AMOROLFINE
Αμορολφίνη
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZAONAIL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 10 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε 20 mg μία φορά την ημέρα σε ενήλικες, ή σε 10 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, μετά από 2 εβδομάδες.
-
ΕνήλικεςΔόση10 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση20 mg μία φορά την ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε 20 mg μία φορά την ημέρα, εάν είναι απαραίτητο, μετά από 2 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔόση5 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση10 mg μία φορά την ημέραΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε 10 mg μία φορά την ημέρα, εάν είναι απαραίτητο, μετά από 2 εβδομάδες.
block
SPC-ZAONAIL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςκάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min
-
Εγκυμοσύνη και γαλουχία.
warning
SPC-ZAONAIL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χορήγηση σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Οίδημα ή αγγειοοίδημαΣε περίπτωση εμφάνισης, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως.
swap_horiz
SPC-ZAONAIL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων του φαρμάκου στο πλάσμα.
-
ΠροσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων του φαρμάκου στο πλάσμα.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP2D6ΠροσοχήΤο φάρμακο μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των φαρμάκων.
sick
SPC-ZAONAIL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Αϋπνία
- Ναυτία
- Ανορεξία
- Ξηροστομία
- Γαστρεντερικές διαταραχές
- Κόπωση
- Εξάνθημα
- Μυαλγίες
- Ηπατική δυσλειτουργία
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Διαταραχές της όρασης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιάφορα
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικές διαταραχέςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣυχνέςΜυαλγίεςΜυοσκελετικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΗπατική δυσλειτουργίαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσολογικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές της όρασηςΟφθαλμός
pregnant_woman
SPC-ZAONAIL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιThere is limited experience with the use of roxatidine in pregnant women. Animal studies are not sufficient to determine toxicity to reproduction. Therefore, ROXOLIN should not be used during pregnancy unless the potential benefit to the mother justifies the potential risk to the fetus.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιIt is not known whether roxatidine is excreted in human milk. Therefore, ROXOLIN should not be administered to nursing mothers.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZAONAIL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZAONAIL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZAONAIL
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία για ενήλικες
Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τις ατομικές ανάγκες και την ανταπόκριση του ασθενούς. Η συνήθης αρχική δόση είναι 10 mg μία φορά την ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε 20 mg μία φορά την ημέρα, εάν είναι απαραίτητο, μετά από 2 εβδομάδες.
Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 20 mg μία φορά την ημέρα.
Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, η αρχική δόση πρέπει να είναι 5 mg μία φορά την ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε 10 mg μία φορά την ημέρα, εάν είναι απαραίτητο, μετά από 2 εβδομάδες.
Οδός χορήγησης: Από του στόματος.
Χρόνος χορήγησης: Μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
Αρχική δόση:
- Ενήλικες: 10 mg μία φορά την ημέρα.
- Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια: 5 mg μία φορά την ημέρα.
Τιτλοποίηση:
- Η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε 20 mg μία φορά την ημέρα σε ενήλικες, ή σε 10 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, μετά από 2 εβδομάδες.
Μέγιστη δόση:
- Ενήλικες: 20 mg μία φορά την ημέρα.
- Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια: 10 mg μία φορά την ημέρα.
block
Αντενδείξεις
SPC-ZAONAIL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min).
- Εγκυμοσύνη και γαλουχία.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZAONAIL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Το προϊόν πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
Σε περίπτωση εμφάνισης οιδήματος ή αγγειοοιδήματος, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZAONAIL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις με άλλους ιατρικούς κωδικούς
Η ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη) πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα.
Η ταυτόχρονη χορήγηση με ισχυρά επαγωγικά του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη) μπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα.
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
Το φάρμακο μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα φαρμάκων που μεταβολίζονται από το CYP2D6. Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια φάρμακα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZAONAIL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι κεφαλαλγία, ζάλη, ναυτία και κόπωση. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συνήθως ήπιες έως μέτριες σε ένταση και υποχωρούν εντός λίγων ημερών.
Λιγότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ανορεξία, αϋπνία, ξηροστομία, γαστρεντερικές διαταραχές, εξάνθημα και μυαλγίες.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ηπατική δυσλειτουργία, αλλεργικές αντιδράσεις και διαταραχές της όρασης.
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται κατά σύστημα οργάνων και συχνότητα:
Κεφαλάλγία
Συχνότητα: Πολύ συχνές (≥1/10)
Ζάλη
Συχνότητα: Πολύ συχνές (≥1/10)
Ναυτία
Συχνότητα: Πολύ συχνές (≥1/10)
Κόπωση
Συχνότητα: Πολύ συχνές (≥1/10)
Ανορεξία
Συχνότητα: Συχνές (≥1/100)
Αϋπνία
Συχνότητα: Συχνές (≥1/100)
Ξηροστομία
Συχνότητα: Συχνές (≥1/100)
Γαστρεντερικές διαταραχές
Συχνότητα: Συχνές (≥1/100)
Εξάνθημα
Συχνότητα: Συχνές (≥1/100)
Μυαλγίες
Συχνότητα: Συχνές (≥1/100)
Ηπατική δυσλειτουργία
Συχνότητα: Σπάνιες (<1/1000)
Αλλεργικές αντιδράσεις
Συχνότητα: Σπάνιες (<1/1000)
Διαταραχές της όρασης
Συχνότητα: Σπάνιες (<1/1000)
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZAONAIL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZAONAIL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Το φάρμακο είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI). Δρα αναστέλλοντας την επαναπρόσληψη της σεροτονίνης στους προσυναπτικούς νευρώνες, αυξάνοντας έτσι τη συγκέντρωση της σεροτονίνης στον συναπτικό χώρο. Αυτό οδηγεί σε ενίσχυση της σεροτονινεργικής νευροδιαβίβασης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το φάρμακο έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματικό στη μείωση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης και των διαταραχών άγχους. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι βελτιώνει τη διάθεση, μειώνει την ανησυχία και αυξάνει τα επίπεδα ενέργειας.
Ο χρόνος έναρξης δράσης είναι συνήθως 1-2 εβδομάδες, με πλήρη ανταπόκριση να παρατηρείται μετά από 4-6 εβδομάδες.
Η διάρκεια δράσης είναι περίπου 24 ώρες, επιτρέποντας τη χορήγηση μία φορά την ημέρα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZAONAIL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Το φάρμακο απορροφάται καλά μετά από από του στόματος χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται περίπου 4-6 ώρες μετά τη χορήγηση.
Κατανομή
Το φάρμακο συνδέεται εκτενώς με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 85%). Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 2000 L.
Μεταβολισμός
Το φάρμακο μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ σε ανενεργούς μεταβολίτες.
Απέκκριση
Το φάρμακο και οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται κυρίως μέσω των νεφρών και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω των κοπράνων.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι περίπου 24 ώρες.
ΕΟΦ · 13.3
Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων
expand_more
Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων
ΕΟΦ · 13.3.2
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
expand_more
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό.
H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα.
H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων.
Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι:
α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης.
β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια.
γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur).
δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά.
Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα.
Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία.
Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε:
-
ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της)
-
παρουσία ανθεκτικών στελεχών
-
αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και
-
επαναμόλυνση από το περιβάλλον.
Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αμορολφίνη είναι ένας αντιμυκητιασικός παράγοντας με in vitro μυκητοστατική και μυκητοκτόνο δράση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αμορολφίνη διαμεσολαβεί τις αντιμυκητιασικές της επιδράσεις παρεμβαίνοντας στη βιοσύνθεση της εργοστερόλης στην κυτταρική μεμβράνη των μυκήτων, αναστέλλοντας την δελτα(14)-στερόλη αναγωγάση και την χοληστερόλη δελτα-ισομεράση. Αλλοιώνει την περιεκτικότητα της μεμβράνης σε στερόλες, αλλάζοντας έτσι τη διαπερατότητα της μεμβράνης και διαταράσσοντας τις μεταβολικές διεργασίες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH στη Φαρμακολογία
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν ή να αναπαραχθούν. Διαφέρουν από τους ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ ΑΠΟΛΥΜΑΝΤΙΚΟΥΣ (FUNGICIDES, INDUSTRIAL) διότι προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Οδός χορήγησης
Μορφή
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH στη Φαρμακολογία
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν ή να αναπαραχθούν. Διαφέρουν από τους ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ ΑΠΟΛΥΜΑΝΤΙΚΟΥΣ (FUNGICIDES, INDUSTRIAL) διότι προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.