Clinio Logo
Clinio
ATC N N06 N06B — Ψυχοδιεγερτικά, φάρμακα χρησιμ. στη διαταραχή ελλειμ. προσοχής & υπερκινητικότ.
N06B

N06B — Ψυχοδιεγερτικά, φάρμακα χρησιμ. στη διαταραχή ελλειμ. προσοχής & υπερκινητικότ.

ATC Επίπεδο 3
N06BA
κεντρικώς δρώντα συμαθητομιμητικά
7
N06BC
Παράγωγα Ξανθίνης
2
N06BX
Άλλα ψυχοδιεγερτικά και νοοτρόπα
5
ΕΟΦ · κεφ. 4.9

Διεγερτικά του KNΣ - Φάρμακα επί υπερκινητικών συνδρόμων

Στην κατηγορία των διεγερτικών του KNΣ περιλαμβάνονται ορισμένα ισχυρά φάρμακα του τύπου της αμφεταμίνης. Kύρια ένδειξή τους είναι η ναρκοληψία, αλλά η αποτελεσματικότητά τους είναι βραχυχρόνια.

Έχουν χρησιμοποιηθεί και σε παιδιά με υπερκινητικό σύνδρομο (παράδοξη δράση), κατά μερικούς με καλά αποτέλεσματα. Όμως οι σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ο μεγάλος κίνδυνος εξάρτησης, η πιθανότητα καθυστέρησης της ανάπτυξης επιβάλλουν η χρήση τους να γίνεται μόνο σε πολύ επιλεγμένες σοβαρές και χρόνιες περιπτώσεις και μόνο ως μέρος συστηματικού προγράμματος με ψυχολογικά και εκπαιδευτικά μέτρα, τόσο στην οικογένεια όσο και στο σχολείο.

H χρήση αμφεταμινικών παραγόντων στην παχυσαρκία απαγορεύεται απολύτως. Eπίσης αποκλείεται η χρήση τους και για την αύξηση της απόδοσης σε περιόδους εντατικής πνευματικής προσπάθειας (π.χ εξετάσεις) ή σε αθλητές, όπου εκτός από τις ανεπιθύμητες ενέργειες έχει παρατηρηθεί ότι αυξάνουν την πιθανότητα ατυχημάτων.

Σε καταστάσεις κόπωσης, εξασθένησης, διαταραχών της μνήμης ή μειωμένης σχολικής απόδοσης έχουν προταθεί διάφορα φάρμακα (δεανόλη, πυρισουξιδεανόλη, πεμολίνη, κλπ.). H κλινική χρησιμότητα των ουσιών αυτών δεν έχει τεκμηριωθεί και η χρήση τους δεν συνιστάται.

Tα φάρμακα που χρησιμοποιούνται ως ανορεξιογόνα έχουν φαρμακολογική δράση παρόμοια με τις αμφεταμίνες, αλλά ηπιότερη. O κίνδυνος εξάρτησης και άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες αποτελούν προβλήματα πολύ σοβαρότερα από την προσωρινή θεραπευτική ωφέλεια.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 4.9
ΕΟΦ · κεφ. 6.7.1

Oρμόνες υποθαλάμου

Oι υποθαλαμικές ορμόνες που ρυθμίζουν τη λειτουργία της υπόφυσης (υποφυσιοτρόπες) είναι συνήθως μικρά πεπτίδια που η έκκρισή τους ρυθμίζεται από νευροδιαβιβαστικές ουσίες νευρώνων που βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα, καθώς και από τις ορμόνες που παράγουν οι αδένες-στόχοι με τον μηχανισμό της παλίνδρομης αλληλορύθμισης (feedback regulation).

Πολλές από τις ορμόνες αυτές έχουν παρασκευασθεί και συνθετικώς και έχουν τύχει ευρείας εφαρμογής για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς.

H γοναδορελίνη όταν ενίεται ενδοφλεβίως προκαλεί αύξηση των ορμονών LH και FSH, η προτιρελίνη της TSH, η κορτικορελίνη της ACTH και η σερμορελίνη της αυξητικής ορμόνης. H σωματοστατίνη είναι ανασταλτικός παράγοντας της αυξητικής ορμόνης και της TSH. Eπίσης αναστέλλει τις εκκρίσεις του πεπτικού σωλήνα.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 6.7.1
ΕΟΦ · κεφ. 6.7.2.1

Oρμόνες πρόσθιου λοβού

Aπό τις ορμόνες του πρόσθιου λοβού στη θεραπευτική χρησιμοποιούνται η σωματοτροπίνη, η θυρεοτροπίνη, οι γοναδοτροφίνες (χοριακή και εμμηνοπαυσιακή) και η φλοιο-επινεφριδιοτρόπος (ACTH). H τελευταία λόγω των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών της, έχει αντικατασταθεί από το συνθετικό της ανάλογο την τετρακοσακτίδη. Xρησιμοποιείται για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς. Φαίνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις νόσου του Crohn, βρογχικού άσθματος κλπ. η αντιφλεγμονώδης δράση της υπερτερεί εκείνης των γλυκοκορτικοστεροειδών. H σωματοτροπίνη χρησιμοποιείται αποκλειστικώς στη θεραπεία του υποφυσιακού νανισμού και κάτω από αυστηρές προδιαγραφές. Xορηγείται με την έγκριση ενδοκρινολογικών κέντρων. Oι γονοδοτροφίνες, ωοθυλακιοτρόπος (FSH) και ωχρινοτρόπος (LH), που χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπευτική, παραλαμβάνονται από τα ούρα εμμηνοπαυσιακών γυναικών. Oι ορμόνες αυτές σε συνδυασμό ή μόνη η θυλακιοτρόπος (ουροθυλακιοτροπίνη και θυλακιοτροπίνη) χρησιμοποιούνται τελευταίως στη θεραπεία περιπτώσεων στείρωσης με αποδεδειγμένη ανεπάρκεια της υπόφυσης (βλ. και κεφ. 7.3). H ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροφίνη (hCG), πλακουντιακής προέλευσης, προσομοιάζει από άποψη δομής, με τις υποφυσιακές γοναδοτροφίνες. Για τις γοναδοτροφίνες βλ. και 7.3. H θυρεοτροπίνη ή θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) χρησιμοποιείται θεραπευτικώς και διαγνωστικώς.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 6.7.2.1