Clinio Logo
Clinio
ZOVIRAX › ΠΧΠ

ZOVIRAX — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 4 πίνακες

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ

ZOVIRAX

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Δισκία 200 mg ακυκλοβίρης Eναιώρημα πόσιμο 400 mg / 5 ml ακυκλοβίρης Δισκία 200 mg: δισκία λευκά, στρογγυλά αμφίκυρτα με το “GXCL3” τυπωμένο στη μία όψη, σε συσκευασία μπλίστερ, 25 δισκία ανά κουτί.

Εναιώρημα πόσιμο 400 mg/5 ml:

Λευκό, παχύρευστο εναιώρημα με γεύση και άρωμα πορτοκαλιού, σε συσκευασία γυάλινης φιάλης χρώματος καραμελέ, περιεχόμενου όγκου 100 ml.

Νατριούχος ακυκλοβίρη: νατριούχος 9-{(2-υδροξυ-αιθοξυ)μεθυλο}-γουανίνη

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Zovirax δισκία 200 mg, Πόσιμο εναιώρημα 400 mg/5 ml

• Το Zovirax ενδείκνυται για τη θεραπεία λοιμώξεων από τον ιό του απλού έρπητα του δέρματος και των βλεννογόνων, συμπεριλαμβανομένου του πρωτοπαθούς και του υποτροπιάζοντος έρπητα των γεννητικών οργάνων (εξαιρουμένου του νεογνικού HSV και των σοβαρών λοιμώξεων από HSV σε ανοσοκατεσταλμένα παιδιά)

• Το Zovirax ενδείκνυται για την καταστολή (πρόληψη των υποτροπών)

επαναλαμβανόμενων λοιμώξεων απλού έρπητα σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς.

• Το Zovirax ενδείκνυται για την προφύλαξη από λοιμώξεις απλού έρπητα σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

• To Zovirax ενδείκνυται για τη θεραπεία λοιμώξεων ανεμευλογιάς (όταν είναι κλινικά σχετικές) συμπεριλαμβανομένης της ανεμευλογιάς και για τη θεραπεία του έρπητα ζωστήρα, βλέπε παράγραφο 5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Πίνακας 1: Περίληψη της δοσολογίας σε όλες τις ενδείξεις Θεραπευτική ένδειξη Δοσολογία

Θεραπεία λοιμώξεων από τον ιό του απλού έρπητα του δέρματος και των βλεννογόνωνΑνοσοεπαρκείς και ανοσοκατεσταλμένοι ενήλικες 200 mg 5 φορές την ημέρα για 5 ημέρεςΑνοσοεπαρκή και ανοσοκατεσταλμένα παιδιά Παιδιά ≥2 ετών: 200 mg 5 φορές την ημέρα για 5 ημέρες Βρέφη και παιδιά κάτω των 2 ετών: 100 mg 5 φορές την ημέρα για 5 ημέρες
Καταστολή των υποτροπιαζουσών λοιμώξεων απλού έρπηταΑνοσοεπαρκείς ενήλικες 200 mg 4 φορές την ημέρα. 400 mg 2 φορές την ημέρα (διάρκεια θεραπείας 6-12 μήνες)-
Προφύλαξη από λοιμώξεις απλού έρπητα σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείςΑνοσοκατεσταλμένοι ενήλικες 200 mg 4 φορές την ημέρα (η διάρκεια της θεραπείας καθορίζεται από τη διάρκεια της περιόδου κινδύνου)Ανοσοκατεσταλμένα παιδιά Παιδιά ≥2 ετών: 200 mg 4 φορές την ημέρα Βρέφη και παιδιά κάτω των 2 ετών: 100 mg 4 φορές την ημέρα (η διάρκεια της θεραπείας καθορίζεται από τη διάρκεια της περιόδου κινδύνου)
Θεραπεία λοιμώξεων ανεμευλογιάς, συμπεριλαμβανομένης της ανεμευλογιάςΑνοσοεπαρκείς ενήλικες 800 mg 5 φορές την ημέρα για 7 ημέρεςΑνοσοεπαρκή παιδιά 6 ετών και άνω: 800 mg 4 φορές την ημέρα για 5 ημέρες 2 - < 6 ετών: 400 mg 4 φορές την ημέρα για 5 ημέρες Κάτω από 2 ετών: 200 mg 4 φορές την ημέρα για 5 ημέρες
Θεραπεία λοιμώξεων από έρπητα ζωστήραΑνοσοεπαρκείς ενήλικες 800 mg 5 φορές την ημέρα για 7 ημέρες

Πίνακας 2: Περίληψη της δοσολογίας για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Κάθαρση κρεατινίνηςΔοσολογία
10-25 ml/λεπτόΛοιμώξεις ανεμευλογιάς συμπεριλαμβανομένης της ανεμευλογιάς και του έρπητα ζωστήρα: 800 mg 3 φορές την ημέρα
< 10 ml/λεπτόΛοιμώξεις από τον ιό του απλού έρπητα: 200 mg 2 φορές την ημέρα Καταστολή υποτροπιαζουσών λοιμώξεων απλού έρπητα σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς: 200 mg 2 φορές την ημέρα Προφύλαξη από λοιμώξεις απλού έρπητα σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς: 200 mg 2 φορές την ημέρα Λοιμώξεις ανεμευλογιάς συμπεριλαμβανομένης της ανεμευλογιάς και του έρπητα ζωστήρα: 800 mg 2 φορές την ημέρα

Πόσιμο εναιώρημα 400 mg/5 ml Πίνακας 3: Πίνακας μετατροπής του πόσιμου εναιωρήματος Zovirax

Δοσολογία400 mg/5 ml πόσιμο εναιώρημα Όγκος
100 mg1,25 ml
200 mg2,5 ml
400 mg5 ml
800 mg10 ml

Ανατρέξτε στο παρακάτω κείμενο για λεπτομερή δοσολογική σύσταση.

Δισκία των 200 mg, πόσιμο εναιώρημα των 400 mg/5 ml Θεραπεία του απλού έρπητα Για τη θεραπεία λοιμώξεων από απλό έρπητα 200 mg ακυκλοβίρης πρέπει να λαμβάνονται πέντε φορές ημερησίως σε διαστήματα περίπου τεσσάρων ωρών, παραλείποντας τη νυχτερινή δόση. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί για πέντε ημέρες, αλλά σε σοβαρές αρχικές λοιμώξεις μπορεί να χρειαστεί να παραταθεί.

Σε σοβαρά ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς (π.χ. μετά από μεταμόσχευση μυελού των οστών) ή σε ασθενείς με μειωμένη απορρόφηση από το έντερο, η δόση μπορεί να διπλασιαστεί στα 400 mg ή, εναλλακτικά, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο ενδοφλέβιας χορήγησης.

Η χορήγηση πρέπει να ξεκινήσει όσο το δυνατόν νωρίτερα μετά την έναρξη των συμπτωμάτων της λοίμωξης. Για τα υποτροπιάζοντα επεισόδια αυτό θα πρέπει κατά προτίμηση να γίνεται κατά τη πρόδρομη περιόδο ή όταν εμφανίζονται για πρώτη φορά βλάβες.

Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο νεφρικής δυσλειτουργίας σε ηλικιωμένους και η δοσολογία πρέπει να αναπροσαρμόζεται αναλόγως (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία).

Θα πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση των ηλικιωμένων ασθενών που λαμβάνουν υψηλές από του στόματος δόσεις ακυκλοβίρης.

δυσλειτουργία. Θα πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση. Στη θεραπεία λοιμώξεων απλού έρπητα σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, οι συνιστώμενες από του στόματος δόσεις δεν θα οδηγήσουν σε συσσώρευση ακυκλοβίρης πάνω από τα επίπεδα που έχουν αποδειχθεί ασφαλή με ενδοφλέβια έγχυση. Ωστόσο, για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 10 ml/min) συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης στα 200 mg δύο φορές ημερησίως σε διαστήματα περίπου δώδεκα ωρών.

Για τη θεραπεία λοιμώξεων από απλό έρπητα, τα παιδιά ηλικίας δύο ετών και άνω θα πρέπει να λαμβάνουν δόσεις ενηλίκων και τα βρέφη και τα παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετών θα πρέπει να λαμβάνουν τη μισή δόση των ενηλίκων.

Για τη θεραπεία νεογνικών λοιμώξεων από τον ιό του έρπητα, συνιστάται ενδοφλέβια ακυκλοβίρη.

Καταστολή (πρόληψη υποτροπών) υποτροπιαζουσών λοιμώξεων απλού έρπητα σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς Για την καταστολή των λοιμώξεων από απλό έρπητα σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς, 200 mg ακυκλοβίρης θα πρέπει να λαμβάνονται τέσσερις φορές ημερησίως σε διαστήματα περίπου έξι ωρών.

Πολλοί ασθενείς μπορούν να αντιμετωπιστούν για ευκολία με αγωγή 400 mg ακυκλοβίρης δύο φορές ημερησίως σε μεσοδιαστήματα περίπου δώδεκα ωρών.

Η τιτλοποίηση της δοσολογίας έως 200 mg ακυκλοβίρης λαμβανόμενη τρεις φορές ημερησίως σε διαστήματα περίπου οκτώ ωρών ή ακόμα και δύο φορές ημερησίως σε διαστήματα περίπου δώδεκα ωρών, μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική.

Μερικοί ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν λοιμώξεις σε συνολικές ημερήσιες δόσεις των 800 mg ακυκλοβίρης.

Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται περιοδικά σε διαστήματα έξι έως δώδεκα μηνών προκειμένου να παρατηρηθούν πιθανές αλλαγές στη φυσική ιστορία της νόσου.

Η πιθανότητα νεφρικής δυσλειτουργίας στους ηλικιωμένους πρέπει να εξετάζεται και η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία). Θα πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση των ηλικιωμένων ασθενών που λαμβάνουν υψηλές από του στόματος δόσεις ακυκλοβίρης.

δυσλειτουργία. Θα πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση. Στην προφύλαξη από λοιμώξεις απλού έρπητα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, οι συνιστώμενες από του στόματος δόσεις δεν θα οδηγήσουν σε συσσώρευση ακυκλοβίρης πάνω από τα επίπεδα που έχουν καθοριστεί για την ασφαλή ενδοφλέβια έγχυση. Ωστόσο, για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 10 ml/min) συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης στα 200 mg δύο φορές ημερησίως σε διαστήματα περίπου δώδεκα ωρών.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την καταστολή των λοιμώξεων απλού έρπητα σε ανοσοεπαρκή παιδιά.

Πρόληψη του απλού έρπητα σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς Για την πρόληψη των λοιμώξεων από απλό έρπητα σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, 200 mg ακυκλοβίρης θα πρέπει να λαμβάνονται τέσσερις φορές ημερησίως σε διαστήματα περίπου έξι ωρών. Σε σοβαρά ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς (π.χ.

μετά από μεταμόσχευση μυελού των οστών) ή σε ασθενείς με μειωμένη απορρόφηση από το έντερο, η δόση μπορεί να διπλασιαστεί στα 400 mg ή, εναλλακτικά, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο ενδοφλέβιας χορήγησης. Η διάρκεια της προφυλακτικής χορήγησης καθορίζεται από τη διάρκεια της περιόδου κινδύνου.

Η πιθανότητα νεφρικής δυσλειτουργίας στους ηλικιωμένους πρέπει να εξετάζεται και η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία). Θα πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση των ηλικιωμένων ασθενών που λαμβάνουν υψηλές από του στόματος δόσεις ακυκλοβίρης.

δυσλειτουργία. Θα πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση. Στην προφύλαξη από λοιμώξεις απλού έρπητα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, οι συνιστώμενες δόσεις από το στόμα δεν θα οδηγήσουν σε συσσώρευση ακυκλοβίρης πάνω από τα επίπεδα που έχουν αποδειχθεί για την ασφαλή ενδοφλέβια έγχυση. Ωστόσο, για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 10 ml/min) συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας στα 200 mg δύο φορές ημερησίως σε διαστήματα περίπου δώδεκα ωρών.

Για την προφύλαξη από λοιμώξεις απλού έρπητα στα ανοσοκατεσταλμένα παιδιά ηλικίας δύο ετών και άνω θα πρέπει να χορηγείτε δοσολογία ενηλίκων και βρέφη και παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετών θα πρέπει να λαμβάνουν τη μισή δόση ενηλίκων.

Θεραπεία ανεμευλογιάς και έρπητα ζωστήρα Για τη θεραπεία λοιμώξεων ανεμευλογιάς και έρπητα ζωστήρα, 800 mg ακυκλοβίρης θα πρέπει να λαμβάνονται πέντε φορές ημερησίως σε διαστήματα περίπου τεσσάρων ωρών, παραλείποντας τη νυχτερινή δόση. Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για επτά ημέρες.

Σε σοβαρά ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς (π.χ. μετά από μεταμόσχευση μυελού των οστών) ή σε ασθενείς με μειωμένη απορρόφηση από το έντερο, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης ενδοφλέβιας χορήγησης. Η χορήγηση πρέπει να ξεκινά όσο το δυνατόν νωρίτερα μετά την έναρξη μιας λοίμωξης. Η θεραπεία αποδίδει καλύτερα αποτελέσματα εάν ξεκινήσει το συντομότερο δυνατό μετά την εμφάνιση του εξανθήματος.

Η πιθανότητα νεφρικής δυσλειτουργίας στους ηλικιωμένους πρέπει να εξετάζεται και η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία).

Θα πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση των ηλικιωμένων ασθενών που λαμβάνουν υψηλές από του στόματος δόσεις ακυκλοβίρης.

δυσλειτουργία. Θα πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση.

Στη θεραπεία λοιμώξεων από τον ιό ανεμευλογιάς και έρπητα ζωστήρα, συνιστάται η αναπροσαρμογή της δόσης σε 800 mg δύο φορές ημερησίως, σε διαστήματα περίπου δώδεκα ωρών, για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 10 ml/min) και σε 800 mg τρεις φορές ημερησίως, σε διαστήματα περίπου 8 ωρών, για ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης στην περιοχή 10 έως 25 ml/min).

Για τη θεραπεία λοιμώξεων ανεμευλογιάς σε παιδιά:

6 ετών και άνω: 800 mg ακυκλοβίρης τέσσερις φορές ημερησίως 2 - < 6 ετών: 400 mg ακυκλοβίρης τέσσερις φορές ημερησίως Κάτω των 2 ετών: 200 mg ακυκλοβίρης τέσσερις φορές ημερησίως Η δοσολογία μπορεί να υπολογιστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ως 20 mg ακυκλοβίρης/kg βάρους σώματος (όχι πάνω από 800 mg) τέσσερις φορές ημερησίως.

Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί για πέντε ημέρες.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη θεραπεία λοιμώξεων από έρπητα ζωστήρα σε ανοσοεπαρκή παιδιά.

4.3 Αντενδείξεις

Τα δισκία και το εναιώρημα αντενδείκνυνται σε ασθενείς που είναι γνωστό ότι είναι υπερευαίσθητοι στην ακυκλοβίρη ή τη βαλακυκλοβίρη ή κάποιο από τα έκδοχα.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (SCARs)

Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ακυκλοβίρη έχουν αναφερθεί οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) και φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) και σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS).

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα των σοβαρών δερματικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων και θα πρέπει να αναζητούν αμέσως ιατρική συμβουλή από τον γιατρό τους κατά την παρατήρηση οποιωνδήποτε ενδεικτικών σημείων ή συμπτωμάτων. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, η ακυκλοβίρη πρέπει να διακόπτεται άμεσα και να και να εξεταστεί μια εναλλακτική θεραπεία (κατά περίπτωση). Εάν ο ασθενής εμφανίσει μία σοβαρή δερματική ανεπιθύμητη αντίδραση όπως SJS, TEN, DRESS ή AGEP κατά τη χρήση της ακυκλοβίρης, δεν πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου θεραπεία με ακυκλοβίρη ή βαλακυκλοβίρη σε αυτόν το ασθενή οποιαδήποτε στιγμή.

Επαρκής ενυδάτωση πρέπει να διατηρείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ακυκλοβίρη ενδοφλέβια ή σε υψηλές δόσεις.

Ο κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας αυξάνεται με τη ταυτόχρονη χορήγηση άλλων νεφροτοξικών φαρμάκων.

Χρήση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και σε ηλικιωμένους ασθενείς:

Η ακυκλοβίρη απεκκρίνεται μέσω νεφρικής κάθαρσης, επομένως η δόση πρέπει να μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2). Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανό να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία και επομένως πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη για μείωση της δόσης σε αυτή την ομάδα ασθενών. Τόσο οι ηλικιωμένοι ασθενείς όσο και οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία είναι σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών και θα πρέπει να

παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις τέτοιων καταστάσεων. Στις αναφερθείσες περιπτώσεις, αυτές οι αντιδράσεις ήταν γενικά αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.8).

Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.2). Σε πειραματόζωα που έλαβαν υψηλές δόσεις παρεντερικά παρατηρήθηκε μείωση της σπερματογένεσης. Στον άνθρωπο δεν υπήρξαν παρόμοια ευρήματα.

Λόγω της πιθανότητας μόλυνσης του ερωτικού συντρόφου πρέπει να συνιστάται σε ασθενείς με έρπητα των γεννητικών οργάνων να απέχουν από τη σεξουαλική επαφή εάν είναι εμφανείς οποιεσδήποτε βλάβες.

Η έκθεση in vitro του Herpes simplex virus και Varicella Zoster virus σε Zovirax έχει ως αποτέλεσμα την ανάδυση λιγότερο ευαίσθητων ιών. Η πιθανότητα της εμφάνισης λιγότερο ευαίσθητων ιών στον άνθρωπο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη θεραπεία με Zovirax. Σε σοβαρά ανοσοκατασταλμένους ασθενείς η παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη θεραπεία με ακυκλοβίρη είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάδυση ανθεκτικών ιών με μειωμένη ευαισθησία που να μην ανταποκρίνονται σε συνεχή θεραπεία με ακυκλοβίρη (βλέπε παράγραφο 5.1).

Τα δισκία περιέχουν λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Τα δισκία περιέχουν λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Το πόσιμο εναιώρημα περιέχει 1575 mg σορβιτόλης ανά 5ml που ισοδυναμεί με 225 mg/kg/ημέρα.

Στους ασθενείς με κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη (HFI), δεν πρέπει να χορηγείται αυτό το φάρμακο εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο.

Η σορβιτόλη μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερική δυσφορία και ήπια ηπακτική δράση.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η ακυκλοβίρη απεκκρίνεται κυρίως αμετάβλητη με τα ούρα μέσω ενεργητικής νεφρικής έκκρισης. Συγχορηγούμενα φάρμακα που ανταγωνίζονται αυτόν το μηχανισμό μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις ακυκλοβίρης στο πλάσμα.

Η προβενεσίδη και η σιμετιδίνη αυξάνουν την επιφάνεια κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων στο πλάσμα της ακυκλοβίρης μέσω αυτού του μηχανισμού και μειώνουν την νεφρική απέκκριση της ακυκλοβίρης.

Παρόμοιες αυξήσεις ακυκλοβίρης στο πλάσμα και του αδρανούς μεταβολίτη της μυκοφαινολάτης μοφετίλ, ενός ανοσοκατασταλτικού παράγοντα που χρησιμοποιείται σε ασθενείς που έχουν υποστεί μεταμόσχευση, έχουν φανεί όταν τα δύο φάρμακα συγχορηγούνται. Πάντως δεν χρειάζεται ρύθμιση της δοσολογίας καθώς η ακυκλοβίρη έχει μεγάλο θεραπευτικό δείκτη.

Μία πειραματική μελέτη σε πέντε άρρενες υποδεικνύει ότι η συγχορήγηση με ακυκλοβίρη αυξάνει την AUC της συνολικά χορηγούμενης θεοφυλλίνης κατά 50% περίπου. Συνιστάται η μέτρηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα κατά τη διάρκεια συγχορήγησης με ακυκλοβίρη.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και θηλασμός

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την επίδραση της ακυκλοβίρης χορηγούμενης από το στόμα ή με ενδοφλέβια έγχυση, στην ανθρώπινη γυναικεία γονιμότητα. Σε μία μελέτη 20 αρρένων ασθενών με φυσιολογικό αριθμό σπερματοζωαρίων, η χορήγηση ακυκλοβίρης από το στόμα σε δόσεις έως 1 g ημερησίως για διάστημα μέχρι και έξι μήνες δεν έδειξε να έχει κλινικά σημαντική επίδραση στον αριθμό των σπερματοζωαρίων, την κινητικότητα ή τη μορφολογία τους.

Κύηση Η χρήση ακυκλοβίρης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα δυνητικά οφέλη αντισταθμίζουν την πιθανότητα αγνώστων κινδύνων.

Η καταγραφή περιστατικών χρήσης του φαρμάκου σε εγκύους μετά την κυκλοφορία της ακυκλοβίρης προσέφερε στοιχεία για την έκθεση εγκύων γυναικών σε όλες τις φαρμακοτεχνικές μορφές.Τα στοιχεία αυτά δεν δείχνουν αύξηση στον αριθμό ελαττωματικών γεννήσεων μεταξύ ασθενών που έλαβαν Zovirax συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό και οποιεσδήποτε ελαττωματικές γεννήσεις δεν χαρακτηρίζονται από κάποια μοναδικότητα ή συγκεκριμένη μορφή που να υποδεικνύει μία κοινή αιτία. Η συστηματική χορήγηση ακυκλοβίρης σε διεθνώς αποδεκτές συνήθεις δοκιμασίες δεν προκάλεσε εμβρυοτοξικά ή τερατογόνα αποτελέσματα σε κουνέλια ή αρουραίους. Σε μη συνήθεις δοκιμασίες σε αρουραίους, παρατηρήθηκαν εμβρυικές ανωμαλίες, αλλά μόνο μετά από τόσο υψηλές υποδόριες δόσεις που προκάλεσαν τοξικότητα στη μητέρα Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι αβέβαιη.

Θηλασμός Μετά από του στόματος χορήγηση 200 mg ακυκλοβίρης πέντε φορές την ημέρα ανιχνεύτηκε ακυκλοβίρη στο μητρικό γάλα, σε συγκεντρώσεις από 0,6 έως 4,1 φορές των αντίστοιχων επιπέδων στο πλάσμα. Τα επίπεδα αυτά δυνητικά θα εκθέσουν τα θηλάζοντα βρέφη σε δόσεις ακυκλοβίρης έως 0,3 mg/kg/ημερησίως. Επομένως απαιτείται προσοχή εάν η ακυκλοβίρη χορηγείται σε γυναίκες που θηλάζουν.

Παιδιά: Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε βρέφη μικρότερα των 12 μηνών δεν έχουν τεκμηριωθεί.

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η κλινική κατάσταση του ασθενή και το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών της ακυκλοβίρης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται η ικανότητα του ασθενή να οδηγεί ή να χειρίζεται μηχανήματα. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για να ερευνήσουν τη δράση της ακυκλοβίρης στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.

Επιπλέον μία επιβλαβής δράση σε τέτοιες δραστηριότητες δεν μπορεί να προβλεφθεί από την φαρμακολογία της δραστικής ουσίας.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι κατηγορίες συχνοτήτων σχετικά με τις ανεπιθύμητες ενέργειες παρακάτω είναι κατά προσέγγιση. Για τις περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες, δεν ήταν διαθέσιμα επαρκή στοιχεία για τον υπολογισμό της συχνότητας. Επί πλέον οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ποικίλουν ως προς την συχνότητα ανάλογα με την ένδειξη.

Η ακόλουθη συνθήκη έχει χρησιμοποιηθεί για την κατάταξη των ανεπιθύμητων ενεργειών ως προς την συχνότητα: Πολύ συχνές >1/10, συχνές >1/100 έως <1/10, όχι συχνές >1/1.000 έως <1/100, σπάνιες >1/10.000 έως <1/1.000, πολύ σπάνιες <1/10.000.

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Πολύ σπάνιες: Αναιμία, λευκοπενία, θρομβοκυτταροπενία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες: Αναφυλαξία Ψυχιατρικές διαταραχές και διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές: Κεφαλαλγία, ζάλη Πολύ σπάνιες: Ανησυχία, σύγχυση, τρόμος, αταξία, δυσαρθρία, ψευδαισθήσεις, ψυχωσικά συμπτώματα, σπασμοί υπνηλία, εγκεφαλοπάθεια, κώμα Οι ανωτέρω ενέργειες είναι αναστρέψιμες και συνήθως αναφέρονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια όπου η δόση ήταν ανώτερη από την συνιστώμενη, ή με άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες.

Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωρακικές διαταραχές Σπάνιες: Δύσπνοια Γαστρεντερικές διαταραχές Συχνές: Ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακά άλγη Ηπατοχολικές διαταραχές Σπάνιες: Αναστρέψιμες αυξήσεις της χολερυθρίνης και των ηπατικών ενζύμων Πολύ σπάνιες: Ηπατίτιδα, ίκτερος Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές: Κνησμός, εξανθήματα (συμπεριλαμβανομένης της φωτοευαισθησίας)

Όχι συχνές: Κνίδωση, επιταχυνόμενη τριχόπτωση.

Η επιταχυνόμενη τριχόπτωση έχει συσχετισθεί με μία μεγάλη ποικιλία ασθενειών και φαρμάκων, η συσχέτιση αυτού του γεγονότος με θεραπεία ακυκλοβίρης είναι αβέβαιη.

Σπάνιες: Αγγειοοίδημα Πολύ σπάνιες: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), σύνδρομο Stevens- Johnson (SJS), οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP), αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (βλέπε παράγραφο 4.4)

Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος Σπάνιες: Αυξήσεις της ουρίας και της κρεατινίνης του αίματος Πολύ σπάνιες: Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, άλγος νεφρού Το άλγος νεφρού μπορεί να σχετίζεται με νεφρική ανεπάρκεια.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: Κόπωση, πυρετός Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR- 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr).

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα και κλινικά σημεία:

Η ακυκλοβίρη αποροφάται μόνο μερικώς από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Ασθενείς έχουν λάβει δόσεις μέχρι 20g ακυκλοβίρης εφάπαξ, συνήθως χωρίς τοξικά αποτελέσματα. Επαναλαμβανόμενη εκ λάθους υπερδοσολογία ακυκλοβίρης για αρκετές ημέρες, έχει συσχετισθεί με γαστρεντερικές αντιδράσεις (όπως ναυτία και έμετο) και νευρολογικές αντιδράσεις (κεφαλαλγία και σύγχυση).

Υπερδοσολογία με ενδοφλέβια χορηγούμενη ακυκλοβίρη είχε σαν αποτέλεσμα αύξηση της κρεατινίνης ορού, της ουρίας αίματος και επακόλουθη νεφρική ανεπάρκεια.

Νευρολογικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν σύγχυση, ψευδαισθήσεις, διέγερση, κρίσεις σπασμών και κώμα, έχουν συσχετισθεί με ενδοφλέβια υπερδοσολογία.

Αντιμετώπιση:

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία τοξικότητας. Η αιμοκάθαρση αυξάνει σημαντικά την απομάκρυνση της ακυκλοβίρης από το αίμα και επομένως μπορεί να θεωρηθεί σαν λύση σε περίπτωση συμπτωματικής υπερδοσολογίας.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϊικά ευθείας δράσης, Νουκλεοσίδια και νουκλεοτίδια εξαιρουμένων των αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης Κωδικός ATC J05AB01

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Η ακυκλοβίρη είναι αντιιικός παράγοντας εξαιρετικά δραστικός in vitro κατά του ιού του απλού έρπητα (HSV) των τύπων Ι και ΙΙ και του ιού ανεμευλογιάς-ζωστήρα. Η τοξικότητα για τα κύτταρα ξενιστές των θηλαστικών είναι χαμηλή.

Η ακυκλοβίρη φωσφορυλιώνεται μετά την είσοδό της σε μολυσμένα από έρπητα κύτταρα προς την ενεργό ένωση τριφωσφορική ακυκλοβίρη. Το πρώτο στάδιο σ' αυτή τη διαδικασία εξαρτάται από την παρουσία της κωδικοποιουμένης από τον ιό κινάσης της θυμιδίνης. Η τριφωσφορική ακυκλοβίρη δρα ως αναστολέας ή υποκατάστατο της ειδικής για τον έρπητα πολυμεράσης DNA προλαμβάνοντας την περαιτέρω σύνθεση DNA από τον ιό χωρίς να επηρεάζει τις φυσιολογικές κυτταρικές λειτουργίες.

Ιολογία Η in vitro έκθεση των ιών του απλού έρπητος στην ακυκλοβίρη μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη ευαισθησία στους ιούς. Οι ιοί αυτοί συνήθως παρουσιάζουν έλλειψη της κινάσης της θυμιδίνης. Το ένζυμο αυτό είναι υπεύθυνο για την ενεργοποίηση της ακυκλοβίρης. Ωστόσο, μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν πως τα στελέχη αυτά είναι λιγότερο παθογόνα.

Παρόμοια στελέχη ιών παρατηρήθηκαν κατά καιρούς κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων και ανοικτών μελετών σε λίγους ευρέως και σοβαρά ανοσοανεπαρκείς ασθενείς όπως σε

δέκτες μοσχευμάτων μυελού των οστών ή σε ασθενείς με συγγενή, βαριά συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια.

Η εμφάνιση λοιμώξεων από αυτούς τους ιούς δεν επιδείνωσε την κλινική εικόνα, ενώ σε μερικές περιπτώσεις ο ιός εξαφανίσθηκε πάλι αυτομάτως.

Κατά τη θεραπεία τέτοιων σοβαρά ανοσοανεπαρκών ασθενών, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή ανάπτυξη μη ευαίσθητων ιών. Ωστόσο, απαιτείται μακρά κλινική εμπειρία που να παρέχει περισσότερα στοιχεία για το συσχετισμό μεταξύ της in vitro ευαισθησίας του ιού και της κλινικής ανταποκρίσεως στη θεραπεία με ακυκλοβίρη.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Μελέτες έχουν δείξει ότι η έγκαιρη θεραπεία του έρπητα ζωστήρα με ακυκλοβίρη έχει ευεργετική επίδραση στον πόνο και μπορεί να μειώσει τη συχνότητα εμφάνισης μεθερπητικής νευραλγίας (πόνος σχετιζόμενος με τον ζωστήρα), βλέπε παράγραφο

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Η ακυκλοβίρη απορροφάται μόνο εν μέρει από το έντερο. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα κυμαίνεται μεταξύ 10 και 20%. Υπό συνθήκες νηστείας, μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις (C ) 0,4 μg/ml επιτυγχάνονται σε περίπου 1,6 ώρες μετά από μια δόση max των 200 mg χορηγούμενη ως πόσιμο εναιώρημα ή καψάκιο. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (C ss ) αυξάνονται σε 0,7 μg/ml (3,1 μικρογραμμομόρια)

max σε σταθερή κατάσταση μετά από δόσεις 200 mg χορηγούμενες κάθε τέσσερις ώρες.

Μία μικρότερη από την αναλογική αύξηση παρατηρείται για τα επίπεδα Css μετά από max δόσεις 400 mg και 800 mg χορηγούμενες ανά τετράωρο, με τιμές που φθάνουν στα 1,2 και 1,8 μg/ml (5,3 και 8 μικρογραμμομόρια), αντίστοιχα.

Κατανομή Ο μέσος όγκος κατανομής των 26 L υποδεικνύει ότι η ακυκλοβίρη κατανέμεται εντός του συνολικού νερού του σώματος. Οι φαινόμενες τιμές μετά από στόματος χορήγηση (Vd/F) κυμαίνονταν από 2,3 έως 17,8 L/kg. Καθώς η δέσμευση πρωτεΐνης πλάσματος είναι σχετικά χαμηλή (9 έως 33%), δεν αναμένονται φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις που περιλαμβάνουν μετατόπιση θέσης δέσμευσης. Τα επίπεδα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι περίπου 50% των αντίστοιχων επιπέδων στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση.

Μεταβολισμός Η ακυκλοβίρη εκκρίνεται κατά κύριο λόγο αμετάβλητη από τα νεφρά. Ο μόνος γνωστός ουρικός μεταβολίτης είναι η 9-[(καρβοξυμεθοξυ)μεθυλο]γουανίνη και αντιπροσωπεύει το 10-15% της δόσης που απεκκρίνεται στα ούρα.

Απέκκριση Η μέση συστηματική έκθεση (AUC ) στην ακυκλοβίρη κυμαίνεται μεταξύ 1,9 και 2,2 0- μικρογραμμάρια*h/ml μετά από δόση 200 mg. Σε ενήλικες, ο τελικός χρόνος ημιζωής στο πλάσμα μετά από στόματος χορήγηση έχει δειχθεί ότι κυμαίνεται μεταξύ 2,8 και 4,1 ώρες. Η νεφρική κάθαρση της ακυκλοβίρης (CLr=14,3 L/h) είναι σημαντικά μεγαλύτερη από την κάθαρση κρεατινίνης, υποδεικνύοντας ότι η σωληναριακή απέκκριση, επιπρόσθετα της σπειραματικής διήθησης, συμβάλλει στη νεφρική απέκκριση του φαρμάκου. Ο χρόνος ημιζωής και η ολική κάθαρση της ακυκλοβίρης εξαρτώνται από τη νεφρική λειτουργία. Επομένως, συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Ειδικοί πληθυσμοί

Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, o μέσος τελικός χρόνος ημιζωής βρέθηκε να είναι 19.5 ώρες. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της ακυκλοβίρης κατά τη διάρκεια αιμοδιΰλισης ήταν 5.7 ώρες. Τα επίπεδα του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτουν περίπου 60% κατά τη διάρκεια της αιμοδιΰλισης. Στους ηλικιωμένους η ολική κάθαρση σώματος μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας και συνοδεύεται από μειώσεις στην κάθαρση της κρεατινίνης αν και υπάρχει μικρή μεταβολή στον τελικό χρόνο ημιζωής στο πλάσμα.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Μεταλλαξιογόνος δράση: Τα αποτελέσματα μεγάλης σειράς δοκιμασιών μεταλλαξιγένεσης in vitro και in vivo δείχνουν ότι η ακυκλοβίρη δεν δημιουργεί γενετικό κίνδυνο για τον άνθρωπο.

Kαρκινογένεση: Η ακυκλοβίρη δεν βρέθηκε να είναι καρκινογόνος σε μακροχρόνιες μελέτες στον αρουραίο και στον ποντικό.

Γονιμότητα: Ως επί το πλείστον αναστρέψιμες ανεπιθύμητες ενέργειες στη σπερματογένεση, σε συνδυασμό με γενική τοξικότητα σε αρουραίους και σκύλους έχουν ανακοινωθεί μόνο σε δόσεις ακυκλοβίρης που υπερβαίνουν κατά πολύ τις θεραπευτικές.

Μελέτες σε δύο γενεές ποντικών δεν αποκάλυψαν επίδραση της ακυκλοβίρης στη γονιμότητα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Δισκία Εκδοχα: Λακτόζη Μικροκρυσταλλική Κυτταρίνη Γλυκολικό Νατριούχο Άμυλο Ποβιδόνη Στεατικό Μαγνήσιο Εκδοχα: Διάλυμα Σορβιτόλης 70% (μη-κρυσταλλική)

Γλυκερίνη Κυτταρίνη διασπειρόμενη Παραϋδροξυβενζοϊκός μεθυλεστέρας Ε218 Παραϋδροξυβενζοϊκός προπυλεστέρα Ε216 Αρωμα Πορτοκάλι Ύδωρ κεκαθαρμένο

6.2 Ασυμβατότητες

Καμία γνωστή.

6.3 Διάρκεια ζωής

Δισκία: 60 μήνες Πόσιμο εναιώρημα: 36 μήνες

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Δισκία: Φυλάσσονται σε θερμοκρασία μικρότερη ή ίση των 30C στην αρχική συσκευασία.

Πόσιμο εναιώρημα: Φυλάσσεται σε θερμοκρασία μικρότερη των 30C.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Δισκία 200 mg: Κουτί που περιέχει blisters ανθεκτικά στο άνοιγμα από παιδιά από PVC/PVDC/aluminium foil/paper.

Πόσιμο εναιώρημα: Κουτί που περιέχει γυάλινη φιάλη χρώματος καραμελέ. Μπορεί να διατίθεται με κύπελλο μέτρησης ή κουταλάκι διπλής απόληξης.

6.6 Οδηγίες χρήσης και χειρισμού

Για τη χορήγηση δόσης 100 mg, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η συσκευή μέτρησης που διατίθεται ή εναλλακτικά μία βαθμονομημένη σύριγγα.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

GlaxoSmithKline Μονοπρόσωπη Α.Ε.Β.Ε.

Λεωφ. Κηφισίας 266 152 32 Χαλάνδρι Τηλ: 210 6882100

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Κωδικός προϊόντος:

Δισκία 200 mg 1880201 Πόσιμο εναιώρημα 400 mg/5 ml 1880206

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισηςΗμερομηνία τελευταίας ανανέωσης
Δισκία 200 mg7-6-19849-9-2008
Πόσιμο εναιώρημα 400 mg/5 m14-2-19919-9-2008

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:1880201_SPC_1880201_6.pdf