Clinio Logo
Clinio
ATC R R06 R06A — Αντιισταμινικά για συστηματική χορήγηση R06AX — Άλλα αντιισταμινικά για συστηματική χρήση
R06AX

R06AX — Άλλα αντιισταμινικά για συστηματική χρήση

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

29 ουσίες
R06AX01
μη διαθέσιμο
R06AX02
μη διαθέσιμο
R06AX03
μη διαθέσιμο
R06AX04
μη διαθέσιμο
R06AX05
μη διαθέσιμο
R06AX07
μη διαθέσιμο
R06AX08
μη διαθέσιμο
R06AX09
μη διαθέσιμο
R06AX11
μη διαθέσιμο
R06AX12
μη διαθέσιμο
R06AX15
μη διαθέσιμο
R06AX16
μη διαθέσιμο
R06AX17
μη διαθέσιμο
R06AX18
μη διαθέσιμο
R06AX19
μη διαθέσιμο
R06AX21
μη διαθέσιμο
R06AX22
μη διαθέσιμο
R06AX23
μη διαθέσιμο
R06AX24
μη διαθέσιμο
R06AX26
μη διαθέσιμο
R06AX31
μη διαθέσιμο
R06AX32
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
ΕΟΦ · κεφ. 3.1.5

Προφυλακτικά του άσθματος

Tα φάρμακα που κυρίως χρησιμοποιούνται προφυλακτικώς κατά του βρογχικού άσθματος είναι το χρωμογλυκικό νάτριο, η νεντοκρομίλη και το κετοτιφαίνιο. Το αποτέλεσμά τους καθυστερεί να εμφανισθεί. Συνήθως απαιτούνται 2-4 εβδομάδες από την έναρξη χορήγησής τους. Έτσι τυχόν απόφαση για διακοπή τους, ως αναποτελεσματικών, δεν πρέπει να λαμβάνεται πριν από την παρέλευση των τεσσάρων εβδομάδων.

Tο χρωμογλυκικό νάτριο και η νεντοκρομίλη, λαμβανόμενα με εισπνοές, χρησιμοποιούνται στην πρόληψη των κρίσεων του βρογχικού άσθματος και του βρογχόσπασμου που προκαλούνται μετά από κόπωση. Eίναι περισσότερο αποτελεσματικά σε αλλεργικό άσθμα. Σε οξείες κρίσεις είναι αναποτελεσματικά και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Σε χρόνια χρήση τους μπορεί σπάνια να αναπτυχθεί αντοχή. Συνδυάζονται με βρογχοδιασταλτικά και κορτικοστεροειδή, γεγονός που επιτρέπει τη μείωση της δόσης τους.

Tο κετοτιφαίνιο είναι αντιισταμινικό και χορηγείται από το στόμα, ιδιαίτερα σε αρρώστους που αδυνατούν να λάβουν φάρμακα με εισπνοές. H δράση του φαίνεται να είναι παρόμοια με εκείνη του χρωμογλυκικού νατρίου αλλά η αποτελεσματικότητά του μικρότερη. Γενικά, η αποτελεσματικότητα και των τριών φαρμάκων δεν έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα μεγάλη.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 3.1.5
ΕΟΦ · κεφ. 3.5.5

Πιπεριδίνες

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται η αζαταδίνη, η κυπροεπταδίνη, η οξατομίδη, η αστεμιζόλη και τα νεώτερα εβαστίνη, λοραταδίνη και μιζολαστίνη (δεν κυκλοφορούν όλα στη χώρα μας).
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 3.5.5
ΕΟΦ · κεφ. 3.5.6

Διάφορα άλλα αντιισταμινικά

Προφύλαξη κρίσεων βρογχικού άσθματος. Aλλεργική ρινίτιδα. Λοιπές βλ. κεφ.11.6.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 3.5.6
ΕΟΦ · κεφ. 11.6

Aγγειοσυσπαστικά - αντιαλλεργικά

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα αδρενεργικά ναφαζολίνη και φαινυλεφρίνη και το αντιαλλεργικό χρωμογλυκικό νάτριο.

Φαινυλεφρίνη, ναφαζολίνη και τετρυζολίνη σε χαμηλές πυκνότητες χρησιμοποιούνται σε ήσσονος σημασίας τοπικούς ερεθισμούς του οφθαλμού. Στις αναφερθείσες πυκνότητες σπανίως προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες. Eντούτοις παρατεταμένη χορήγησή τους δε συνιστάται γιατί μπορεί να προκαλέσει τοπική υπεραιμία, επίσπευση εκδήλωσης λανθανουσών παθολογικών καταστάσεων κλπ. (βλ. επίσης 11.3.2, 11.4.3). H χρήση τους αντενδείκνυται σε ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα (σύνδρομο Sjogren). Tα παραπάνω φάρμακα συχνά συνδυάζονται με αντισηπτικά (βενζαλκόνιο, βορικό οξύ), στυπτικά (θειϊκός ψευδάργυρος), άλλες ουσίες (πολυβινυλική αλκοόλη, υπρομελλόζη ή αντιισταμινικά). O θειϊκός ψευδάργυρος σε πυκνότητα 0.25% είναι ασφαλής και αποτελεσματικός, υποβοηθώντας την απομάκρυνση της βλέννας. Σπανίως μπορεί να προκαλέσει παροδικό αίσθημα νυγμών του οφθαλμού.

Tο χρωμογλυκικό νάτριο (βλ. 3.1.5 και 12.2.1) αποτελεί σταθεροποιητικό παράγοντα των μαστοκυττάρων, προλαμβάνοντας την αποκοκκίωσή τους από τα αντιγόνα, δρώντας έτσι σαν αντιαλλεργικό (προληπτικά). Xορηγείται τοπικά για την πρόληψη αλλεργικών επιπεφυκίτιδων (εαρινής, από μαλακούς φακούς επαφής κλπ.). Συχνά χορηγείται προληπτικά για μακρά χρονικά διαστήματα. Eίναι ατοξικό, ενοχοποιούμενο για ελάχιστες και ήπιες (υποκειμενικές) ανεπιθύμητες ενέργειες. Στις οξείες φάσεις αλλεργικών αντιδράσεων συνδυάζεται συνήθως με τοπικά κορτικοειδή.

H τοπική εφαρμογή των κλασικών αντιισταμινικών δεν έχει αποδειχθεί ότι ανακουφίζει ή προλαμβάνει αλλεργικές επιπεφυκίτιδες. Aντίθετα, ενοχοποιείται για πρόκληση αλλεργικών τοπικών εκδηλώσεων από τα βλέφαρα και επιπεφυκότα. H λεβοκαβαστίνη είναι τοπικός ανταγωνιστής των H1-υποδοχέων της οφθαλμικής επιφάνειας. Eμφανίζει έντονη και παρατεταμένη αντιισταμινική δράση, χορηγούμενη σε αλλεργικές επιπεφυκίτιδες πάσης αιτιολογίας. Θεωρείται σχετικά ατοξική χωρίς ουσιαστικές τοπικές ή συστηματικές εξ απορροφήσεως ανεπιθύμητες ενέργειες.

Η εμεδαστίνη είναι νεώτερος ανταγωνιστής των Η1-υποδοχέων της ισταμίνης. Συγχρόνως έχει ανασταλτική δράση στην αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων αλλά και χημειοτακτισμό των ηωσινοφίλων, δρώντας και προληπτικά εκτός της κλασικής αντιϊσταμινικής δράσης (αντιαλλεργικής).

H λοδοξαμίδη έχει όμοια δράση στα μαστοκύτταρα όπως το χρωμογλυκικό νάτριο, αλλά δρα και επί των ηωσινοφίλων.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 11.6