ALENDRONIC ACID
Αλενδρονικό οξύ
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για την θεραπεία των νόσων των οστών, Διφωσφονικά, συνδυασμοί, Κωδικός ATC: M05BB03 Το DIFOCIDOL είναι ένα δισκίο συνδυασμού, που περιέχει τις δύο δραστικές ουσίες νατριούχο τριϋδρική αλενδρονάτη και χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3).
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
M81 Οστεοπόρωση χωρίς παθολογικό κάταγμα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος DIFOCIDOL
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την εβδομάδα, τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το πρώτο γεύμα, ρόφημα, ή φαρμακευτικό προϊόν της ημέρας.
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο μία φορά την εβδομάδα
-
ΕνήλικεςΔόσηΈνα δισκίοΜία φορά την εβδομάδα.
-
ΗλικιωμένοιΔεν χρειάζεται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 35 ml/min. Δεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης > 35 ml/min.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Διαταραχές του οισοφάγου και άλλοι παράγοντες που προκαλούν επιβράδυνση της κένωσης του οισοφάγου όπως στένωση ή αχαλασία
-
Αδυναμία της ασθενούς να παραμένει όρθια ή να καθίσει σε όρθια στάση για τουλάχιστον 30 λεπτά
-
Υπασβεσταιμία
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος (Αλενδρονάτη)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργά προβλήματα από το ανώτερο γαστρεντερικό, όπως δυσφαγία, οισοφαγική νόσο, γαστρίτιδα, δωδεκαδακτυλίτιδα, έλκη, ή με πρόσφατο ιστορικό μείζονος πάθησης του γαστρεντερικούΝα δίνεται προσοχή
-
Αντιδράσεις από τον οισοφάγο (Αλενδρονάτη)ΠληθυσμόςΑσθενείςΝα διακόπτουν την αλενδρονάτη και να ζητούν ιατρική συμβουλή αν παρουσιάσουν συμπτώματα οισοφαγικού ερεθισμού
-
Οστεονέκρωση της γνάθου (Δισφωσφονικά)ΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ικανοποιητική στοματική υγιεινήΝα εξετάζεται το ενδεχόμενο οδοντιατρικής εξέτασης με κατάλληλη προληπτική οδοντιατρική παρέμβαση πριν από την θεραπεία. Να αποφεύγονται, εάν είναι δυνατόν, επεμβατικοί οδοντιατρικοί χειρισμοί σε θεραπευόμενους ασθενείς.
-
Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου (Δισφωσφονικά)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά άλατα και παρουσιάζουν συμπτώματα στο αυτί όπως πόνος ή έκκριση, ή χρόνιες λοιμώξεις του αυτιούΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου
-
Άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστού (Δισφωσφονικά)ΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ευαισθητοποιούνται ώστε να αναφέρουν οποιοδήποτε πόνο στο μηρό, στο ισχίο ή στη βουβωνική χώρα και να αξιολογείται κάθε ασθενής που παρουσιάζει αυτά τα συμπτώματα για ατελές κάταγμα του μηριαίου.
-
Νεφρική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία όπου η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 35 ml/minΤο DIFOCIDOL δεν συνιστάται
-
ΥπασβεστιαιμίαΠρέπει να αντιμετωπισθεί πριν την έναρξη της θεραπείας με DIFOCIDOL
-
Διαταραχές μεταβολισμού μεταλλικών στοιχείων (όπως έλλειψη βιταμίνης D και υποπαραθυρεοειδισμός)Θα πρέπει να θεραπεύονται αποτελεσματικά πριν από την έναρξη του DIFOCIDOL
-
Ανεπάρκεια βιταμίνης DΗ ποσότητα βιταμίνης D που περιέχεται στο DIFOCIDOL δεν είναι κατάλληλη για την διόρθωση της ανεπάρκειας της βιταμίνης D.
-
Έκδοχα (Λακτόζη, σακχαρόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της φρουκτόζης, δυσανεξίας της γαλακτόζης, έλλειψης της Lapp λακτάσης, δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια της σουκράσης-ισομαλτάσηςΔεν πρέπει να λάβουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Τροφές και ροφήματα (συμπεριλαμβανομένου του μεταλλικού νερού), συμπληρώματα ασβεστίου, αντιόξινα και ορισμένα από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόνταΠροσοχήΕπηρεάζουν την απορρόφηση της αλενδρονάτης.ΣύστασηΠεριμένετε τουλάχιστον 30 λεπτά μετά τη λήψη αλενδρονάτης πριν λάβετε οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν από το στόμα.
-
Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ)ΠροσοχήΣχετίζεται με γαστρεντερικό ερεθισμό.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη λήψη με αλενδρονάτη.
-
Olestra, έλαια μεταλλικών στοιχείων, orlistat, ενώσεις που δεσμεύουν το χολικό οξύ (π.χ. χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη)ΠαρακολούθησηΜπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την απορρόφηση της βιταμίνης D.ΣύστασηΕπιπλέον συμπληρώματα βιταμίνης D μπορεί να εξετασθούν σε ατομική βάση.
-
ΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τον καταβολισμό της βιταμίνης D.ΣύστασηΕπιπλέον συμπληρώματα βιταμίνης D μπορεί να εξετασθούν σε ατομική βάση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης και του αγγειοιδήματος
- συμπτωματική υπασβεστιαιμία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Ίλιγγος
- φλεγμονή οφθαλμού (ραγοειδίτιδα, σκληρίτιδα ή επισκληρίτιδα)
- οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Οισοφαγικό έλκος
- Δυσφαγία
- Διάταση κοιλίας
- Παλινδρόμηση οξέος
- Ναυτία
- Έμετος
- Γαστρίτιδα
- Οισοφαγίτιδα
- Οισοφαγική στένωση
- Στοματοφαρυγγική εξέλκωση
- Διάτρηση ανώτερου γαστρεντερικού
- Έλκη ανώτερου γαστρεντερικού
- Αιμορραγία ανώτερου γαστρεντερικού
- διαβρώσεις του οισοφάγου
- μέλαινα
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Εξάνθημα με φωτοευαισθησία
- σοβαρές δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης
- μυοσκελετικός (οστού, μυός ή άρθρωσης) πόνος ο οποίος μερικές φορές είναι έντονος
- άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου
- Οίδημα άρθρωσης
- Οστεονέκρωση της γνάθου
- Εξασθένιση
- Περιφερικό οίδημα
- παροδικά συμπτώματα όπως αυτά της απόκρισης οξείας φάσης (μυαλγία, αδιαθεσία, και σπάνια πυρετός)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςμυοσκελετικός (οστού, μυός ή άρθρωσης) πόνος ο οποίος μερικές φορές είναι έντονοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημα άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟισοφαγικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαλινδρόμηση οξέοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςδιαβρώσεις του οισοφάγουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςμέλαιναΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςπαροδικά συμπτώματα όπως αυτά της απόκρισης οξείας φάσης (μυαλγία, αδιαθεσία, και σπάνια πυρετός)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςφλεγμονή οφθαλμού (ραγοειδίτιδα, σκληρίτιδα ή επισκληρίτιδα)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΈλκη ανώτερου γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑιμορραγία ανώτερου γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιάτρηση ανώτερου γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημα με φωτοευαισθησίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΟισοφαγική στένωσηΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΟστεονέκρωση της γνάθουΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣτοματοφαρυγγική εξέλκωσηΓαστρεντερικό
-
Σπάνιεςάτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίουΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιεςαντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης και του αγγειοιδήματοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Σπάνιεςσοβαρές δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσηςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςσυμπτωματική υπασβεστιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςοστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρουΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΤο DIFOCIDOL προορίζεται να χορηγηθεί μόνο σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα με την χρήση της αλενδρονάτης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή. Η αλενδρονάτη που χορηγήθηκε κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης σε αρουραίους προκάλεσε δυστοκία σχετιζόμενη με την υπασβεστιαιμία (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει υπερασβεσταιμία και τοξικότητα στην αναπαραγωγή με μεγάλες δόσεις βιταμίνης D (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΕίναι άγνωστο εάν η αλενδρονάτη/ μεταβολίτες εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη. Η χοληκαλσιφερόλη και κάποιοι από τους ενεργούς μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΟι δισφωσφονικές ενώσεις ενσωματώνονται στη θεμέλια ουσία του οστού, από όπου απελευθερώνονται σταδιακά σε ένα διάστημα ετών. Το ποσοστό των διφωσφονικών που ενσωματώνονται στο οστό των ενηλίκων, και ως εκ τούτου, το διαθέσιμο ποσοστό προς απελευθέρωση στην συστηματική κυκλοφορία, είναι άμεσα σχετιζόμενο με την δόση και τη διάρκεια της χρήσης των διφωσφονικών (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο για το έμβρυο στον άνθρωπο. Ωστόσο, υπάρχει θεωρητικά κίνδυνος για εμβρυϊκή βλάβη, κυρίως σκελετική, εάν μία γυναίκα καταστεί έγκυος μετά την ολοκλήρωση ενός κύκλου θεραπείας με διφωσφονικά. Η επίδραση των παραμέτρων, όπως ο χρόνος μεταξύ διακοπής της θεραπείας με διφωσφονικά έως την σύλληψη, το συγκεκριμένο διφωσφονικό που χρησιμοποιείται, και η οδός χορήγησης (ενδοφλέβιο έναντι αυτού που χορηγείται από το στόμα) σχετικά με τον κίνδυνο δεν έχει μελετηθεί.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- Υπασβεσταιμία
- Υποφωσφαταιμία
- Στομαχική ενόχληση
- Οπισθοστερνικός καύσος
- Οισοφαγίτιδα
- Γαστρίτιδα
- Έλκος
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για την θεραπεία των νόσων των οστών, Διφωσφονικά, συνδυασμοί, Κωδικός ATC: M05BB03 Το DIFOCIDOL είναι ένα δισκίο συνδυασμού, που περιέχει τις δύο δραστικές ουσίες νατριούχο τριϋδρική αλενδρονάτη και χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3).
Μηχανισμός δράσης
Αλενδρονάτη Η νατριούχος αλενδρονάτη είναι ένα διφωσφονικό, το οποίο εμποδίζει την οστική απορρόφηση στους οστεοκλάστες χωρίς να έχει άμεση επίδραση στο σχηματισμό του οστού. Προκλινικές μελέτες έχουν δείξει επιλεκτική εντόπιση της αλενδρονάτης στις θέσεις ενεργούς απορρόφησης. Η δράση των οστεοκλαστών εμποδίζεται, όμως η προσέλκυση ή προσκόλληση των οστεοκλαστών δεν επηρεάζεται. Το οστό που σχηματίσθηκε κατά την θεραπεία με αλενδρονάτη έχει φυσιολογική ποιότητα.
Χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3) Η βιταμίνη D3 παράγεται στο δέρμα με την μετατροφή της 7-dehydrocholesterol σε βιταμίνη D3 μέσω της υπεριώδους ακτινοβολίας. Σε περίπτωση μη επαρκούς έκθεσης στον ήλιο, η βιταμίνη D3 είναι απαραίτητο προϊόν διατροφής. Η βιταμίνη D3 μετατρέφεται σε 25-hydroxyvitamin D3 στο ήπαρ, και αποθηκεύεται έως ότου χρησιμοποιηθεί. Η μετατροπή της στα νεφρά στην ενεργό ορμόνη 1,25-dihydroxyvitamin D3 (calcitriol) που κινητοποιεί το ασβέστιο, ρυθμίζεται άμεσα. Η κύρια δράση του 1,25- hydroxyvitamin D3 είναι να αυξάνει την εντερική απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου καθώς και να ρυθμίζει το ασβέστιο του ορού, την νεφρική απέκκριση του ασβεστίου και φωσφόρου, τον σχηματισμό του οστού και την απορρόφηση του οστού. Η βιταμίνη D3 απαιτείται για τον φυσιολογικό σχηματισμό του οστού. Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D3 εμφανίζεται, όταν τόσο η έκθεση στο ηλιακό φως όσο και η λήψη μέσω της διατροφής, είναι ανεπαρκής. Η ανεπάρκεια συσχετίζεται με αρνητικό ισοζύγιο του ασβεστίου, με απώλεια οστού, και αυξημένο κίνδυνο σκελετικού κατάγματος. Σε σοβαρές καταστάσεις, η ανεπάρκεια οδήγησε σε δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, υποφωσφαταιμία, μυϊκή αδυναμία των εγγύς μυών και οστεομαλακία, που αυξάνει περαιτέρω τον κίνδυνο των πτώσεων και καταγμάτων σε άτομα με οστεοπόρωση. Η συμπληρωματική ποσότητα βιταμίνης D μειώνει αυτούς τους κινδύνους και τις συνέπειές τους. Η οστεοπόρωση προσδιορίζεται ως οστική πυκνότητα (BMD) της σπονδυλικής στήλης ή του ισχίου κατά 2.5 μονάδες καθιερωμένης απόκλισης (SD) κάτω από το μέσο όρο φυσιολογικών νέων ατόμων ή ως ένα προηγούμενο κάταγμα ευπάθειας, ανεξάρτητα από την BMD.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μελέτες συνδυασμού αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 Η επίδραση του συνδυασμού αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 (70 mg αλενδρονάτη/βιταμίνη D3 2.800 IU) στο επίπεδο της βιταμίνης D έχει δειχθεί σε μία πολυεθνική μελέτη 15 εβδομάδων, όπου εισήχθησαν 682 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση (25-hydroxyvitamin D στον ορό κατά την έναρξη: μέση τιμή, 56 nmol/l [22,3 ng/ml], εύρος [22,5-225 nmol/l [9-90 ng/ml]). Οι ασθενείς έλαβαν την μικρότερη δοσολογία (70 mg/2.800 IU) του συνδυασμού αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 (n=350) ή μόνο 70 mg αλενδρονάτης (n=332) μία φορά την εβδομάδα. Επιπλέον συμπληρώματα βιταμίνης D είχαν απαγορευθεί. Μετά από 15 εβδομάδες θεραπείας, οι μέσες τιμές του 25-hydroxyvitamin D στον ορό ήταν σημαντικά μεγαλύτερες (26%) στην ομάδα με (70 mg/2.800 IU) του συνδυασμού αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 (56 nmol/l [23 ng/ml]) από ότι στην ομάδα με αλενδρονάτη μόνο (46 nmol/l. [18,2 ng/ml]). Το ποσοστό των ασθενών με ανεπάρκεια βιταμίνης D (τιμές του 25-hydroxyvitamin D στον ορό < 37,5 nmol/l [< 15 ng/ml], ήταν σημαντικά μειωμένο κατά 62,5% με το συνδυασμό αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 (70 mg/2.800 IU) έναντι αλενδρονάτη μόνο (12% έναντι 32%,αντίστοιχα) κατά την διάρκεια της εβδομάδος 15. Το ποσοστό των ασθενών με ανεπάρκεια βιταμίνης D (τιμές του 25-hydroxyvitamin D στον ορό < 22,5 nmol/l [< 9 ng/ml] μειώθηκε σημαντικά κατά 92% με το συνδυασμό αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 (70 mg/2.800 IU) έναντι αλενδρονάτη μόνο (1 % έναντι 13% αντίστοιχα). Σ’αυτή τη μελέτη, οι μέσες τιμές του 25-hydroxyvitamin D σε ασθενείς με ανεπάρκεια βιταμίνης D κατά την έναρξη της μελέτης (25-hydroxyvitamin D, 22,5 έως 37,5 nmol/l [9 έως < 15 ng/ml]) αυξήθηκαν από 30 nmol/l (12,1 ng/ml) σε 40 nmol/l (15,9 ng/ml) κατά την εβδομάδα 15 στην ομάδα του συνδυασμού αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 (70 mg/2.800 IU) n=75)και μειώθηκαν από 30 nmol/l (12,0 ng/ml) κατά την έναρξη σε 26 nmol/l (10,4 ng/ml) κατά την εβδομάδα 15 στην ομάδα μόνο με αλενδρονάτη (n=70). Δεν υπήρξαν διαφορές στις μέσες τιμές του ασβεστίου, των φωσφορικών στον ορό, ή του ασβεστίου των ούρων που μετρήθηκε σε 24 ώρες, μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Η επίδραση της μειωμένης δόσης του συνδυασμού 70 mg αλενδρονάτη/βιταμίνη D3 2.800 IU μαζί με επιπρόσθετα 2.800 IU βιταμίνης D3 σε ένα σύνολο 5.600 IU (η ποσότητα βιταμίνης D3 στην υψηλότερη δόση του συνδυασμού) μια φορά την εβδομάδα, παρουσιάστηκε σε μια μελέτη επέκτασης 24- εβδομάδων, στην οποία συμμετείχαν 619 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση. Οι ασθενείς στην ομάδα με βιταμίνη D3 των 2.800 έλαβαν συνδυασμό 70 mg/2.800 IU (n=299) και οι ασθενείς στην ομάδα με βιταμίνη D3 των 5.600 έλαβαν συνδυασμό 70 mg/2.800 IU και επιπλέον 2.800 IU βιταμίνης D3 (n=309) μια φορά την εβδομάδα. Επιτράπηκε η χρήση επιπλέον συμπληρωμάτων βιταμίνης D. Μετά από 24- εβδομάδες θεραπείας, τα μέσα επίπεδα ορού της 25-υδροξυβιταμίνης D ήταν αρκετά αυξημένα στην ομάδα με βιταμίνη D3 των 5.600 (69 nmol/l [27.6 ng/ml]) σε σχέση με την ομάδα με βιταμίνη D3 των 2.800 (64 nmol/l [25.5 ng/ml]). Το ποσοστό των ασθενών με ανεπάρκεια της βιταμίνης D ήταν 5,4% για την ομάδα με βιταμίνη D3 των 2.800, έναντι του 3,2% για την ομάδα με βιταμίνη D3 των 5.600, κατά το διάστημα επέκτασης των 24- εβδομάδων. Το ποσοστό των ασθενών με ανεπάρκεια της βιταμίνης D ήταν 0,3% στην ομάδα με βιταμίνη D3 των 2.800, έναντι του μηδέν για την ομάδα με βιταμίνη D3 των 5.600. Δεν υπήρχαν διαφορές στις μέσες τιμές ορού για το ασβέστιο, το φωσφορικό άλας, ή το ασβέστιο ούρων 24-ώρου, μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Το ποσοστό των ασθενών με υπερασβεστιουρία στο τέλος της επέκτασης των 24- εβδομάδων δεν διέφερε στατιστικά μεταξύ των ομάδων θεραπείας.
Μελέτες της αλενδρονάτης Η θεραπευτική ισοδυναμία της αλενδρονάτης μία φορά την εβδομάδα 70 mg (n=519) και της αλενδρονάτης 10 mg ημερησίως (n=370) έχει δειχθεί σε μια πολυκεντρική μελέτη ενός έτους σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση. Οι μέσες αυξήσεις από το αρχικό επίπεδο της BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης κατά το ένα έτος ήταν 5,1% (95% CI: 4,8, 5,4%) στην ομάδα του εβδομαδιαίου δισκίου 70 mg και 5,4% (95% CI: 5,0, 5.8 %) στην ομάδα του ημερήσιου 10 mg. Οι μέσες αυξήσεις της BMD ήταν 2,3% και 2,9% στον αυχένα του μηριαίου και 2,9% και 3,1% στο ολικό ισχίο για τις ομάδες των 70 mg εβδομαδιαίως και των 10 mg ημερησίως, αντίστοιχα. Οι δυο θεραπευτικές ομάδες ήταν επίσης παρόμοιες όσον αφορά τις αυξήσεις της BMD σε άλλα σημεία του σκελετού. Οι επιδράσεις της αλενδρονάτης στην οστική μάζα και στην συχνότητα εμφάνισης των καταγμάτων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, εξετάσθηκε σε δυο ταυτόσημου σχεδιασμού αρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας (n=994) καθώς και στην μελέτη Fracture Intervention Trial (FIT: n=6.459). Στις αρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας, οι μέσες αυξήσεις της BMD με αλενδρονάτη 10 mg/ημερησίως σχετικά με το placebo στα τρία χρόνια ήταν 8,8%, 5,9% και 7,8% στην σπονδυλική στήλη, στον αυχένα του μηριαίου και στον τροχαντήρα αντιστοίχως. Η ολική BMD του σώματος επίσης αυξήθηκε σημαντικά. Υπήρξε μείωση κατά 48% (alendronate 3,2% έναντι placebo 6,2%) στο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με αλενδρονάτη και εμφάνισαν ένα ή περισσότερα σπονδυλικά κατάγματα σε σχέση με αυτούς που λάμβαναν placebo. Κατά την επέκταση κατά δύο έτη αυτών των μελετών, η BMD στην σπονδυλική στήλη και τον τροχαντήρα συνέχισε να αυξάνεται και η BMD στον αυχένα του μηριαίου και στο συνολικό σώμα διατηρήθηκε. Η FIT αποτελούνταν από δυο μελέτες ελεγχόμενες με placebo όπου χορηγήθηκε αλενδρονάτη ημερησίως (5 mg ημερησίως για δύο χρόνια και 10 mg ημερησίως είτε για ένα χρόνο ή για δύο επιπλέον χρόνια):
- FIT 1: Μία μελέτη διάρκειας τριών ετών με 2.027 ασθενείς οι οποίοι είχαν τουλάχιστον ένα οσφυϊκό (συμπιεστικό) κάταγμα πριν από την μελέτη. Σ αυτή τη μελέτη η αλενδρονάτη ημερησίως μείωσε την συχνότητα εμφάνισης ≥ 1 νέου σπονδυλικού κατάγματος κατά 47% (alendronate 7,9% έναντι του placebo 15,0%). Eπιπρόσθετα, μια στατιστικά σημαντική μείωση εμφανίσθηκε στην συχνότητα εμφάνισης των καταγμάτων του ισχίου (1,1% έναντι 2,2%, μείωση κατά 51%).
- FIT 2: Μία μελέτη διάρκειας τεσσάρων ετών με 4.432 ασθενείς με χαμηλή οστική μάζα, αλλά χωρίς ένα σπονδυλικό κάταγμα πριν από την μελέτη. Σ αυτή τη μελέτη παρατηρήθηκε μία σημαντική διαφορά στην ανάλυση της υποομάδας των οστεοπορωτικών γυναικών (37% του γενικού πληθυσμού, που αντιστοιχεί στον παραπάνω αναφερθέντα προσδιορισμό της οστεοπόρωσης) ως προς τη συχνότητα των καταγμάτων ισχίου (alendronate 1,0% έναντι placebo 2,2%, μείωση κατά 56%) και στην συχνότητα 1 σπονδυλικού κατάγματος (2,9% έναντι 5,8%, μείωση κατά 50%).
Ευρήματα εργαστηριακών ελέγχων
Σε κλινικές μελέτες, ασυμπτωματική, ήπια και παροδική μείωση των επιπέδων ασβεστίου και φωσφόρου στον ορό αίματος παρατηρήθηκε περίπου σε 18% και 10%, αντίστοιχα, των ασθενών που λάμβαναν αλενδρονάτη 10 mg/ημερησίως έναντι περίπου σε 12% και 3% αυτών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Ωστόσο, οι συχνότητες μείωσης των επιπέδων του ασβεστίου στον ορό αίματος σε < 8,0 mg/dl (2,0 mmol/l) και του φωσφόρου σε < 2,0 mg/dl (0,65 mmol/l) στον ορό αίματος ήταν παρόμοιες και στις δύο ομάδες θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η νατριούχος αλενδρονάτη έχει μελετηθεί σε ένα μικρό αριθμό ασθενών με ατελή οστεογένεση ηλικίας κάτω των 18 ετών. Τα αποτελέσματα είναι ανεπαρκή για να υποστηρίξουν τη χρήση της νατριούχου αλενδρονάτης σε παιδιατρικούς ασθενείς με ατελή οστεογένεση.
Αλενδρονάτη
Απορρόφηση
Σε σύγκριση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς ή από του στόματος μέση βιοδιαθεσιμότητα της αλενδρονάτης σε γυναίκες ήταν 0,64% για δόσεις κυμαινόμενες από 5 έως 70 mg όταν τους χορηγήθηκαν μετά από ολονύκτια νηστεία και δυο ώρες πριν το καθιερωμένο πρωϊνό γεύμα τους. Η βιοδιαθεσιμότητα μειώθηκε παρομοίως περίπου κατά 0,46% και 0,39%, όταν η αλενδρονάτη χορηγήθηκε μια ή μισή ώρα πριν το καθιερωμένο πρωϊνό. Στις μελέτες οστεοπόρωσης, η αλενδρονάτη ήταν αποτελεσματική, όταν χορηγήθηκε τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το πρώτο φαγητό ή ρόφημα της ημέρας. Το συστατικό αλενδρονάτη στo δισκίο συνδυασμού αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 (70 mg/2.800 IU, 70mg/5,600IU) είναι βιοϊσοδύναμο με την αλενδρονάτη στo δισκίο των 70 mg. Η βιοδιαθεσιμότητα ήταν αμελητέα όταν η αλενδρονάτη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με, ή έως δυο ώρες μετά, το καθιερωμένο πρωϊνό γεύμα. Ταυτόχρονη χορήγηση της αλενδρονάτης με καφέ ή χυμό πορτοκάλι μείωσε τη βιοδιαθεσιμότητα περίπου κατά 60%. Σε υγιή άτομα, η χορήγηση πρεδνιζόνης από το στόμα (20 mg τρεις φορές ημερησίως για 5 ημέρες) δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική αλλαγή στην από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της αλενδρονάτης (μέση αύξηση κυμαινόμενη από 20% έως 44%).
Κατανομή
Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η αλενδρονάτη παροδικά κατανέμεται στους μαλακούς ιστούς μετά από τη χορήγηση 1 mg/kg ενδοφλέβια, αλλά ταχύτατα κατόπιν, ανακατανέμεται στα οστά ή απεκκρίνεται από τα ούρα. Ο μέσος όγκος κατανομής, σταθερής κατάστασης εκτός των οστών είναι τουλάχιστον 28 l στον ανθρώπινο οργανισμό. Οι συγκεντρώσεις της αλενδρονάτης στο πλάσμα μετά από του στόματος χορηγούμενων θεραπευτικών δόσεων είναι πολύ χαμηλές για αναλυτική ανίχνευση (<5 ng/ml). Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα είναι περίπου 78%.
Βιομετασχηματισμός
Δεν υπάρχει απόδειξη ότι η αλενδρονάτη μεταβολίζεται στα πειραματόζωα ή στον άνθρωπο.
Αποβολή
Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση [14C] αλενδρονάτη, περίπου το 50% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε από τα ούρα μέσα σε 72 ώρες ενώ ελάχιστη έως καθόλου ραδιενέργεια ανιχνεύθηκε στα κόπρανα. Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 10 mg, η νεφρική κάθαρση της αλενδρονάτης ήταν 71 ml/min και η συστηματική κάθαρση δεν ξεπέρασε τα 200 ml/min. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα, μειώθηκαν περισσότερο από 95% μέσα στις έξι ώρες μετά την ενδοφλέβια χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής στον άνθρωπο θεωρείται ότι ξεπερνά τα δέκα χρόνια, αντανακλώντας την απελευθέρωση της αλενδρονάτης από το σκελετό. Η αλενδρονάτη δεν απεκκρίνεται μέσω των όξινων ή βασικών συστημάτων μεταφοράς των νεφρών στους αρουραίους και γι’αυτό, δεν αναμένεται να επηρεάζει την απέκκριση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων από τα συστήματα αυτά στον άνθρωπο.
Χοληκαλσιφερόλη
Απορρόφηση
Σε υγιή ενήλικα άτομα (άνδρες και γυναίκες) κατόπιν χορήγησης του συνδυασμού:
- αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 70 mg/2.800 IU, μετά από ολονύκτια νηστεία και δύο ώρες πριν το γεύμα, η κατά μέσο όρο περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στον ορό (AUC 0-120HRS) για τη βιταμίνη D3 (μη αναπροσαρμοσμένη για τα επίπεδα της ενδογενούς βιταμίνης D3), ήταν 296,4 nghr/ml. Η μέση μέγιστη τιμή της συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) της βιταμίνης D3 ήταν 5,9 ng/ml, και ο διάμεσος χρόνος έως την μέγιστη συγκέντρωση στον ορό (TMAX) ήταν 12 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα των 2.800 IU βιταμίνης D3 στο συνδυασμό αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 είναι παρόμοια με αυτή των 2.800 IU βιταμίνης D3 που χορηγήθηκε μόνη.
- αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 70 mg/5,600 IU, μετά από ολονύκτια νηστεία και δύο ώρες πριν το γεύμα, η κατά μέσο όρο περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στον ορό (AUC 0-80HRS) για τη βιταμίνη D3 (μη αναπροσαρμοσμένη για τα επίπεδα της ενδογενούς βιταμίνης D3), ήταν 490,2 nghr/ml. Η μέση μέγιστη τιμή της συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) της βιταμίνης D3 ήταν 12,2 ng/ml, και ο διάμεσος χρόνος έως την μέγιστη συγκέντρωση στον ορό (TMAX) ήταν 10,6 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα των 5.600 IU βιταμίνης D3 στο συνδυασμό αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 είναι παρόμοια με αυτή των 5.600 IU βιταμίνης D3 που χορηγήθηκε μόνη.
Κατανομή
Κατόπιν απορρόφησης, η βιταμίνη D3 εισέρχεται στο αίμα ως συστατικά των χυλομικρών. Η βιταμίνη D3 κατανέμεται ταχέως κατά το πλείστον στο ήπαρ, όπου μεταβολίζεται σε 25-hydroxyvitamin D3, την κύρια μορφή αποθήκευσης. Μικρότερα ποσά κατανέμονται στον λιπώδη και μυϊκό ιστό και αποθηκεύονται ως βιταμίνη D3 σ’αυτές τις θέσεις για μετέπειτα απελευθέρωση στην κυκλοφορία. Η βιταμίνη D3 που κυκλοφορεί είναι δεσμευμένη με μία πρωτεϊνη που δεσμεύει την βιταμίνη D.
Βιομετασχηματισμός
Η βιταμίνη D3 μεταβολίζεται ταχέως μέσω υδροξυλίωσης στο ήπαρ σε 25-hydroxyvitamin D3 και ακολούθως δευτερογενώς μεταβολίζεται στους νεφρούς σε 1,25-dihydroxyvitamin D3, που αντιπροσωπεύει την βιολογικά ενεργό μορφή. Περαιτέρω υδροξυλίωση πραγματοποιείται πριν την αποβολή. Ενα μικρό ποσοστό βιταμίνης D3 υποβάλλεται σε γλυκουρονιδίωση πριν την αποβολή.
Αποβολή
Οταν χορηγήθηκε ραδιενεργός βιταμίνη D3 σε υγιή άτομα, η μέση απέκκριση αποβολή ραδιενέργειας μέσω των ούρων ήταν 2,4%, μετά από 48 ώρες και η μέση απέκκριση της ραδιενέργειας με τα κόπρανα ήταν 4,9% μετά από 4 ημέρες. Και στις δύο περιπτώσεις, η ραδιενέργεια που απεκκρίθηκε ήταν σχεδόν αποκλειστικά ως μεταβολίτες του αρχικού. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της βιταμίνης D3 στον ορό, μετά την από του στόματος χορήγηση δόσης συνδυασμού αλενδρονάτης και βιταμίνης D3 (70 mg/2.800 IU), είναι περίπου 24 ώρες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Προκλινικές μελέτες έδειξαν ότι η αλενδρονάτη το οποίο δεν αποθηκεύεται στα οστά, απεκκρίνεται ταχέως από τα ούρα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις κορεσμού της πρόσληψης από τα οστά μετά από χρόνια χορήγηση αθροιστικών ενδοφλέβιων δόσεων έως 35 mg/kg στα πειραματόζωα. Αν και δεν διατίθενται πληροφορίες από την κλινική πράξη, είναι πιθανόν ότι, όπως και στα πειραματόζωα, η απέκκριση της αλενδρονάτης μέσω των νεφρών θα είναι μειωμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Γι’αυτό, κάποια μεγαλύτερη συσσώρευση της αλενδρονάτης στα οστά, μπορεί να αναμένεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Αλενδρονάτη #### Απορρόφηση Σε σύγκριση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς ή από του στόματος μέση βιοδιαθεσιμότητα της αλενδρονάτης σε γυναίκες ήταν 0,64% για δόσεις κυμαινόμενες από 5 έως 70 mg όταν τους χορηγήθηκαν μετά από ολονύκτια νηστεία και δυο…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ασβέστιο ορού (Ca) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Υπασβεστιαιμία, έλλειψη βιταμίνης D και υποπαραθυρεοειδισμός |
| — | Νόσος με υπερπαραγωγή καλσιτριόλης | ||
| Ασβέστιο ούρων | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | — | Νόσος με υπερπαραγωγή καλσιτριόλης |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Συμπτώματα υπασβεσταιμίας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Υπασβεστιαιμία, έλλειψη βιταμίνης D και υποπαραθυρεοειδισμός |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Τα δισκία αλενδρονικού οξέος έχουν πολύ χαμηλή από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα. Μετά τη χορήγηση, κατανέμεται σε μαλακούς ιστούς και οστά ή απεκκρίνεται στα ούρα. Το αλενδρονικό οξύ δεν υφίσταται μεταβολισμό.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το αλενδρονικό οξύ συνδέεται με τον υδροξυαπατίτη των οστών. Η οστική απορρόφηση προκαλεί τοπική οξίνιση, απελευθερώνοντας αλενδρονικό οξύ, το οποίο εισέρχεται στα οστεοκλάστες μέσω ενδοκυττάρωσης ρευστών. Τα ενδοκυτταρικά κυστίδια οξινίζονται, απελευθερώνοντας αλενδρονικό οξύ στον κυτσοτολόγιο των οστεοκλαστών, όπου προκαλεί απόπτωση. Η αναστολή των οστεοκλαστών οδηγεί σε μειωμένη οστική απορρόφηση, η οποία εκδηλώνεται μέσω μειωμένου ουρικού ασβεστίου, δεοξυπιριδινολίνης και διασταυρούμενων Ν-τελοπεπτιδασών του τύπου Ι κολλαγόνου.
Μελέτες σε ζώα έχουν υποδείξει τον ακόλουθο τρόπο δράσης. Σε κυτταρικό επίπεδο, η αλενδρονάτη δείχνει προτιμησιακή εντόπιση σε θέσεις οστικής απορρόφησης, ειδικά κάτω από τους οστεοκλάστες. Οι οστεοκλάστες προσκολλώνται φυσιολογικά στην επιφάνεια του οστού, αλλά στερούνται της πτυχωτής ακμής που είναι ενδεικτική ενεργού απορρόφησης. Η αλενδρονάτη δεν παρεμβαίνει στην πρόσληψη ή προσκόλληση των οστεοκλαστών, αλλά αναστέλλει τη δραστηριότητα των οστεοκλαστών. Μελέτες σε ποντίκια σχετικά με την εντόπιση ραδιενεργού (3H)-αλενδρονάτης στα οστά έδειξαν περίπου 10 φορές υψηλότερη πρόσληψη στις επιφάνειες των οστεοκλαστών από τις επιφάνειες των οστεοβλαστών. Οστά που εξετάστηκαν 6 και 49 ημέρες μετά τη χορήγηση (3H)-αλενδρονάτης σε αρουραίους και ποντίκια, αντίστοιχα, έδειξαν ότι σχηματίστηκε φυσιολογικό οστό πάνω από την αλενδρονάτη, η οποία ενσωματώθηκε εντός της μήτρας. Ενώ είναι ενσωματωμένη στη οστική μήτρα, η αλενδρονάτη δεν είναι φαρμακολογικά ενεργή. Έτσι, η αλενδρονάτη πρέπει να χορηγείται συνεχώς για την καταστολή των οστεοκλαστών σε νεοσχηματισμένες επιφάνειες απορρόφησης. Ιστομορφομετρία σε μπαμπουίνους και αρουραίους έδειξε ότι η θεραπεία με αλενδρονάτη μειώνει τον οστικό κύκλο εργασιών (δηλαδή, τον αριθμό των θέσεων όπου το οστό αναδιαμορφώνεται). Επιπλέον, η οστική παραγωγή υπερβαίνει την οστική απορρόφηση σε αυτές τις θέσεις αναδιαμόρφωσης, οδηγώντας σε προοδευτικές αυξήσεις στη οστική μάζα.
Η αλενδρονάτη (αλενδρονικό νάτριο ένυδρο) είναι ένα διφωσφονικό που περιέχει άζωτο, το οποίο συνδυάζεται με την επιφάνεια του οστού και μειώνει την οστεοκλαστο-μεσολαβούμενη οστική απορρόφηση. Είναι μια διφωσφονική ένωση τρίτης γενιάς, ειδικά κατανεμημένη στην επιφάνεια της οστικής απορρόφησης και προσλαμβάνεται από τους οστεοκλάστες. Κάτω από τις κλειστές συνθήκες που σχηματίζονται με τον οστεοκλάστη και την οστική επιφάνεια, η αλενδρονάτη αποσπάται από την οστική επιφάνεια και προσλαμβάνεται στον οστεοκλάστη, καθώς το οξύ που απελευθερώνεται από τον οστεοκλάστη οδηγεί σε μείωση του pH (οξίνιση). Η προσλαμβανόμενη αλενδρονάτη αναστέλλει την οδό σύνθεσης μεβαλονικού οξέος, η οποία είναι σύνθεση χοληστερίνης, αναστέλλει την πρε-νυλίωση πρωτεΐνης δέσμευσης GTP και μειώνει τη λειτουργία του οστεοκλάστη επηρεάζοντας το κυτταροσκελετό. Αυτή η αναστολή της αλενδρονάτης στην οστική απορρόφηση κατά των οστεοκλαστών είναι αναστρέψιμη, εμφανίζοντας μη κυτταροτοξικότητα σε συγκέντρωση εκατό φορές μεγαλύτερη από αυτήν στην οποία συμβαίνει η δράση. …
Οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των μεμονωμένων BP όσον αφορά τη δέσμευση με ορυκτά και τις βιοχημικές δράσεις μπορεί να εξηγήσουν τις διαφορές στη κλινική τους συμπεριφορά και αποτελεσματικότητα. Τα κλασικά φαρμακολογικά αποτελέσματα των διφωσφονικών (BP) φαίνεται να είναι αποτέλεσμα δύο βασικών ιδιοτήτων: της συγγένειάς τους για το οστικό ορυκτό και των ανασταλτικών τους επιδράσεων στους οστεοκλάστες. Υπάρχουν νέες πληροφορίες και για τις δύο ιδιότητες. Οι συγγένειες δέσμευσης με ορυκτά διαφέρουν μεταξύ των κλινικά χρησιμοποιούμενων BP και μπορεί να επηρεάζουν τη διαφορική τους κατανομή εντός του οστού, τη βιολογική τους ισχύ και τη διάρκεια δράσης τους. Οι αντι-απορροφητικές δράσεις των BP που περιέχουν άζωτο (συμπεριλαμβανομένης της αλενδρονάτης, ριζεδρονάτης, ιβανδρονάτης και ζολεδρονάτης) φαίνεται να προκύπτουν από την αναστολή του ενζύμου φαρνεσυλ πυροφωσφορική συνθάση (FPPS) στους οστεοκλάστες. Η FPPS είναι ένα βασικό ένζυμο στην οδό μεβαλονικού, η οποία παράγει ισοπρενοειδή λιπίδια που χρησιμοποιούνται για την μετα-μεταφραστική τροποποίηση μικρών GTP-δεσμευτικών πρωτεϊνών που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία των οστεοκλαστών. Οι επιδράσεις σε άλλους κυτταρικούς στόχους, όπως οι οστεοκύτταροι, μπορεί επίσης να είναι σημαντικές. Τα BP μοιράζονται αρκετές κοινές ιδιότητες ως φαρμακευτική κατηγορία. Ωστόσο, όπως και με άλλες οικογένειες φαρμάκων, υπάρχουν εμφανείς χημικές, βιοχημικές και φαρμακολογικές διαφορές μεταξύ των μεμονωμένων BP. Κάθε BP έχει ένα μοναδικό προφίλ που μπορεί να βοηθήσει στην εξήγηση πιθανών κλινικών διαφορών μεταξύ τους, όσον αφορά την ταχύτητα και τη διάρκεια δράσης τους, και τις επιδράσεις στη μείωση καταγμάτων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η μέση από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του αλενδρονικού οξέος σε γυναίκες είναι 0,64% και σε άνδρες 0,59%. Η βιοδιαθεσιμότητα του αλενδρονικού οξέος μειώνεται έως και 40% εάν ληφθεί εντός μίας ώρας από το γεύμα.
Η χορήγηση σημαδεμένου με ραδιενέργεια αλενδρονικού οξέος οδηγεί σε ανάκτηση 50% στα ούρα εντός 72 ωρών. Δεν ανακτάται αλενδρονικό οξύ στα κόπρανα. Οι άνδρες απεκκρίνουν λιγότερο αλενδρονικό οξύ από τις γυναίκες, αν και η φυλή και η προχωρημένη ηλικία δεν επηρεάζουν την απέκκριση.
28L.
71mL/min.
Σε σχέση με μια ενδοφλέβια (IV) δόση αναφοράς, η μέση από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της αλενδρονάτης σε γυναίκες ήταν 0,64% για δόσεις που κυμαίνονται από 5 έως 70 mg, όταν χορηγήθηκε μετά από νηστεία διανυκτέρευσης και δύο ώρες πριν από ένα τυποποιημένο πρωινό. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του δισκίου των 10 mg σε άνδρες (0,59%) ήταν παρόμοια με αυτή στις γυναίκες όταν χορηγήθηκε μετά από νηστεία διανυκτέρευσης και 2 ώρες πριν το πρωινό.
Το αλενδρονικό νάτριο 70 mg πόσιμο διάλυμα και το αλενδρονικό νάτριο 70 mg δισκίο είναι εξίσου βιοδιαθέσιμα.
Μια μελέτη που εξέτασε την επίδραση του χρόνου γεύματος στη βιοδιαθεσιμότητα της αλενδρονάτης πραγματοποιήθηκε σε 49 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η βιοδιαθεσιμότητα μειώθηκε (κατά περίπου 40%) όταν 10 mg αλενδρονάτης χορηγήθηκαν 0,5 ή 1 ώρα πριν από ένα τυποποιημένο πρωινό, σε σύγκριση με τη χορήγηση 2 ώρες πριν το φαγητό. Σε μελέτες θεραπείας και πρόληψης της οστεοπόρωσης, η αλενδρονάτη ήταν αποτελεσματική όταν χορηγήθηκε τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από το πρωινό.
Η βιοδιαθεσιμότητα ήταν αμελητέα εάν η αλενδρονάτη χορηγήθηκε μαζί ή έως και δύο ώρες μετά από ένα τυποποιημένο πρωινό.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Ολοκληρωμένα) για την Αλενδρονική Οξύ (10 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε την σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
78%. Μελέτες σε αρουραίους δείχνουν ότι η δέσμευση πρωτεϊνών στο πλάσμα αυξάνεται με τη μείωση της συγκέντρωσης αλενδρονικού οξέος στο πλάσμα και την αύξηση του pH.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η νεφρική απέκκριση είναι η μόνη μέθοδος αποβολής του αλενδρονικού οξέος και δεν ανιχνεύονται μεταβολίτες κατά τη συλλογή ούρων.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η αλενδρονάτη μεταβολίζεται σε ζώα ή ανθρώπους.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η αλενδρονάτη μεταβολίζεται σε ανθρώπους ή ζώα.
Οδός Απέκκρισης: Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση [14C]-αλενδρονάτης, περίπου το 50% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 72 ωρών και ελάχιστη ή καθόλου ραδιενέργεια ανακτήθηκε στα κόπρανα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Λόγω της ενσωμάτωσης του αλενδρονικού οξέος στον σκελετό, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής εκτιμάται σε άνω των 10 ετών.
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής σε ανθρώπους εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 10 έτη, πιθανώς αντανακλώντας την απελευθέρωση αλενδρονάτης από τον σκελετό. Βάσει των παραπάνω, εκτιμάται ότι μετά από 10 χρόνια από του στόματος θεραπείας με αλενδρονικό νάτριο (10 mg ημερησίως) η ποσότητα αλενδρονάτης που απελευθερώνεται ημερησίως από τον σκελετό είναι περίπου 25% της απορροφώμενης από το γαστρεντερικό σύστημα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΙΚΗ ΟΡΥΚΤΟΠΟΙΗΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ ΟΣΤΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
X1J18R4W8P
ALENDRONIC ACID
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Διφωσφονικό
Χημική Δομή [CS] - Διφωσφονικά
Το αλενδρονικό οξύ είναι Διφωσφονικό.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Pharm-Postmenopausal M05BA04Φαρμακευτική αγωγή — Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςΜετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ένδειξη θεραπείαςΔοσολογία: 70 mg PO/εβδομάδα · Πενταετία (επανεκτίμηση)
-
ΒΗΜΑ Pharm-Male M05BA04Φαρμακευτική αγωγή — Άνδρες ≥ 50 ετώνΆνδρες ≥ 50 ετών με ένδειξη θεραπείαςΔοσολογία: 70 mg PO/εβδομάδα · Πενταετία
Απόσυρση / Deprescribing
Βισφωσφονικά
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΙΚΗ ΟΡΥΚΤΟΠΟΙΗΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ ΟΣΤΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.