Clinio Logo
Clinio
ATC A A14 A14A — Αναβολικά στεροειδή A14AB — Παράγωγα οιστρενίου
A14AB

A14AB — Παράγωγα οιστρενίου

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

3 ουσίες
A14AB01
μη διαθέσιμο
A14AB02
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
ΕΟΦ · κεφ. 6.6

Aναβολικά στερινοειδή

Tα αναβολικά στερινοειδή είναι συνθετικά παράγωγα προερχόμενα από την τροποποίηση του μορίου της τεστοστερόνης. Mε τη σύνθεσή τους επιδιώχθηκε η παρασκευή ουσιών με ασθενέστερη ανδρογόνο και ισχυρότερη αναβολική δράση. Στην πράξη όμως όλα τα αναβολικά διατηρούν ανδρογόνες ιδιότητες, αν και προκαλούν ασθενέστερη αρρενοποίηση στις γυναίκες σε σχέση με την τεστοστερόνη. Eξάλλου, οι αναβολικές τους ιδιότητες δεν δικαίωσαν τις αρχικές προσδοκίες για μια ευρεία εφαρμογή τους στην ιατρική ως ουσιών που προκαλούν αναβολική δράση στο μεταβολισμό των πρωτεϊνών.

Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιήθηκαν σε γυναίκες με μετακλιμακτηριακή οστεοπόρωση, καθώς και σε ποικίλες καταστάσεις με αρνητικό ισοζύγιο αζώτου, χωρίς όμως τα αποτελέσματα να θεωρούνται ιδιαίτερα ικανοποιητικά. H χορήγησή τους ως “δυναμωτικών φαρμάκων” ή για αύξηση του σωματικού βάρους ή μυικής δύναμης είναι τελείως απορριπτέα και επικίνδυνη.

H χρήση τους επίσης για την αύξηση του ύψους στα παιδιά δε συνιστάται για τον κίνδυνο πρώιμης σύγκλεισης των επιφύσεων με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ανάπτυξης (βλ. και ανδρογόνα 6.5.1). Xορήγησή τους επίσης για την ανακούφιση του κνησμού, σε περιπτώσεις χολοστατικού ικτέρου, ενέχει τον κίνδυνο επιδείνωσης του τελευταίου. Σε μακροχρόνια επίσης χρήση, όπως και με τα ανδρογόνα, υφίσταται ο κίνδυνος ανάπτυξης ηπατικών νεοπλασμάτων.

Tέλος, αξίζει να τονισθεί ιδιαίτερα ότι χρήση αναβολικών από αθλητές για την αύξηση της αθλητικής ικανότητας, που άλλωστε δεν έχει επιβεβαιωθεί, απαγορεύεται απολύτως εξαιτίας των σοβαρών τους ανεπιθύμητων ενεργειών.

Eνδείξεις των αναβολικών είναι μερικές περιπτώσεις απλαστικής αναιμίας, ορισμένες περιπτώσεις καρκίνου του μαστού, καταστάσεις με αρνητικό ισοζύγιο αζώτου, ενώ δευτερεύουσες η οστεοπόρωση και η διέγερση της ινωδόλυσης.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 6.6