AMIFOSTINE
Αμιφοστίνη
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι' αυτό και είναι σκόπιμος ο …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ETHYOL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια χορήγηση
- Χορήγηση: Εξαρτάται από τη χορήγηση χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας
- Δόση έναρξης: 910 mg/m²
- Τιτλοποίηση: Εάν δεν μπορεί να χορηγηθεί η πλήρης δόση του Ethyol, στους επόμενους κύκλους χημειοθεραπείας η δόση του Ethyol πρέπει να μειώνεται περίπου κατά 20%.
-
Ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών (συνδυασμός σισπλατίνης και κυκλοφωσφαμίδης)Δόση910 mg/m²χορηγούμενη ως εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 λεπτών, η οποία αρχίζει 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση της χημειοθεραπείας.
-
Ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών (μείωση νεφροτοξικότητας σισπλατίνης, δόσεις σισπλατίνης 100-120 mg/m²)Δόση910 mg/m²χορηγούμενη ως 15λεπτη έγχυση, αρχίζοντας 30 λεπτά πριν από τη χημειοθεραπεία.
-
Ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών (μείωση νεφροτοξικότητας σισπλατίνης, δόσεις σισπλατίνης 60-100 mg/m²)Δόση740 mg/m²χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 λεπτών, η οποία πρέπει να αρχίζει 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση της χημειοθεραπείας.
-
ΑκτινοθεραπείαΔόση200 mg/m²χορηγούμενη ημερησίως ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 3 λεπτών που αρχίζει μέσα σε 15-30 λεπτά πριν από την κλασική κλασματοποιημένη ακτινοθεραπεία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔόσηΔεν συνιστάται
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (>70 ετών)ΔόσηΔεν συνιστάται
-
Νεφρική και ηπατική ανεπάρκειαΔόσηΔεν συνιστάται
block
SPC-ETHYOL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην αμιφοστίνη ή σε ενώσεις αμινοθειόλης.
-
Χορήγηση σε υποτασικούς ή αφυδατωμένους ασθενείς.
-
Χορήγηση σε εγκύους ή θηλάζουσες ασθενείς.
warning
SPC-ETHYOL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΥπότασηΟι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς πριν από την έγχυση του Ethyol και να παραμένουν σε ύπτια θέση κατά τη διάρκεια της έγχυσης. Σε περίπτωση εμφάνισης υπότασης, οι ασθενείς πρέπει να τοποθετούνται στη θέση Trendelenburg και να τους χορηγείται φυσιολογικός ορός με έγχυση.
-
Διάρκεια έγχυσης EthyolΗ χορήγηση του Ethyol σε μεγαλύτερης διάρκειας έγχυση σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης παρενεργειών. Η δόση (740-910 mg/m²) πρέπει να χορηγείται σε διάστημα 15 λεπτών πριν από τη χημειοθεραπεία.
-
Αντιυπερτασική θεραπείαΗ αντιυπερτασική θεραπεία πρέπει να διακόπτεται 24 ώρες πριν από τη χορήγηση του Ethyol, εάν είναι ιατρικώς δυνατόν. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για παροδική υπέρταση ή επιδείνωση προϋπάρχουσας υπέρτασης.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΣπάνια έχουν αναφερθεί σοβαρές, μερικές φορές μοιραίες, δερματικές αντιδράσεις. Απαιτείται δερματολογική αξιολόγηση πριν από τη χορήγηση και προσοχή στην εμφάνιση εξανθημάτων, βλαβών στις παλάμες/πέλματα ή δερματικών αντιδράσεων με πυρετό/συστηματικά συμπτώματα. Η χορήγηση πρέπει να διακόπτεται μόνιμα εάν εμφανιστούν αντιδράσεις όπως πολύμορφο ερύθημα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, αποφολιδωτική δερματίτιδα, ή δερματικές αντιδράσεις με πυρετό/συστηματικά συμπτώματα. Αποφυγή επαφής του προϊόντος με το δέρμα ή τους βλεννογόνους.
-
Υπερευαισθησία και διασταυρούμενη αντιδραστικότηταΑσθενείς με υπερευαισθησία σε ενώσεις της αμιφοστίνης ή αμινοθειόλης πρέπει να αποφεύγουν το Ethyol. Επιδεικνύεται προσοχή λόγω πιθανού αυξημένου κινδύνου διασταυρούμενης αντιδραστικότητας μεταξύ των ενώσεων θειόλης.
-
Νεφρική λειτουργίαΙδιαίτερη προσοχή στη νεφρική λειτουργία ασθενών με παράγοντες κινδύνου για νεφρική ανεπάρκεια (έμετος, αφυδάτωση, υπόταση, νεφροτοξική χημειοθεραπεία, ηλικία >60).
-
ΥπασβεστιαιμίαΠαρακολούθηση επιπέδων ασβεστίου σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο εκδήλωσης υπασβεστιαιμίας. Χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου εάν είναι αναγκαίο. Προσοχή κατά τη χορήγηση φαρμάκων που προκαλούν υπασβεστιαιμία.
-
ΣπασμοίΠροσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν σπασμούς.
-
Ναυτία και ΈμετοςΣυνιστάται η χορήγηση αντιεμετικής αγωγής (δεξαμεθαζόνη 20 mg IV και 5-ΗΤ3 ανταγωνιστής) πριν και κατά τη διάρκεια της χορήγησης σε δόσεις χημειοθεραπείας (740-910 mg/m²), ιδιαίτερα με ισχυρά εμετογόνα φάρμακα όπως η σισπλατίνη. Παρακολούθηση ισοζυγίου υγρών. Προληπτικά αντιεμετικά συνιστώνται σε δόσεις σχετικές με ακτινοθεραπεία (200 mg/m² για κάθε κλάσμα των 2 Gy).
-
Χορήγηση πριν από ακτινοθεραπείαΤο Ethyol πρέπει να χορηγείται στη συνιστώμενη δόση (200 mg/m² για κάθε κλάσμα των 2 Gy) σε διάστημα 3 λεπτών. Δεν ενδείκνυται όταν στο πεδίο ακτινοβολίας δεν περιλαμβάνονται οι παρωτιδικοί αδένες.
-
Διαδοχική χρήσηΠεριορισμένα δεδομένα για τη διαδοχική χρήση του Ethyol με χημειοθεραπεία (910 mg/m²) και ακτινοθεραπεία (200 mg/m²).
-
Μακροπρόθεσμα οφέληΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που να υποστηρίζουν μακροπρόθεσμα ευεργετικά αποτελέσματα όσον αφορά δευτερογενή καρκίνο, όψιμη ίνωση ή όψιμη τοξικότητα του δέρματος.
swap_horiz
SPC-ETHYOL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιυπερτασικά ή άλλα φάρμακα που μπορεί να επιτείνουν την υπότασηΠροσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση που επιτείνει την υπόταση
sick
SPC-ETHYOL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- α ρρυθμία
- κολπική μαρμαρυγή/πτερυγισμός
- υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
- ταχυκαρδία
- ισχαιμία του μυοκαρδίου
- έμφραγμα του μυοκαρδίου
- καρδιακή ανακοπή
- βραδυκαρδία
- ναυτία
- έμετος
- λόξυγκας
- διάρροια
- αίσθημα θερμότητας
- πυρεξία
- ρίγη
- αίσθημα κακουχίας
- αίσθηση ψύχους
- θωρακικό άλγος
- αίσθημα σύσφιγξης του θώρακα
- Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (περιλαμβάνονται εξάνθημα / ερύθημα, κνησμός, κνίδωση, πόνος, φλεγμονή, μώλωπες, φλεβίτιδα και τοπικό οίδημα)
- υπασβεστιαιμία
- υπνηλία
- ζάλη
- συγκοπή (απώλεια συνείδησης)
- σπασμοί
- πταρμός
- δύσπνοια
- άπνοια
- υποξία
- οίδημα λάρυγγα
- αναπνευστική ανακοπή
- εξάνθημα
- πολύμορφο ερύθημα
- κνίδωση
- σύνδρομο Stevens-Johnson
- τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- κνησμός
- αποφολιδωτική δερματίτιδα
- τοξικοδερμία
- πομφολυγώδης δερματίτιδα
- Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- υπόταση
- έξαψη
- υπέρταση
- επιδεινούμενη υπέρταση
- νεφρική ανεπάρκεια
- αλλεργική αντίδραση
- αναφυλακτική αντίδραση
- διπλωπία
- θολή όραση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςναυτία
-
Πολύ συχνέςέμετος
-
Πολύ συχνέςυπόταση
-
Πολύ συχνέςπαροδική υπόταση
-
Συχνέςλόξυγκας
-
Πολύ συχνέςαίσθημα θερμότητας
-
Συχνέςπυρεξία
-
Συχνέςρίγη
-
Συχνέςαίσθημα κακουχίας
-
Συχνέςαίσθηση ψύχους
-
Συχνέςυπασβεστιαιμία
-
Συχνέςυπνηλία
-
Συχνέςζάλη
-
Συχνέςσυγκοπή (απώλεια συνείδησης)
-
Πολύ συχνέςπταρμός
-
Συχνέςεξάνθημα
-
Όχι συχνέςπολύμορφο ερύθημα
-
Πολύ συχνέςέξαψη
-
Συχνέςυπέρταση
-
Συχνέςα ρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Σπάνιεςκολπική μαρμαρυγή/πτερυγισμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
Σπάνιεςυπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςισχαιμία του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςέμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςκαρδιακή ανακοπήΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςβραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςδιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Σπάνιεςθωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςαίσθημα σύσφιγξης του θώρακαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστής ΣυχνότηταςΑντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (περιλαμβάνονται εξάνθημα / ερύθημα, κνησμός, κνίδωση, πόνος, φλεγμονή, μώλωπες, φλεβίτιδα και τοπικό οίδημα)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Σπάνιεςαλλεργική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Σπάνιεςαναφυλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςσπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστής ΣυχνότηταςδιπλωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστής Συχνότηταςθολή όρασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςδύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣπάνιεςάπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣπάνιεςυποξίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ σπάνιεςοίδημα λάρυγγαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ σπάνιεςαναπνευστική ανακοπήΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣπάνιεςκνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςσύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςτοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςκνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςαποφολιδωτική δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςτοξικοδερμίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςπομφολυγώδης δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςνεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςεπιδεινούμενη υπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
pregnant_woman
SPC-ETHYOL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του Ethyol σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυοτοξικότητα (βλ. προκλινικά δεδομένα). Επειδή αυτό το φάρμακο χορηγείται σε συνδυασμό με θεραπείες που είναι γνωστό ότι προκαλούν τερατογένεση, δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η αμιφοστίνη ή οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Επομένως, συνιστάται η διακοπή του θηλασμού πριν από την έναρξη της αγωγής με Ethyol.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΜελέτες σε ζώα κατέδειξαν αμφοτερόπλευρη εκφύλιση του σπερματικού επιθηλίου των όρχεων και αμφοτερόπλευρη υποσπερμία στις επιδιδυμίδες (βλ. προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστός ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ETHYOL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αποτοξινωτικός παράγοντας για αντινεοπλασματική θεραπεία, κωδικός ATC: VΟ3A F05 Το Ethyol (amifostine, ethanethiol, 2-[3-amino propyl)aminol-dihydrogen phosphate (ester)) είναι ένα οργανικό θειοφωσφορικό οξύ το οποίο σε…
biotech
SPC-ETHYOL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ETHYOL
expand_more
Δοσολογία
Τρόπος χορήγησης
Ενδοφλέβια χορήγηση
Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Το ανασυσταμένο προϊόν πρέπει, όποτε το επιτρέπει το διάλυμα και ο περιέκτης, να ελέγχεται οπτικά πριν από τη χορήγηση για ύπαρξη σωματιδίων ή αποχρωματισμού. Να μην χρησιμοποιείται εάν παρατηρηθεί θολερότητα ή ίζημα. Το Ethyol πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο κάτω από την επίβλεψη ιατρών με εμπειρία στη χημειοθεραπεία του καρκίνου ή την ακτινοθεραπεία.
Χημειοθεραπεία:
Σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών στις οποίες χορηγείται ο συνδυασμός σισπλατίνης και κυκλοφωσφαμίδης, η συνιστώμενη αρχική δόση του Ethyol είναι 910 mg/m², χορηγούμενη ως εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 λεπτών, η οποία αρχίζει 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση της χημειοθεραπείας, με παράγοντες που χορηγούνται με σύντομη έγχυση.
Εάν το Ethyol χορηγείται για τη μείωση της νεφροτοξικότητας που σχετίζεται με τη χορήγηση σισπλατίνης, τότε η αρχική δόση του Ethyol πρέπει να προσαρμόζεται με τη δόση και το σχήμα χορήγησης της σισπλατίνης. Για δόσεις σισπλατίνης από 100-120 mg/m², η συνιστώμενη αρχική δόση του Ethyol είναι 910 mg/m², χορηγούμενη ως 15λεπτη έγχυση, αρχίζοντας 30 λεπτά πριν από τη χημειοθεραπεία. Εάν η δόση της σισπλατίνης είναι μικρότερη των 100 mg/m², αλλά μεγαλύτερη ή ίση των 60 mg/m², η συνιστώμενη αρχική δόση του Ethyol είναι 740 mg/m², χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 λεπτών, η οποία πρέπει να αρχίζει 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση της χημειοθεραπείας. Η 15λεπτη έγχυση για τα 740-910 mg/m² έχει αναφερθεί ότι είναι καλύτερα ανεκτή από ό,τι πιο παρατεταμένης διάρκειας εγχύσεις. Ακόμη πιο μικροί χρόνοι έγχυσης δεν έχουν διερευνηθεί συστηματικά με χημειοθεραπευτικά σχήματα
Κατά τη διάρκεια της έγχυσης του Ethyol πρέπει να παρακολουθείται η αρτηριακή πίεση.
Η έγχυση του Ethyol πρέπει να διακόπτεται εάν η συστολική πίεση μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με την πίεση πριν από την έναρξη της έγχυσης, όπως αναφέρεται στην πιο κάτω οδηγία:
Οδηγία για διακοπή της έγχυσης Ethyol λόγω μείωσης της συστολικής πίεσης
| Τιμή συστολικής πίεσης πριν από την έναρξη της έγχυσης (mm Hg) | Μείωση της συστολικής πίεσης κατά τη διάρκεια της έγχυσης Ethyol (mm Hg) |
|---|---|
| < 100 | 20 |
| 100-119 | 25 |
| 120-139 | 30 |
| 140-159 | 40 |
| 160 | 50 |
Εάν η αρτηριακή πίεση επιστρέψει στο φυσιολογικό σε διάστημα 5 λεπτών και ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός, η έγχυση μπορεί να επαναληφθεί, ούτως ώστε να χορηγηθεί η πλήρης δόση του Ethyol. Εάν δεν μπορεί να χορηγηθεί η πλήρης δόση του Ethyol, στους επόμενους κύκλους χημειοθεραπείας η δόση του Ethyol πρέπει να μειώνεται περίπου κατά 20%. Για παράδειγμα, η δόση των 910 mg/m² πρέπει να μειωθεί στα 740 mg/m².
Ακτινοθεραπεία:
Εάν το Εthyol χρησιμοποιείται για προφύλαξη έναντι της τοξικότητας που σχετίζεται με την ακτινοθεραπεία, η συνιστώμενη δόση του Εthyol είναι 200 mg/m², χορηγούμενα ημερησίως ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 3 λεπτών που αρχίζει μέσα σε 15-30 λεπτά πριν από την κλασική κλασματοποιημένη ακτινοθεραπεία.
Η αρτηριακή πίεση πρέπει να μετράται πριν και μετά την έγχυση (βλ. παράγραφο 4.4).
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Ethyol σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, συνεπώς το Ethyol δεν συνιστάται για χρήση στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (>70 ετών)
Δεν υπάρχει εμπειρία από τη χρήση του Ethyol σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών, συνεπώς το Ethyol δεν συνιστάται για χρήση σε αυτούς τους ασθενείς.
Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, η χρήση δεν συνιστάται.
block
Αντενδείξεις
SPC-ETHYOL
expand_more
Αντενδείξεις
ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ
Υπερευαισθησία στην αμιφοστίνη ή σε ενώσεις αμινοθειόλης. Δεν πρέπει να χορηγείται Ethyol σε υποτασικούς ή αφυδατωμένους ασθενείς.
Επειδή το Ethyol θα χορηγηθεί σε συνδυασμό με φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν τερατογένεση και μεταλλαξιογένεση, δεν πρέπει να χορηγείται σε εγκύους ή θηλάζουσες ασθενείς.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ETHYOL
expand_more
Προειδοποιήσεις
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς πριν από την έγχυση του Ethyol και να παραμένουν σε ύπτια θέση κατά τη διάρκεια της έγχυσης του ανασυσταμένου διαλύματος Ethyol. Σε περίπτωση εμφάνισης υπότασης, οι ασθενείς πρέπει να τοποθετούνται στη θέση Trendelenburg και να τους χορηγείται φυσιολογικός ορός με έγχυση. Ωστόσο, μπορεί να εμφανιστεί υπόταση κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά την έγχυση του Ethyol παρά την επαρκή ενυδάτωση και τη θέση του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.8).
Πριν από τη χημειοθεραπεία, είναι σημαντικό να γίνεται η έγχυση της συνιστώμενης δόσης (740-910 mg/m²) σε διάστημα 15 λεπτών. Η χορήγηση του Ethyol σε μεγαλύτερης διάρκειας έγχυση σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης παρενεργειών. Οδηγίες για τη διακοπή και την επανέναρξη της χορήγησης Ethyol στην περίπτωση μείωσης της συστολικής πίεσης δίνονται στην παράγραφο 4.2.
Εάν είναι ιατρικώς δυνατόν, πριν από τη χημειοθεραπεία, η αντιυπερτασική θεραπεία πρέπει να διακόπτεται 24 ώρες πριν από τη χορήγηση του Ethyol. Πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση αυτών των ασθενών κατά τη διάρκεια και μετά από τη θεραπεία, καθώς μπορεί να εμφανισθεί παροδική υπέρταση ή επιδείνωση προϋπάρχουσας υπέρτασης από Ε.Φ. ενυδάτωση, διακοπή αντιυπερτασικής αγωγής και άλλα αίτια. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Ethyol και χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία με ταυτόχρονη αντιυπερτασική φαρμακευτική αγωγή πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις που απαιτούν την εισαγωγή σε νοσοκομείο και τη διακοπή της θεραπείας έχουν αναφερθεί σπάνια με τη χρήση του Ethyol. Αυτές οι δερματικές αντιδράσεις, που ήταν μερικές φορές μοιραίες, περιλαμβάνουν περιπτώσεις πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson, τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, τοξικής δερματίτιδας, φυσαλιδώδους εξανθήματος και φαρμακευτικής αντίδρασης με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS). Οι περισσότερες περιπτώσεις εμφανίστηκαν σε ασθενείς που λάμβαναν το Ethyol ως ακτινοπροστατευτικό και εμφανίστηκαν μετά από 10 ή περισσότερες ημέρες έκθεσης στο Ethyol. Η δερματολογική αξιολόγηση του ασθενούς πριν από τη χορήγηση του Ethyol πρέπει να πραγματοποιηθεί δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην εμφάνιση των ακόλουθων:
- Οποιοδήποτε εξάνθημα στα χείλη ή σε βλεννογόνο που δεν είναι γνωστό ότι οφείλεται σε κάποια άλλη αιτιολογία (π.χ. ακτινική βλεννογονίτιδα, απλός έρπης κ.λπ.).
- Ερυθηματώδεις, οιδηματώδεις ή φυσαλιδώδεις βλάβες στις παλάμες ή στα πέλματα ή/και άλλες δερματικές αντιδράσεις στον κορμό (πρόσθιο τμήμα, οπίσθιο τμήμα, κοιλιακή χώρα).
- Δερματικές αντιδράσεις συνοδευόμενες από πυρετό ή άλλα συστηματικά συμπτώματα.
Οι δερματικές αντιδράσεις πρέπει να διαφοροποιούνται σαφώς από την προκαλούμενη από ακτινοβόληση δερματίτιδα και από τις δερματικές αντιδράσεις που σχετίζονται με άλλη αιτιολογία.
Όταν εμφανίζονται δερματικές αντιδράσεις εκτός της περιοχής της ένεσης ή του πεδίου ακτινοβολίας, χωρίς κάποια γνωστή αιτιολογία, η χορήγηση του Ethyol πρέπει να διακόπτεται και να πραγματοποιείται δερματολογική εξέταση και βιοψία για την ταξινόμηση της αντίδρασης. Η δερματική αντίδραση πρέπει να αντιμετωπίζεται συμπτωματικά. Η επανέναρξη της χορήγησης του Ethyol πρέπει να είναι στην κρίση του κλινικού γιατρού και να βασίζεται στην ιατρική αξιολόγηση και την κατάλληλη δερματολογική εξέταση.
Η χορήγηση του Ethyol πρέπει να διακόπτεται μόνιμα εάν εμφανιστούν οποιεσδήποτε δερματικές αντιδράσεις που θεωρούνται ότι είναι πολύμορφο ερύθημα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson ή αποφολιδωτική δερματίτιδα και για οποιαδήποτε δερματική αντίδραση που συνοδεύεται από πυρετό ή οποιαδήποτε συστηματικά συμπτώματα που δεν είναι γνωστό ότι οφείλονται σε κάποια άλλη αιτιολογία. Λόγω του κινδύνου δερματικών αντιδράσεων, οι επαγγελματίες της υγείας πρέπει να προσέχουν ώστε να αποφεύγουν την επαφή του προϊόντος με το δέρμα ή τους βλεννογόνους (βλ. παράγραφο 4.8).
Όπως αναφέρεται στην ενότητα 4.3, το Ethyol αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία σε ενώσεις της αμιφοστίνης ή αμινοθειόλης. Δεδομένου ότι η αμιφοστίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων, πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή, καθώς ενδέχεται να υπάρξει αυξημένος κίνδυνος διασταυρούμενης αντιδραστικότητας μεταξύ των ενώσεων θειόλης.
Κατά τη χρήση του Ethyol πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη νεφρική λειτουργία των ασθενών με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη νεφρικής ανεπάρκειας, όπως έμετο, αφυδάτωση, σοβαρή υπόταση, νεφροτοξική χημειοθεραπεία ή ηλικία άνω των 60 ετών.
Παρόλο που οι αναφορές για κλινικά σχετική υπασβεστιαιμία είναι σπάνιες, τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα πρέπει να παρακολουθούνται σε ασθενείς οι οποίοι διατρέχουν κίνδυνο εκδήλωσης υπασβεστιαιμίας, όπως ασθενείς με νεφρωσικό σύνδρομο ή ασθενείς που λαμβάνουν πολλαπλές δόσεις Ethyol. Εάν είναι αναγκαίο, πρέπει να χορηγούνται συμπληρώματα ασβεστίου σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενούς. Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη διάρκεια της αγωγής ασθενών οι οποίοι λαμβάνουν φάρμακα που προκαλούν υπασβεστιαιμία.
Σπάνια έχουν αναφερθεί σπασμοί με τη χορήγηση του Ethyol. Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη διάρκεια της θεραπείας των ασθενών που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν σπασμούς.
Συνιστάται η χορήγηση αντιεμετικής αγωγής, η οποία περιλαμβάνει δεξαμεθαζόνη 20 mg ενδοφλεβίως και έναν 5-ΗΤ3 ανταγωνιστή, πριν και κατά τη διάρκεια της χορήγησης του Ethyol σε δόσεις που συνιστώνται όταν γίνεται χημειοθεραπεία (740-910 mg/m²), ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται μαζί με ισχυρά εμετογόνα χημειοθεραπευτικά φάρμακα, όπως η σισπλατίνη. Όταν το Ethyol χορηγείται με έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία, πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή το ισοζύγιο των υγρών του ασθενούς. Σε δόσεις σχετικές με ακτινοθεραπεία (200 mg/m² για κάθε κλάσμα των 2 Gy) συνιστώνται προληπτικά αντιεμετικά.
Πριν από την ακτινοθεραπεία, το Ethyol πρέπει να χορηγείται στη συνιστώμενη δόση (200 mg/m² για κάθε κλάσμα των 2 Gy) σε διάστημα 3 λεπτών. Το Ethyol δεν ενδείκνυται όταν στο πεδίο ακτινοβολίας δεν περιλαμβάνονται οι παρωτιδικοί αδένες.
Τα δεδομένα που αφορούν τη διαδοχική χρήση του Ethyol σε αγωγές που περιλαμβάνουν χημειοθεραπεία με σισπλατίνη ή αλκυλιωτικούς παράγοντες (δόση Εthyol: 910 mg/m²) και ακτινοθεραπεία (δόση Ethyol 200 mg/m²) είναι περιορισμένα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που να υποστηρίζουν μακροπρόθεσμα ευεργετικά αποτελέσματα από την αμιφοστίνη όσον αφορά δευτερογενή καρκίνο, όψιμη ίνωση ή όψιμη τοξικότητα του δέρματος.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ETHYOL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η εμπειρία από μελέτες αλληλεπίδρασης είναι περιορισμένη. Η ταχεία κάθαρση της αμιφοστίνης από το πλάσμα ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο αλληλεπίδρασης μεταξύ της αμιφοστίνης και άλλων φαρμάκων.
Το ενδεχόμενο ταυτόχρονης χορήγησης Ethyol με αντιυπερτασικά ή με άλλα φάρμακα τα οποία μπορεί να επιτείνουν την υπόταση, πρέπει να εξετάζεται με μεγάλη προσοχή.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκων σε ασθενείς που λάμβαναν Ethyol με ακτινοθεραπεία
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ETHYOL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ναυτία, έμετος, και παροδική υπόταση. Το Ethyol αύξησε τη συχνότητα εμφάνισης της ήπιας έως μέτριας βαρύτητας ναυτίας/εμέτου κατά την πρώτη ημέρα της χημειοθεραπείας. Αυτό ήταν συνήθως προσωρινά σχετιζόμενο με τη χορήγηση του Ethyol. Το Ethyol δεν αυξάνει την συχνότητα εμφάνισης της όψιμης ναυτίας και εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία που βασίζεται σε σισπλατίνη.
H υπόταση είναι συνήθως βραχείας διάρκειας και συνδέεται στενά με τη χορήγηση του Ethyol, αλλά είναι πιθανόν να επιμένει ή να εμφανιστεί ώρες μετά τη χορήγηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η έγχυση χρειάστηκε να τερματιστεί πρόωρα εξαιτίας αυξημένης πτώσης της συστολικής πίεσης του αίματος (βλ. παράγραφο 4.2). Η υπόταση μπορεί να αντιμετωπιστεί με χορήγηση υγρών και τοποθέτηση του ασθενούς σε κατάλληλη θέση (βλ. παράγραφο 4.4).
Πυρεξία και ρίγη ενδέχεται να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια ή μέσα σε λίγες ώρες από τη χορήγηση του Ethyol.
Ανεπιθύμητες ενέργειες θεωρούμενες κατά το ελάχιστο σχετιζόμενες με τη θεραπεία αναφέρονται παρακάτω κατά οργανικό σύστημα, κατηγορία οργάνου και απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100%), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δε μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Οι συχνότητες των αναφερόμενων σε κλινικές δοκιμές ανεπιθύμητων ενεργειών (παρακάτω πίνακας) βασίζονται σε αναφορές από 342 εγγεγραμμένους ασθενείς.
Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε κλινικές μελέτες
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές: α ρρυθμία |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνές: ναυτία, έμετοςΣυχνές: λόξυγκας |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ συχνές: αίσθημα θερμότηταςΣυχνές: πυρεξία, ρίγη, αίσθημα κακουχίας, αίσθηση ψύχους |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές: υπασβεστιαιμία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές: υπνηλία, ζάλη, συγκοπή (απώλεια συνείδησης) |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, ,του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Πολύ συχνές: πταρμός |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές: εξάνθημαΌχι συχνές: πολύμορφο ερύθημα |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ συχνές: υπόταση, έξαψηΣυχνές: υπέρταση |
Συμπεριλαμβανομένων των δύο Φάσης III τυχαιοποιημένων μελετών σε ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών (WR-0001) και σε ασθενείς με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου (WR-0038).
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου βασίζονται σε αναφορές φαρμακοεπαγρύπνησης που ελήφθησαν από κατ΄ εκτίμηση περισσότερους από 100.000 λήπτες Ethyol. Οι αναφερόμενες κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. ανωτέρω πίνακα) δεν επαναλαμβάνονται στον παρακάτω πίνακα, ο οποίος συνοψίζει τις συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που βασίζονται σε αναφορές φαρμακοεπαγρύπνησης. Σοβαρά περιστατικά ισχαιμίας του μυοκαρδίου συνήθως εμφανίστηκαν στο πλαίσιο υπότασης. Σοβαρή δερματική υπερευαισθησία ενδέχεται να εμφανιστεί εβδομάδες μετά την έναρξη χορήγησης του Ethyol.
Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών βασιζόμενη σε αναφορές φαρμακοεπαγρύπνησης
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|
| Καρδιακές διαταραχές | Σπάνιες: κολπική μαρμαρυγή/πτερυγισμός, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, ταχυκαρδίαΠολύ σπάνιες: ισχαιμία του μυοκαρδίου, έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανακοπή, βραδυκαρδία |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Σπάνιες: διάρροια |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Σπάνιες: θωρακικό άλγοςΠολύ σπάνιες: αίσθημα σύσφιγξης του θώρακαΜη γνωστής Συχνότητας: Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (περιλαμβάνονται εξάνθημα / ερύθημα, κνησμός, κνίδωση, πόνος, φλεγμονή, μώλωπες, φλεβίτιδα και τοπικό οίδημα) |
| Δ ιαταραχές του α νοσοποιητικού σ μυστή ατος | Σπάνιες: αλλεργική αντίδραση, αναφυλακτική αντίδραση |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Σπάνιες: σπασμοί |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Μη γνωστής Συχνότητας: διπλωπία, θολή όραση* |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Σπάνιες: δύσπνοια, άπνοια, υποξίαΠολύ σπάνιες: οίδημα λάρυγγα, αναπνευστική ανακοπή |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Σπάνιες: κνίδωση, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, κνησμόςΠολύ σπάνιες: αποφολιδωτική δερματίτιδα, τοξικοδερμία, και πομφολυγώδης δερματίτιδαMη γνωστές: Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Σπάνιες: νεφρική ανεπάρκεια |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ σπάνιες: επιδεινούμενη υπέρταση |
Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν ως μέρος αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση αμιφοστίνης, και ήταν παροδικές στη φύση. (Βλ. επίσης παράγραφο 4.4.)
ΔΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Έχουν αναφερθεί σοβαρές, σε μερικές περιπτώσεις μοιραίες για τη ζωή, δερματικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν πολύμορφο ερύθημα και σπάνια σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση. Στον περιορισμένο αριθμό ασθενών που εισήχθησαν σε κλινικές μελέτες η συχνότητα που έχει αναφερθεί είναι:
- Συχνή σε ασθενείς που λάμβαναν ακτινοθεραπεία [105 περιστατικά ανά 10.000 ασθενείς]
- Σπάνια σε ασθενείς που λάμβαναν χημειοθεραπεία [7 περιστατικά ανά 10.000 ασθενείς]
Η συχνότητα εμφάνισης σοβαρών δερματικών αντιδράσεων με Ethyol μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου είναι:
- Σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν ακτινοθεραπεία
- Πολύ σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν χημειοθεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4)
ΣΟΒΑΡΕΣ ΑΛΛΕΡΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ
Έχουν αναφερθεί σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις με τη χρήση του Ethyol. Η πλειονότητα των περιστατικών εμφανίστηκαν με μη ειδικά συμπτώματα που περιελάμβαναν ελαφρό ρίγος, έντονο ρίγος, θωρακικό άλγος και δερματικά εξανθήματα. Σπάνια έχουν αναφερθεί περιστατικά αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, τα συμπτώματα των οποίων περιελάμβαναν δύσπνοια, υπόταση, κνίδωση και σπανίως καρδιακή ανακοπή.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον: Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ETHYOL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ETHYOL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αποτοξινωτικός παράγοντας για αντινεοπλασματική θεραπεία, κωδικός ATC: VΟ3A F05
Το Ethyol (amifostine, ethanethiol, 2-[3-amino propyl)aminol-dihydrogen phosphate (ester)) είναι ένα οργανικό θειοφωσφορικό οξύ το οποίο σε μοντέλα με πειραματόζωα προστατεύει επιλεκτικά φυσιολογικούς ιστούς αλλά όχι όγκους έναντι της κυτταροτοξικότητας της ιονίζουσας ακτινοβολίας, των χημειοθεραπευτικών παραγόντων οι οποίοι συνδέονται με το DNA (κλασικοί αλκυλιωτικοί παράγοντες, όπως η κυκλοφωσφαμίδη και μη κλασικοί αλκυλιωτικοί παράγοντες, όπως η μιτομυκίνη-C) και των αναλόγων πλατίνας.
Το Ethyol είναι ένα πρόδρομο φάρμακο το οποίο μετά από αποφωσφορυλίωση μετατρέπεται στον δραστικό μεταβολίτη, το WR-1065 (ελεύθερη θειόλη), μέσω της αλκαλικής φωσφατάσης και εξέρχεται από την κυκλοφορία του αίματος ταχέως.
Η μείωση των συγκεντρώσεων ασβεστίου στον ορό είναι μια γνωστή φαρμακολογική δράση του Ethyol. Ένας πιθανός μηχανισμός της υπασβεστιαιμίας μπορεί να είναι η πρόκληση υποπαραθυρεοειδισμού (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Κλινικές μελέτες
Χημειοθεραπεία για καρκίνο των ωοθηκών
Μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή συνέκρινε έξι κύκλους κυκλοφωσφαμίδης 1.000 mg/m², και σισπλατίνης 100 mg/m² με ή χωρίς προθεραπεία με Ethyol στα 910 mg/m². Μετά από πολλαπλούς κύκλους χημειοθεραπείας, η προθεραπεία με Ethyol μείωσε σημαντικά την αθροιστική νεφροτοξικότητα που σχετίζεται με τη σισπλατίνη, όπως αξιολογήθηκε από το ποσοστό των ασθενών που είχαν ≥40% μείωση στην κάθαρση κρεατινίνης από τις τιμές προθεραπείας, παρατεινόμενες αυξήσεις στην κρεατινίνη ορού (>1,5 mg/dL) ή βαριά υπομαγνησιαιμία. Επιλεγμένες αναλύσεις των επιδράσεων του Ethyol στη μείωση της αθροιστικής νεφροτοξικότητας της σισπλατίνης στην τυχαιοποιημένη μελέτη για τον καρκίνο των ωοθηκών παρέχονται στους πίνακες παρακάτω.
Αναλογία ασθενών με ≥40% μείωση στην υπολογισμένη κάθαρση κρεατινίνης*
| ETHYOL + CP | CP | Τιμή p (αμφίπλευρη) | |
|---|---|---|---|
| Όλες οι ασθενείς | 36/120 (30%) | 13% | 0,001 |
*Οι τιμές κάθαρσης κρεατινίνης υπολογίστηκαν με τη χρήση του τύπου Cockcroft-Gault, Nephron 1976; 16:31-41.
NCI βαθμοί τοξικότητας επιπέδων μαγνησίου ορού για τον τελευταίο κύκλο θεραπείας κάθε ασθενούς
| NCI-CTC Βαθμός: | >1,4 mEq/L | ≤1,4- >1,1 mEq/L | ≤1,1- >0,8 mEq/L | ≤0,8- >0,5 mEq/L | ≤0,5 mEq/L | Τιμή p* |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Όλες οι ασθενείς | 0,001 | |||||
| ETHYOL+CP | ||||||
| CP |
*Βάσει αμφίπλευρης στατιστικής Χ² κατά Mantel-Haenszel
Η προθεραπεία με αμιφοστίνη (910 mg/m²) έδειξε ότι προστατεύει κατά της αθροιστικής αιματολογικής τοξικότητας που σχετίζεται με το συνδυασμό σισπλατίνης (100 mg/m²) και κυκλοφωσφαμίδης (1.000 mg/m²) στη θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών σταδίου ΙΙΙ και IV. Η συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας βαθμού 4 που σχετίζεται με πυρετό ή/και λοιμώξεις ήταν το πρωτεύον τελικό σημείο που χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση της αιματολογικής τοξικότητας. Η συνολική συχνότητα εμφάνισης ανά ασθενή ουδετεροπενίας που σχετίζεται με πυρετό ή/και σημεία και συμπτώματα λοιμώξεων όπου απαιτείται θεραπεία με αντιβιοτικά έπειτα από 6 κύκλους θεραπείας ανά διαστήματα 3 εβδομάδων για τις 242 ασθενείς, παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα.
Συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας με πυρετό ή/και σημεία λοίμωξης που απαιτεί θεραπεία με αντιβιοτικά
| ETHYOL + CP | CP | Τιμή p* | |
|---|---|---|---|
| Συνολική συχνότητα εμφάνισης ανά ασθενή | 8/122 | 26/120 | 0,001 |
*Βάσει αμφίπλευρης στατιστικής Χ² κατά Mantel-Haenszel
Η διατήρηση της αντικαρκινικής αποτελεσματικότητας της χημειοθεραπείας με σισπλατίνη-κυκλοφωσφαμίδη αξιολογήθηκε μέσω δεδομένων ανταπόκρισης του όγκου. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αμιφοστίνη δεν μειώνει την αντικαρκινική αποτελεσματικότητα της χημειοθεραπείας με σισπλατίνη-κυκλοφωσφαμίδη.
Ακτινοθεραπεία για καρκίνο κεφαλής και τραχήλου.
Μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή με τυπική κλασματοποιημένη ακτινοβολία (RT) (1,8 Gy-2,0 Gy/ημέρα για 5 ημέρες/εβδομάδα για 5-7 εβδομάδες) με ή χωρίς Ethyol, χορηγούμενο στα 200 mg/m² ως 3λεπτη ενδοφλέβια έγχυση 15-30 λεπτά πριν από κάθε κλάσμα ακτινοβολίας, διεξάχθηκε σε 315 ασθενείς με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου. Τα πρωτεύοντα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας αυτής της μελέτης με σκοπό να αξιολογηθούν οι τοξικότητες που σχετίζονται με ακτινοβολία στην περιοχή της κεφαλής και του τραχήλου ήταν η συχνότητα εμφάνισης Βαθμού 2 ή υψηλότερου οξείας (παρουσιάστηκε ≤90 ημέρες από την έναρξη της ακτινοθεραπείας) και όψιμης (παρουσιάστηκε 1 χρόνο από την έναρξη της ακτινοθεραπείας) ξηροστομίας και Βαθμού 3 ή υψηλότερου οξείας βλεννογονίτιδας. Η συχνότητα εμφάνισης οξείας και όψιμης ξηροστομίας Βαθμού 2 ή υψηλότερου μειώθηκε σημαντικά (βλ. παρακάτω πίνακα). Παρόλο που η συχνότητα εμφάνισης βλεννογονίτιδας Βαθμού 3 ή υψηλότερου ήταν χαμηλότερη στο σκέλος αμιφοστίνης, η διαφορά μεταξύ και των δύο σκελών θεραπείας δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Συχνότητα εμφάνισης ξηροστομίας Βαθμού 2 ή υψηλότερου (κριτήρια RTOG)
| ETHYOL + RT | RT | Τιμή p* | |
|---|---|---|---|
| Οξεία (παρουσιάστηκε ≤90 ημέρες από την έναρξη της ακτινοθεραπείας) | 51% (75/148) | 78% (120/153) | p <0,0001 |
| Όψιμη (παρουσιάστηκε 1 χρόνο από την έναρξη της ακτινοθεραπείας) | 34% (33/97) | 57% (60/106) | p = 0,0019 |
*Βάσει της ακριβούς δοκιμασίας Fisher.
Η πρωτεύουσα παράμετρος την αξιολόγηση της αντικαρκινικής αποτελεσματικότητας ήταν η συχνότητα εμφάνισης του τοποπεριοχικού ελέγχου στο έτος 1. Ο τοποπεριοχικός έλεγχος, η ελεύθερη νόσου επιβίωση και η συνολική επιβίωση ήταν συγκρίσιμα στις δύο ομάδες θεραπείας μετά από ένα χρόνο παρακολούθησης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ETHYOL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κλινικές μελέτες φαρμακοκινητικής έχουν δείξει ότι η αμιφοστίνη αποβάλλεται ταχέως από το πλάσμα, με αποτέλεσμα 6 λεπτά μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, να παραμένει στο πλάσμα ποσοστό μικρότερο του 10%. Η αμιφοστίνη μεταβολίζεται γρήγορα στον ενεργό μεταβολίτη WR-1065 (ελεύθερη θειόλη). Ο WR-33278 (δισουλφίδιο) είναι ο επακόλουθος, ανενεργός μεταβολίτης. Δεν είναι γνωστό εάν η αμιφοστίνη διαπερνά το φραγμό αίματος πλακούντος.
Μετά από έγχυση δόσης 910 mg/m² διάρκειας 15 λεπτών, ο χρόνος ημιζωής α είναι μικρότερος από 1 λεπτό, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής της απέκκρισης της αμιφοστίνης είναι μικρότερος από 10 λεπτά.
Κατά τη διάρκεια έγχυσης 910 mg/m² οι μέγιστες συγκεντρώσεις της αμιφοστίνης στο πλάσμα είναι περίπου 200 μmol/L, η Vd ss είναι 7 L και η κάθαρση 2 L/λεπτό. Οι μέγιστες τιμές στο πλάσμα του ενεργού μεταβολίτη WR-1065 κατά την έγχυση διάρκειας 15 λεπτών είναι περίπου 35 μmol/L. Μετρήσεις του WR-1065 σε κύτταρα του μυελού των οστών 5-8 λεπτά μετά την έγχυση σε 3 ασθενείς ήταν 82, 121 και 227 μmol/kg.
Ο κύριος μηχανισμός κάθαρσης του Ethyol είναι μέσω μεταβολισμού παρά μέσω νεφρικής ή γαστρεντερικής απέκκρισης. Μετά από μία 15λεπτη ενδοφλέβια έγχυση 740 mg/m² Ethyol, η νεφρική απέκκριση του μητρικού φαρμάκου και των δύο γνωστών μεταβολιτών του ήταν χαμηλή κατά τη διάρκεια της πρώτης ώρας μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, με μέσες τιμές 1,05%, 1,38% και 4,2% της χορηγηθείσας δόσης του μητρικού φαρμάκου, της θειόλης και του δισουλφιδίου, αντίστοιχα.
ΕΟΦ · 1.2.1.1.1
Aμιγείς ουσίες
expand_more
Aμιγείς ουσίες
ΕΟΦ · 4.5
Aντιεπιληπτικά
expand_more
Aντιεπιληπτικά
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι’ αυτό και είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός των φαρμάκων αυτών στο πλάσμα. Aρχικά χορηγούνται μικρές δόσεις που στη συνέχεια αυξάνονται βαθμιαία μέχρι να ελεγχθούν οι κρίσεις ή να εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα.
H ημερήσια ποσότητα του φαρμάκου πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ώστε να είναι πιο εύκολο για τον άρρωστο να εφαρμόζει το θεραπευτικό σχήμα. Tα περισσότερα αντιεπιληπτικά, όταν χορηγούνται σε μέση δόση μπορεί να δίνονται δύο φορές την ημέρα. H φαινοβαρβιτάλη, που έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής, μπορεί να δίνεται μόνο μια φορά την ημέρα πριν από τον ύπνο. Όταν όμως τα αντιεπιληπτικά χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειασθεί η κατανομή τους σε 3 ή 4 δόσεις την ημέρα για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως η υπνηλία, που σχετίζονται με υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα.
Tα μικρά παιδιά μεταβολίζουν τα αντιεπιληπτικά ταχύτερα από τους ενηλίκους και γιαυτό πρέπει να χορηγούνται σε περισσότερες και μεγαλύτερες δόσεις ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.
H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται κατά κανόνα με ένα φάρμακο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για τον έλεγχο των κρίσεων. Προσθήκη δεύτερου φαρμάκου δικαιολογείται μόνο όταν οι κρίσεις συνεχίζονται παρά τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα του πρώτου ή όταν εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα. Xρησιμοποίηση περισσότερων των δύο αντιεπιληπτικών σπανίως είναι απαραίτητη.
H χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων πρέπει να συνεχίζεται για τρία τουλάχιστον χρόνια από την εμφάνιση της τελευταίας κρίσης. Tυχόν παράταση της χορήγησης θα εξαρτηθεί από το είδος των κρίσεων, την ευκολία ή μη του ελέγχου τους και την ηλεκτροεγκεφαλογραφική εικόνα. Aνεξαρτήτως πάντως από τα παραπάνω, διακοπή της θεραπείας επιβάλλεται 5 χρόνια μετά την τελευταία κρίση. Πιθανότητα υποτροπής υπάρχει στο 15% περίπου των περιπτώσεων. Aπότομη διακοπή των αντιεπιληπτικών ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης των κρίσεων, που μπορεί να φθάσει μέχρι status epilepticus. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα μηνών. Tο ίδιο ισχύει και στην περίπτωση αλλαγής από ένα φάρμακο σε άλλο που πρέπει επίσης να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα εβδομάδων. Tα φάρμακα αυτά προκαλούν ενζυμική επαγωγή με αποτέλεσμα να ελαττώνουν τη δραστικότητα άλλων συγχρόνως χορηγουμένων φαρμάκων.
Για ορισμένα αντιεπιληπτικά έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση στα πειραματόζωα. Στον άνθρωπο εντούτοις ο κίνδυνος πρόκλησης συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι πρακτικά μικρός. Eπίσης τυχόν διακοπή της θεραπείας στη διάρκεια της κύησης θα προκαλέσει υποτροπή των κρίσεων, που η επίδρασή τους στο έμβρυο δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι λιγότερο επιβλαβής από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της κύησης.
Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό νάτριο έχουν σημαντική χρήση στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής.
ΕΟΦ · 5.1.1.3
Aμπικιλλίνη και συναφείς β-λακτάμες
expand_more
Aμπικιλλίνη και συναφείς β-λακτάμες
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται η αμπικιλλίνη, η αμοξυκιλλίνη, η επικιλλίνη και οι εστέρες της αμπικιλλίνης μπακαμπικιλλίνη, πιβαμπικιλλίνη, ταλαμπικιλλίνη, ετακιλλίνη. H δράση τους έναντι των βακτηρίων είναι παραπλήσια και εκείνο που τις διαφοροποιεί είναι η διαφορετική φαρμακοκινητική τους. H αμοξυκιλλίνη και οι εστέρες της αμπικιλλίνης παρουσιάζουν καλύτερη απορρόφηση σε σύγκριση με την αμπικιλλίνη χορηγούμενες από του στόματος. Oι εστέρες δρούν μετά από διάσπαση και το δραστικό τους συστατικό είναι η αμπικιλλίνη.
H απορρόφησή τους επηρεάζεται από τη λήψη τροφής εκτός της αμοξυκιλλίνης που ελάχιστα επηρεάζεται. Στο φάσμα τους περιλαμβάνονται: Haemophilus influenzae, Escherichia coli, Proteus mirabilis, Salmonella sp, Shigella sp, Campylobacter sp, Enterococcus sp, Listeria monocytogenes. Aνθεκτικά εξ ορισμού είναι τα στελέχη Klebsiella sp, Enterobacter sp, Yersinia enterocolitica, Serratia marcescens, Bacteroides fragilis, Proteus vulgaris και rettgeri. Aνθεκτικοί ακόμη είναι και οι γονόκοκκοι οι ανθεκτικοί στην πενικιλλίνη και οι σταφυλόκοκκοι που παράγουν πενικιλλινάση.
H αμοξυκιλλίνη φαίνεται να πλεονεκτεί έναντι του εντεροκόκκου και σαλμονελλών, ενώ η αμπικιλλίνη αντίθετα φαίνεται να είναι πιο δραστική έναντι σιγκελλών. Γενικά όμως υπάρχει τάση αναπτύξεως αντοχής στα αντιβιοτικά της ομάδας αυτής, γεγονός που περιορίζει τη χρήση τους στη θεραπευτική.
Iδιαίτερο πρόβλημα αποτελεί η ανάπτυξη αντοχής από τα ελυτροφόρα στελέχη Haemophilus influenzae (20-25%), γεγονός που περιορίζει τη χρήση τους στη θεραπεία της μηνιγγίτιδας από αιμόφιλο (μηνιγγίτιδα παιδικής ηλικίας) και της επιγλωττίτιδας μέχρι ότου να γίνει γνωστή η ευαισθησία του μικροβίου. Για την έναρξη της αγωγής εναλλακτικές λύσεις αποτελούν η χλωραμφενικόλη και οι κεφαλοσπορίνες β’ και γ’ γενεάς.
ΕΟΦ · 5.1.1.4
Aναστολείς των β-λακταμασών
expand_more
Aναστολείς των β-λακταμασών
Oι εν χρήσει αναστολείς των β-λακταμασών είναι τρεις, το κλαβουλανικό οξύ, η σουλμπακτάμη και η ταζομπακτάμη. Έχουν πολύ μικρή αντιμικροβιακή δράση, αλλά τους διακρίνει η ικανότητα να αναστέλλουν β-λακταμάσες τις οποίες δεσμεύουν σταθερά γι αυτό και αποκαλούνται μη αναστρέψιμοι αναστολείς (non reversible inhibitors). Oι ουσίες αυτές συνδυαζόμενες με αμοξυκιλλίνη και τικαρκιλλίνη -προκειμένου περί του κλαβουλανικού οξέος- ή με την αμπικιλλίνη -προκειμένου περί της σουλμπακτάμης, και την ταζομπακτάμη- προκειμένου περί της πιπερακιλλίνης δρουν αναστέλλοντας τη δράση των σταφυλοκοκκικών και πολλών πλασμιδιακών λακταμασών, καθιστώντας έτσι ευαίσθητα μικρόβια που προηγουμένως ήσαν ανθεκτικά στα υπό χορήγηση φάρμακα. Yπάρχει διαφορά δραστικότητας των αναστολέων. H δράση της σουλμπακτάμης υπολείπεται εκείνης του κλαβουλανικού οξέος, γι’ αυτό χορηγείται σε πολύ υψηλότερη δόση. O συνδυασμός αμοξυκιλλίνης-κλαβουλανικού οξέος και αμπικιλλίνης-σουλμπακτάμης έχουν σχεδόν πανομοιότυπο φάσμα στο οποίο περιλαμβάνονται στελέχη σταφυλοκόκκων ανθεκτικών στην πενικιλλίνη (σταφυλόκοκκοι ανθεκτικοί στην μεθικιλλίνη πρέπει να θεωρούνται ανθεκτικοί στους προαναφερθέντες συνδυασμούς), γονόκοκκοι, Branhamella catarrhalis, Klebsiella pneumoniae, Proteus mirabilis και Proteus vulgaris, Escherichia coli και πολλά στελέχη αναεροβίων, περιλαμβανομένου και του Bacteroides fragilis. Aνθεκτικά πρέπει να θεωρούνται η Pseudomonas aeruginosa και τα περισσότερα στελέχη Enterobacter sp, Providencia sp και Morganella morganii.
Εν τούτοις η ταζομπακτάμη είναι η δραστικότερη γιατί στο φάσμα της περιλαμβάνονται και χρωμοσωμιακές β-λακταμάσες που παράγονται κυρίως από στελέχη Klebsiella.
ΕΟΦ · 5.1.1.5
Aντιψευδομοναδικές πενικιλλίνες
expand_more
Aντιψευδομοναδικές πενικιλλίνες
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται οι καρμπενικιλλίνη, καρφεκιλλίνη, (δεν κυκλοφορούν), τικαρκιλλίνη και οι νεώτερες αζλοκιλλίνη και πιπερακιλλίνη. Eίναι δραστικές εναντίον κυρίως στελεχών Pseudomonas aeruginosa και βασική τους ένδειξη είναι οι λοιμώξεις από αυτή. Eπίσης είναι δραστικές και εναντίον ορισμένων στελεχών πρωτέα και σερράτιας. Διασπώνται από τις μικροβιακές πενικιλλινάσες. Γενικώς σε βαριές λοιμώξεις από ψευδομονάδα οι αντιψευδομοναδικές πενικιλλίνες πρέπει να χορηγούνται σε συνδυασμό με μια αμινογλυκοσίδη λόγω συνεργικής δράσης. Παραλλήλως με τον συνδυασμό αποφεύγεται η ταχεία ανάπτυξη αντοχής έναντι της ψευδομονάδας. H ανεξέλεγκτη χρήση καρμπενικιλλίνης-τικαρκιλλίνης οδήγησε σε υψηλά ποσοστά αντοχής της ψευδομονάδος σε αυτές. Λόγω της υψηλής αντοχής έχει δοκιμαστεί με επιτυχία ο συνδυασμός της τικαρκιλλίνης με το κλαβουλανικό οξύ (αναστολέα των β-λακταμασών). O συνδυασμός αυτός περιλαμβάνει στο φάσμα του εντεροβακτηριακά, σταφυλοκόκκους ευαίσθητους στη μεθικιλλίνη, αναερόβια και εντεροκόκκους. Oι αντιψευδομοναδικές πενικιλλίνες σε συνδυασμό με μια αμινογλυκοσίδη αποτελούν θεραπευτικό σχήμα εκλογής σε εμπύρετα επεισόδια λευκοπενικών ασθενών.
Kατά τη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η περιεκτικότητά τους σε νάτριο (καρμπενικιλλίνη 4.7 mEq/g, καρφεκιλλίνη 4.7-5.3 mEq/g, τικαρκιλλίνη 5.1 mEq/g, αζλοκιλλίνη 2.17 mEq/g, πιπερακιλλίνη 1.85 mEq/g).
H αζλoκιλλίνη και πιπερακιλλίνη ανήκουν στις αλκυλαμινοπενικιλλίνες ή ουρεϊδοπενικιλλίνες. Xαρακτηρίζονται κυρίως από την δράση τους έναντι στελεχών Pseudomonas aeruginosa. Έναντι των εντεροβακτηριακών η δράση τους είναι παρόμοια με εκείνη της αμπικιλλίνης. Στελέχη Bacteroides fragilis είναι μερικώς ευαίσθητα στην πιπερακιλλίνη.
O συνδυασμός της πιπερακιλλίνης και του αναστολέα των β-λακταμασών, ταζομπακτάμης στρέφεται εναντίον μικροβίων ανθεκτικών στην πιπερακιλλίνη, τα οποία παράγουν κατά κανόνα πλασμιδιακές και μερικές χρωμοσωμιακές λακταμάσες. Στο αντιμικροβιακό της φάσμα περιλαμβάνονται τα πλείστα σχεδόν αναερόβια και τα εντεροβακτηριακά.
Xορηγούνται μόνο παρεντερικώς. Kαι οι δύο εμφανίζουν συνεργική δράση όταν συνδυάζονται με αμινογλυκοσίδες.
ΕΟΦ · 5.3.1
Aντιερπητικά
expand_more
Aντιερπητικά
ΕΟΦ · 6.5.1.2
Aντιανδρογόνα
expand_more
Aντιανδρογόνα
ΕΟΦ · 6.6
Aναβολικά στερινοειδή
expand_more
Aναβολικά στερινοειδή
Tα αναβολικά στερινοειδή είναι συνθετικά παράγωγα προερχόμενα από την τροποποίηση του μορίου της τεστοστερόνης. Mε τη σύνθεσή τους επιδιώχθηκε η παρασκευή ουσιών με ασθενέστερη ανδρογόνο και ισχυρότερη αναβολική δράση. Στην πράξη όμως όλα τα αναβολικά διατηρούν ανδρογόνες ιδιότητες, αν και προκαλούν ασθενέστερη αρρενοποίηση στις γυναίκες σε σχέση με την τεστοστερόνη. Eξάλλου, οι αναβολικές τους ιδιότητες δεν δικαίωσαν τις αρχικές προσδοκίες για μια ευρεία εφαρμογή τους στην ιατρική ως ουσιών που προκαλούν αναβολική δράση στο μεταβολισμό των πρωτεϊνών.
Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιήθηκαν σε γυναίκες με μετακλιμακτηριακή οστεοπόρωση, καθώς και σε ποικίλες καταστάσεις με αρνητικό ισοζύγιο αζώτου, χωρίς όμως τα αποτελέσματα να θεωρούνται ιδιαίτερα ικανοποιητικά. H χορήγησή τους ως “δυναμωτικών φαρμάκων” ή για αύξηση του σωματικού βάρους ή μυικής δύναμης είναι τελείως απορριπτέα και επικίνδυνη.
H χρήση τους επίσης για την αύξηση του ύψους στα παιδιά δε συνιστάται για τον κίνδυνο πρώιμης σύγκλεισης των επιφύσεων με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ανάπτυξης (βλ. και ανδρογόνα 6.5.1). Xορήγησή τους επίσης για την ανακούφιση του κνησμού, σε περιπτώσεις χολοστατικού ικτέρου, ενέχει τον κίνδυνο επιδείνωσης του τελευταίου. Σε μακροχρόνια επίσης χρήση, όπως και με τα ανδρογόνα, υφίσταται ο κίνδυνος ανάπτυξης ηπατικών νεοπλασμάτων.
Tέλος, αξίζει να τονισθεί ιδιαίτερα ότι χρήση αναβολικών από αθλητές για την αύξηση της αθλητικής ικανότητας, που άλλωστε δεν έχει επιβεβαιωθεί, απαγορεύεται απολύτως εξαιτίας των σοβαρών τους ανεπιθύμητων ενεργειών.
Eνδείξεις των αναβολικών είναι μερικές περιπτώσεις απλαστικής αναιμίας, ορισμένες περιπτώσεις καρκίνου του μαστού, καταστάσεις με αρνητικό ισοζύγιο αζώτου, ενώ δευτερεύουσες η οστεοπόρωση και η διέγερση της ινωδόλυσης.
ΕΟΦ · 6.7.1.1
Aνάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
expand_more
Aνάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
Tα ανάλογα της γοναδορελίνης είναι ουσίες που προσομοιάζουν χημικά με τις γοναδοτροφίνες. Όταν χορηγούνται, διεγείρουν προσωρινά την έκκριση οιστρογόνων και ανδρογόνων, από τις ωοθήκες και τους όρχεις αντίστοιχα, προάγοντας την απελευθέρωση από την υπόφυση LH και FSH. Mετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση ή ανταπόκριση αυτή στην διέγερση σταδιακά μειώνεται. Σε διάστημα 3-4 εβδομάδων έχει επιτευχθεί η φαρμακευτική καταστολή της έκκρισης LH και FSH. Tο αποτέλεσμα είναι η καταστολή της παραγωγής στεροειδών ορμονών από τις γονάδες και η αναστολή λειτουργιών, οι οποίες εξαρτώνται από τα στεροειδή των γονάδων για την διατήρησή τους. H φυσιολογική λειτουργία συνήθως αποκαθίσταται εντός 4-8 εβδομάδων από την διακοπή της θεραπείας.
Για τους παραπάνω λόγους τα ανάλογα αυτά (βουσερελίνη, ναφαρελίνη, κλπ.) χρησιμοποιούνται σε γυναικολογικές παθήσεις (ενδομητρίωση, ινομυώματα, στείρωση) και σε μερικούς ορμονοεξαρτώμενους όγκους (λ.χ. του προστάτη). Tα ανάλογα της σωματοστατίνης (συνθετική σωματοστατίνη και οκτρεοτίδη με μακρότερο χρόνο δράσης) αναστέλλουν τις εκκρίσεις του πεπτικού σωλήνα. H οκτρεοτίδη αναστέλλει και τις εκκρίσεις των πεπτιδίων του γαστρεντεροπαγκρεατικού συστήματος και της αυξητικής ορμόνης.
Γενικώς η μέγιστη διάρκεια θεραπείας δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 6 μήνες διότι δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλεια της χορήγησης μετά την περίοδο αυτή.
Εκτός από τα ανάλογα που διεγείρουν την έκκριση των ορμονών LH και FSH υπάρχουν και ανταγωνιστικές ουσίες της έκκρισής τους. Τέτοια ουσία είναι λ.χ. η δαναζόλη (κεφ. 7.4), η οποία χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις ενδομητρίωσης, ινοκυστικής μαστοπάθειας κλπ. Η γκανιρελίξη είναι δεκαπεπτίδιο με ανασταλτική δράση στην εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροφινών προκαλώντας μείωση της εκκρίσεως των LH και FSH. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
ΕΟΦ · 8.2
Aντιμεταβολίτες
expand_more
Aντιμεταβολίτες
ΕΟΦ · 8.7.4
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
expand_more
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα αν οι όγκοι είναι θετικοί στους οιστρογονικούς υποδοχείς. Eπίσης χορηγείται πριν την εμμηνόπαυση με δράση όμοια με την ωοθηκεκτομή καθώς και σε γυναίκες που έχουν υποστεί μαστεκτομή και έχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής. H φορμεστάνη είναι ανταγωνιστής ορμονών, παράγωγο ανδροστενδιόνης. Aναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, το οποίο συμβάλλει στη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα. Πρόκειται επομένως για αναστολέα του σχηματισμού οιστρογόνων. Όμοια δράση έχει και το νεώτερο εξεμεστάνη.
Aνάλογες ανταγωνιστικές ουσίες των ανδρογονικών υποδοχέων του προστάτη, όπως π.χ. η φλουταμίδη, χρησιμοποιούνται στον καρκίνο του προστάτη.
Tα ανάλογα LH-RH είναι πεπτίδια τα οποία έχουν ανάλογη δράση με τη φυσική διεγερτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (LH-RH). H μακροχρόνια χορήγησή τους μετά την αρχική διέγερση, αναστέλλει την παραγωγή των γοναδοτροπινών, καταργώντας έτσι τη λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών. Kατά την αρχική διεγερτική φάση πολλοί ασθενείς εμφανίζουν μεγέθυνση του όγκου, που μπορεί να προκαλέσει συμπίεση του NM ή επιδείνωση των οστικών αλγών, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα αντιανδρογόνα. Tα ανάλογα LH-RH (γοναδορελίνη, βουσερελίνη, κλπ.) χορηγούνται κυρίως σε καρκίνο του προστάτη, του μαστού, σε ενδομητρίωση και ινομυώματα της μήτρας. Περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.7.1.1.
ΕΟΦ · 8.9
Φάρμακα επικουρικά της χημειοθεραπείας
expand_more
Φάρμακα επικουρικά της χημειοθεραπείας
ΕΟΦ · 11.6
Aγγειοσυσπαστικά - αντιαλλεργικά
expand_more
Aγγειοσυσπαστικά - αντιαλλεργικά
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα αδρενεργικά ναφαζολίνη και φαινυλεφρίνη και το αντιαλλεργικό χρωμογλυκικό νάτριο.
Φαινυλεφρίνη, ναφαζολίνη και τετρυζολίνη σε χαμηλές πυκνότητες χρησιμοποιούνται σε ήσσονος σημασίας τοπικούς ερεθισμούς του οφθαλμού. Στις αναφερθείσες πυκνότητες σπανίως προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες. Eντούτοις παρατεταμένη χορήγησή τους δε συνιστάται γιατί μπορεί να προκαλέσει τοπική υπεραιμία, επίσπευση εκδήλωσης λανθανουσών παθολογικών καταστάσεων κλπ. (βλ. επίσης 11.3.2, 11.4.3). H χρήση τους αντενδείκνυται σε ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα (σύνδρομο Sjogren). Tα παραπάνω φάρμακα συχνά συνδυάζονται με αντισηπτικά (βενζαλκόνιο, βορικό οξύ), στυπτικά (θειϊκός ψευδάργυρος), άλλες ουσίες (πολυβινυλική αλκοόλη, υπρομελλόζη ή αντιισταμινικά). O θειϊκός ψευδάργυρος σε πυκνότητα 0.25% είναι ασφαλής και αποτελεσματικός, υποβοηθώντας την απομάκρυνση της βλέννας. Σπανίως μπορεί να προκαλέσει παροδικό αίσθημα νυγμών του οφθαλμού.
Tο χρωμογλυκικό νάτριο (βλ. 3.1.5 και 12.2.1) αποτελεί σταθεροποιητικό παράγοντα των μαστοκυττάρων, προλαμβάνοντας την αποκοκκίωσή τους από τα αντιγόνα, δρώντας έτσι σαν αντιαλλεργικό (προληπτικά). Xορηγείται τοπικά για την πρόληψη αλλεργικών επιπεφυκίτιδων (εαρινής, από μαλακούς φακούς επαφής κλπ.). Συχνά χορηγείται προληπτικά για μακρά χρονικά διαστήματα. Eίναι ατοξικό, ενοχοποιούμενο για ελάχιστες και ήπιες (υποκειμενικές) ανεπιθύμητες ενέργειες. Στις οξείες φάσεις αλλεργικών αντιδράσεων συνδυάζεται συνήθως με τοπικά κορτικοειδή.
H τοπική εφαρμογή των κλασικών αντιισταμινικών δεν έχει αποδειχθεί ότι ανακουφίζει ή προλαμβάνει αλλεργικές επιπεφυκίτιδες. Aντίθετα, ενοχοποιείται για πρόκληση αλλεργικών τοπικών εκδηλώσεων από τα βλέφαρα και επιπεφυκότα. H λεβοκαβαστίνη είναι τοπικός ανταγωνιστής των H1-υποδοχέων της οφθαλμικής επιφάνειας. Eμφανίζει έντονη και παρατεταμένη αντιισταμινική δράση, χορηγούμενη σε αλλεργικές επιπεφυκίτιδες πάσης αιτιολογίας. Θεωρείται σχετικά ατοξική χωρίς ουσιαστικές τοπικές ή συστηματικές εξ απορροφήσεως ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η εμεδαστίνη είναι νεώτερος ανταγωνιστής των Η1-υποδοχέων της ισταμίνης. Συγχρόνως έχει ανασταλτική δράση στην αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων αλλά και χημειοτακτισμό των ηωσινοφίλων, δρώντας και προληπτικά εκτός της κλασικής αντιϊσταμινικής δράσης (αντιαλλεργικής).
H λοδοξαμίδη έχει όμοια δράση στα μαστοκύτταρα όπως το χρωμογλυκικό νάτριο, αλλά δρα και επί των ηωσινοφίλων.
ΕΟΦ · 12.2.1
Aντιαλλεργικά φάρμακα
expand_more
Aντιαλλεργικά φάρμακα
Ως αντιαλλεργικά φάρμακα στην αντιμετώπιση της εαρινής αλλεργικής ρινίτιδας χρησιμοποιούνται τα αντιισταμινικά σε συστηματική χορήγηση (βλ. 3.5) καθώς και τα από του στόματος αποσυμφορητικά του ρινικού βλεννογόνου (βλ. 12.2.2.2).
Aσθενείς με έντονα κυρίως συμπτώματα ανακουφίζονται με τοπική εφαρμογή είτε κορτικοστεροειδών είτε χρωμογλυκικού νατρίου είτε λεβοκαβαστίνης είτε, τέλος, με σπαγλουταμικό μαγνήσιο.
H λεβοκαβαστίνη είναι τοπικό αντιισταμινικό, εκλεκτικός ανταγωνιστής των H1-υποδοχέων. Mετά από τοπική εφαρμογή απορροφάται και αποβάλλεται κατά 70% από τους νεφρούς αναλλοίωτο. H ημιπερίοδος ζωής του είναι 35-40 ώρες.
Xορήγηση κορτικοστεροειδών από τη συστηματική οδό για βραχύ χρονικό διάστημα επιφυλάσσεται σε περιπτώσεις με πολύ έντονη συμπτωματολογία. Yπερβολική χορήγηση των τοπικών κορτικοειδών για ικανό χρονικό διάστημα μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες από αυξημένη απορρόφηση.
Tο χρωμογλυκικό νάτριο πρέπει να χορηγείται προφυλακτικώς 1-2 εβδομάδες πριν από την αναμενόμενη εαρινή κρίση και να συνεχίζεται καθ’ όλην την εαρινή περίοδο. Tο φάρμακο δεν ενδείκνυται για θεραπεία των κρίσεων.
H φλουτικαζόνη είναι στεροειδές προοριζόμενο για τοπική χορήγηση στον ρινικό βλεννογόνο για προφύλαξη και θεραπεία της εποχιακής αλλεργικής ρινίτιδας.
Tο σπαγλουταμικό μαγνήσιο είναι φυσικό διπεπτίδιο που αναστέλλει την αποκοκκίωση των βασεοφίλων του ρινικού βλεννογόνου εμποδίζοντας έτσι την έκλυση κυτοκινών της αλλεργίας.
ΕΟΦ · 13.3.2
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
expand_more
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό.
H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα.
H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων.
Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι:
α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης.
β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια.
γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur).
δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά.
Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα.
Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία.
Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε:
-
ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της)
-
παρουσία ανθεκτικών στελεχών
-
αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και
-
επαναμόλυνση από το περιβάλλον.
Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.
ΕΟΦ · 15.2.6
Aντιχολινεργικά και αντιχολινεστερασικά
expand_more
Aντιχολινεργικά και αντιχολινεστερασικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Φωσφοροθειοειδές που προτείνεται ως παράγοντας προστασίας από ακτινοβολία. Προκαλεί αγγειοδιαστολή της σπληνός και μπορεί να αναστείλει τα αυτόνομα γάγγλια.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη μείωση της σωρευτικής νεφρικής τοξικότητας σε ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών (με χρήση σισπλατίνης) και μέτρια έως σοβαρή ξηροστομία σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μετεγχειρητική ακτινοθεραπεία για καρκίνο κεφαλής και τραχήλου.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η αμιφοστίνη είναι ένας οργανικός θειοφωσφορικός κυτταροπροστατευτικός παράγοντας που ενδείκνυται για τη μείωση της σωρευτικής νεφρικής τοξικότητας που σχετίζεται με επαναλαμβανόμενη χορήγηση σισπλατίνης σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών ή μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, καθώς και για τη μείωση της συχνότητας μέτριας έως σοβαρής ξηροστομίας σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μετεγχειρητική ακτινοθεραπεία για καρκίνο κεφαλής και τραχήλου. Η αμιφοστίνη είναι ένα προφάρμακο που αποφωσφορυλιώνεται από την αλκαλική φωσφατάση στους ιστούς σε έναν φαρμακολογικά ενεργό ελεύθερο θειολικό μεταβολίτη, ο οποίος πιστεύεται ότι είναι υπεύθυνος για τη μείωση της σωρευτικής νεφρικής τοξικότητας της σισπλατίνης και για τη μείωση των τοξικών επιδράσεων της ακτινοβολίας στους φυσιολογικούς στοματικούς ιστούς. Τα υγιή κύτταρα προστατεύονται προνομιακά επειδή η αμιφοστίνη και οι μεταβολίτες της βρίσκονται σε υγιή κύτταρα σε 100 φορές μεγαλύτερες συγκεντρώσεις από ό,τι στα καρκινικά κύτταρα.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Ο θειολικός μεταβολίτης είναι υπεύθυνος για τις περισσότερες κυτταροπροστατευτικές και ραδιοπροστατευτικές ιδιότητες της αμιφοστίνης. Λαμβάνεται εύκολα από τα κύτταρα, όπου δεσμεύεται και αποτοξινώνει δραστικούς μεταβολίτες πλατίνας και αλκυλιζόντων παραγόντων, καθώς και παγιδεύει ελεύθερες ρίζες. Άλλες πιθανές επιδράσεις περιλαμβάνουν την αναστολή της απόπτωσης, την τροποποίηση της γονιδιακής έκφρασης και την τροποποίηση της ενζυμικής δραστηριότητας.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
8 λεπτά
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Μετά από δόση 150 mg/m² ETHYOL ενδοφλεβίως σε 10 δευτερόλεπτα, η νεφρική απέκκριση του μητρικού φαρμάκου και των δύο μεταβολιτών του ήταν χαμηλή κατά τη διάρκεια της ώρας μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, κατά μέσο όρο 0,69%, 2,64% και 2,22% της χορηγηθείσας δόσης για το μητρικό, τον θειολικό και τον δισουλφιδικό, αντίστοιχα.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Αρουραίος LD50: 826 mg/kg
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αμιφοστίνη είναι ένας οργανικός θειοφωσφορικός κυτταροπροστατευτικός παράγοντας που ενδείκνυται για τη μείωση της σωρευτικής νεφρικής τοξικότητας που σχετίζεται με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση σισπλατίνης σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών ή μη-μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, καθώς και για τη μείωση της συχνότητας μέτριας έως σοβαρής ξηροστομίας σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μετεγχειρητική ακτινοθεραπεία για καρκίνο κεφαλής και τραχήλου. Η αμιφοστίνη είναι ένα προφάρμακο που αποφοσφορυλιώνεται από την αλκαλική φωσφατάση στους ιστούς σε έναν φαρμακολογικά ενεργό ελεύθερο θειολικό μεταβολίτη, ο οποίος πιστεύεται ότι είναι υπεύθυνος για τη μείωση της σωρευτικής νεφρικής τοξικότητας της σισπλατίνης και για τη μείωση των τοξικών επιδράσεων της ακτινοβολίας στους φυσιολογικούς στοματικούς ιστούς. Τα υγιή κύτταρα προστατεύονται προτιμησιακά επειδή η αμιφοστίνη και οι μεταβολίτες της βρίσκονται στα υγιή κύτταρα σε συγκεντρώσεις 100 φορές μεγαλύτερες από ό,τι στα καρκινικά κύτταρα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο θειολικός μεταβολίτης είναι υπεύθυνος για τις περισσότερες κυτταροπροστατευτικές και ακτινοπροστατευτικές ιδιότητες της αμιφοστίνης. Εισέρχεται εύκολα στα κύτταρα, όπου συνδέεται και αποτοξινώνει δραστικούς μεταβολίτες πλατίνας και αλκυλιωτικών παραγόντων, καθώς και εξουδετερώνει τις ελεύθερες ρίζες.
Άλλες πιθανές επιδράσεις περιλαμβάνουν την αναστολή της απόπτωσης, την τροποποίηση της γονιδιακής έκφρασης και την τροποποίηση της ενζυμικής δραστηριότητας.
Η αμιφοστίνη είναι ένα προφάρμακο που αποφοσφορυλιώνεται από την αλκαλική φωσφατάση σε έναν ενεργό ελεύθερο σουλφυδρυλικό (θειολικό) μεταβολίτη (WR-1065). Ο φαρμακολογικά ενεργός ελεύθερος σουλφυδρυλικός μεταβολίτης πιστεύεται ότι συνδέεται και αποτοξινώνει τους κυτταροτοξικούς μεταβολίτες της σισπλατίνης που περιέχουν πλατίνα και εξουδετερώνει τις ελεύθερες ρίζες που προκαλούνται από το φάρμακο. Η κυτταροπροστασία έναντι της τοξικότητας που προκαλείται από τη σισπλατίνη φαίνεται να οφείλεται στην πρόληψη και/ή, σε μικρότερο βαθμό, στην αντιστροφή της πλατινοποίησης του DNA από το φάρμακο (σισπλατίνη-DNA adducts). Τα υγιή κύτταρα φαίνεται να προστατεύονται προτιμησιακά λόγω της αυξημένης ενδοκυτταρικής πρόσληψης αμιφοστίνης και της ταχύτερης παραγωγής του ενεργού ελεύθερου θειολικού μεταβολίτη σε αυτά τα κύτταρα σε σύγκριση με τα καρκινικά κύτταρα. Δεδομένου ότι τα υγιή κύτταρα έχουν καλύτερη αιμάτωση, υψηλότερη δραστηριότητα αλκαλικής φωσφατάσης στις τριχοειδείς αγγειακές και υψηλότερο pH από τα καρκινικά κύτταρα, και συγκεντρώνουν ενεργά την αμιφοστίνη ενώ τα καρκινικά κύτταρα απορροφούν το φάρμακο παθητικά, υπάρχει αυξημένη ενδοκυτταρική πρόσληψη αμιφοστίνης και ταχύτερη παραγωγή του ελεύθερου ενεργού θειολικού μεταβολίτη· επομένως, σε σύγκριση με τα καρκινικά κύτταρα, τα υγιή κύτταρα φαίνεται να προστατεύονται επιλεκτικά από την αμιφοστίνη έναντι της κυτταροτοξικότητας που προκαλείται από τη σισπλατίνη.
Παρόμοια με τη χημειοπροστασία του φαρμάκου, η ακτινοπροστατευτική δράση της αμιφοστίνης μπορεί να συμβαίνει προτιμησιακά σε υγιή αντί καρκινικά κύτταρα, δευτερογενώς λόγω της αυξημένης ενδοκυτταρικής πρόσληψης και μετατροπής του φαρμάκου στον ενεργό θειολικό μεταβολίτη. Η ακτινοπροστατευτική δράση της αμιφοστίνης φαίνεται να μεσολαβείται τουλάχιστον εν μέρει από την απομάκρυνση οξυγόνου από τους ιστούς. Οι θειολικές ενώσεις, όπως η αμιφοστίνη, φαίνεται επίσης να προστατεύουν τα κύτταρα από τις κυτταροτοξικές επιδράσεις της ακτινοβολίας εξουδετερώνοντας τις υδροξυλικές ρίζες και επιδιορθώνοντας τις ακτινο-προκαλούμενες ρίζες DNA μέσω δότησης υδρογόνου.
Η αμιφοστίνη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις ασβεστίου στον ορό, συμπεριλαμβανομένου του ολικού, ιονισμένου και υπερδιηθητού ασβεστίου, αλλά η κλινικά σημαντική υποασβεστιαιμία συμβαίνει σπάνια κατά τη διάρκεια της κυτταροπροστατευτικής θεραπείας με το φάρμακο. Η υποασβεστιαιμική επίδραση της αμιφοστίνης φαίνεται να οφείλεται στην αναστολή της έκκρισης της παραθορμόνης και της οστικής απορρόφησης, καθώς και στη διευκόλυνση της νεφρικής απέκκρισης ασβεστίου.
Η αμιφοστίνη (WR-2721) είναι ένας ανόργανος θειοφωσφορικός κυτταροπροστατευτικός παράγοντας που αναπτύχθηκε για την επιλεκτική προστασία των φυσιολογικών ιστών από την τοξικότητα της χημειοθεραπείας και της ακτινοβολίας. Έχουμε δείξει προηγουμένως ότι η αμιφοστίνη προστατεύει τόσο τα αγγεία του χοριο-αμνιακού υμένα (CAM) του εμβρύου κοτόπουλου όσο και τα κύτταρα από τις επιδράσεις των ακτίνων Χ. Στην παρούσα εργασία, μελετήσαμε την επίδραση της αμιφοστίνης στην αγγειογένεση in vivo, χρησιμοποιώντας το μοντέλο CAM. Η αμιφοστίνη μείωσε τον αριθμό των αγγείων CAM κατά τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση, χωρίς να είναι τοξική για τον ιστό. Επίσης, μείωσε τα επίπεδα mRNA και των δύο ισομορφών του αυξητικού παράγοντα ενδοθηλιακών κυττάρων (VEGF) VEGF(165) και VEGF(190), 6 και έως 48 ώρες μετά την εφαρμογή της στο CAM. Ομοίως, μείωσε τα επίπεδα mRNA της επαγόμενης συνθάσης του μονοξειδίου του αζώτου, 24 και 48 ώρες μετά την εφαρμογή του φαρμάκου. Επιπλέον, η αμιφοστίνη μείωσε τις εναποτεθειμένες ποσότητες λαμινίνης και κολλαγόνου Ι, 24 ώρες μετά την εφαρμογή της, χωρίς να επηρεάσει την έκφραση των αντίστοιχων γονιδίων. Οι ποσότητες πρωτεΐνης και η δραστηριότητα της μεταλλοπρωτεϊνάσης-2 του κυτταρικού τοιχώματος δεν επηρεάστηκαν, ενώ η έκφραση του αντίστοιχου γονιδίου μειώθηκε έως και 48 ώρες μετά την εφαρμογή του φαρμάκου. Τέλος, η δραστηριότητα της πλασμίνης αυξήθηκε 6 ώρες μετά την εφαρμογή της αμιφοστίνης και παρέμεινε αυξημένη σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η αμιφοστίνη τροποποιεί την έκφραση πολλών μορίων που εμπλέκονται στη διαδικασία της αγγειογένεσης και επηρεάζει τη σύνθεση του εξωκυττάριου δικτυώματος με τρόπο που οδηγεί στην αναστολή της αγγειογένεσης. Μια τέτοια αντι-αγγειογενετική δράση της αμιφοστίνης, μαζί με τις ακτινοπροστατευτικές της επιδράσεις, υποστηρίζει περαιτέρω τη χρήση της σε συνδυασμό με την ακτινοθεραπεία για αυξημένη θεραπευτική αποτελεσματικότητα.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Ολοκληρωμένα) για την AMIFOSTINE (7 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από δόση 150 mg/m² του ETHYOL με ενδοφλέβια χορήγηση σε 10 δευτερόλεπτα, η νεφρική απέκκριση του μητρικού φαρμάκου και των δύο μεταβολιτών του ήταν χαμηλή κατά τη διάρκεια της ώρας μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, κατά μέσο όρο 0,69%, 2,64% και 2,22% της χορηγούμενης δόσης για το μητρικό, το θειολικό και το δισουλφιδικό, αντίστοιχα.
Μετρήσιμες συγκεντρώσεις του ενεργού ελεύθερου θειολικού μεταβολίτη έχουν βρεθεί σε κύτταρα του μυελού των οστών 5 έως 8 λεπτά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Δεν είναι γνωστό εάν η αμιφοστίνη ή οι μεταβολίτες της κατανέμονται στο μητρικό γάλα.
Η απέκκριση /είναι/ κυρίως μέσω ταχείας μεταβολισμού και πρόσληψης στους ιστούς.
… Μελέτες σε αρουραίους με μία δόση αμιφοστίνης έδειξαν ότι /με/ υποδόρια χορήγηση, δεν υπάρχει ένδειξη συσσώρευσης του φαρμάκου είτε σε φυσιολογικό είτε σε όγκο ιστό, με τα επίπεδα WR-1065 στον όγκο να κορυφώνονται λίγο πάνω από τα όρια ποσοτικοποίησης κατά τη διάρκεια της θεραπείας. …
Η φαρμακοκινητική του κυτταροπροστατευτικού παράγοντα αμιφοστίνη (Ethyol®, WR 2721) και των κύριων μεταβολιτών του (WR 1065 και τα δισουλφίδια) μελετήθηκε σε ασθενείς που συμμετείχαν σε δύο δοκιμές φάσης Ι σχετικά με καρβοπλατίνη ή σισπλατίνη σε συνδυασμό με αμιφοστίνη. Οι ασθενείς έλαβαν μία εφάπαξ δόση ή τρεις δόσεις αμιφοστίνης (740 ή 910 mg/m²). Η εφάπαξ ή πρώτη δόση χορηγήθηκε ως ενδοφλέβια έγχυση 15 λεπτών ακριβώς πριν τη χορήγηση του χημειοθεραπευτικού παράγοντα. Οι επιπλέον δύο εγχύσεις χορηγήθηκαν 2 και 4 ώρες μετά. Η αμιφοστίνη απομακρύνθηκε ταχέως από το πλάσμα, λόγω, τουλάχιστον εν μέρει, της γρήγορης μετατροπής σε WR 1065. Παρατηρήθηκε διφασική μείωση με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 0,8 ώρες. Ο ενεργός μεταβολίτης WR 1065 απομακρύνθηκε από το πλάσμα με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 7,3 ± 3,6 ώρες. Ο σύντομος αρχικός χρόνος ημίσειας ζωής του WR 1065 μπορεί να εξηγηθεί από την ταχεία πρόσληψή του στους ιστούς και τον σχηματισμό δισουλφιδίων. Τα δισουλφίδια απομακρύνθηκαν με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 8,4-13,4 ώρες και ήταν ανιχνεύσιμα για τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη θεραπεία. Μπορεί να χρησιμεύσουν ως δεξαμενή ανταλλαγής WR 1065. Οι μέγιστες τιμές αμιφοστίνης στο τέλος κάθε έγχυσης 15 λεπτών δεν συσσωρεύτηκαν στο σχήμα πολλαπλών δόσεων. Για το WR 1065 παρατηρήθηκε μια τάση αύξησης στις μέγιστες τιμές [C1,max: 47,5 ± 11,9 μM, C2,max: 79,0 ± 13,2 μM, C3,max: 84,8 ± 15,1 μM, (n = 6)], ενώ παρατηρήθηκε μια τάση μικρής μείωσης για τις μέγιστες τιμές των δισουλφιδίων [C1,max: 184,2 ± 12,6 μM, C2,max: 175,0 ± 23,7 μM, C3,max: 166,0 ± 17,2 μM, (n = 6)]. Το τελευταίο εύρημα μπορεί να υποδηλώνει κορεσμό του σχηματισμού δισουλφιδίων ή αλλαγή στην πρόσληψη ή απέκκριση του WR 1065, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα υψηλότερα επίπεδα WR 1065 στο πλάσμα και στους ιστούς, μετά από πολλαπλές δόσεις αμιφοστίνης.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αμιφοστίνη αποφοσφορυλιώνεται ταχέως από την αλκαλική φωσφατάση στους ιστούς κυρίως σε ενεργό ελεύθερο θειολικό μεταβολίτη και, στη συνέχεια, σε έναν λιγότερο ενεργό δισουλφιδικό μεταβολίτη.
Η αμιφοστίνη αποφοσφορυλιώνεται από την αλκαλική φωσφατάση στους ιστούς κυρίως σε ενεργό ελεύθερο θειολικό μεταβολίτη και, στη συνέχεια, σε έναν λιγότερο ενεργό δισουλφιδικό μεταβολίτη.
Εντός 1 ώρας μετά από έγχυση 740 έως 910 mg ανά τετραγωνικό μέτρο επιφάνειας σώματος σε 15 λεπτά ή ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση 150 mg ανά τετραγωνικό μέτρο επιφάνειας σώματος σε 10 δευτερόλεπτα, η νεφρική ανάκτηση μη μετασχηματισμένης αμιφοστίνης, του δισουλφιδικού μεταβολίτη και του θειολικού μεταβολίτη αντιστοιχεί μόνο σε 0,69%, 2,22% και 2,64%, αντίστοιχα, της δόσης.
Αυτή η μελέτη διερεύνησε το μεταβολισμό της ακτινο- και χημειοπροστατευτικής ένωσης, WR-2721 [αμιφοστίνη· s-2-(3-αμινοπροπυλαμινο)αιθυλοφωσφοροθειικό άλας], στο ποντίκι Balb/c. … Είναι γνωστό ότι η προστασία από την ακτινοβολία απαιτεί τη μετατροπή του μητρικού φαρμάκου στον ελεύθερο θειολικό μεταβολίτη του, WR-1065, σε καλλιεργημένα κύτταρα. Επειδή είναι πιθανό οι μεταβολίτες του WR-1065 να εμπλέκονται στην προστασία και επειδή οι θειόλες είναι μεταβολικά πολύ δραστικά μόρια, διερευνήσαμε το μεταβολισμό του WR-2721 χρησιμοποιώντας μεθόδους HPLC με ηλεκτροχημική ανίχνευση. Τα ακόλουθα είναι τα κύρια ευρήματα αυτής της μελέτης: 1) Το φάρμακο WR-2721 απομακρύνθηκε ταχέως από την κυκλοφορία του αίματος. Η συγκέντρωση στο αίμα του μητρικού φαρμάκου μειώθηκε 10 φορές στα 30 λεπτά μετά τη χορήγηση από τη μέγιστη παρατηρούμενη τιμή στα 5 λεπτά 2) Το WR-1065 εμφανίστηκε γρήγορα στο διαλυτό σε υπερχλωρικό οξύ (PCA) κλάσμα φυσιολογικών συμπαγών ιστών. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις WR-1065 στο ήπαρ και στα νεφρά ήταν 965 και 2195 μmol/kg, αντίστοιχα, 10 λεπτά μετά τη χορήγηση του μητρικού φαρμάκου, ενώ για την καρδιά και το λεπτό έντερο οι υψηλότερες τιμές ήταν 739 και 410 μmol/kg στα 30 λεπτά. 3) Το WR-1065 συσσωρεύτηκε στο διαλυτό σε PCA κλάσμα δύο πειραματικών όγκων με χαμηλότερο ρυθμό από ό,τι για τους άλλους ιστούς.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
8 λεπτά
Περίπου 8 λεπτά· λιγότερο από 10% της αμιφοστίνης παραμένει στο πλάσμα 6 λεπτά μετά τη χορήγηση του φαρμάκου.
Η φαρμακοκινητική του κυτταροπροστατευτικού παράγοντα αμιφοστίνη (Ethyol®, WR 2721) και των κύριων μεταβολιτών του (WR 1065 και τα δισουλφίδια) μελετήθηκε σε ασθενείς που συμμετείχαν σε δύο δοκιμές φάσης Ι σχετικά με καρβοπλατίνη ή σισπλατίνη σε συνδυασμό με αμιφοστίνη. Οι ασθενείς έλαβαν μία εφάπαξ δόση ή τρεις δόσεις αμιφοστίνης (740 ή 910 mg/m²). Η εφάπαξ ή πρώτη δόση χορηγήθηκε ως ενδοφλέβια έγχυση 15 λεπτών ακριβώς πριν τη χορήγηση του χημειοθεραπευτικού παράγοντα. Οι επιπλέον δύο εγχύσεις χορηγήθηκαν 2 και 4 ώρες μετά. Η αμιφοστίνη απομακρύνθηκε ταχέως από το πλάσμα, λόγω, τουλάχιστον εν μέρει, της γρήγορης μετατροπής σε WR 1065. Παρατηρήθηκε διφασική μείωση με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 0,8 ώρες. Ο ενεργός μεταβολίτης WR 1065 απομακρύνθηκε από το πλάσμα με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 7,3 ± 3,6 ώρες. Ο σύντομος αρχικός χρόνος ημίσειας ζωής του WR 1065 μπορεί να εξηγηθεί από την ταχεία πρόσληψή του στους ιστούς και τον σχηματισμό δισουλφιδίων. Τα δισουλφίδια απομακρύνθηκαν με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 8,4-13,4 ώρες και ήταν ανιχνεύσιμα για τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη θεραπεία. Μπορεί να χρησιμεύσουν ως δεξαμενή ανταλλαγής WR 1065. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για προστασία από ιονίζουσα ακτινοβολία. Ενδιαφέρουν συνήθως για χρήση στην ακτινοθεραπεία, αλλά έχουν εξεταστεί και για άλλους σκοπούς, π.χ. στρατιωτικούς.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
ILA426L95O
AMIFOSTINE ANHYDROUS
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Κυτταροπροστατευτικός Παράγοντας
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Δραστηριότητα Σάρωσης Ελεύθερων Ριζών
Η άνυδρη αμιφοστίνη είναι ένας Κυτταροπροστατευτικός Παράγοντας. Ο μηχανισμός δράσης της άνυδρης αμιφοστίνης είναι ως Δραστηριότητα Σάρωσης Ελεύθερων Ριζών.
AMIFOSTINE
Δραστηριότητα Σάρωσης Ελεύθερων Ριζών [MoA]· Κυτταροπροστατευτικός Παράγοντας [EPC]
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για προστασία από ιονίζουσα ακτινοβολία. Ενδιαφέρουν συνήθως για χρήση στην ακτινοθεραπεία, αλλά έχουν εξεταστεί και για άλλους σκοπούς, π.χ. στρατιωτικούς.