Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ V03AF05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

AMIFOSTINE

Αμιφοστίνη

Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι' αυτό και είναι σκόπιμος ο …

Chemical structure of AMIFOSTINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Θεραπεία «διάσωσης» μετά τη χορήγηση υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης. Σε συνδυασμό με 5-φθοροουρακίλη στη χημειοθεραπεία προχωρημένου ή μεταστατικού ορθο-κολικού καρκίνου.
medication
SPC-ETHYOL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια χορήγηση
Χορήγηση:
Εξαρτάται από τη χορήγηση χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας
Δόση έναρξης:
910 mg/m²
Τιτλοποίηση:
Εάν δεν μπορεί να χορηγηθεί η πλήρης δόση του Ethyol, στους επόμενους κύκλους χημειοθεραπείας η δόση του Ethyol πρέπει να μειώνεται περίπου κατά 20%.
  • Ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών (συνδυασμός σισπλατίνης και κυκλοφωσφαμίδης)
    Δόση910 mg/m²
    χορηγούμενη ως εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 λεπτών, η οποία αρχίζει 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση της χημειοθεραπείας.
  • Ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών (μείωση νεφροτοξικότητας σισπλατίνης, δόσεις σισπλατίνης 100-120 mg/m²)
    Δόση910 mg/m²
    χορηγούμενη ως 15λεπτη έγχυση, αρχίζοντας 30 λεπτά πριν από τη χημειοθεραπεία.
  • Ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών (μείωση νεφροτοξικότητας σισπλατίνης, δόσεις σισπλατίνης 60-100 mg/m²)
    Δόση740 mg/m²
    χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 λεπτών, η οποία πρέπει να αρχίζει 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση της χημειοθεραπείας.
  • Ακτινοθεραπεία
    Δόση200 mg/m²
    χορηγούμενη ημερησίως ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 3 λεπτών που αρχίζει μέσα σε 15-30 λεπτά πριν από την κλασική κλασματοποιημένη ακτινοθεραπεία.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    ΔόσηΔεν συνιστάται
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (>70 ετών)
    ΔόσηΔεν συνιστάται
  • Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια
    ΔόσηΔεν συνιστάται
block
SPC-ETHYOL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στην αμιφοστίνη ή σε ενώσεις αμινοθειόλης.
  • Χορήγηση σε υποτασικούς ή αφυδατωμένους ασθενείς.
  • Χορήγηση σε εγκύους ή θηλάζουσες ασθενείς.
warning
SPC-ETHYOL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Υπόταση
    Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς πριν από την έγχυση του Ethyol και να παραμένουν σε ύπτια θέση κατά τη διάρκεια της έγχυσης. Σε περίπτωση εμφάνισης υπότασης, οι ασθενείς πρέπει να τοποθετούνται στη θέση Trendelenburg και να τους χορηγείται φυσιολογικός ορός με έγχυση.
  • Διάρκεια έγχυσης Ethyol
    Η χορήγηση του Ethyol σε μεγαλύτερης διάρκειας έγχυση σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης παρενεργειών. Η δόση (740-910 mg/m²) πρέπει να χορηγείται σε διάστημα 15 λεπτών πριν από τη χημειοθεραπεία.
  • Αντιυπερτασική θεραπεία
    Η αντιυπερτασική θεραπεία πρέπει να διακόπτεται 24 ώρες πριν από τη χορήγηση του Ethyol, εάν είναι ιατρικώς δυνατόν. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για παροδική υπέρταση ή επιδείνωση προϋπάρχουσας υπέρτασης.
  • Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
    Σπάνια έχουν αναφερθεί σοβαρές, μερικές φορές μοιραίες, δερματικές αντιδράσεις. Απαιτείται δερματολογική αξιολόγηση πριν από τη χορήγηση και προσοχή στην εμφάνιση εξανθημάτων, βλαβών στις παλάμες/πέλματα ή δερματικών αντιδράσεων με πυρετό/συστηματικά συμπτώματα. Η χορήγηση πρέπει να διακόπτεται μόνιμα εάν εμφανιστούν αντιδράσεις όπως πολύμορφο ερύθημα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, αποφολιδωτική δερματίτιδα, ή δερματικές αντιδράσεις με πυρετό/συστηματικά συμπτώματα. Αποφυγή επαφής του προϊόντος με το δέρμα ή τους βλεννογόνους.
  • Υπερευαισθησία και διασταυρούμενη αντιδραστικότητα
    Ασθενείς με υπερευαισθησία σε ενώσεις της αμιφοστίνης ή αμινοθειόλης πρέπει να αποφεύγουν το Ethyol. Επιδεικνύεται προσοχή λόγω πιθανού αυξημένου κινδύνου διασταυρούμενης αντιδραστικότητας μεταξύ των ενώσεων θειόλης.
  • Νεφρική λειτουργία
    Ιδιαίτερη προσοχή στη νεφρική λειτουργία ασθενών με παράγοντες κινδύνου για νεφρική ανεπάρκεια (έμετος, αφυδάτωση, υπόταση, νεφροτοξική χημειοθεραπεία, ηλικία >60).
  • Υπασβεστιαιμία
    Παρακολούθηση επιπέδων ασβεστίου σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο εκδήλωσης υπασβεστιαιμίας. Χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου εάν είναι αναγκαίο. Προσοχή κατά τη χορήγηση φαρμάκων που προκαλούν υπασβεστιαιμία.
  • Σπασμοί
    Προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν σπασμούς.
  • Ναυτία και Έμετος
    Συνιστάται η χορήγηση αντιεμετικής αγωγής (δεξαμεθαζόνη 20 mg IV και 5-ΗΤ3 ανταγωνιστής) πριν και κατά τη διάρκεια της χορήγησης σε δόσεις χημειοθεραπείας (740-910 mg/m²), ιδιαίτερα με ισχυρά εμετογόνα φάρμακα όπως η σισπλατίνη. Παρακολούθηση ισοζυγίου υγρών. Προληπτικά αντιεμετικά συνιστώνται σε δόσεις σχετικές με ακτινοθεραπεία (200 mg/m² για κάθε κλάσμα των 2 Gy).
  • Χορήγηση πριν από ακτινοθεραπεία
    Το Ethyol πρέπει να χορηγείται στη συνιστώμενη δόση (200 mg/m² για κάθε κλάσμα των 2 Gy) σε διάστημα 3 λεπτών. Δεν ενδείκνυται όταν στο πεδίο ακτινοβολίας δεν περιλαμβάνονται οι παρωτιδικοί αδένες.
  • Διαδοχική χρήση
    Περιορισμένα δεδομένα για τη διαδοχική χρήση του Ethyol με χημειοθεραπεία (910 mg/m²) και ακτινοθεραπεία (200 mg/m²).
  • Μακροπρόθεσμα οφέλη
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που να υποστηρίζουν μακροπρόθεσμα ευεργετικά αποτελέσματα όσον αφορά δευτερογενή καρκίνο, όψιμη ίνωση ή όψιμη τοξικότητα του δέρματος.
swap_horiz
SPC-ETHYOL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αντιυπερτασικά ή άλλα φάρμακα που μπορεί να επιτείνουν την υπόταση
    Προσοχή
    Πιθανή αλληλεπίδραση που επιτείνει την υπόταση
sick
SPC-ETHYOL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Καρδιακές διαταραχές
  • α ρρυθμία
  • κολπική μαρμαρυγή/πτερυγισμός
  • υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
  • ταχυκαρδία
  • ισχαιμία του μυοκαρδίου
  • έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • καρδιακή ανακοπή
  • βραδυκαρδία
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • ναυτία
  • έμετος
  • λόξυγκας
  • διάρροια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • αίσθημα θερμότητας
  • πυρεξία
  • ρίγη
  • αίσθημα κακουχίας
  • αίσθηση ψύχους
  • θωρακικό άλγος
  • αίσθημα σύσφιγξης του θώρακα
  • Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (περιλαμβάνονται εξάνθημα / ερύθημα, κνησμός, κνίδωση, πόνος, φλεγμονή, μώλωπες, φλεβίτιδα και τοπικό οίδημα)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • υπασβεστιαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • υπνηλία
  • ζάλη
  • συγκοπή (απώλεια συνείδησης)
  • σπασμοί
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • πταρμός
  • δύσπνοια
  • άπνοια
  • υποξία
  • οίδημα λάρυγγα
  • αναπνευστική ανακοπή
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • εξάνθημα
  • πολύμορφο ερύθημα
  • κνίδωση
  • σύνδρομο Stevens-Johnson
  • τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • κνησμός
  • αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • τοξικοδερμία
  • πομφολυγώδης δερματίτιδα
  • Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
Αγγειακές διαταραχές
  • υπόταση
  • έξαψη
  • υπέρταση
  • επιδεινούμενη υπέρταση
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • νεφρική ανεπάρκεια
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • αλλεργική αντίδραση
  • αναφυλακτική αντίδραση
Οφθαλμικές διαταραχές
  • διπλωπία
  • θολή όραση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • ναυτία
    Πολύ συχνές
  • έμετος
    Πολύ συχνές
  • υπόταση
    Πολύ συχνές
  • παροδική υπόταση
    Πολύ συχνές
  • λόξυγκας
    Συχνές
  • αίσθημα θερμότητας
    Πολύ συχνές
  • πυρεξία
    Συχνές
  • ρίγη
    Συχνές
  • αίσθημα κακουχίας
    Συχνές
  • αίσθηση ψύχους
    Συχνές
  • υπασβεστιαιμία
    Συχνές
  • υπνηλία
    Συχνές
  • ζάλη
    Συχνές
  • συγκοπή (απώλεια συνείδησης)
    Συχνές
  • πταρμός
    Πολύ συχνές
  • εξάνθημα
    Συχνές
  • πολύμορφο ερύθημα
    Όχι συχνές
  • έξαψη
    Πολύ συχνές
  • υπέρταση
    Συχνές
  • α ρρυθμία
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • κολπική μαρμαρυγή/πτερυγισμός
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • ισχαιμία του μυοκαρδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • καρδιακή ανακοπή
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • βραδυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • θωρακικό άλγος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • αίσθημα σύσφιγξης του θώρακα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ σπάνιες
  • Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (περιλαμβάνονται εξάνθημα / ερύθημα, κνησμός, κνίδωση, πόνος, φλεγμονή, μώλωπες, φλεβίτιδα και τοπικό οίδημα)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστής Συχνότητας
  • αλλεργική αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • αναφυλακτική αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • σπασμοί
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • διπλωπία
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστής Συχνότητας
  • θολή όραση
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστής Συχνότητας
  • δύσπνοια
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Σπάνιες
  • άπνοια
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Σπάνιες
  • υποξία
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Σπάνιες
  • οίδημα λάρυγγα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Πολύ σπάνιες
  • αναπνευστική ανακοπή
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Πολύ σπάνιες
  • κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • σύνδρομο Stevens-Johnson
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • τοξικοδερμία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • πομφολυγώδης δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • νεφρική ανεπάρκεια
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • επιδεινούμενη υπέρταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
pregnant_woman
SPC-ETHYOL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του Ethyol σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυοτοξικότητα (βλ. προκλινικά δεδομένα). Επειδή αυτό το φάρμακο χορηγείται σε συνδυασμό με θεραπείες που είναι γνωστό ότι προκαλούν τερατογένεση, δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η αμιφοστίνη ή οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Επομένως, συνιστάται η διακοπή του θηλασμού πριν από την έναρξη της αγωγής με Ethyol.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αμφοτερόπλευρη εκφύλιση του σπερματικού επιθηλίου των όρχεων και αμφοτερόπλευρη υποσπερμία στις επιδιδυμίδες (βλ. προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστός ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Ο θειολικός μεταβολίτης είναι υπεύθυνος για τις περισσότερες κυτταροπροστατευτικές και ραδιοπροστατευτικές ιδιότητες της αμιφοστίνης. Λαμβάνεται εύκολα από τα κύτταρα, όπου δεσμεύεται και αποτοξινώνει δραστικούς μεταβολίτες πλατίνας και…
monitor_heart
SPC-ETHYOL

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αποτοξινωτικός παράγοντας για αντινεοπλασματική θεραπεία, κωδικός ATC: VΟ3A F05 Το Ethyol (amifostine, ethanethiol, 2-[3-amino propyl)aminol-dihydrogen phosphate (ester)) είναι ένα οργανικό θειοφωσφορικό οξύ το οποίο σε…

biotech
SPC-ETHYOL

Φαρμακοκινητική

expand_more
Κλινικές μελέτες φαρμακοκινητικής έχουν δείξει ότι η αμιφοστίνη αποβάλλεται ταχέως από το πλάσμα, με αποτέλεσμα 6 λεπτά μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, να παραμένει στο πλάσμα ποσοστό μικρότερο του 10%. Η αμιφοστίνη μεταβολίζεται γρήγορα στον ενεργό…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η αμιφοστίνη αποφοσφορυλιώνεται ταχέως από την αλκαλική φωσφατάση στους ιστούς κυρίως σε ενεργό ελεύθερο θειολικό μεταβολίτη και, στη συνέχεια, σε έναν λιγότερο ενεργό δισουλφιδικό μεταβολίτη. Η αμιφοστίνη αποφοσφορυλιώνεται από την αλκαλική…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-ETHYOL
expand_more

Τρόπος χορήγησης

Ενδοφλέβια χορήγηση

Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Το ανασυσταμένο προϊόν πρέπει, όποτε το επιτρέπει το διάλυμα και ο περιέκτης, να ελέγχεται οπτικά πριν από τη χορήγηση για ύπαρξη σωματιδίων ή αποχρωματισμού. Να μην χρησιμοποιείται εάν παρατηρηθεί θολερότητα ή ίζημα. Το Ethyol πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο κάτω από την επίβλεψη ιατρών με εμπειρία στη χημειοθεραπεία του καρκίνου ή την ακτινοθεραπεία.

Χημειοθεραπεία:

Σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών στις οποίες χορηγείται ο συνδυασμός σισπλατίνης και κυκλοφωσφαμίδης, η συνιστώμενη αρχική δόση του Ethyol είναι 910 mg/m², χορηγούμενη ως εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 λεπτών, η οποία αρχίζει 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση της χημειοθεραπείας, με παράγοντες που χορηγούνται με σύντομη έγχυση.

Εάν το Ethyol χορηγείται για τη μείωση της νεφροτοξικότητας που σχετίζεται με τη χορήγηση σισπλατίνης, τότε η αρχική δόση του Ethyol πρέπει να προσαρμόζεται με τη δόση και το σχήμα χορήγησης της σισπλατίνης. Για δόσεις σισπλατίνης από 100-120 mg/m², η συνιστώμενη αρχική δόση του Ethyol είναι 910 mg/m², χορηγούμενη ως 15λεπτη έγχυση, αρχίζοντας 30 λεπτά πριν από τη χημειοθεραπεία. Εάν η δόση της σισπλατίνης είναι μικρότερη των 100 mg/m², αλλά μεγαλύτερη ή ίση των 60 mg/m², η συνιστώμενη αρχική δόση του Ethyol είναι 740 mg/m², χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 λεπτών, η οποία πρέπει να αρχίζει 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση της χημειοθεραπείας. Η 15λεπτη έγχυση για τα 740-910 mg/m² έχει αναφερθεί ότι είναι καλύτερα ανεκτή από ό,τι πιο παρατεταμένης διάρκειας εγχύσεις. Ακόμη πιο μικροί χρόνοι έγχυσης δεν έχουν διερευνηθεί συστηματικά με χημειοθεραπευτικά σχήματα

Κατά τη διάρκεια της έγχυσης του Ethyol πρέπει να παρακολουθείται η αρτηριακή πίεση.

Η έγχυση του Ethyol πρέπει να διακόπτεται εάν η συστολική πίεση μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με την πίεση πριν από την έναρξη της έγχυσης, όπως αναφέρεται στην πιο κάτω οδηγία:

Οδηγία για διακοπή της έγχυσης Ethyol λόγω μείωσης της συστολικής πίεσης

Τιμή συστολικής πίεσης πριν από την έναρξη της έγχυσης (mm Hg) Μείωση της συστολικής πίεσης κατά τη διάρκεια της έγχυσης Ethyol (mm Hg)
< 100 20
100-119 25
120-139 30
140-159 40
 160 50

Εάν η αρτηριακή πίεση επιστρέψει στο φυσιολογικό σε διάστημα 5 λεπτών και ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός, η έγχυση μπορεί να επαναληφθεί, ούτως ώστε να χορηγηθεί η πλήρης δόση του Ethyol. Εάν δεν μπορεί να χορηγηθεί η πλήρης δόση του Ethyol, στους επόμενους κύκλους χημειοθεραπείας η δόση του Ethyol πρέπει να μειώνεται περίπου κατά 20%. Για παράδειγμα, η δόση των 910 mg/m² πρέπει να μειωθεί στα 740 mg/m².

Ακτινοθεραπεία:

Εάν το Εthyol χρησιμοποιείται για προφύλαξη έναντι της τοξικότητας που σχετίζεται με την ακτινοθεραπεία, η συνιστώμενη δόση του Εthyol είναι 200 mg/m², χορηγούμενα ημερησίως ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 3 λεπτών που αρχίζει μέσα σε 15-30 λεπτά πριν από την κλασική κλασματοποιημένη ακτινοθεραπεία.

Η αρτηριακή πίεση πρέπει να μετράται πριν και μετά την έγχυση (βλ. παράγραφο 4.4).

Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Ethyol σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, συνεπώς το Ethyol δεν συνιστάται για χρήση στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Ηλικιωμένοι ασθενείς (>70 ετών)

Δεν υπάρχει εμπειρία από τη χρήση του Ethyol σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών, συνεπώς το Ethyol δεν συνιστάται για χρήση σε αυτούς τους ασθενείς.

Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, η χρήση δεν συνιστάται.

block

Αντενδείξεις

SPC-ETHYOL
expand_more

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Υπερευαισθησία στην αμιφοστίνη ή σε ενώσεις αμινοθειόλης. Δεν πρέπει να χορηγείται Ethyol σε υποτασικούς ή αφυδατωμένους ασθενείς.

Επειδή το Ethyol θα χορηγηθεί σε συνδυασμό με φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν τερατογένεση και μεταλλαξιογένεση, δεν πρέπει να χορηγείται σε εγκύους ή θηλάζουσες ασθενείς.

warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ETHYOL
expand_more

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς πριν από την έγχυση του Ethyol και να παραμένουν σε ύπτια θέση κατά τη διάρκεια της έγχυσης του ανασυσταμένου διαλύματος Ethyol. Σε περίπτωση εμφάνισης υπότασης, οι ασθενείς πρέπει να τοποθετούνται στη θέση Trendelenburg και να τους χορηγείται φυσιολογικός ορός με έγχυση. Ωστόσο, μπορεί να εμφανιστεί υπόταση κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά την έγχυση του Ethyol παρά την επαρκή ενυδάτωση και τη θέση του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.8).

Πριν από τη χημειοθεραπεία, είναι σημαντικό να γίνεται η έγχυση της συνιστώμενης δόσης (740-910 mg/m²) σε διάστημα 15 λεπτών. Η χορήγηση του Ethyol σε μεγαλύτερης διάρκειας έγχυση σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης παρενεργειών. Οδηγίες για τη διακοπή και την επανέναρξη της χορήγησης Ethyol στην περίπτωση μείωσης της συστολικής πίεσης δίνονται στην παράγραφο 4.2.

Εάν είναι ιατρικώς δυνατόν, πριν από τη χημειοθεραπεία, η αντιυπερτασική θεραπεία πρέπει να διακόπτεται 24 ώρες πριν από τη χορήγηση του Ethyol. Πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση αυτών των ασθενών κατά τη διάρκεια και μετά από τη θεραπεία, καθώς μπορεί να εμφανισθεί παροδική υπέρταση ή επιδείνωση προϋπάρχουσας υπέρτασης από Ε.Φ. ενυδάτωση, διακοπή αντιυπερτασικής αγωγής και άλλα αίτια. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Ethyol και χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία με ταυτόχρονη αντιυπερτασική φαρμακευτική αγωγή πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).

Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις που απαιτούν την εισαγωγή σε νοσοκομείο και τη διακοπή της θεραπείας έχουν αναφερθεί σπάνια με τη χρήση του Ethyol. Αυτές οι δερματικές αντιδράσεις, που ήταν μερικές φορές μοιραίες, περιλαμβάνουν περιπτώσεις πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson, τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, τοξικής δερματίτιδας, φυσαλιδώδους εξανθήματος και φαρμακευτικής αντίδρασης με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS). Οι περισσότερες περιπτώσεις εμφανίστηκαν σε ασθενείς που λάμβαναν το Ethyol ως ακτινοπροστατευτικό και εμφανίστηκαν μετά από 10 ή περισσότερες ημέρες έκθεσης στο Ethyol. Η δερματολογική αξιολόγηση του ασθενούς πριν από τη χορήγηση του Ethyol πρέπει να πραγματοποιηθεί δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην εμφάνιση των ακόλουθων:

  • Οποιοδήποτε εξάνθημα στα χείλη ή σε βλεννογόνο που δεν είναι γνωστό ότι οφείλεται σε κάποια άλλη αιτιολογία (π.χ. ακτινική βλεννογονίτιδα, απλός έρπης κ.λπ.).
  • Ερυθηματώδεις, οιδηματώδεις ή φυσαλιδώδεις βλάβες στις παλάμες ή στα πέλματα ή/και άλλες δερματικές αντιδράσεις στον κορμό (πρόσθιο τμήμα, οπίσθιο τμήμα, κοιλιακή χώρα).
  • Δερματικές αντιδράσεις συνοδευόμενες από πυρετό ή άλλα συστηματικά συμπτώματα.

Οι δερματικές αντιδράσεις πρέπει να διαφοροποιούνται σαφώς από την προκαλούμενη από ακτινοβόληση δερματίτιδα και από τις δερματικές αντιδράσεις που σχετίζονται με άλλη αιτιολογία.

Όταν εμφανίζονται δερματικές αντιδράσεις εκτός της περιοχής της ένεσης ή του πεδίου ακτινοβολίας, χωρίς κάποια γνωστή αιτιολογία, η χορήγηση του Ethyol πρέπει να διακόπτεται και να πραγματοποιείται δερματολογική εξέταση και βιοψία για την ταξινόμηση της αντίδρασης. Η δερματική αντίδραση πρέπει να αντιμετωπίζεται συμπτωματικά. Η επανέναρξη της χορήγησης του Ethyol πρέπει να είναι στην κρίση του κλινικού γιατρού και να βασίζεται στην ιατρική αξιολόγηση και την κατάλληλη δερματολογική εξέταση.

Η χορήγηση του Ethyol πρέπει να διακόπτεται μόνιμα εάν εμφανιστούν οποιεσδήποτε δερματικές αντιδράσεις που θεωρούνται ότι είναι πολύμορφο ερύθημα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson ή αποφολιδωτική δερματίτιδα και για οποιαδήποτε δερματική αντίδραση που συνοδεύεται από πυρετό ή οποιαδήποτε συστηματικά συμπτώματα που δεν είναι γνωστό ότι οφείλονται σε κάποια άλλη αιτιολογία. Λόγω του κινδύνου δερματικών αντιδράσεων, οι επαγγελματίες της υγείας πρέπει να προσέχουν ώστε να αποφεύγουν την επαφή του προϊόντος με το δέρμα ή τους βλεννογόνους (βλ. παράγραφο 4.8).

Όπως αναφέρεται στην ενότητα 4.3, το Ethyol αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία σε ενώσεις της αμιφοστίνης ή αμινοθειόλης. Δεδομένου ότι η αμιφοστίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων, πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή, καθώς ενδέχεται να υπάρξει αυξημένος κίνδυνος διασταυρούμενης αντιδραστικότητας μεταξύ των ενώσεων θειόλης.

Κατά τη χρήση του Ethyol πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη νεφρική λειτουργία των ασθενών με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη νεφρικής ανεπάρκειας, όπως έμετο, αφυδάτωση, σοβαρή υπόταση, νεφροτοξική χημειοθεραπεία ή ηλικία άνω των 60 ετών.

Παρόλο που οι αναφορές για κλινικά σχετική υπασβεστιαιμία είναι σπάνιες, τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα πρέπει να παρακολουθούνται σε ασθενείς οι οποίοι διατρέχουν κίνδυνο εκδήλωσης υπασβεστιαιμίας, όπως ασθενείς με νεφρωσικό σύνδρομο ή ασθενείς που λαμβάνουν πολλαπλές δόσεις Ethyol. Εάν είναι αναγκαίο, πρέπει να χορηγούνται συμπληρώματα ασβεστίου σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενούς. Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη διάρκεια της αγωγής ασθενών οι οποίοι λαμβάνουν φάρμακα που προκαλούν υπασβεστιαιμία.

Σπάνια έχουν αναφερθεί σπασμοί με τη χορήγηση του Ethyol. Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη διάρκεια της θεραπείας των ασθενών που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν σπασμούς.

Συνιστάται η χορήγηση αντιεμετικής αγωγής, η οποία περιλαμβάνει δεξαμεθαζόνη 20 mg ενδοφλεβίως και έναν 5-ΗΤ3 ανταγωνιστή, πριν και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του Ethyol σε δόσεις που συνιστώνται όταν γίνεται χημειοθεραπεία (740-910 mg/m²), ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται μαζί με ισχυρά εμετογόνα χημειοθεραπευτικά φάρμακα, όπως η σισπλατίνη. Όταν το Ethyol χορηγείται με έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία, πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή το ισοζύγιο των υγρών του ασθενούς. Σε δόσεις σχετικές με ακτινοθεραπεία (200 mg/m² για κάθε κλάσμα των 2 Gy) συνιστώνται προληπτικά αντιεμετικά.

Πριν από την ακτινοθεραπεία, το Ethyol πρέπει να χορηγείται στη συνιστώμενη δόση (200 mg/m² για κάθε κλάσμα των 2 Gy) σε διάστημα 3 λεπτών. Το Ethyol δεν ενδείκνυται όταν στο πεδίο ακτινοβολίας δεν περιλαμβάνονται οι παρωτιδικοί αδένες.

Τα δεδομένα που αφορούν τη διαδοχική χρήση του Ethyol σε αγωγές που περιλαμβάνουν χημειοθεραπεία με σισπλατίνη ή αλκυλιωτικούς παράγοντες (δόση Εthyol: 910 mg/m²) και ακτινοθεραπεία (δόση Ethyol 200 mg/m²) είναι περιορισμένα.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που να υποστηρίζουν μακροπρόθεσμα ευεργετικά αποτελέσματα από την αμιφοστίνη όσον αφορά δευτερογενή καρκίνο, όψιμη ίνωση ή όψιμη τοξικότητα του δέρματος.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ETHYOL
expand_more

Η εμπειρία από μελέτες αλληλεπίδρασης είναι περιορισμένη. Η ταχεία κάθαρση της αμιφοστίνης από το πλάσμα ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο αλληλεπίδρασης μεταξύ της αμιφοστίνης και άλλων φαρμάκων.

Το ενδεχόμενο ταυτόχρονης χορήγησης Ethyol με αντιυπερτασικά ή με άλλα φάρμακα τα οποία μπορεί να επιτείνουν την υπόταση, πρέπει να εξετάζεται με μεγάλη προσοχή.

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκων σε ασθενείς που λάμβαναν Ethyol με ακτινοθεραπεία

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ETHYOL
expand_more

Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ναυτία, έμετος, και παροδική υπόταση. Το Ethyol αύξησε τη συχνότητα εμφάνισης της ήπιας έως μέτριας βαρύτητας ναυτίας/εμέτου κατά την πρώτη ημέρα της χημειοθεραπείας. Αυτό ήταν συνήθως προσωρινά σχετιζόμενο με τη χορήγηση του Ethyol. Το Ethyol δεν αυξάνει την συχνότητα εμφάνισης της όψιμης ναυτίας και εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία που βασίζεται σε σισπλατίνη.

H υπόταση είναι συνήθως βραχείας διάρκειας και συνδέεται στενά με τη χορήγηση του Ethyol, αλλά είναι πιθανόν να επιμένει ή να εμφανιστεί ώρες μετά τη χορήγηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η έγχυση χρειάστηκε να τερματιστεί πρόωρα εξαιτίας αυξημένης πτώσης της συστολικής πίεσης του αίματος (βλ. παράγραφο 4.2). Η υπόταση μπορεί να αντιμετωπιστεί με χορήγηση υγρών και τοποθέτηση του ασθενούς σε κατάλληλη θέση (βλ. παράγραφο 4.4).

Πυρεξία και ρίγη ενδέχεται να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια ή μέσα σε λίγες ώρες από τη χορήγηση του Ethyol.

Ανεπιθύμητες ενέργειες θεωρούμενες κατά το ελάχιστο σχετιζόμενες με τη θεραπεία αναφέρονται παρακάτω κατά οργανικό σύστημα, κατηγορία οργάνου και απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100%), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δε μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Οι συχνότητες των αναφερόμενων σε κλινικές δοκιμές ανεπιθύμητων ενεργειών (παρακάτω πίνακας) βασίζονται σε αναφορές από 342 εγγεγραμμένους ασθενείς.

Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε κλινικές μελέτες

Κατηγορία οργανικού συστήματος Ανεπιθύμητες ενέργειες
Καρδιακές διαταραχές Συχνές: α ρρυθμία
Διαταραχές του γαστρεντερικού Πολύ συχνές: ναυτία, έμετοςΣυχνές: λόξυγκας
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές: αίσθημα θερμότηταςΣυχνές: πυρεξία, ρίγη, αίσθημα κακουχίας, αίσθηση ψύχους
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές: υπασβεστιαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές: υπνηλία, ζάλη, συγκοπή (απώλεια συνείδησης)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, ,του θώρακα και του μεσοθωράκιου Πολύ συχνές: πταρμός
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές: εξάνθημαΌχι συχνές: πολύμορφο ερύθημα
Αγγειακές διαταραχές Πολύ συχνές: υπόταση, έξαψηΣυχνές: υπέρταση

Συμπεριλαμβανομένων των δύο Φάσης III τυχαιοποιημένων μελετών σε ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών (WR-0001) και σε ασθενείς με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου (WR-0038).

Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου βασίζονται σε αναφορές φαρμακοεπαγρύπνησης που ελήφθησαν από κατ΄ εκτίμηση περισσότερους από 100.000 λήπτες Ethyol. Οι αναφερόμενες κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. ανωτέρω πίνακα) δεν επαναλαμβάνονται στον παρακάτω πίνακα, ο οποίος συνοψίζει τις συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που βασίζονται σε αναφορές φαρμακοεπαγρύπνησης. Σοβαρά περιστατικά ισχαιμίας του μυοκαρδίου συνήθως εμφανίστηκαν στο πλαίσιο υπότασης. Σοβαρή δερματική υπερευαισθησία ενδέχεται να εμφανιστεί εβδομάδες μετά την έναρξη χορήγησης του Ethyol.

Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών βασιζόμενη σε αναφορές φαρμακοεπαγρύπνησης

Κατηγορία οργανικού συστήματος Ανεπιθύμητες ενέργειες
Καρδιακές διαταραχές Σπάνιες: κολπική μαρμαρυγή/πτερυγισμός, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, ταχυκαρδίαΠολύ σπάνιες: ισχαιμία του μυοκαρδίου, έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανακοπή, βραδυκαρδία
Διαταραχές του γαστρεντερικού Σπάνιες: διάρροια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Σπάνιες: θωρακικό άλγοςΠολύ σπάνιες: αίσθημα σύσφιγξης του θώρακαΜη γνωστής Συχνότητας: Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (περιλαμβάνονται εξάνθημα / ερύθημα, κνησμός, κνίδωση, πόνος, φλεγμονή, μώλωπες, φλεβίτιδα και τοπικό οίδημα)
Δ ιαταραχές του α νοσοποιητικού σ μυστή ατος Σπάνιες: αλλεργική αντίδραση, αναφυλακτική αντίδραση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Σπάνιες: σπασμοί
Οφθαλμικές διαταραχές Μη γνωστής Συχνότητας: διπλωπία, θολή όραση*
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου Σπάνιες: δύσπνοια, άπνοια, υποξίαΠολύ σπάνιες: οίδημα λάρυγγα, αναπνευστική ανακοπή
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Σπάνιες: κνίδωση, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, κνησμόςΠολύ σπάνιες: αποφολιδωτική δερματίτιδα, τοξικοδερμία, και πομφολυγώδης δερματίτιδαMη γνωστές: Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Σπάνιες: νεφρική ανεπάρκεια
Αγγειακές διαταραχές Πολύ σπάνιες: επιδεινούμενη υπέρταση

Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν ως μέρος αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση αμιφοστίνης, και ήταν παροδικές στη φύση. (Βλ. επίσης παράγραφο 4.4.)

ΔΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Έχουν αναφερθεί σοβαρές, σε μερικές περιπτώσεις μοιραίες για τη ζωή, δερματικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν πολύμορφο ερύθημα και σπάνια σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση. Στον περιορισμένο αριθμό ασθενών που εισήχθησαν σε κλινικές μελέτες η συχνότητα που έχει αναφερθεί είναι:

  • Συχνή σε ασθενείς που λάμβαναν ακτινοθεραπεία [105 περιστατικά ανά 10.000 ασθενείς]
  • Σπάνια σε ασθενείς που λάμβαναν χημειοθεραπεία [7 περιστατικά ανά 10.000 ασθενείς]

Η συχνότητα εμφάνισης σοβαρών δερματικών αντιδράσεων με Ethyol μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου είναι:

  • Σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν ακτινοθεραπεία
  • Πολύ σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν χημειοθεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4)

ΣΟΒΑΡΕΣ ΑΛΛΕΡΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Έχουν αναφερθεί σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις με τη χρήση του Ethyol. Η πλειονότητα των περιστατικών εμφανίστηκαν με μη ειδικά συμπτώματα που περιελάμβαναν ελαφρό ρίγος, έντονο ρίγος, θωρακικό άλγος και δερματικά εξανθήματα. Σπάνια έχουν αναφερθεί περιστατικά αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, τα συμπτώματα των οποίων περιελάμβαναν δύσπνοια, υπόταση, κνίδωση και σπανίως καρδιακή ανακοπή.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον: Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ETHYOL
expand_more
Εγκυμοσύνη και γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του Ethyol σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυοτοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Επειδή αυτό το φάρμακο χορηγείται σε συνδυασμό με θεραπείες που είναι γνωστό ότι προκαλούν τερατογένεση, δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη. Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν η αμιφοστίνη ή οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Επομένως, συνιστάται η διακοπή του θηλασμού πριν από την έναρξη της αγωγής με Ethyol. Γονιμότητα Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αμφοτερόπλευρη εκφύλιση του σπερματικού επιθηλίου των όρχεων και αμφοτερόπλευρη υποσπερμία στις επιδιδυμίδες (βλ. παράγραφο 5.3). Δεν είναι γνωστός ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους.
monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-ETHYOL
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αποτοξινωτικός παράγοντας για αντινεοπλασματική θεραπεία, κωδικός ATC: VΟ3A F05

Το Ethyol (amifostine, ethanethiol, 2-[3-amino propyl)aminol-dihydrogen phosphate (ester)) είναι ένα οργανικό θειοφωσφορικό οξύ το οποίο σε μοντέλα με πειραματόζωα προστατεύει επιλεκτικά φυσιολογικούς ιστούς αλλά όχι όγκους έναντι της κυτταροτοξικότητας της ιονίζουσας ακτινοβολίας, των χημειοθεραπευτικών παραγόντων οι οποίοι συνδέονται με το DNA (κλασικοί αλκυλιωτικοί παράγοντες, όπως η κυκλοφωσφαμίδη και μη κλασικοί αλκυλιωτικοί παράγοντες, όπως η μιτομυκίνη-C) και των αναλόγων πλατίνας.

Το Ethyol είναι ένα πρόδρομο φάρμακο το οποίο μετά από αποφωσφορυλίωση μετατρέπεται στον δραστικό μεταβολίτη, το WR-1065 (ελεύθερη θειόλη), μέσω της αλκαλικής φωσφατάσης και εξέρχεται από την κυκλοφορία του αίματος ταχέως.

Η μείωση των συγκεντρώσεων ασβεστίου στον ορό είναι μια γνωστή φαρμακολογική δράση του Ethyol. Ένας πιθανός μηχανισμός της υπασβεστιαιμίας μπορεί να είναι η πρόκληση υποπαραθυρεοειδισμού (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Κλινικές μελέτες

Χημειοθεραπεία για καρκίνο των ωοθηκών

Μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή συνέκρινε έξι κύκλους κυκλοφωσφαμίδης 1.000 mg/m², και σισπλατίνης 100 mg/m² με ή χωρίς προθεραπεία με Ethyol στα 910 mg/m². Μετά από πολλαπλούς κύκλους χημειοθεραπείας, η προθεραπεία με Ethyol μείωσε σημαντικά την αθροιστική νεφροτοξικότητα που σχετίζεται με τη σισπλατίνη, όπως αξιολογήθηκε από το ποσοστό των ασθενών που είχαν ≥40% μείωση στην κάθαρση κρεατινίνης από τις τιμές προθεραπείας, παρατεινόμενες αυξήσεις στην κρεατινίνη ορού (>1,5 mg/dL) ή βαριά υπομαγνησιαιμία. Επιλεγμένες αναλύσεις των επιδράσεων του Ethyol στη μείωση της αθροιστικής νεφροτοξικότητας της σισπλατίνης στην τυχαιοποιημένη μελέτη για τον καρκίνο των ωοθηκών παρέχονται στους πίνακες παρακάτω.

Αναλογία ασθενών με ≥40% μείωση στην υπολογισμένη κάθαρση κρεατινίνης*

ETHYOL + CP CP Τιμή p (αμφίπλευρη)
Όλες οι ασθενείς 36/120 (30%) 13% 0,001

*Οι τιμές κάθαρσης κρεατινίνης υπολογίστηκαν με τη χρήση του τύπου Cockcroft-Gault, Nephron 1976; 16:31-41.

NCI βαθμοί τοξικότητας επιπέδων μαγνησίου ορού για τον τελευταίο κύκλο θεραπείας κάθε ασθενούς

NCI-CTC Βαθμός: >1,4 mEq/L ≤1,4- >1,1 mEq/L ≤1,1- >0,8 mEq/L ≤0,8- >0,5 mEq/L ≤0,5 mEq/L Τιμή p*
Όλες οι ασθενείς 0,001
ETHYOL+CP
CP

*Βάσει αμφίπλευρης στατιστικής Χ² κατά Mantel-Haenszel

Η προθεραπεία με αμιφοστίνη (910 mg/m²) έδειξε ότι προστατεύει κατά της αθροιστικής αιματολογικής τοξικότητας που σχετίζεται με το συνδυασμό σισπλατίνης (100 mg/m²) και κυκλοφωσφαμίδης (1.000 mg/m²) στη θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών σταδίου ΙΙΙ και IV. Η συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας βαθμού 4 που σχετίζεται με πυρετό ή/και λοιμώξεις ήταν το πρωτεύον τελικό σημείο που χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση της αιματολογικής τοξικότητας. Η συνολική συχνότητα εμφάνισης ανά ασθενή ουδετεροπενίας που σχετίζεται με πυρετό ή/και σημεία και συμπτώματα λοιμώξεων όπου απαιτείται θεραπεία με αντιβιοτικά έπειτα από 6 κύκλους θεραπείας ανά διαστήματα 3 εβδομάδων για τις 242 ασθενείς, παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα.

Συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας με πυρετό ή/και σημεία λοίμωξης που απαιτεί θεραπεία με αντιβιοτικά

ETHYOL + CP CP Τιμή p*
Συνολική συχνότητα εμφάνισης ανά ασθενή 8/122 26/120 0,001

*Βάσει αμφίπλευρης στατιστικής Χ² κατά Mantel-Haenszel

Η διατήρηση της αντικαρκινικής αποτελεσματικότητας της χημειοθεραπείας με σισπλατίνη-κυκλοφωσφαμίδη αξιολογήθηκε μέσω δεδομένων ανταπόκρισης του όγκου. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αμιφοστίνη δεν μειώνει την αντικαρκινική αποτελεσματικότητα της χημειοθεραπείας με σισπλατίνη-κυκλοφωσφαμίδη.

Ακτινοθεραπεία για καρκίνο κεφαλής και τραχήλου.

Μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή με τυπική κλασματοποιημένη ακτινοβολία (RT) (1,8 Gy-2,0 Gy/ημέρα για 5 ημέρες/εβδομάδα για 5-7 εβδομάδες) με ή χωρίς Ethyol, χορηγούμενο στα 200 mg/m² ως 3λεπτη ενδοφλέβια έγχυση 15-30 λεπτά πριν από κάθε κλάσμα ακτινοβολίας, διεξάχθηκε σε 315 ασθενείς με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου. Τα πρωτεύοντα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας αυτής της μελέτης με σκοπό να αξιολογηθούν οι τοξικότητες που σχετίζονται με ακτινοβολία στην περιοχή της κεφαλής και του τραχήλου ήταν η συχνότητα εμφάνισης Βαθμού 2 ή υψηλότερου οξείας (παρουσιάστηκε ≤90 ημέρες από την έναρξη της ακτινοθεραπείας) και όψιμης (παρουσιάστηκε 1 χρόνο από την έναρξη της ακτινοθεραπείας) ξηροστομίας και Βαθμού 3 ή υψηλότερου οξείας βλεννογονίτιδας. Η συχνότητα εμφάνισης οξείας και όψιμης ξηροστομίας Βαθμού 2 ή υψηλότερου μειώθηκε σημαντικά (βλ. παρακάτω πίνακα). Παρόλο που η συχνότητα εμφάνισης βλεννογονίτιδας Βαθμού 3 ή υψηλότερου ήταν χαμηλότερη στο σκέλος αμιφοστίνης, η διαφορά μεταξύ και των δύο σκελών θεραπείας δεν ήταν στατιστικά σημαντική.

Συχνότητα εμφάνισης ξηροστομίας Βαθμού 2 ή υψηλότερου (κριτήρια RTOG)

ETHYOL + RT RT Τιμή p*
Οξεία (παρουσιάστηκε ≤90 ημέρες από την έναρξη της ακτινοθεραπείας) 51% (75/148) 78% (120/153) p <0,0001
Όψιμη (παρουσιάστηκε 1 χρόνο από την έναρξη της ακτινοθεραπείας) 34% (33/97) 57% (60/106) p = 0,0019

*Βάσει της ακριβούς δοκιμασίας Fisher.

Η πρωτεύουσα παράμετρος την αξιολόγηση της αντικαρκινικής αποτελεσματικότητας ήταν η συχνότητα εμφάνισης του τοποπεριοχικού ελέγχου στο έτος 1. Ο τοποπεριοχικός έλεγχος, η ελεύθερη νόσου επιβίωση και η συνολική επιβίωση ήταν συγκρίσιμα στις δύο ομάδες θεραπείας μετά από ένα χρόνο παρακολούθησης.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-ETHYOL
expand_more

Κλινικές μελέτες φαρμακοκινητικής έχουν δείξει ότι η αμιφοστίνη αποβάλλεται ταχέως από το πλάσμα, με αποτέλεσμα 6 λεπτά μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, να παραμένει στο πλάσμα ποσοστό μικρότερο του 10%. Η αμιφοστίνη μεταβολίζεται γρήγορα στον ενεργό μεταβολίτη WR-1065 (ελεύθερη θειόλη). Ο WR-33278 (δισουλφίδιο) είναι ο επακόλουθος, ανενεργός μεταβολίτης. Δεν είναι γνωστό εάν η αμιφοστίνη διαπερνά το φραγμό αίματος πλακούντος.

Μετά από έγχυση δόσης 910 mg/m² διάρκειας 15 λεπτών, ο χρόνος ημιζωής α είναι μικρότερος από 1 λεπτό, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής της απέκκρισης της αμιφοστίνης είναι μικρότερος από 10 λεπτά.

Κατά τη διάρκεια έγχυσης 910 mg/m² οι μέγιστες συγκεντρώσεις της αμιφοστίνης στο πλάσμα είναι περίπου 200 μmol/L, η Vd ss είναι 7 L και η κάθαρση 2 L/λεπτό. Οι μέγιστες τιμές στο πλάσμα του ενεργού μεταβολίτη WR-1065 κατά την έγχυση διάρκειας 15 λεπτών είναι περίπου 35 μmol/L. Μετρήσεις του WR-1065 σε κύτταρα του μυελού των οστών 5-8 λεπτά μετά την έγχυση σε 3 ασθενείς ήταν 82, 121 και 227 μmol/kg.

Ο κύριος μηχανισμός κάθαρσης του Ethyol είναι μέσω μεταβολισμού παρά μέσω νεφρικής ή γαστρεντερικής απέκκρισης. Μετά από μία 15λεπτη ενδοφλέβια έγχυση 740 mg/m² Ethyol, η νεφρική απέκκριση του μητρικού φαρμάκου και των δύο γνωστών μεταβολιτών του ήταν χαμηλή κατά τη διάρκεια της πρώτης ώρας μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, με μέσες τιμές 1,05%, 1,38% και 4,2% της χορηγηθείσας δόσης του μητρικού φαρμάκου, της θειόλης και του δισουλφιδίου, αντίστοιχα.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

8 λεπτά
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
2141
Μοριακός τύπος
C5H15N2O3PS
Μοριακό βάρος
214.23
IUPAC
2-(3-aminopropylamino)ethylsulfanylphosphonic acid
InChIKey
JKOQGQFVAUAYPM-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για προστασία από ιονίζουσα ακτινοβολία. Ενδιαφέρουν συνήθως για χρήση στην ακτινοθεραπεία, αλλά έχουν εξεταστεί και για άλλους σκοπούς, π.χ. στρατιωτικούς.

Σχετικά Εργαλεία