1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
ZYLAPOUR
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο περιέχει 100 mg ή 300 mg αλλοπουρινόλης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλέπε παρ. 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκία στρογγυλά, λευκά έως υπόλευκα, με εγκοπή στη μία πλευρά.
Η εγκοπή δεν χρησιμεύει για τη θραύση του δισκίου.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Αντιμετώπιση της πρωτοπαθούς και δευτεροπαθούς υπερουριχαιμίας και πρόληψη των εξ αυτής επιπλοκών (ουρική αρθρίτις, νεφρολιθίαση, νεφρική ανεπάρκεια).
Η χρήση της αλλοπουρινόλης συνιστάται κυρίως στην προφύλαξη κατά της ποδάγρας και της ουρικής αρθρίτιδας (πρωτοπαθούς, δευτεροπαθούς), υπερουριχαιμίας, συνεπεία μυελοϋπερπλαστικής νόσου ή κυτταροστατικής θεραπείας νεφρολιθιάσεως από ουρικό οξύ.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η δοσολογία πρέπει να υπολογίζεται για κάθε ασθενή με μετρήσεις των συγκεντρώσεων του ουρικού οξέος στον ορό και των επιπέδων των ουρικών αλάτων και του ουρικού οξέος στα ούρα σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Η αλλοπουρινόλη θα πρέπει να εισάγεται σε χαμηλή δοσολογία, π.χ. 100 mg/ημέρα, και να αυξάνεται μόνο εάν η ανταπόκριση του ουρικού του ορού είναι μη ικανοποιητική. Θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, εάν η νεφρική λειτουργία είναι κακή.
Ενήλικες: Αρχικά χορηγείται δόση 100 mg έως 300 mg την ημέρα με προοδευτική αύξηση μέχρι 600mg και με βάση τον προσδιορισμό του ουρικού οξέος στο αίμα.
Μπορεί να ληφθεί και σε μία δόση μετά το γεύμα. Είναι καλά ανεκτό ειδικότερα μετά τη λήψη τροφής. Αν η ημερήσια δόση υπερβεί τα 300 mg και εκδηλωθεί δυσανεξία, ενδεχομένως να βοηθήσει η χορήγηση του φαρμάκου σε περισσότερες της μίας δόσεις.
Δόση συντήρησης: 200-600 mg Παιδιά: 10-20 mg/kg βάρους σώματος/ημέρα και μέχρι 400 mg ημερησίως μόνο σε υπερουριχαιμία οφειλόμενη σε μυελοϋπερπλαστική νόσο ή μετά από κυτταροστατική θεραπεία.
Να χορηγείται πριν από την έναρξη της κυτταροστατικής θεραπείας. Επίσης σε ορισμένες ενζυμικές διαταραχές, ειδικότερα δε στο σύνδρομο Lesch-Nyhan.
Σε νεφρική ανεπάρκεια χορηγούνται μικρότερες δόσεις, που για τους ενήλικες καθορίζονται ως εξής:
Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) Δόση 60 200 mg/ημέρα 40 150 mg/ημέρα
20 100 mg/ημέρα 10 100 mg μέρα παρά μέρα <10 100 mg 3 φορές την εβδομάδα Δοσολογία σε αιμοκάθαρση: χορήγηση 300-400 mg αλλοπουρινόλης μετά το τέλος κάθε συνεδρίας (2-3 φορές την εβδομάδα), οπότε δεν απαιτείται χορήγησή της τα μεσοδιαστήματα.
Να μην χορηγείται πριν την έναρξη της συνεδρίας, διότι η αλλοπουρινόλη και οι μεταβολiτες της απάγονται με την αιμοκάθαρση.
Αγωγή κατά την αντινεοπλασματική θεραπεία: Σε χορήγηση αλλοπουρινόλης για την πρόληψη νεφροπάθειας από ουρικό οξύ κατά την αντινεοπλασματική θεραπεία, συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με αλλοπουρινόλη πριν την εφαρμογή κυτταροστατικής θεραπείας, με σκοπό τη διόρθωση τυχόν υπάρχουσας και πρόληψη υπερουριχαιμiας ή αυξημένου ουρικού οξέος των ούρων.
Επιβάλλεται επαρκής ενυδάτωση για την επίτευξη άριστης διούρησης.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στο φάρμακο ή κάποιο από τα συστατικά του, οξεία προσβολή ουρικής αρθρίτιδας, κύηση και γαλουχία.
4.4 Ιδιαίτερες Προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση
Σε περίπτωση εμφάνισης εξανθήματος ή άλλης ένδειξης εμφάνισης ευαισθησίας, η αλλοπουρινόλη πρέπει να διακοπεί ΑΜΕΣΑ, καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερο σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, περιλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens–Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (βλέπε παράγραφο 4.8 – Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος και διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού).
Σύνδρομο υπερευαισθησίας, συνδρόμο Stevens–Johnson και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης Αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη μπορούν να εκδηλωθούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, συμπεριλαμβανομένου του κηλιδοβλατιδώδους εξανθήματος, του συνδρόμου υπερευαισθησίας (επίσης γνωστού ως DRESS) και του συνδρόμο Stevens–Johnson (SJS ) και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN).
Αυτές οι αντιδράσεις είναι κλινικές διαγνώσεις, και οι κλινικές παρουσιάσεις τους παραμένουν η βάση για τη λήψη αποφάσεων. Εάν εμφανισθούν τέτοιες αντιδράσεις σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η αλλοπουρινόλη πρέπει να αποσυρθεί αμέσως.
Επαναπρόκληση δεν θα πρέπει να γίνεται σε ασθενείς με σύνδρομο υπερευαισθησίας και SJS/TEN. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι ευεργετικά στην αντιμετώπιση δερματικών αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
HLA-B*5801 αλλήλιο Το HLA-B*5801 αλλήλιο έχει αποδειχθεί ότι συνδέεται με τον κίνδυνο ανάπτυξης συνδρόμου υπερευαισθησίας και SJS / TEN, σχετιζόμενων με την αλλοπουρινόλη. Η συχνότητα του HLA- B*5801 αλλήλιου ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των εθνικών πληθυσμών: μέχρι και 20% σε Han κινεζικό πληθυσμό, 8-15% στον πληθυσμό των Ταϊλανδών, περίπου το 12% του πληθυσμού της Κορέας και 1-2% σε άτομα ιαπωνικής ή ευρωπαϊκής προέλευσης.
Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προληπτικού ελέγχου για το HLA-B*5801 πριν από την έναρξη της θεραπείας με αλλοπουρινόλη σε υποομάδες ασθενών στις οποίες ο επιπολασμός αυτού του αλληλόμορφου γονιδίου είναι γνωστό ότι είναι υψηλός. Η χρόνια νεφρική νόσος ενδέχεται να αυξήσει επιπλέον τον κίνδυνο σε αυτούς τους ασθενείς. Σε περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμη η γονοτυπική ανάλυση για το HLA-B*5801 σε ασθενείς Κινεζικής Χαν, Ταϊλανδικής
ή Κορεατικής καταγωγής, θα πρέπει, πριν από την έναρξη της θεραπείας, να αξιολογούνται διεξοδικά τα οφέλη και να κριθεί ότι υπερτερούν των πιθανών μεγαλύτερων κινδύνων. Η χρήση γονοτυπικής ανάλυσης δεν έχει τεκμηριωθεί σε άλλους πληθυσμούς ασθενών.
Εάν ο ασθενής είναι γνωστός φορέας των HLA-B*5801, (ιδιαίτερα σε ασθενείς Κινεζικής Χαν, Ταϊλανδικής ή Κορεατικής καταγωγής) δεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη της θεραπείας με αλλοπουρινόλη εκτός εάν δεν υπάρχουν άλλες εύλογες θεραπευτικές επιλογές και τα οφέλη πιστεύεται ότι υπερτερούν των κινδύνων. Επιπλέον επαγρύπνηση για συμπτώματα του συνδρόμου υπερευαισθησίας ή SJS/TEN απαιτείται και ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για την ανάγκη να σταματήσει τη θεραπεία αμέσως με την πρώτη εμφάνιση των συμπτωμάτων.
Τα SJS/TEN μπορούν ωστόσο να εμφανιστούν και σε ασθενείς που είναι αρνητικοί για το HLA- B*5801 ανεξάρτητα από την εθνοτική τους καταγωγή.
Σε παιδιά, χορηγείται μόνο σε υπερουριχαιμία οφειλόμενη σε μυελοϋπερπλαστική νόσο ή μετά από κυτταροστατική θεραπεία. Χορήγηση πριν την έναρξη της κυτταροστατικής θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.2).
Να χορηγείται μακράν των κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας (3 εβδομάδες από το τέλος της κρίσης)
και πάντοτε με ικανή ποσότητα υγρών (τουλάχιστον 2 λίτρα το 24ώρο).
Χορηγείται με προσοχή σε ηπατική βλάβη και αγγειίτιδα.
Σε καταστάσεις κατά τις οποίες ο ρυθμός παραγωγής των ουρικών αλάτων είναι πολύ αυξημένος (π.χ. κακοήθης νόσος και αγωγή της, σύνδρομο Lesch–Nyhan, η απόλυτη συγκέντρωση ξανθίνης στα ούρα θα μπορούσε σε σπάνιες περιπτώσεις να αυξηθεί τόσο ώστε να οδηγήσει σε εναπόθεσή της στο ουροποιητικό σύστημα. Ο κίνδυνος ελαττώνεται με επαρκή ενυδάτωση με σκοπό την επίτευξη άριστης αραίωσης της πυκνότητας των ούρων.
Διαταραχές θυρεοειδούς Σε μια μακροχρόνια ανοικτή μελέτη επέκτασης παρατηρήθηκαν αυξημένες τιμές TSH (>5,5 μIU/mL) σε ασθενείς υπό μακροχρόνια θεραπεία με αλλοπουρινόλη (5,8%). Απαιτείται προσοχή όταν χρησιμοποιείται αλλοπουρινόλη σε ασθενείς με μεταβολές της θυρεοειδικής λειτουργίας.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Αζαθειοπρίνη, μερκαπτοπουρίνη, μεθοτρεξάτη, κυκλοφωσφαμίδη: Σε ταυτόχρονη χορήγηση με την αλλοπουρινόλη αυξάνει η τοξικότητα των φαρμάκων αυτών και παρατείνεται η δράση τους, γεγονός που απαιτεί μείωση της χορηγούμενης δόσης τους.
Αμπικιλίνη: Σε ταυτόχρονη χορήγηση με την αλλοπουρινόλη μπορεί να αυξηθεί η συχνότητα εμφάνισης εξανθημάτων.
Αλκοόλη: Μεγάλες δόσεις οινοπνεύματος μπορεί να ελαττώσουν τη δραστικότητα του φαρμάκου.
Ασκορβικό οξύ ή άλλοι οξινοποιητικοί παράγοντες: Σε ταυτόχρονη χορήγηση αλλοπουρινόλης με μεγάλες δόσεις ασκορβικού οξέος ή άλλων οξινοποιητικώγ παραγόντων είναι δυνατόν να αυξηθεί ο κίνδυνος δημιουργίας λίθων στους νεφρούς.
Χλωροπροπαμίδη: Σε ταυτόχρονη χορήγηση αλλοπουρινόλης με χλωροπροπαμίδη και επί υπάρξεως μειωμένης νεφρικής λειτουργίας, πιθανόν να προκύψει κίνδυνος παρατεταμένης υπογλυκαιμικής δράσης.
Σαλικυλικά και ουρικοζουρικοί παράγοντες: Η οξυπουρινόλη, ο βασικός μεταβολίτης της αλλοπουρινόλης και αφ’ εαυτού θεραπευτικός ενεργός παράγων απεκκρίνεται από τους νεφρούς κατά τρόπο όμοιο με τα ουρικά άλατα. Έτσι, φάρμακα με ουρικοαπεκκριτική δράση όπως η προβενεσίδη ή μεγάλες δόσεις σαλικυλικών ενδεχομένως να επιτυγχάνουν την απέκκριση της οξυπουρινόλης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την πιθανή μείωση της θεραπευτικής δράσης του
φαρμάκου αναλόγως της περιπτώσεως.
Κουμαρινικά αντιπηκτικά: Υπάρχουν αναφορές αυξημένης δράσης της βαρφαρίνης και άλλων κουμαρινικών αντιπηκτικών όταν συγχορηγούνται με αλλοπουρινόλη, επομένως όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Να μην χορηγούνται ταυτόχρονα άλατα σιδήρου.
Καπτοπρίλη: Αυξημένος κίνδυνος τοξικών επιδράσεων κατά τη συγχορήγηση με καπτοπρίλη ιδιαίτερα αν υπάρχει νεφρική βλάβη.
Κυκλοσπορίνη: Αυξάνει τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στον ορό.
Διδανοσίνη: Σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς με HIV που έλαβαν διδανοσίνη, η μέγιστη συγκέντρωση C της διδανοσίνης στο πλάσμα και η τιμή της AUC ήταν περίπου διπλάσια με max την συγχορήγηση αλλοπουρινόλης (300 mg ημερησίως) χωρίς να επηρεάζεται η τελική ημιπερίοδος ζωής. Επομένως μπορεί να χρειάζεται μείωση της δόσης της διδανοσίνης όταν συγχορηγείται με αλλοπουρινόλη.
Κυτταροστατικά: Με τη χορήγηση αλλοπουρινόλης και κυτταροστατικών (π.χ.
κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, μπλεομυκίνη, προκαρβαζίνη, αλκυλαλογονίδια) εμφανίζονται συχνότερα δυσκρασίες του αίματος από ό,τι όταν οι δραστικές ουσίες χορηγούνται μεμονωμένα.
Επομένως, η παρακολούθηση της γενικής εξέτασης αίματος θα πρέπει να πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Υδροξείδιο του αργιλίου: Εάν χορηγηθεί ταυτόχρονα υδροξείδιο του αργιλίου, ενδέχεται να εξασθενήσει η δράση της αλλοπουρινόλης. Θα πρέπει να παρεμβάλλεται ένα χρονικό διάστημα διάρκειας τουλάχιστον 3 ωρών μεταξύ της λήψης των δύο φαρμάκων
4.6 Κύηση και γαλουχία
Η αλλοπουρινόλη πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή και μόνον όταν κατά την κρίση του γιατρού, το όφελος από τη χρήση της για την έγκυο γυναίκα υπερκαλύπτει σαφώς τους πιθανούς για το έμβρυο κινδύνους. Τούτο διότι δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία από τη χορήγηση του φαρμάκου σε εγκύους.
Θηλασμός Η αλλοπουρινόλη και ο μεταβολίτης της οξιπουρινόλη απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Δεν συνιστάται η χορήγηση αλλοπουρινόλης κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Καθώς ανεπιθύμητες ενέργειες όπως υπνηλία, ίλιγγος και αταξία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έπαιρναν αλλοπουρινόλη, οι ασθενείς θα πρέπει να είναι προσεκτικοί όταν οδηγούν, χειρίζονται μηχανές ή λαμβάνουν μέρος σε επικίνδυνες δραστηριότητες, μέχρις ότου είναι βέβαιοι ότι η αλλοπουρινόλη δεν επηρεάζει αρνητικά την ικανότητά τους.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Για το προϊόν αυτό δεν υπάρχουν σύγχρονα κλινικά στοιχεία που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό των συχνοτήτων των ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ποικίλουν στη συχνότητα εμφάνισης ανάλογα με την λαμβανόμενη δόση και επίσης όταν χορηγείται σε συνδυασμό με άλλους θεραπευτικούς παράγοντες.
Οι παρακάτω κατηγορίες συχνοτήτων που προσδιορίστηκαν για τις ανεπιθύμητες ενέργειες είναι κατά προσέγγιση. Για τις περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες δεν είναι διαθέσιμα ικανοποιητικά στοιχεία για τον υπολογισμό τους. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναγνωρίσθηκαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου θεωρήθηκαν ότι είναι σπάνιες έως πολύ σπάνιες . Η ακόλουθη συνθήκη έχει χρησιμοποιηθεί για την κατάταξη των συχνοτήτων.
Πολύ συχνές ≥1/10 (≥ 10%)
Συχνές ≥1/100 και < 1/10 (≥ 1% και <10%)
Όχι συχνές ≥1/1000 και <1/100 (≥0.1% και <1%)
Σπάνιες ≥1/10.000 και <1/1000 (≥0.01% και< 0.1%)
Πολύ σπάνιες <1/10.000 (< 0.01%)
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν σχέση με το φάρμακο είναι ως επί το πλείστον ελαφράς μορφής. Η συχνότητα εμφάνισής της είναι υψηλότερη επί ηπατικής ή νεφρικής ανεπάρκειας.
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Πολύ σπάνιες Δοθιήνωση Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ σπάνιες Ακοκκιοκυττάρωση, θρομβοπενία και απλαστική αναιμία, Έχουν γίνει πολύ σπάνιες αναφορές που αφορούν τη θρομβοπενία, την ακοκκιοκυττάρωση και την απλαστική αναιμία, ιδιαίτερα σε άτομα με διαταραγμένη νεφρική και/ή ηπατική λειτουργία, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για ιδιαίτερη φροντίδα σε αυτές τις ομάδες ασθενών.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Όχι συχνές Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Πολύ σπάνιες Αγγειοανοσοβλαστική λεμφαδενοπάθεια, αναφυλακτική αντίδραση Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας περιλαμβανομένων των δερματικών αντιδράσεων σχετιζόμενων με αποφολίδωση, πυρετό, λεμφαδενοπάθεια, αρθραλγία και/ή ηωσινοφιλία περιλαμβανομένου του Συνδρόμου Stevens-Johnson και της Τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, εμφανίζονται σπάνια (βλέπε Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού). Σχετιζόμενη αγγειίτιδα και ανταπόκριση των ιστών μπορεί να εκδηλωθούν με ποικίλους τρόπους περιλαμβανομένης της ηπατίτιδας, της νεφρικής ανεπάρκειας και πολύ σπάνια με σπασμούς.
Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί οξύ αναφυλακτικό σοκ. Εάν εμφανισθούν τέτοιες αντιδράσεις σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η αλλοπουρινόλη πρέπει να διακοπεί ΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ.
Τα κορτικοστεροειδή μπορεί ωφελήσουν στην επιτυχή αντιμετώπιση δερματικών αντιδράσεων υπερευαισθησίας. Εάν έχουν εμφανισθεί γενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συνήθως υπάρχει παρουσία νεφρικής και/ή ηπατικής δυσλειτουργίας, ιδιαίτερα όταν το αποτέλεσμα είναι θανατηφόρο.
Η αγγειοανοσοβλαστική λεμφαδενοπάθεια, έχει αναφερθεί πολύ σπάνια μετά από βιοψία γενικευμένης λεμφαδενοπάθειας. Φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμη με την διακοπή της αλλοπουρινόλης.
Μια καθυστερημένη πολυοργανική διαταραχή υπερευαισθησίας (γνωστή ως σύνδρομο υπερευαισθησίας ή DRESS), με πυρετό, εξανθήματα, αγγειίτιδα, λεμφαδενοπάθεια, ψευδολέμφωμα, αρθραλγία, λευκοπενία, ηωσινοφιλία, ηπατο-σπληνομεγαλία, μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας και σύνδρομο εξαφάνισης του χοληδόχου πόρου (καταστροφή και εξαφάνιση των ενδοηπατικών χοληφόρων πόρων) που εμφανίζεται σε διάφορους συνδυασμούς. Άλλα όργανα μπορεί επίσης να επηρεαστούν (π.χ. ήπαρ, πνεύμονες, τα νεφρά, το πάγκρεας, το μυοκάρδιο, και κόλον). Εάν αυτές οι αντιδράσεις συμβαίνουν, μπορεί να είναι ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει το ZYLAPOUR αποσυρθεί άμεσα και μόνιμα.
Όταν γενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν εμφανιστεί, συνήθως συμβαίνει νεφρική και / ή ηπατική διαταραχή ιδιαίτερα όταν το αποτέλεσμα ήταν θανατηφόρο.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνή Αυξημένο επίπεδο θυρεοειδοτρόπου ορμόνης στο αίμα Πολύ σπάνιες Σακχαρώδης διαβήτης, υπερλιπιδαιμία Μη γνωστής συχνότητας Οξεία ουρική αρθρίτιδα Ψυχιατρικές διαταραχές Πολύ σπάνιες Κατάθλιψη Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ σπάνιες Κώμα, παράλυση, αταξία, νευροπάθεια, παραισθησία, υπνηλία, κεφαλαλγία, αλλοίωση γεύσης Μη γνωστής συχνότητας Περιφερική νευρίτιδα, ασηπτική μηνιγγίτιδα Οφθαλμικές διαταραχές Πολύ σπάνιες Καταρράκτης, οπτικές διαταραχές, διαταραχές της ωχράς κηλίδας Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Πολύ σπάνιες Ίλιγγος Καρδιακές διαταραχές Πολύ σπάνιες Στηθάγχη, βραδυκαρδία Αγγειακές διαταραχές Πολύ σπάνιες Υπέρταση Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Όχι συχνές Έμετος, ναυτία, διάρροια Πολύ σπάνιες Υποτροπιάζουσα αιματέμεση, στεατόρροια, στοματίτιδα, μεταβολή των συνηθειών του παχέος εντέρου Μη γνωστής συχνότητας Κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, επιγαστραλγία Σε πρώιμες κλινικές μελέτες αναφέρθηκαν ναυτία και έμετος. Περαιτέρω αναφορές υποδεικνύουν ότι αυτή η αντίδραση δεν είναι σημαντικό πρόβλημα και μπορεί να αποφευχθεί με τη λήψη της αλλοπουρινόλης μετά από γεύμα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Όχι συχνές Ασυμπτωματικές αυξήσεις στις ηπατικές δοκιμασίες Σπάνιες Ηπατίτιδα (περιλαμβανομένης της ηπατικής νέκρωσης και κοκκιωματώδης ηπατίτιδα)
Μη γνωστής συχνότητας Ηπατομεγαλία Έχει αναφερθεί ηπατική δυσλειτουργία χωρίς καθαρή ένδειξη περισσότερο γενικευμένης υπερευαισθησίας. Ηπατοτοξικότητα και σημεία μεταβολής της ηπατικής λειτουργίας μπορεί να εμφανιστούν και σε ασθενείς που δεν παρουσιάζουν υπερευαισθησία.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές Εξάνθημα Σπάνιες Σύνδρομο Steνens-Jοhnsοn/τοξική επιδερμική νεκρόλυση Πολύ σπάνιες Αγγειοοίδημα, σαφείς φαρμακευτικές δερματικές αλλοιώσεις, αλωπεκία, αποχρωματισμός του τριχωτού της κεφαλής Μη γνωστής συχνότητας Σοβαρή απολεπιστική δερματίτιδα, ρίγος, λευκοπενία, λευκοκύτωση, χολοστατικός ίκτερος
Οι δερματικές αντιδράσεις είναι οι πιο συχνές αντιδράσεις και μπορεί να εμφανισθούν σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της θεραπείας. Μπορεί να είναι κνησμώδεις, κηλοδοβλατιδώδεις, μερικές φορές λεπιδώδεις, μερικές φορές τύπου πορφύρας και σπάνια αποφολιδώδεις όπως σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (SJS/ΤEN).
Εάν εμφανισθούν τέτοιες αντιδράσεις, η αλλοπουρινόλη πρέπει να διακοπεί ΑΜΕΣΑ. Μετά την ύφεση των ήπιων αντιδράσεων, η αλλοπουρινόλη μπορεί, εάν αυτό είναι επιθυμητό, να επαναχορηγηθεί σε μικρή δόση (π.χ. 50 mg/ημέρα) και να αυξηθεί σταδιακά. Εάν το εξάνθημα επανεμφανισθεί, η αλλοπουρινόλη πρέπει να διακοπεί ΟΡΙΣΤΙΚΑ καθώς μπορεί να εμφανισθούν πιο σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλέπε Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος).
Το αλλήλιο ΗLΑ-Β*5801 έχει αναγνωρισθεί ως γενετικός παράγοντας κινδύνου για την αλλοπουρινόλη σχετιζόμενο με SJS/TEN σε αναδρομικές, φαρμακογεννετικές μελέτες ασθενών- μαρτύρων, σε ασθενείς Κινεζικής (Χαν), Ιαπωνικής και Ευρωπαϊκής καταγωγής. Έως 20-30% ορισμένων Κινέζων (Χαν), Αφρικανικών και Ινδιάνικων πληθυσμών φέρουν το αλλήλιο ΗLΑ- Β*5801, ενώ μόνο 1-2% των Βορειοευρωπαίων, Αμερικανοευρωπαίων και Ιαπώνων ασθενών υπολογίζεται ότι είναι φορείς του αλληλίου ΗLΑ-Β*5801. Ωστόσο η χρήση του γενότυπου ως εργαλείο αθρόας εξέτασης πληθυσμού για την λήψη αποφάσεων σχετικό με την θεραπεία με αλλοπουρινόλη δεν έχει τεκμηριωθεί.
Η κλινική διάγνωση του SJS/ΤΕΝ παραμένει η βάση για την λήψη της απόφασης. Εάν εμφανισθούν τέτοιες αντιδράσεις σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια θεραπείας η αλλοπουρινόλη πρέπει να διακοπεί ΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ.
Έχει αναφερθεί εμφάνιση αγγειοοιδήματος με ή χωρίς σημεία και συμπτώματα μιας πιο γενικευμένης αντίδρασης υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πολύ σπάνιες Αιματουρία, ουραιμία Μη γνωστής συχνότητας Νεφρική ανεπάρκεια Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Πολύ σπάνιες Ανδρική στειρότητα, στυτική δυσλειτουργία, γυναικομαστία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ σπάνιες Οίδημα, γενική κακουχία, ασθένεια, πυρετός Έχει αναφερθεί εμφάνιση πυρετού με ή χωρίς σημεία και συμπτώματα μιας πιο γενικευμένης αντίδρασης υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη (βλέπε Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος).
Παρακλινικές εξετάσεις Συχνή Αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη στο αίμα Η εμφάνιση αυξημένης θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) στις σχετικές μελέτες δεν συνοδεύεται από την αναφορά κάποιας επίδρασης στα επίπεδα της ελεύθερης Τ4 και ούτε παρατηρήθηκαν επίπεδα TSH ενδεικτικά υποκλινικού υποθυρεοειδισμού.
Αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος.
Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:
• Ελλάδα, Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
• Στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475, www.moh.gov.cy/phs, Fax:
+ 357 22608649.
4.9 Υπερδοσολογία
Δεν υπάρχουν στοιχεία αναφερόμενα στην υπέρβαση της δόσης ή στην οξεία δηλητηρίαση. Η πιθανότερη συμπτωματολογία επί υπερδοσολογίας αναμένεται να είναι από το γαστρεντερικό.
Αν υπάρξει ικανή απορρόφηση του φαρμάκου είναι δυνατόν να οδηγήσει σε σημαντική αναστολή της δράσης της ξανθινοξειδάσης, γεγονός που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εκτός αν ο ασθενής λαμβάνει συγχρόνως και μερκαπτοπουρίνη ή αζαθειοπρίνη. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη ο πιθανός κίνδυνος από την παρατεταμένη δράση των φαρμάκων αυτών. Επαρκής ενυδάτωση με σκοπό την εξασφάλιση ικανοποιητικής διούρησης, διευκολύνει την απέκκριση της αλλοπουρινόλης και των μεταβολιτών της. Αν υπάρξει ανάγκη μπορεί να εφαρμοσθεί αιμοκάθαρση, αν και η αξία της στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι γνωστή.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα κατά της ουρικής αρθρίτιδας, κωδικός ATC: Μ04ΑΑ01 Η αλλοπουρινόλη είναι ο μοναδικός αναστολέας της οξειδάσης της ξανθίνης.
Η αλλοπουρινόλη αναστέλλει την ξανθινοξειδάση, το ένζυμο που καταλύει την μετατροπή της υποξανθίνης σε ξανθίνη και τελικά σε ουρικό οξύ. Μεταβολίζεται σε οξυπουρινόλη (αλλοξανθίνη), η οποία επίσης αναστέλλει την ξανθινοξειδάση. Η αλλοπουρινόλη επιδρά στο μεταβολισμό των πουρινών, περιορίζοντας τη σύνθεση ουρικού οξέος, χωρίς να παρεμποδίζει τη σύνθεση των κανονικών ζωτικών πουρινών.
Γενικά, η χορήγηση της αλλοπουρινόλης οδηγεί σε ελάττωση του επιπέδου του ουρικού οξέος στο πλάσμα και στα ούρα σε μια 1 έως 3 ημέρες. Ο βαθμός της μείωσής της εξαρτάται από τη χορηγούμενη δόση. Για την εμφάνιση του συνόλου των αποτελεσμάτων του φαρμάκου χρειάζεται εφαρμογή της αγωγής συνήθως για 1 έως 2 εβδομάδες. Με τον ίδιο τρόπο, μετά την παύση της θεραπείας το ουρικό οξύ μπορεί να επιστρέψει αργά στα αρχικά επίπεδα. Σε μερικούς ασθενείς, και ιδιαίτερα σ’ εκείνους με σοβαρή τοφοειδή ουρική αρθρίτιδα, η ελάττωση του ουρικού οξέος στον ορό ενδέχεται να μην είναι άμεση, πιθανώς λόγω διαλυτοποίησης επικαθήσεων ουρικού οξέος στον ιστό, καθώς το ουρικό οξύ στον ορό του αίματος αρχίζει να μειώνεται.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Μέχρι και 90% μίας δόσης αλλοπουρινόλης δια της στοματικής οδού απορροφάται στη γαστρεντερική οδό. 0 χρόνος ημιζωής της στο πλάσμα κυμαίνεται μεταξύ περίπου 0,5 και 1,5 ωρών. Το κύριο μεταβολικό παράγωγο της αλλοπουρινόλης είναι η οξυπουρινόλη (αλλοξανθίνη)
που δρα ως αναστολέας της ξανθινοξειδάσης με χρόνο ημιζωής στο πλάσμα, σε ασθενείς με φυσιολογική εντερική λειτουργία, περίπου 15 ώρες ή και περισσότερο, που όμως αυξάνει σε περιπτώσεις εντερικής δυσλειτουργίας. Τόσο η αλλοπουρινόλη όσο και η οξυπουρινόλη συμμετέχουν στο σχηματισμό των αντιστοίχων ριβονουκλεοτιδίων.
Δεν δεσμεύονται με πρωτεΐνες του πλάσματος. Αποβάλλονται κυρίως από τα νεφρά, αλλά η αποβολή είναι βραδεία καθώς η οξυπουρινόλη επαναπορροφάται από τα νεφρικά σωληνάρια.
Το 70% σχεδόν της ημερήσιας δόσης αποβάλλεται στα ούρα με τη μορφή της οξυπουρινόλης και μέχρι 10% ως αναλλοίωτη αλλοπουρινόλη. Παρατεταμένη χορήγηση μπορεί να μεταβάλλει τις αναλογίες αυτές γιατί η αλλοπουρινόλη παρεμποδίζει το δικό της μεταβολισμό. Το υπόλοιπο της δόσης αποβάλλεται στα κόπρανα. Τόσο η αλλοπουρινόλη ,όσο και η οξυπουρινόλη, έχουν ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Α. Μεταλλαξιγένεση Κυτταρογενετικές μελέτες έδειξαν ότι η αλλοπουρινόλη δεν επάγει χρωμοσωμικές ανωμαλίες στα ανθρώπινα αιμοσφαίρια in vitro σε συγκεντρώσεις έως 100 μg/ml και in vivo σε δόσεις έως 600 mg/ημέρα για μια μέση περίοδο 40 μηνών. Η αλλοπουρινόλη δεν παράγει νιτρώδεις ενώσεις in vitro και δεν επηρεάζει τον μετασχηματισμό των λεμφοκυττάρων in vitro.
Στοιχεία από βιοχημικές και άλλες κυτταρολογικές μελέτες καταδεικνύουν ότι η αλλοπουρινόλη δεν έχει καταστροφικές επιδράσεις στο DNA σε οποιοδήποτε στάδιο του κυτταρικού κύκλου και δεν είναι μεταλλαξογόνος.
Β. Καρκινογένεση Δεν υπήρξαν στοιχεία καρκινογόνου δυναμικού σε ποντικούς και αρουραίους στους οποίους χορηγήθηκε αλλοπουρινόλη για διάστημα 2 ετών.
Γ. Τερατογένεση Μία μελέτη, στην οποία χορηγήθηκαν ενδιοπεριτοναϊκώς σε ποντικούς δόσεις των 50 ή 100 mg/kg στην 10η ή 13η ημέρα της κύησης, κατέδειξε εμβρυϊκές ανωμαλίες. Ωστόσο, σε μία παρόμοια μελέτη σε αρουραίους οι οποίοι έλαβαν 120 mg/kg την 12η ημέρα της κύησης δεν παρατηρήθηκαν ανωμαλίες. Εκτεταμένες μελέτες με υψηλές από του στόματος χορηγούμενες δόσεις αλλοπουρινόλης έως και 100 mg/kg ημερησίως σε ποντικούς, 200 mg/kg ημερησίως σε αρουραίους και 150 mg/kg ημερησίως σε κονίκλους, στο διάστημα μεταξύ 8ης και 16ης ημέρας της κύησης δεν έδειξαν τερατογόνες επιδράσεις.
Μία in vitro μελέτη στην οποία χρησιμοποιήθηκαν καλλιέργειες σιελογόνων αδένων εμβρύων ποντικών προκειμένου να διερευνηθεί πιθανή εμβρυοτοξικότητα, έδειξε ότι η αλλοπουρινόλη δεν αναμένεται να προκαλέσει εμβρυοτοξικότητα όπως επίσης δεν αναμένεται να προκαλέσει τοξικότητα στην μητέρα.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο άμυλο, κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου, στεατικό μαγνήσιο
6.2 Ασυμβατότητες
Καμία γνωστή μέχρι σήμερα.
6.3 Διάρκεια ζωής
36 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Τα δισκία ZYLAPOUR φυλάσσονται σε θερμοκρασία ≤ 25° C
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
100 mg: Χάρτινο κουτί των 20 και 30 δισκίων σε 2 και 3 blister Al/PVC των 10 δισκίων BTX20 (Blist 2 X 10) και BTX30 (Blist 3 X 10), αντίστοιχα.
300 mg: Χάρτινο κουτί των 30 δισκίων σε 3 blister Al/PVC των 10 δισκίων BTX30 (Blist 3 X 10)
6.6 Οδηγίες χρήσης
Δεν είναι απαραίτητες.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
IASIS PHARMA Λεωφ. Φυλής 137, 134 51 Καματερό Αττικής
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Το προϊόν ZYLAPOUR© κυκλοφορεί στις εξής περιεκτικότητες Ελλάδα:
100 mg (Αρ. Αδείας Ε.Ο.Φ.: 111141/20/2021)
300 mg (Αρ. Αδείας Ε.Ο.Φ.: 111142/20/2021)
Κύπρος:
300 mg (Αριθμός Αδείας Κύπρου: 16544)
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης Ελλάδα (100 & 300 mg):
100 mg: 10-01-1980 300 mg: 02-09-1991 Κύπρος (300 mg): 11-03-1996 Ημερομηνία ανανέωσης Ελλάδα (100 & 300 mg):
100 mg: 20-08-2008 300 mg: 20-08-2008 Κύπρος (300 mg): 02-04-2013
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Ελλάδα: 02/2021 Κύπρος: