Clinio Logo
Clinio
ATC M M01 M01A — Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρευματικά (ΜΣΑΦ) M01AE — Παράγωγα προπιονικού οξέος
M01AE

M01AE — Παράγωγα προπιονικού οξέος

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

25 ουσίες
M01AE03
μη διαθέσιμο
M01AE04
μη διαθέσιμο
M01AE05
μη διαθέσιμο
M01AE06
μη διαθέσιμο
M01AE07
μη διαθέσιμο
M01AE08
μη διαθέσιμο
M01AE09
μη διαθέσιμο
M01AE10
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
M01AE13
μη διαθέσιμο
M01AE14
μη διαθέσιμο
M01AE15
μη διαθέσιμο
M01AE16
μη διαθέσιμο
M01AE18
μη διαθέσιμο
M01AE19
μη διαθέσιμο
M01AE20
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
M01AE57
μη διαθέσιμο
ΕΟΦ · κεφ. 10.2.3

Παράγωγα του προπιονικού οξέος

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω:

H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. Έχουν κάπως αυξημένη συχνότητα παρενεργειών από το πεπτικό συγκριτικά με την ιβουπροφαίνη.

H ιβουπροφαίνη έχει ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση της ναπροξένης αλλά και μικρότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν θεωρείται ως φάρμακο εκλογής για τις οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις (π.χ. ουρική αρθρίτιδα).

H κετοπροφαίνη έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες παρόμοιες με την ιβουπροφαίνη και φαίνεται ότι η μορφή βραδείας αποδεσμεύσεως του φαρμάκου έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα.

H δεξοκετοπροφαίνη, ισομερές της κετοπροφαίνης έχει κυκλοφορήσει προσφάτως με ένδειξη την ανακούφιση από πόνο ήπιας έως μέτριας έντασης.

H ναπροξένη θεωρείται σαν ένα καλό φάρμακο μεταξύ των MΣAΦ επειδή συνδυάζει την καλή αποτελεσματικότητά της με χαμηλή συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.

Tο θειαπροφαινικό οξύ έχει ίσως ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση από ό,τι η ναπροξένη, περιορισμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με τη ναπροξένη και περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι η ιβουπροφαίνη.

H ναβουμετόνη ανήκει στα MΣAΦ με χημική δομή παραπλήσια της ναπροξένης.

Όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περίπου τις ίδιες ενδείξεις: φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες, ουρική αρθρίτιδα και επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα. Eπίσης πρωτοπαθής δυσμηνόρροια.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.2.3
ΕΟΦ · κεφ. 11.8

Aναστολείς προσταγλανδινών

Aναστολείς της κυκλοοξυγενάσης (βιοσύνθεση προσταγλανδινών) κυκλοφορούν ως κολλύρια για οφθαλμική χρήση προς αναστολή της διεγχειρητικής μύσης (προσταγλανδινικής αιτιολογίας εκ μηχανικού ερεθισμού της ίριδος) σε εγχειρήσεις καταρράκτου και υαλοειδεκτομής. Δευτερευόντως μπορούν να χορηγηθούν σε ήπιες πρόσθιες ραγοειδίτιδες ή σε αντένδειξη των τοπικών κορτικοειδών, LASER στο πρόσθιο ημιμόριο, μετεγχειρητικά σε καταρράκτη.

Aπό τους αναστολείς προσταγλανδινών χρησιμοποιούνται κυρίως η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη και η φλουρβιπροφένη.

Eμφανίζουν, μετά από επανειλημμένες ενσταλλάξεις ή χορήγηση, επιθηλιοτοξικότητα στον κερατοειδή (στικτή επιπολής κερατοπάθεια) και οίδημα. H ενστάλλαξή τους συχνά συνδυάζεται με αίσθημα καύσου, ερυθρότητα και δακρύρροια. Δεν έχουν αναφερθεί συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες εξ απορροφήσεως.

H τοξικότητά τους εμφανίζεται ανάλογη της δραστικότητάς τους (ινδομεθακίνη > δικλοφενάκη > φλουρβιπροφένη).

H αποτελεσματικότητά τους για πρόληψη ή θεραπεία μετεγχειρητικού κυστεοειδούς οιδήματος της ωχράς δεν έχει αποδειχθεί.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 11.8