με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη του πλάσματος με κλάσμα μη δεσμευμένης ουσίας περίπου 6%.
Έχει παρατηρηθεί αύξηση των ολικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα κατά τη διάρκεια συνεχούς επισκληρίδιου έγχυσης, που σχετίζεται με μετεγχειρητική αύξηση της α -όξινης γλυκοπρωτεΐνης.
Οι διακυμάνσεις του συγκέντρωσης της μη συνδεδεμένης ουσίας, δηλαδή της φαρμακολογικά ενεργούς ουσίας, είναι πολύ λιγότερες από την ολική συγκέντρωση στο πλάσμα.
Στα παιδιά ηλικίας μεταξύ 1 και 12 ετών, η φαρμακοκινητική της ροπιβακαΐνης μετά από περιοχική αναισθησία δεν έχει φανεί να επηερεάζεται από την ηλικία. Στην ομάδα αυτή η ροπιβακαϊνη έχει συνολική κάθαρση πλάσματος της τάξης των 7,5 mL / min kg, μη ελεγχόμενη κάθαρση πλάσματος 0,15 L / min kg, όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση 2,4 L / kg, μη συνδεδεμένο κλάσμα 5 % και τελικός χρόνος ημίσειας ζωής 3 ωρών. Η ροπιβακαΐνη παρουσιάζει διφασική απορρόφηση από τον ραχιαίο χώρο. Η κάθαρση που σχετίζεται με το σωματικό βάρος σε αυτή την ηλικιακή ομάδα είναι παρόμοια με εκείνη των ενηλίκων.
Η ροπιβακαΐνη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα και αποκαθίσταται ταχέως η ισορροπία των συγκεντρώσεων του ελεύθερου κλάσματος του φαρμάκου. Ο βαθμός της σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στο έμβρυο είναι μικρότερος απ' ότι στη μητέρα, με αποτέλεσμα η ολική συγκέντρωση στο πλάσμα να είναι μικρότερη στο έμβρυο απ' ότι στη μητέρα.
Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται εκτεταμένα, κυρίως μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης. Συνολικά το 86% της δόσης απεκκρίνεται με τα ούρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, από το οποίο μόνο το 1% σχετίζεται με την αμετάβλητη ροπιβακαΐνη. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η 3-υδρόξυ-ροπιβακαΐνη, περίπου 37% της οποίας απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως συζευγμένη. Η απέκκριση στα ούρα της 4-υδρόξυ-ροπιβακαΐνης, του Ν-απαλκυλιωμένου μεταβολίτη (PPX) και του 4-υδρόξυ απαλκυλιωμένου μεταβολίτη υπολογίζεται σε 1 – 3%. Η συζευγμένη και η μη συζευγμένη 3-υδρόξυ-ροπιβακαΐνης δίνει μόνο ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Η διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας έχει μικρή ή καθόλου επίδραση στη φαρμακοκινητική της ροπιβακαΐνης. Η νεφρική κάθαρση του PPX συσχετίζεται σημαντικά με την κάθαρση της κρεατινίνης. Η έλλειψη συσχέτισης μεταξύ της ολικής έκθεσης, εκφρασμένης ως AUC, και της κάθαρσης της κρεατινίνης, υποδεικνύει ότι η συνολική κάθαρση του PPX περιλαμβάνει και μη-νεφρική απέκκριση επιπλέον της νεφρικής. Κάποιοι ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να εμφανίζουν αυξημένη έκθεση σε PPX το οποίο είναι αποτέλεσμα μίας χαμηλής μη-νεφρικής κάθαρσης. Λόγω της μειωμένης τοξικότητας, συγκριτικά με τη ροπιβακαϊνη, του PPX στο ΚΝΣ, οι κλινικές συνέπειες της βραχυχρόνιας θεραπείας θεωρούνται αμελητέες. Οι ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση δεν έχουν μελετηθεί.
Η φαρμακοκινητική της ροπιβακαΐνης χαρακτηρίστηκε μέσα από μια ομαδοποιημένη μελέτη πληθυσμού βάσει στοιχείων από 192 παιδιά ηλικίας μεταξύ 0 και 12 ετών. Μέχρι την ωρίμανση της ηπατικής λειτουργίας, η μη δεσμευμένη ροπιβακαΐνη, η κάθαρση του PPX και ο όγκος κατανομής της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης, εξαρτώνται τόσο από το σωματικό βάρος όσο και από την ηλικία, μετά από τα οποία εξαρτώντα κυρίως από το σωματικό βάρος. Η ωρίμανση της κάθαρσης της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης φαίνεται να ολοκληρώνεται μέχρι την ηλικία των 3 ετών, της PPX μέχρι την ηλικία 1 έτους και του όγκου κατανομής της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης μέχρι την ηλικία των 2 ετών. Ο όγκος κατανομής του μη δεσμευμένου PPX εξαρτάται αποκλειστικά από το σωματικό βάρος. Επειδή ο μεταβολίτης PPX έχει μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής και χαμηλότερη κάθαρση μπορεί να συσσωρευτεί κατά την επισκληρίδιο έγχυση.
Η κάθαρση της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης (Cl ) σε ηλικίες μεγαλύτερες των 6 μηνών φθάνει στο u εύρος των τιμών των ενηλίκων. Οι τιμές της ολικής κάθαρσης της ροπιβακαΐνης (CL) που αναγράφονται στον πίνακα 5 είναι αυτές που δεν επηρεάζονται από την μετεγχειρητική αύξηση της AAG.
Πίνακας 4 Προσεγγιστικές τιμές των φαρμακοκινητικών παραμέτρων που έχουν προκύψει από την σ υγκεντρωτική φαρμακοκινητική ανάλυση παιδιατρικού πληθυσμού
| Ηλικία Ομάδα | BWα | Cluβ | Vuγ | CLδ | t ε 1/2 | t στ 1/2ppx |
|---|---|---|---|---|---|---|
| kg | (L/h/kg) | (L/kg) | (L/h/kg) | (h) | (h) | |
| Νεογέννητα | 3,27 | 2,40 | 21,86 | 0,096 | 6,3 | 43,3 |
| 1 μηνός | 4,29 | 3,60 | 25,94 | 0,143 | 5,0 | 25,7 |
| 6 μηνών | 7,85 | 8,03 | 41,71 | 0,320 | 3,6 | 14,5 |
| 1 έτους | 10,15 | 11,32 | 52,60 | 0,451 | 3,2 | 13,6 |
| 4 ετών | 16,69 | 15,91 | 65,24 | 0,633 | 2,8 | 15,1 |
| 10 ετών | 32,19 | 13,94 | 65,57 | 0,555 | 3,3 | 17,8 |
α Μέσο βάρος σώματος για την ανάλογη ηλικία από τη βάση δεδομένων του WHO.
β Κάθαρση της ελεύθερης ροπιβακαΐνης γ Όγκος κατανομής της ελεύθερης ροπιβακαΐνης δ Ολική κάθαρση της ροπιβακαΐνης ε Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ροπιβακαΐνης στ Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του PPX Η προσομοιωμένη μέση μέγιστη συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα (Cu ) έπειτα max από εφάπαξ κοκκυγικό αποκλεισμό (single caudal block) έτεινε να είναι υψηλότερη στα νεογνά, και ο χρόνος μέχρι την επίτευξη της Cu (t ) μειώθηκε με την αύξηση της ηλικίας (Πίνακας 6). Η max max προσομοιωμένη μέση συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα μετά από 72 ώρες συνεχούς επισκληρίδιου έγχυσης στους συνιστώμενους ρυθμούς έγχυσης, έδειξε επίσης υψηλότερα επίπεδα στα νεογνά σε σύγκριση με τα επίπεδα που σημειώθηκαν στα μεγαλύτερης ηλικίας νήπια και παιδιά. (βλέπε παράγραφο 4.4).
Πίνακας 5 Προσομοιωμένο μέσο και παρατηρούμενο εύρος της Cu του μη δεσμευμένου max φ αρμάκου έπειτα από εφάπαξ κοκκυγικό αποκλεισμό
| Ηλικιακή ομάδα | Δόση | Cu α max max | t β max max | Cu γ max max |
|---|---|---|---|---|
| (mg / kg) | (mg / L) | (ώρες) | (mg / L) | |
| 0 – 1 μηνός | 2,00 | 0,0582 | 2,00 | 0,05 – 0,08 (n=5) |
| 1 – 6 μηνών | 2,00 | 0,0375 | 1,50 | 0,02 – 0,09 (n=18) |
| 6 – 12 μηνών | 2,00 | 0,0283 | 1,00 | 0,01 – 0,05 (n=9) |
| 1 – 10 ετών | 2,00 | 0,0221 | 0,50 | 0,01 – 0,05 (n=60) |
α Μέγιστη συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα β Χρόνος μέχρι την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα γ Παρατηρηθείσα και προσαρμοσθείσα στη δόση μέγιστη συγκέντρωση μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα.
Στους 6 μήνες, όπου είναι το όριο για την αλλαγή στο συνιστώμενο ρυθμό δόσης για την επισκληρίδιο συνεχή έγχυση, η κάθαρση της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης έφτασε σε ποσοστό 34% και του μη δεσμευμένου PPX σε ποσοστό 71 % της ώριμης τιμής. Η τιμή της συστημικής έκθεσης είναι υψηλότερη στα νεογέννητα και επίσης κάπως υψηλότερη στα βρέφη ηλικίας μεταξύ 1 και 6 μηνών σε σύγκριση με τα μεγαλύτερα παιδιά, γεγονός που σχετίζεται με την ανεπαρκή ωρίμανση της ηπατικής λειτουργίας.
Ωστόσο, υπάρχει μερική αντιστάθμιση από την συνιστώμενη 50% χαμηλότερη δόση για συνεχή έγχυση σε βρέφη κάτω των 6 μηνών.
Προσομοιώσεις για το άθροισμα των συνολικών συγκεντρώσεων της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης και του PPX στο πλάσμα, βάσει των φαρμακοκινητικών παραμέτρων και της μεταβλητότητας που σημειώθηκε κατά την πληθυσμιακή ανάλυση, υποδηλώνουν πως στην περίπτωση του εφάπαξ κοκκυγικού αποκλεισμού η συνιστώμενη δόση θα πρέπει να αυξηθεί κατά έναν συντελεστή 2,7 στην νεότερη ηλικιακή ομάδα και κατά έναν συντελεστή 7,4 στην ομάδα 1 έως 10 ετών προκειμένου το άνω προγνωστικό όριο με διάστημα εμπιστοσύνης 90% να αγγίξει το κατώτερο όριο για συστημική τοξικότητα. Οι αντίστοιχοι παράγοντες που αφορούν τη συνεχή επισκληρίδιο έγχυση είναι 1,8 και 3,8 αντίστοιχα.
Σε μία μελέτη σε παιδιά ηλικίας 1 – 12 χρονών (n = 22) όπου χρησιμοποιήθηκε 3 mg / kg ροπιβακαΐνη συγκέντρωσης 5 mg / L, για εφάπαξ λαγονοβουβονικό-ιλεογαστρικό νευρικό αποκλεισμό, η απορρόφηση της ροπιβακαΐνης ήταν ταχεία με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να σημειώνονται 15 – 64 λεπτά μετά την έναρξη της ένεσης. Για τη συνολική ροπιβακαϊνη, η μέση τιμή Cmax κυμαίνεται 1,5 ± 0,9 mg / L (με υψηλότερη τιμή 4,8 mg / L) με μέση ημιζωή αποβολής 2,0 ± 1,7 ώρες. Η υπολογιζόμενη μη- δεσμευμένη συγκέντρωση πλάσματος μετά από 30 λεπτά ήταν 0,05 ± 0,03 mg / L και το εύρος στο Cmax είναι 0,02 – 0,136 mg / L.
Προσομοιώσεις για το άθροισμα των συνολικών συγκεντρώσεων της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης και του PPX στο πλάσμα, βάσει των φαρμακοκινητικών παραμέτρων και της μεταβλητότητας που σημειώθηκε κατά την πληθυσμιακή ανάλυση, υποδηλώνουν πως για εφήβους και παιδιά από 1 έως 12 ετών τα οποία έλαβαν εφάπαξ λαγονοβουβονικό νευρικό αποκλεισμό με δόση 3 mg/kg η μέση μη δεσμευμένη μέγιστη συγκέντρωση που επιτεύχθηκε μετά από 0,8 ώρες είναι 0,0347 mg/L, το οποίο αντιστοιχεί στο ένα δέκατο του κατώτερου ορίου τοξικότητας (0,34 mg/L). Το άνω όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης 90% για τη μέγιστη μη δεσμευμένη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 0,074 mg/L, το οποίο αντιστοιχεί στο ένα πέμπτο του κατώτερου ορίου τοξικότητας.
Σε μία δημοσιευμένη μελέτη που συγκρίνει τη φαρμακοκινητική μίας εφάπαξ ένεσης ροπιβακαΐνης 5 mg / mL για λαγονοβουβονικό-ιλεογαστρικό νευρικό αποκλεισμό με την τεχική του υπερήχου έναντι της landmark-καθοδηγούμενης τεχνικής, η τεχνική του υπέρηχου είχε ως αποτέλεσμα αύξηση κατά 45 – 56% των επιπέδων Cmax και AUC, αντίστοιχα, και μείωση του χρόνου επίτευξης μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα κατά 19% . Ως εκ τούτου, οι χαμηλότερες δοσολογίες μπορούν να εφαρμοστούν με την τεχνική του υπερήχου (βλ. Παράγραφο 4.2).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Βάση συμβατικών μελετών φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενη δόση χορήγησης, τοξικότητας κατά την αναπαραγωγή, ενδεχόμενης μεταλλαξογόνου δράσης και τοπικής τοξικότητας, δεν προέκυψαν ιδιαίτεροι κίνδυνοι για τον άνθρωπο, εκτός από τους αναμενόμενους με βάση την φαρμακοδυναμική δράση σε υψηλές δόσεις ροπιβακαΐνης (π.χ. συμπτώματα από το ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένων σπασμών και καρδιοτοξικότητας).
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Χλωριούχο νάτριο Υδροξείδιο του νατρίου (για ρύθμιση του pΗ)
Υδροχλωρικό οξύ (3,6%) (για ρύθμιση του pΗ)
Ενέσιμο ύδωρ
6.2 Ασυμβατότητες
Απουσία μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αραιώνεται ή να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Σε αλκαλικά διαλύματα ενδέχεται να δημιουργηθεί ίζημα, καθώς η ροπιβακαΐνη είναι ελάχιστα διαλυτή σε pH > 6.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια Διάρκεια ζωής μετά το πρώτο άνοιγμα:
Η χημική και φυσική σταθερότητα έχουν αποδειχθεί για 24 ώρες στους 2 – 8 °C.
Από μικροβιολογικής άποψης, εκτός και αν η μέθοδος ανοίγματος του περιέκτη αποκλείει τον κίνδυνο μικροβιακής μόλυνσης, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δε χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι διατήρησης κατά τη χρήση και οι συνθήκες φύλαξης αποτελούν ευθύνη του χρήστη.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Φύσιγγες πολυπροπυλένιου (σε συσκευασία κυψέλης): Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30 oC. Mην καταψύχετε.
Φύσιγγες πολυπροπυλένιου (χωρίς συσκευασία κυψέλης): Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το πρώτο άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Αποστειρωμένες φύσιγγες πολυπροπυλένιου σε κυψέλες που τοποθετούνται σε κουτί.
ή Φύσιγγες πολυπροπυλένιου σε κουτί. Αυτός ο περιέκτης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε καμία διεγχειρητική (άσηπτη) διαδικασία.
Συσκευασίες:
Κουτιά με 5, 50, 50 (5 x 2 x 5) [πολυσυσκευασία] κυψέλες όπου η καθεμία περιέχει μια αποστειρωμένη φύσιγγα των 10 mL ή 20 mL ενέσιμου διαλύματος.
Κουτιά με 5, 50, 50 (5 x 2 x 5) [πολυσυσκευασία] φύσιγγες των 10 mL ή 20 mL ενέσιμου διαλύματος.
Αυτές οι συσκευασίες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε καμία διεγχειρητική (άσηπτη) διαδικασία.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την απόρριψη και το χειρισμό του προϊόντος
Μόνο οι συσκευασίες που περιέχουν αποστειρωμένες φύσιγγες σε κυψέλες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διεγχειρητική (άσηπτη) διαδικασία.
Το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν από τη χρήση. Το διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν είναι διαυγές, πρακτικά ελεύθερο σωματιδίων και ο περιέκτης να είναι άθικτος.
Ο άθικτος περιέκτης δεν πρέπει να ξανα-αποστειρώνεται.
Το ενέσιμο διάλυμα προορίζεται για μία μόνο χρήση.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας στην Ελλάδα:
DEMO ΑΒΕΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΑΡΜΑΚΩΝ 21ο χλμ Εθν. Οδού Αθηνών-Λαμίας, 14568 Κρυονέρι, Αττικής, Ελλάδα, Τ: +30 210 8161802, F: +30 210 8161587 Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας στην Κύπρο:
Noridem Enterprises Limited Ευαγόρου & Μακαρίου, Κτίριο Μίτση 3, Γραφείο 115, 1065 Λευκωσία, Κύπρος
8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Για Ελλάδα:109574/20-09-2019 Για Κύπρο: 023021
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Για Ελλάδα:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 20/09/2019 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:
Για Κύπρο:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 23/09/2019 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Για Ελλάδα: 12/07/2024 Για Κύπρο: 12/07/2024