DAPTOMYCIN
Δαπτομυκίνη
### Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, Άλλα αντιβακτηριακά, κωδικός ATC: J01XX09 ### Μηχανισμός δράσης Η δαπτομυκίνη είναι ένα κυκλικό λιποπεπτίδιο φυσικό προϊόν το οποίο είναι δραστικό μόνο κατά των Gram θετικών …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη του δέρματος · Λοίμωξη των μαλακών μορίων
-
A41 Άλλη σηψαιμία
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Βακτηριαιμία από Staphylococcus aureus
-
I33 Οξεία και υποξεία ενδοκαρδίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα δεξιάς κοιλότητας λόγω Staphylococcus aureus
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Άπαξ κάθε 24 ώρες
- Δόση έναρξης: 4 mg/kg
-
ΕνήλικεςΔόση4 mg/kgΓια cSSTI χωρίς ταυτόχρονη SAB. Άπαξ κάθε 24 ώρες για 7-14 μέρες ή μέχρι υποχώρησης της λοίμωξης.
-
ΕνήλικεςΔόση6 mg/kgΓια cSSTI με ταυτόχρονη SAB ή RIE από Staphylococcus aureus. Μια φορά κάθε 24 ώρες. Η διάρκεια της θεραπείας μπορεί να χρειαστεί να είναι μεγαλύτερη από 14 ημέρες.
-
Ενήλικες με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Βαθμός B)Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ενήλικες με βαρειά ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Βαθμός C)Πρέπει να ασκείται προσοχή.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΕκτός από εκείνους με βαρειά νεφρική δυσλειτουργία, θα πρέπει να χορηγούνται οι συνιστώμενες δοσολογίες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (12 έως 17 ετών)Δόση5 mg/kgΓια cSSTI χωρίς SAB. Άπαξ κάθε 24 ώρες με ενδοφλέβια έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών. Διάρκεια θεραπείας έως 14 ημέρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (12 έως 17 ετών)Δόση7 mg/kgΓια cSSTI συσχετιζόμενη με SAB. Άπαξ κάθε 24 ώρες με ενδοφλέβια έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών. Διάρκεια θεραπείας έως 14 ημέρες (μπορεί να είναι μεγαλύτερη).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (7 έως 11 ετών)Δόση7 mg/kgΓια cSSTI χωρίς SAB. Άπαξ κάθε 24 ώρες με ενδοφλέβια έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών. Διάρκεια θεραπείας έως 14 ημέρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (7 έως 11 ετών)Δόση9 mg/kgΓια cSSTI συσχετιζόμενη με SAB. Άπαξ κάθε 24 ώρες με ενδοφλέβια έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών. Διάρκεια θεραπείας έως 14 ημέρες (μπορεί να είναι μεγαλύτερη).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (2 έως 6 ετών)Δόση9 mg/kgΓια cSSTI χωρίς SAB. Άπαξ κάθε 24 ώρες με ενδοφλέβια έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών. Διάρκεια θεραπείας έως 14 ημέρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (2 έως 6 ετών)Δόση12 mg/kgΓια cSSTI συσχετιζόμενη με SAB. Άπαξ κάθε 24 ώρες με ενδοφλέβια έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών. Διάρκεια θεραπείας έως 14 ημέρες (μπορεί να είναι μεγαλύτερη).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (1 έως < 2 ετών)Δόση10 mg/kgΓια cSSTI χωρίς SAB. Άπαξ κάθε 24 ώρες με ενδοφλέβια έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών. Διάρκεια θεραπείας έως 14 ημέρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (1 έως < 2 ετών)Δόση12 mg/kgΓια cSSTI συσχετιζόμενη με SAB. Άπαξ κάθε 24 ώρες με ενδοφλέβια έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών. Διάρκεια θεραπείας έως 14 ημέρες (μπορεί να είναι μεγαλύτερη).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (<1 έτους)Δεν πρέπει να χορηγείται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΓενικάΕάν ταυτοποιηθεί εστία λοίμωξης διαφορετική από cSSTI και RIE μετά την έναρξη της θεραπείας με Daptomycin / Δαπτομυκίνη, να ληφθεί υπόψη η έναρξη εναλλακτικής αντιβακτηριακής θεραπείας.
-
Αναφυλαξία/αντιδράσεις υπερευαισθησίαςπροσοχήΕάν παρουσιαστεί αλλεργική αντίδραση, διακόψτε τη χρήση και χορηγήστε την κατάλληλη θεραπεία.
-
ΠνευμονίααντένδειξηΔεν ενδείκνυται για τη θεραπεία της πνευμονίας.
-
RIE από Staphylococcus aureusπροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικεςΠεριορισμένα κλινικά δεδομένα.
-
RIE από Staphylococcus aureusπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι (<18 ετών)Ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Λοιμώξεις της προσθετικής βαλβίδας ή λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα αριστερής πλευράς από Staphylococcus aureusπροσοχήΗ αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης δεν έχει καταδειχθεί.
-
Εν τω βάθει λοιμώξειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με εν τω βάθει λοιμώξειςΝα διεξάγονται οι απαιτούμενες χειρουργικές επεμβάσεις (π.χ. χειρουργικό καθαρισμό, απομάκρυνση προσθετικών συσκευών, εγχείρηση αντικατάστασης βαλβίδας) χωρίς καθυστέρηση.
-
Λοιμώξεις από εντερόκοκκοπροσοχήΑνεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία για αποτελεσματικότητα. Δόση δεν έχει προσδιοριστεί. Αναφέρθηκαν αποτυχίες θεραπείας.
-
Μη-ευαίσθητοι μικροοργανισμοίπροσοχήΗ χρήση αντιβακτηριακών μπορεί να προωθήσει την υπερβολική ανάπτυξη μη-ευαίσθητων μικροοργανισμών. Εάν επέλθει επιλοίμωξη, να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
-
Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile (CDAD)προσοχήΕάν υπάρχει υποψία ή επιβεβαιωμένη CDAD, μπορεί να χρειαστεί διακοπή του Daptomycin / Δαπτομυκίνη και χορήγηση κατάλληλης θεραπείας.
-
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου/εργαστηριακών εξετάσεωνπροσοχήΨευδής παράταση του χρόνου προθρομβίνης (ΡΤ) και αύξηση της διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (INR) με συγκεκριμένα ανασυνδυασμένα θρομβοπλαστικά αντιδραστήρια.
-
Φωσφοκινάση της κρεατίνης και μυοπάθειαπροσοχήΑυξήσεις CPK, μυϊκοί πόνοι, αδυναμία, μυοσίτιδα, μυοσφαιριναιμία και ραβδομυόλυση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κυτόχρωμα P450 (CYP450)παρακολούθησηΑπίθανο η δαπτομυκίνη να αναστείλει ή να επαγάγει το μεταβολισμό των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το σύστημα CYP450.
-
Η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης δεν άλλαξε σημαντικά.
-
προσοχήΜικρές αλλαγές στη φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης και της τομπραμυκίνης (όχι στατιστικά σημαντικές). Η αλληλεπίδραση με εγκεκριμένη δόση είναι άγνωστη.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
παρακολούθησηΗ δαπτομυκίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης, ούτε η βαρφαρίνη τη δαπτομυκίνη. Περιορισμένη εμπειρία ταυτόχρονης χορήγησης.ΣύστασηΝα παρακολουθείται η αντιπηκτική δράση στους ασθενείς για τις πρώτες αρκετές ημέρες από την έναρξη της θεραπείας.
-
ΠροβενεσίδηΗ δαπτομυκίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της προβενεσίδης, ούτε η προβενεσίδη τη δαπτομυκίνη.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που πιθανό να πυροδοτήσουν μυοπάθεια (π.χ. αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA)προσοχήΠαρουσιάστηκαν περιστατικά αξιοσημείωτων αυξήσεων των επιπέδων CPK και ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΣυνιστάται, εάν είναι δυνατό, παροδική διακοπή της χορήγησης. Αν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, τα επίπεδα της CPK να μετρώνται πιο συχνά από μία φορά την εβδομάδα και οι ασθενείς να παρακολουθούνται στενά για σημεία/συμπτώματα μυοπάθειας.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική διήθηση (π.χ. ΜΣΑΦ και αναστολείς της COX-2)προσοχήΤα επίπεδα πλάσματος της δαπτομυκίνης μπορεί να αυξηθούν. Ενδεχόμενο φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης λόγω προσθετικών νεφρικών επιδράσεων.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Αντιδραστήρια αναλύσεων χρόνου προθρομβίνης/διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (PT/INR)παρακολούθησηΛανθασμένη επιμήκυνση του χρόνου προθρομβίνης και αύξηση της INR.ΣύστασηΕάν παρατηρηθούν μη αναμενόμενες μη φυσιολογικές τιμές του PT/INR, να μελετάται πιθανή αλληλεπίδραση in vitro. Η πιθανότητα λανθασμένων αποτελεσμάτων μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη λήψη δειγμάτων για ελέγχους PT/INR κοντά στο χρόνο ύφεσης των συγκεντρώσεων της δαπτομυκίνης στο πλάσμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μυκητιασικές λοιμώξεις
- Ουρολοίμωξη
- Λοίμωξη από Candida
- Μυκητιασαιμία
- Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile
- Κολπίτιδα
- Αναιμία
- Θρομβοκυττάρωση
- Ηωσινοφιλία
- Αύξηση INR
- Λευκοκυττάρωση
- Παράταση χρόνου προθρομβίνης
- Θρομβοπενία
- Υπερευαισθησία
- Μειωμένη όρεξη
- Υπεργλυκαιμία
- Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- Άγχος
- Αϋπνία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Διαταραχή γεύσης
- Τρόμος
- Περιφερική νευροπάθεια
- Ίλιγγος
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
- Έκτακτη
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Εξάψεις
- Ηωσινοφιλική πνευμονία
- Βήχας
- Γαστρεντερικό άλγος
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Τυμπανισμός
- Διάταση κοιλίας
- Δυσπεψία
- Γλωσσίτιδα
- Μη-φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (αύξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), αμινοτρανσφεράση του ασπαραγινικού οξέος (AST) ή αλκαλική φωσφατάση (ALP))
- Ίκτερος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Σύνδρομο DRESS
- Φυσαλλιδώδες εξάνθημα με επίδραση στο βλεννογόνο υμένα (SJS ή TEN)
- Πόνος στα άκρα
- Μυοσίτιδα
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυϊκός πόνος
- Αρθραλγία
- Μυϊκές κράμπες
- Ραβδομυόλυση
- Αυξημένη φωσφοκινάση της κρεατίνης ορού
- Αύξηση μυοσφαιρίνης
- Αυξημένη γαλακτική δεϋδρογονάση ορού
- Αυξημένη κρεατινίνη ορού
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων (ΤΙΝ)
- Αντίδραση στο σημείο έγχυσης
- Πυρεξία
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑντίδραση στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη φωσφοκινάση της κρεατίνης ορούΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξη από CandidaΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη-φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (αύξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), αμινοτρανσφεράση του ασπαραγινικού οξέος (AST) ή αλκαλική φωσφατάση (ALP))Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΜυκητιασικές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΤυμπανισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΈκτακτηΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γαλακτική δεϋδρογονάση ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση INRΑίμα
-
Όχι συχνέςΑύξηση μυοσφαιρίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΗλεκτρολυτικές διαταραχέςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜυκητιασαιμίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΠαράταση χρόνου προθρομβίνηςΑίμα
-
Μη γνωστέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων (ΤΙΝ)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΔιάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficileΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλική πνευμονίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΦυσαλλιδώδες εξάνθημα με επίδραση στο βλεννογόνο υμένα (SJS ή TEN)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Daptomycin / Δαπτομυκίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο, δηλαδή μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου.Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για τη δαπτομυκίνη σχετικά με τις εγκυμοσύσεις. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες αρνητικές επιδράσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
Γαλουχίαο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται όταν το Daptomycin / Δαπτομυκίνη χορηγείται σε θηλάζουσες γυναίκες.Σε μια μελέτη μιας μεμονωμένης περίπτωσης σε άνθρωπο, χορηγείτο ενδοφλεβίως δαπτομυκίνη δόσης 500 mg/ημέρα για 28 ημέρες σε μια θηλάζουσα μητέρα, και το μητρικό γάλα της ασθενούς συλλεγόταν για μια περίοδο 24 ωρών κατά την 27η ημέρα. Η υψηλότερη συγκέντρωση δαπτομυκίνης που μετρήθηκε στο μητρικό γάλα ήταν 0,045 mcg/mL, η οποία είναι μια μικρή συγκέντρωση.
-
ΓονιμότηταΔεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα για τη δαπτομυκίνη. Μελέτες σε ζώα δεν άμεσες ή έμμεσες αρνητικές επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, Άλλα αντιβακτηριακά, κωδικός ATC: J01XX09
Μηχανισμός δράσης
Η δαπτομυκίνη είναι ένα κυκλικό λιποπεπτίδιο φυσικό προϊόν το οποίο είναι δραστικό μόνο κατά των Gram θετικών βακτηρίων. Ο μηχανισμός δράσης, περιλαμβάνει τη δέσμευση (κατά την παρουσία ιόντων ασβεστίου) στις μεμβράνες των βακτηριακών κυττάρων που βρίσκονται τόσο σε φάση ανάπτυξης όσο και σε στατική φάση, και οδηγεί σε αποπόλωση που προκαλεί ταχεία αναστολή της σύνθεσης των πρωτεϊνών, του DNA και του RNA. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο των βακτηριακών κυττάρων με αμελητέα κυτταρική λύση.
Σχέση PK/PD
Η δαπτομυκίνη in vitro και in vivo σε ζωικά μοντέλα παρουσιάζει ταχεία, εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση, βακτηριοκτόνο δράση κατά των Gram θετικών οργανισμών. Σε ζωικά μοντέλα οι AUC/MIC και Cmax/MIC συσχετίζονται με την αποτελεσματικότητα και την προβλεπόμενη νέκρωση βακτηριδίων in vivo σε εφάπαξ δόσεις που ισοδυναμούν με ανθρώπινες ενήλικες δόσεις των 4 mg/kg και 6 mg/kg άπαξ ημερησίως.
Μηχανισμοί αντοχής
Στελέχη με μειωμένη ευαισθησία στη δαπτομυκίνη έχουν αναφερθεί κυρίως κατά τη διάρκεια αγωγής σε ασθενείς των οποίων η θεραπεία είναι δύσκολη ή/και κατόπιν χορήγησης για μεγάλες χρονικές περιόδους. Συγκεκριμένα, έχουν γίνει αναφορές για αποτυχία της θεραπείας σε ασθενείς με λοιμώξεις από Staphylococcus aureus, Enterococcus faecalis ή Enterococcus faecium, συμπεριλαμβανομένων βακτηριαιμικών ασθενών, όπου έχουν συσχετιστεί με την επιλογή των οργανισμών με μειωμένη ευαισθησία ή απλά αντίσταση στην δαπτομυκίνη κατά την διάρκεια της θεραπείας. Ο/οι μηχανισμός(οί) αντίστασης στη δαπτομυκίνη δεν έχει(ουν) κατανοηθεί πλήρως.
Όρια της δοκιμής ευαισθησίας
Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από το European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST) για την δαπτομυκίνη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx
Ευαισθησία
Ο επιπολασμός της ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλει γεωγραφικά και χρονικά για τα επιλεγμένα είδη και είναι προτιμότερο να υπάρχουν τοπικές πληροφορίες σχετικά με την ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζονται σοβαρές λοιμώξεις. Ανάλογα με τις ανάγκες, θα πρέπει να επιζητείται συμβουλή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος που η χρησιμότητα του φαρμάκου τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων είναι αμφισβητήσιμη.
Συνήθως Ευαίσθητα Είδη
- Staphylococcus aureus *
- Staphylococcus haemolyticus
- Σταφυλόκοκκοι πηκτάση αρνητικοί
- Streptococcus agalactiae*
- Streptococcus dysgalactiae subsp equisimilis*
- Streptococcus pyogenes*
- Στρεπτόκοκκοι Ομάδας G
- Clostridium perfringens
- Peptostreptococcus spp
Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
-
Οργανισμοί Gram αρνητικοί
-
υποδεικνύει είδη κατά των οποίων θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί ικανοποιητικά η δραστικότητα σε κλινικές μελέτες.
Κλινική αποτελεσματικότητα σε ενήλικες
Σε δύο κλινικές δοκιμές ενηλίκων με επιπεπλεγμένες δερματικές λοιμώξεις και λοιμώξεις των μαλακών μορίων, 36% των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε δαπτομυκίνη ανταποκρίθηκαν στα κριτήρια του συνδρόμου συστηματικής φλεγμονώδους απόκρισης (SIRS). Ο πιο συχνός τύπος λοίμωξης για την οποία χορηγήθηκε θεραπεία ήταν λοίμωξη πληγής (38% των ασθενών) ενώ ποσοστό 21% είχαν μείζονα αποστήματα. Αυτοί οι περιορισμοί των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε η θεραπεία θα πρέπει να εξετάζονται όταν λαμβάνεται απόφαση χρήσης δαπτομυκίνης. Σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη ανοιχτού σχεδιασμού μελέτη σε 235 ενήλικες ασθενείς με βακτηριαιμία από Staphylococcus aureus (π.χ. τουλάχιστον μια θετική καλλιέργεια αίματος στον Staphylococcus aureus πριν τη λήψη της πρώτης δόσης) 19 από τους 120 ασθενείς που έλαβαν αγωγή με δαπτομυκίνη πληρούσαν τα κριτήρια για RIE. Από αυτούς τους 19 ασθενείς οι 11 είχαν λοίμωξη από Staphylococcus aureus ευαίσθητο στη μεθυκιλλίνη και οι 8 με Staphylococcus aureus ανθεκτικό στη μεθυκιλλίνη. Τα ποσοστά επιτυχίας σε ασθενείς με RIE παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα.
| Πληθυσμός | Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) | Διαφορές στην επιτυχία Ποσοστά (95% CI) |
|---|---|---|---|
| Πληθυσμός ITT (intention to treat) RIE | 8/19 (42,1%) | 7/16 (43,8%) | -1,6% (-34,6, 31,3) |
| Πληθυσμός PP (per protocol) RIE | 6/12 (50,0%) | 4/8 (50,0%) | 0,0% (-44,7, 44,7) |
Αποτυχία στη θεραπεία λόγω εμμένουσων ή υποτροπιαζόντων λοιμώξεων από Staphylococcus aureus παρατηρήθηκε σε 19/120 (15,8%) των ασθενών που έλαβαν δαπτομυκίνη, σε 9/53 (16,7%) αυτών που έλαβαν βανκομυκίνη και σε 2/62 (3,2%) των ασθενών που έλαβαν αντι-σταφυλοκκοκική ημισυνθετική πενικιλλίνη. Αυτή συμπεριλαμβάνει έξι ασθενείς που έλαβαν δαπτομυκίνη και έναν που έλαβε βανκομυκίνη που παρουσίασαν αύξηση στις MICs της δαπτομυκίνης κατά τη διάρκεια ή έπειτα από τη θεραπεία (βλ. παρακάτω «Μηχανισμοί αντοχής»). Οι περισσότεροι ασθενείς που απέτυχαν λόγω αντοχής ή υποτροπής της λοίμωξης από Staphylococcus aureus είχαν εν τω βάθει λοίμωξη και δεν είχαν λάβει την απαραίτητη χειρουργική παρέμβαση.
Κλινική αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης αξιολογήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 17 ετών (Μελέτη DAP-PEDS-07-03) με cSSTI που προκλήθηκε από θετικά κατά Gram παθογόνα. Οι ασθενείς εντάχθηκαν με σταδιακή προσέγγιση σε καλά προσδιορισμένες ηλικιακές ομάδες και έλαβαν δόσεις ανάλογα με την ηλικία άπαξ ημερησίως για 14 ημέρες, ως εξής:
- Ηλικιακή ομάδα 1 (n=113): 12 έως 17 ετών έλαβαν δόσεις δαπτομυκίνης των 5 mg/kg ή την καθιερωμένη θεραπεία με συγκριτικό φάρμακο (SOC)
- Ηλικιακή ομάδα 2 (n=113): 7 έως 11 ετών έλαβαν δόσεις δαπτομυκίνης των 7 mg/kg ή SOC
- Ηλικιακή ομάδα 3 (n=125): 2 έως 6 ετών έλαβαν δόσεις δαπτομυκίνης των 9 mg/kg ή SOC
- Ηλικιακή ομάδα 4 (n=45): 1 έως < 2 ετών έλαβαν δόσεις δαπτομυκίνης των 10 mg/kg ή SOC
Ο πρωταρχικός στόχος της Μελέτης DAP-PEDS-07-03 ήταν η αξιολόγηση της ασφάλειας της θεραπείας. Οι δευτερεύοντες στόχοι περιελάμβαναν την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δόσεων ενδοφλέβιας δαπτομυκίνης ανάλογα με την ηλικία σε σύγκριση με το την καθιερωμένη θεραπεία (SOC). Το βασικό καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν το κλινικό αποτέλεσμα όπως ορίσθηκε από το χορηγό στη δοκιμή της θεραπείας (test-of-cure, TOC), το οποίο ορίσθηκε τυφλοποιημένα από ιατρικό διευθυντή. Συνολικά 389 άτομα υποβλήθηκαν σε αγωγή στην μελέτη, συμπεριλαμβανομένων, 256 ατόμων που έλαβαν δαπτομυκίνη και 133 ατόμων που έλαβαν την καθιερωμένη θεραπεία. Σε όλους τους πληθυσμούς τα ποσοστά κλινικής επιτυχίας ήταν συγκρίσιμα μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας δαπτομυκίνης και SOC, υποστηρίζοντας την πρωτογενή ανάλυση αποτελεσματικότητας στον πληθυσμό ITT.
Περίληψη των κλινικών αποτελεσμάτων που ορίστηκαν από το χορηγό για τη TOC: Κλινική Επιτυχία σε Παιδιατρικές cSSTI
| Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) | % διαφορά | |
|---|---|---|---|
| Πρόθεση-για-θεραπεία | 227/257 (88,3%) | 114/132 (86,4%) | 2,0 |
| Τροποποιημένη πρόθεση-για-θεραπεία | 186/210 (88,6%) | 92/105 (87,6%) | 0,9 |
| Κλινικά αξιολογήσιμη | 204/207 (98,6%) | 99/99 (100%) | -1,5 |
| Μικροβιολογικά αξιολογήσιμη (ΜΑ) | 164/167 (98,2%) | 78/78 (100%) | -1,8 |
Το συνολικό ποσοστό θεραπευτικής ανταπόκρισης ήταν επίσης παρόμοιο στα δύο σκέλη θεραπείας με δαπτομυκίνη και SOC για λοιμώξεις από MRSA, MSSA and Streptococcus pyogenes (βλ. παρακάτω πίνακα, ΜΑ πληθυσμός). Τα ποσοστά ανταπόκρισης ήταν > 94% για τα δυο σκέλη θεραπείας σε αυτούς τους κοινούς παθογόνους οργανισμούς.
Περίληψη των συνολικών ποσοστών θεραπευτικής ανταπόκρισης με βάση τον τύπο του αρχικού παθογόνου οργανισμού (ΜΑ πληθυσμός): Συνολικό ποσοστό Επιτυχίας σε Παιδιατρικές cSSTI
| Παθογόνος οργανισμός | Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) |
|---|---|---|
| Staphylococcus aureus (MSSA) ευαίσθητος στη μεθυκιλλίνη | 68/69 (99%) | 28/29 (97%) |
| Staphylococcus aureus (MRSA) ανθεκτικός στη μεθυκιλλίνη | 63/66 (96%) | 34/34 (100%) |
| Streptococcus pyogenes | 17/18 (94%) | 5/5 (100%) |
a Άτομα με κλινική επιτυχία (Κλινική Ανταπόκριση «Θεραπεύθηκε» ή «Βελτιώθηκε») και μικροβιολογική επιτυχία (με ανταπόκριση στα επίπεδα παθογόνου «Εξαλείφθηκε» ή «Θεώρηση Εξάλειψης») ταξινομούνται ως συνολική θεραπευτική επιτυχία.
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης αξιολογήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 1 έως 17 ετών (Μελέτη DAP-PEDBAC-11-02) με βακτηραιμία που προκλήθηκε από Staphylococcus aureus. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 στις ακόλουθες ηλικιακές ομάδες και τους δόθηκαν δόσεις εξαρτώμενες από την ηλικία άπαξ ημερησίως για έως και 42 ημέρες, ως ακολούθως:
- Ηλικιακή ομάδα 1 (n=21): 12 έως 17 ετών σε θεραπεία με δαπτομυκίνη δόσης 7 mg/kg ή SOC συγκριτικό φάρμακο
- Ηλικιακή ομάδα 2 (n=28): 7 έως 11 ετών σε θεραπεία με δαπτομυκίνη δόσης 9 mg/kg ή SOC
- Ηλικιακή ομάδα 3 (n=32): 1 έως 6 ετών σε θεραπεία με δαπτομυκίνη δόσης 12 mg/kg ή SOC συγκριτικό φάρμακο
Ο πρωτεύον στόχος της Μελέτης DAP-PEDBAC-11-02 ήταν να αξιολογηθεί η ασφάλεια της ενδοφλεβίως χορηγούμενης δαπτομυκίνης σε σύγκριση με τα SOC αντιβιοτικά. Δευτερεύοντες στόχοι συμπεριλάμβαναν: Κλινική έκβαση βασιζόμενη στην αξιολόγηση της κλινικής ανταπόκρισης του τυφλού Αξιολογητή (επιτυχία [θεραπεία, βελτίωση], αποτυχία, ή μη αξιολογήσιμη) κατά την TOC Επίσκεψη, και Μικροβιολογική ανταπόκριση (επιτυχία, αποτυχία, ή μη αξιολογίσιμη) με βάση την αξιολόγηση του παθογόνου που προκάλεσε τη λοίμωξη κατά την έναρξη στην TOC. Συνολικά 81 άτομα έλαβαν θεραπεία στη μελέτη, συμπεριλαμβανομένων 55 ατόμων οι οποίοι έλαβαν δαπτομυκίνη και 26 άτομα τα οποία έλαβαν την καθιερωμένη θεραπεία. Δε συμμετείχαν στη μελέτη ασθενείς ηλικίας 1 έως <2 ετών. Σε όλους τους πληθυσμούς τα ποσοστά κλινικής επιτυχίας ήταν συγκρίσιμα μεταξύ του θεραπευτικού σκέλους της δαπτομυκίνης και του σκέλους της SOC.
Σύνοψη της καθορισμένης από τον τυφλό Αξιολογητή κλινικής έκβασης στην TOC: Κλινική Επιτυχία σε Παιδιατρική SAB
| Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό Φάρμακο n/N (%) | % διαφορά | |
|---|---|---|---|
| Τροποποιημένη πρόθεση-για-θεραπεία (MITT) | 46/52 (88,5%) | 19/24 (79,2%) | 9,3% |
| Μικροβιολογικά τροποποιημένη πρόθεση-για-θεραπεία (mMITT) | 45/51 (88,2%) | 17/22 (77,3%) | 11,0% |
| Κλινικά αξιολογίσιμη (CE) | 36/40 (90,0%) | 9/12 (75,0%) | 15,0% |
Το μικροβιολογικό αποτέλεσμα στην TOC για τα θεραπευτικά σκέλη της δαπτομυκίνης και SOC για τις λοιμώξεις από MRSA και MSSA παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα (πληθυσμός mMITT).
Ποσοστά μικροβιολογικής επιτυχίας στην Παιδιατρική SAB
| Παθογόνο | Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) |
|---|---|---|
| Staphylococcus aureus ευαίσθητος στη μεθυκιλλίνη (MSSA) | 43/44 (97,7%) | 19/19 (100,0%) |
| Staphylococcus aureus ανθεκτικός στη μεθυκιλλίνη (MRSA) | 6/7 (85,7%) | 3/3 (100,0%) |
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης είναι γενικώς γραμμικές και ανεξάρτητες από τον χρόνο σε δόσεις από 4 έως 12 mg/kg χορηγούμενες ως μία εφάπαξ δόση ημερησίως μέσω 30-λεπτών ενδοφλέβιας έγχυσης για διάστημα έως 14 ημερών σε υγιείς ενήλικες εθελοντές. Συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται μέχρι την τρίτη ημερήσια δόση. Η χορήγηση της δαπτομυκίνης ως μια 2-λεπτών ενδοφλέβια ένεση επίσης παρουσίασε ανάλογη με τη δοσολογία φαρμακοκινητική στο εγκεκριμένο διάστημα θεραπευτικής δόσης από 4 σε 6 mg/kg. Συγκριτική έκθεση (AUC και Cmax) παρουσιάστηκε σε υγιείς ενήλικες εθελοντές μετά από χορήγηση δαπτομυκίνης ως μια 30-λεπτών ενδοφλέβια έγχυση ή ως μια 2-λεπτών ενδοφλέβια ένεση. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η δαπτομυκίνη δεν απορροφάται σε σημαντικό βαθμό κατόπιν χορήγησης από του στόματος.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της δαπτομυκίνης σε υγιή ενήλικα άτομα ήταν περίπου 0,1 l/kg και ήταν ανεξάρτητος από τη δόση. Μελέτες κατανομής στους ιστούς που πραγματοποιήθηκαν σε αρουραίους έδειξαν ότι η δαπτομυκίνη φαίνεται να διαπερνά ελάχιστα το φραγμό αίματος-εγκεφάλου και το φραγμό του πλακούντα κατόπιν άπαξ και πολλαπλών δόσεων. Η δαπτομυκίνη δεσμεύεται αναστρέψιμα σε πρωτεΐνες ανθρώπινου πλάσματος κατά τρόπο που δεν εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Σε υγιείς ενήλικες εθελοντές στους οποίους χορηγήθηκε δαπτομυκίνη, η δέσμευση στις πρωτεΐνες παρατηρήθηκε κατά μέσο όρο στο 90% συμπεριλαμβανομένων και ενήλικων ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία.
Βιομετασχηματισμός
Σε μελέτες in vitro, η δαπτομυκίνη δεν μεταβολιζόταν από ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα. Οι μελέτες in vitro με ανθρώπινα ηπατοκύτταρα δείχνουν ότι η δαπτομυκίνη δεν αναστέλλει ούτε επάγει τις δραστηριότητες των ακόλουθων ισόμορφων μορφών του ανθρώπινου P450: 1A2, 2A6, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4. Είναι απίθανο η δαπτομυκίνη να αναστείλει ή να επαγάγει το μεταβολισμό των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το σύστημα διαμεσολάβησης του P450. Μετά από έγχυση 14-δαπτομυκίνης σε υγιείς ενήλικες, η ραδιενέργεια πλάσματος ήταν παρόμοια με τη συγκέντρωση που καθορίζεται από τη μικροβιολογική ανάλυση. Ανενεργοί μεταβολίτες είχαν ανιχνευθεί στα ούρα, όπως καθορίζει η διαφορά των συνολικών ραδιενεργών συγκεντρώσεων και των μικροβιολογικά ενεργών συγκεντρώσεων. Σε μια ξεχωριστή μελέτη, δεν είχαν παρατηρηθεί μεταβολίτες στο πλάσμα, και μικρές ποσότητες τριών οξειδωτικών μεταβολιτών και μιας μη ταυτοποιημένης ουσίας ανιχνεύτηκαν στα ούρα. Ο τόπος του μεταβολισμού δεν έχει ταυτοποιηθεί.
Αποβολή
Η δαπτομυκίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεκίδης και δαπτομυκίνης δεν επιδρά στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης στον άνθρωπο, πράγμα που υποδεικνύει ότι υπάρχει ελάχιστη έως μηδενική δραστική σωληναριακή έκκριση δαπτομυκίνης. Κατόπιν ενδοφλέβιας χορήγησης, η κάθαρση της δαπτομυκίνης στο πλάσμα είναι περίπου 7 ως 9 mL/h/kg και η νεφρική της κάθαρση 4 ως 7 mL/h/kg. Σε μια μελέτη mass balance χρησιμοποιώντας ραδιοσεσημασμένο υλικό, το 78% της χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε από τα ούρα με βάση τη συνολική ραδιενέργεια, ενώ η ανάκτηση στα ούρα αμετάβλητης δαπτομυκίνης ήταν περίπου το 50% της δόσης. Περίπου 5% της χορηγηθείσας ραδιοσήμανσης απεκκρίθηκε μέσω των κοπράνων.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Μετά τη χορήγηση μιας ενδοφλέβιας δόσης δαπτομυκίνης 4 mg/kg για μια περίοδο 30 λεπτών, η μέση συνολική κάθαρση της δαπτομυκίνης ήταν περίπου 35% χαμηλότερη και η μέση AUC0-∞ περίπου 58% υψηλότερη στα ηλικιωμένα άτομα (> 75 ετών) συγκρινόμενα με τις τιμές των υγιών νέων ατόμων (18 έως 30 ετών). Δεν υπήρχαν διαφορές στην Cmax. Οι διαφορές που παρουσιάστηκαν οφείλονται πιο πιθανόν στην φυσιολογική μείωση της νεφρικής λειτουργίας που παρατηρείται στο γηριατρικό πληθυσμό. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με βάση μόνο την ηλικία. Ωστόσο, θα πρέπει να αξιολογηθεί η νεφρική λειτουργία και η δόση θα πρέπει να μειωθεί αν υπάρχει ένδειξη σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας.
Παιδιά και έφηβοι (1 έως 17 χρονών) Η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικά άτομα αξιολογήθηκε σε τρεις μελέτες φαρμακοκινητικής εφάπαξ δόσεων. Μετά από εφάπαξ δόση 4 mg/kg δαπτομυκίνης, η συνολική κάθαρση κανονικοποιημένη από το βάρος και το χρόνο ημιζωής αποβολής της δαπτομυκίνης σε εφήβους (ηλικίας 12-17 ετών) με λοίμωξη από Gram θετικά βακτήρια ήταν όμοια με αυτή των ενηλίκων. Μετά από μία εφάπαξ δόση 4 mg/kg δαπτομυκίνης, η συνολική κάθαρση της δαπτομυκίνης σε παιδιά ηλικίας 7-11 χρονών με λοίμωξη από Gram θετικά βακτήρια ήταν υψηλότερη από αυτή των εφήβων, ενώ ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν μικρότερος. Μετά από εφάπαξ δόση 4, 8, ή 10 mg/kg δαπτομυκίνης, η συνολική κάθαρση και ο χρόνος ημιζωής αποβολής της δαπτομυκίνης σε παιδιά ηλικίας 2-6 ετών ήταν παρόμοιες στις διαφορετικές δόσεις. Η συνολική κάθαρση ήταν υψηλότερη και ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν μικρότερος από ότι στους εφήβους. Μετά από μία εφάπαξ δόση 6 mg/kg δαπτομυκίνης, η κάθαρση και ο χρόνος αποβολής ημιζωής της δαπτομυκίνης σε παιδιά ηλικίας 13 - 24 μηνών ήταν παρόμοια σε αυτή σε παιδιά ηλικίας 2-6 ετών τα οποία έλαβαν μία εφάπαξ δόση 4-10 mg/kg. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών δείχνουν ότι οι εκθέσεις (AUC) σε παιδιατρικούς ασθενείς στις διάφορες δόσεις είναι γενικά χαμηλότερες από ότι στους ενήλικες σε συγκρίσιμες δόσεις.
Παιδιατρικοί ασθενείς με cSSTI Μία Μελέτη Φάσης 4 (DAP-PEDS-07-03) διεξάχθηκε για να αξιολογηθεί η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα, και η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς (συμπεριλαμβανομένων αυτών ηλικίας 1 έως 17 ετών) με cCCTI που προκλήθηκε από Gram θετικά παθογόνα. Η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης στους ασθενείς σε αυτή τη μελέτη συνοψίζεται στον Πίνακα 2. Μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων, η έκθεση της δαπτομυκίνης ήταν παρόμοια στις διάφορες ηλικιακές ομάδες μετά από προσαρμογή της δόσης με βάση το σωματικό βάρος και την ηλικία. Οι εκθέσεις στο πλάσμα που επιτεύχθηκαν με αυτές τις δόσεις ήταν παρόμοιες με αυτές που επιτεύχθησαν στη cSSTI μελέτη με ενήλικες (μετά από δόση 4 mg/kg άπαξ ημερησίως σε ενήλικες).
Πίνακας 2 Μέση (Τυπική Απόκλιση) της Φαρμακοκινητικής της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με cSSTI (Ηλικίας 1 έως 17 ετών) στη Μελέτη DAP-PEDS-07-03
| Ηλικιακό εύρος | Δόση | Χρόνος έγχυσης | AUC0-24hr (pgxhr/mL) | Cmax (pg/mL) | Προκύπτον t1/2 (hr) | CL/wt (mL/hr/kg) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| 12-17 ετών (N=6) | 5 mg/kg | 30 λεπτά | 438 | 64,9, 74,4 | 5,3 (1,6) | 13,3 (2,9) |
| 7-11 ετών (Ν=2)α | 7 mg/kg | 30 λεπτά | 439 (102) | 81,9 (21,6) | 4,6 | 16,0 |
| 2-6 ετών (N=7) | 9 mg/kg | 60 λεπτά | 387 (81) | 62,4 (10,4) | 3,8 (0,3) | 21,4 (5,0) |
| 1 έως <2 ετών (Ν=30)β | 10 mg/kg | 60 λεπτά | 466 | 79,2 | 5,04 | 21,5 |
Τιμές παραμέτρων φαρμακοκινητικής εκτιμώμενες από μη διαμερισματική ανάλυση α Μεμονωμένες τιμές που αναφέρθηκαν καθώς μόνο δύο ασθενείς σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα έδωσαν φαρμακοκινητικά δείγματα για να μπορεί να διεξαχθεί φαρμακοκινητική ανάλυση. AUC, εμφανιζόμενο t1/2 και CL/wt μπορούσε να ορισθεί μόνο για έναν από τους δύο ασθενείς β Φαρμακοκινητική ανάλυση που διεξάχθηκε στο ομαδοποιημένο φαρμακοκινητικό προφίλ με μέσες συγκεντρώσεις ανάμεσα στα άτομα σε κάθε χρονικό σημείο
Παιδιατρικοί ασθενείς με SAB Μία Μελέτη Φάσης 4 (DAP-PEDS-11-02) διεξάχθηκε για να αξιολογηθεί η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα, και η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 1 έως 17 ετών συμπεριλαμβανόμενων) με SAB. Η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης σε νοσηλευόμενους ασθενείς σε αυτή τη μελέτη συνοψίζεται στον Πίνακα 3. Μετά από τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων, η έκθεση της δαπτομυκίνης στις διάφορες ηλικιακές ομάδες μετά από προσαρμογή της δόσης με βάση το σωματικό βάρος και την ηλικία ήταν παρόμοια. Οι εκθέσεις στο πλάσμα που επιτεύχθηκαν με αυτές τις δόσεις ήταν παρόμοιες με αυτές που επιτεύχθησαν στη SAB μελέτη με ενήλικες (μετά από εφάπαξ ημερήσια δόση 6mg/kg σε ενήλικες).
Πίνακας 3 Μέση τιμή (Τυπική Απόκλιση) της Φαρμακοκινητικής της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με SAB (Ηλικίας 1 έως 17 ετών, στη Μελέτη DAP-PEDBAC-11-02)
| Ηλικιακό εύρος | Δόση | Χρόνος έγχυσης | AUC0-24hr (pgxhr/ mL) | Cmax (M-g/mL) | Προκύπτον t1/2 (hr) | CL/wt (mL/hr/kg) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| 12-17 ετών (N=13) | 7 mg/kg | 30 λεπτά | 656 (334) | 104 (35,5) | 7,5 (2,3) | 12,4 (3,9) |
| 7-11 ετών (N=19) | 9 mg/kg | 30 λεπτά | 579 (116) | 104 (14,5) | 6,0 (0,8) | 15,9 (2,8) |
| 1 έως < 6 ετών | 12 mg/kg | 60 λεπτά | 620 (109) | 106 (12,8) | 5,1 (0,6) | 19,9 (3,4) |
Εκτιμώμενες τιμές φαρμακοκινητικών παραμέτρων που υπολογίζονται χρησιμοποιώντας προσέγγιση μοντέλου με φαρμακοκινητικά δείγματα που μαζεύονται αραιά από μεμονωμένους ασθενείς στη μελέτη. *Μέση τιμή (τυπική απόκλιση) υπολογισμένη για ασθενείς 2 έως 6 ετών, αφού κανένας ασθενής 1 έως < 2 ετών δεν συμμετείχε στη μελέτη. Προσομοίωση στην οποία χρησιμοποιήθηκε ένα μοντέλο φαρμακοκινητικής πληθυσμού κατέδειξε ότι η AUCss (περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου σε σταθερή κατάσταση) δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς 1 έως < 2 ετών που λαμβάνουν 12 mg/kg άπαξ ημερησίως θα ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων ασθενών που λαμβάνουν 6 mg/kg άπαξ ημερησίως.
Παχυσαρκία Σχετικά με μη-παχύσαρκα άτομα, η συστηματική έκθεση στη δαπτομυκίνη καταμετρηθείσα ως AUC ήταν περίπου 28% υψηλότερη σε μετρίως παχύσαρκα άτομα (Δείκτης Μάζας Σώματος 25-40 kg/m2) και 42% υψηλότερη σε εξαιρετικά παχύσαρκα άτομα (Δείκτης Μάζας Σώματος > 40 kg/m2). Ωστόσο, δεν θεωρείται αναγκαία οποιαδήποτε ρύθμιση της δοσολογίας με βάση και μόνο την παχυσαρκία.
Φύλο Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές διαφορές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων ανάλογα με το φύλο.
Φυλή Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές διαφορές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων της δαπτομυκίνης στους Μαύρους ή στους Ιάπωνες σε σχέση με τους Καυκάσιους.
Νεφρική δυσλειτουργία Κατόπιν χορήγησης εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης 4 mg/kg ή 6 mg/kg δαπτομυκίνης για μια περίοδο 30 λεπτών σε ενήλικα άτομα με διαφόρων βαθμών νεφρική δυσλειτουργία, η συνολική κάθαρση δαπτομυκίνης (CL) μειώθηκε και η συστηματική έκθεση (AUC) αυξήθηκε καθώς η νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης) μειώθηκε. Με βάση τα δεδομένα και το μοντέλο φαρμακοκινητικής, η AUC της δαπτομυκίνης κατά την πρώτη ημέρα μετά τη χορήγηση μιας δόσης 6 mg/kg σε ενήλικες ασθενείς σε HD ή CAPD ήταν 2-φορές υψηλότερη από αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που έλαβαν την ίδια δόση. Κατά τη δεύτερη ημέ μετά τη χορήγηση μιας δόσης 6 mg/kg σε ενήλικες ασθενείς σε HD και CAPD η AUC της δαπτομυκίνης ήταν περίπου 1,3-φορές υψηλότερη από αυτή που παρατηρήθηκε μετά από μια δεύτερη δόση 6 mg/kg σε ενήλικες ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Με βάση αυτά, συνιστάται οι ενήλικες ασθενείς σε HD ή CAPD να λαμβάνουν δαπτομυκίνη μια φορά κάθε 48 ώρες στη συνιστώμενη δόση για το είδος της λοίμωξης που χορηγείται η θεραπεία (βλ. Δοσολογία). Το δοσολογικό σχήμα της δαπτομυκίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει τεκμηριωθεί.
Ηπατική δυσλειτουργία Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης δεν μεταβάλλονται σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (ταξινόμηση ηπατικής δυσλειτουργίας κατά Child-Pugh B) σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές του ιδίου φύλου, ηλικίας και βάρους κατόπιν χορήγησης εφάπαξ δόσης 4 mg/kg. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας όταν η δαπτομυκίνη χορηγείται σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Τάξη C) δεν έχουν αξιολογηθεί.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, Άλλα αντιβακτηριακά, κωδικός ATC: J01XX09 ### Μηχανισμός δράσης Η δαπτομυκίνη είναι ένα κυκλικό λιποπεπτίδιο φυσικό προϊόν το οποίο είναι δραστικό μόνο κατά…
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης είναι γενικώς γραμμικές και ανεξάρτητες από τον χρόνο σε δόσεις από 4 έως 12 mg/kg χορηγούμενες ως μία εφάπαξ δόση ημερησίως μέσω 30-λεπτών ενδοφλέβιας έγχυσης για διάστημα έως 14…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινική φωσφοκινάση (CPK) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Κατά την έναρξη και τουλάχιστον άπαξ εβδομαδιαίως | — |
| Πιο συχνά (π.χ. κάθε 2-3 ημέρες τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων) | Μεγαλύτερος κίνδυνος μυοπάθειας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 0.1 L/Kg [υγιείς ενήλικες]
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Daptomycin is a cyclic lipopeptide antibacterial agent produced as a fermentation product by the soil microbe Streptomyces roseosporus. The daptomycin core consists of 13 amino acids, including three D-amino acids, ornithine, 3-methyl-glutamic acid, and kynurenine, with the C-terminal 10 amino acids forming an ester-linked ring and the N-terminal tryptophan covalently bonded to decanoic acid. Daptomycin is active against aerobic Gram-positive bacteria, including clinically relevant strains such as methicillin-susceptible and -resistant Staphylococcus aureus (MSSA/MRSA), vancomycin-resistant S. aureus, vancomycin-resistant Enterococci (VRE), Staphylococcus spp., Streptococcus spp., Clostridiodes difficile, Clostridium perfringens, Finegoldia magna, and Propionibacterium acnes, among others. Although daptomycin is active against Streptococcus pneumoniae in vitro, it is inhibited by lung surfactant, and hence is not effective for the treatment of pneumonia or other similar lung infections. Daptomycin exhibits rapid concentration-dependent bactericidal activity in vitro, which correlates best with the ratio of the area under the concentration-time curve to the minimum inhibitory concentration (AUC/MIC) in animal models of infection. Like other antibacterial agents, daptomycin carries a risk of severe hypersensitivity reactions, including Drug Reaction with Eosinophilia and Systemic Symptoms (DRESS). There have been reports of myopathy, rhabdomyolysis, and increased creatine phosphokinase (CPK) levels in patients taking daptomycin, which increased when daptomycin was given more than once per day. Patients should be monitored for CPK levels and, in those with renal impairment, renal function, at least once per week and should consider temporarily suspending the use of HMG-CoA reductase inhibitors. Daptomycin should not be administered more than once per day. Severe adverse reactions such as tubulointerstitial nephritis and peripheral neuropathy have been reported, which may require treatment discontinuation. Based on animal studies, patients less than one year of age may experience serious muscular, neuromuscular, and nervous system effects; daptomycin is not recommended for use in patients under one year of age. Patients undergoing daptomycin treatment may experience eosinophilic pneumonia and Clostridioides difficile-associated diarrhea, both of which may require the cessation of antibacterial treatment and initiation of symptomatic/supportive measures. Persisting or relapsing S. aureus bacteremia and endocarditis should be investigated for sequestered foci of infection and the possibility of daptomycin resistance; the dose or treatment regimen may require adjusting. Patients with moderate to severe renal impairment (creatine clearance < 50 mL/min) experienced reduced clinical benefit from daptomycin treatment based on limited data. Clinically relevant daptomycin plasma concentrations have significantly affected prothrombin time and International Normalized Ratio (INR) measurements. As with all antibiotics, daptomycin use may promote the overgrowth of non-susceptible organisms and the development of resistant organisms; daptomycin use should be limited to cases where it is proven or strongly suspected that an infection is caused by susceptible bacteria.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της δαπτομυκίνης παραμένει ελάχιστα κατανοητός. Μελέτες έχουν υποδείξει άμεση αναστολή της βιοσύνθεσης συστατικών της κυτταρικής μεμβράνης/κυτταρικού τοιχώματος, συμπεριλαμβανομένου του πεπτιδογλυκανίου, της ουριδινο-διφωσφορικής N-ακετυλο-L-αλανίνης και του λιποτεϊχικού οξέος (LTA). Ωστόσο, καμία πειστική απόδειξη δεν έχει παρουσιαστεί για κανένα από αυτά τα μοντέλα, και μια επίδραση στη βιοσύνθεση LTA έχει αποκλειστεί από άλλες μελέτες σε S. aureus και E. faecalis. Είναι ευρέως γνωστό ότι η ελεύθερη δαπτομυκίνη (απο-δαπτομυκίνη) είναι τριανιον σε φυσιολογικό pH, το οποίο δεσμεύει Ca2+ σε αναλογία 1:1 για να γίνει μονοανιον, πιστεύεται ότι βασίζεται κυρίως στα κατάλοιπα Asp(7), Asp(9) και L-3MeGlu12 που σχηματίζουν ένα μοτίβο DXDG. Η δέσμευση ασβεστίου διευκολύνει την εισαγωγή της δαπτομυκίνης στις βακτηριακές μεμβράνες προτιμησιακά λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε όξινες φωσφολιπίδες, φωσφατιδυλογλυκερόλη (PG) και καρδιολιπίνη (CL), όπου προτείνεται ότι η δαπτομυκίνη μπορεί να δεσμεύσει δύο ισοδύναμα ασβεστίου και να σχηματίσει ολιγομερή. Η PG αναγνωρίζεται ως η κύρια απαίτηση της μεμβράνης για τη δραστηριότητα της δαπτομυκίνης· η δαπτομυκίνη εντοπίζεται προτιμησιακά σε περιοχές της μεμβράνης πλούσιες σε PG, και μεταλλάξεις που επηρεάζουν την παρουσία PG συνδέονται με αντοχή στη δαπτομυκίνη. Η εξαρτώμενη από το ασβέστιο δέσμευση στη μεμβράνη είναι ο γενικά αποδεκτός μηχανισμός δράσης για τη δαπτομυκίνη, αλλά οι ακριβείς επακόλουθες επιδράσεις είναι ασαφείς και έχουν προταθεί πολυάριθμα μοντέλα. Ένας μηχανισμός προτείνει ότι η δέσμευση της δαπτομυκίνης στη μεμβράνη αλλοιώνει τη ρευστότητα της μεμβράνης, προκαλώντας αποσύνδεση ενζύμων βιοσύνθεσης κυτταρικού τοιχώματος όπως η λιπιδική II συνθάση MurG και η φωσφολιπιδική συνθάση PlsX. Αυτό είναι σύμφωνο με τις παρατηρούμενες επιδράσεις της δαπτομυκίνης στο σχήμα των κυττάρων σε διάφορα βακτήρια σε συγκεντρώσεις ίσες ή ανώτερες από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC). Η ανώμαλη μορφολογία των κυττάρων είναι επίσης σύμφωνη με τον παρατηρούμενο εντοπισμό της δαπτομυκίνης στα διαφραγματικά διαμερίσματα και έναν υποτιθέμενο ρόλο στην αναστολή της κυτταρικής διαίρεσης. Μια πρόσφατη μελέτη πρότεινε το σχηματισμό τριμερών συμπλεγμάτων που περιέχουν δαπτομυκίνη δεσμευμένη με ασβέστιο, PG και διάφορους προσυναρτημένους πλάνους του κυτταρικού περιβλήματος, οι οποίοι στη συνέχεια περιλαμβάνουν το λιπίδιο II. Προτείνεται ότι αυτό το σύμπλεγμα αναστέλλει την κυτταρική διαίρεση, οδηγεί στη διασπορά του μηχανισμού βιοσύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος και τελικά προκαλεί λύση του διπλού στρώματος της μεμβράνης στο διάφραγμα, προκαλώντας κυτταρικό θάνατο. Ένα άλλο δημοφιλές μοντέλο βασίζεται σε πρώιμες παρατηρήσεις ότι η δαπτομυκίνη, με τρόπο εξαρτώμενο από το ασβέστιο, προκαλούσε διαρροή ιόντων καλίου και απώλεια δυναμικού της μεμβράνης σε επεξεργασμένα βακτηριακά κύτταρα. Αν και αυτό οδήγησε κάποιους να υποθέσουν ότι η δαπτομυκίνη μπορεί να δεσμεύσει την PG για να σχηματίσει ολιγομερείς πόρους στην βακτηριακή μεμβράνη, δεν παρατηρήθηκε κυτταρική λύση σε S. aureus ή E. faecalis, και η επαγόμενη από τη δαπτομυκίνη αγωγιμότητα ιόντων είναι ασύμφωνη με το σχηματισμό πόρων. Αντιθέτως, έχει προταθεί ότι η δαπτομυκίνη σχηματίζει διμερή συμπλέγματα εξαρτώμενα από το ασβέστιο σε σταθερές αναλογίες Dap2Ca3PG2, τα οποία μπορούν να δράσουν ως παροδικά ιοντοφόρα. Η παρατηρούμενη απώλεια δυναμικού της μεμβράνης προτείνεται ότι προκύπτει από μη ειδική απώλεια της μεταφοράς θρεπτικών ουσιών εξαρτώμενης από βαθμίδες, παραγωγή ATP και βιοσύνθεση, οδηγώντας σε κυτταρικό θάνατο. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτά τα μοντέλα δεν είναι αυστηρά αλληλοαποκλειόμενα και υποστηρίζονται σε διάφορους βαθμούς από παρατηρούμενες μεταλλάξεις αντοχής. Η αυστηρή απαίτηση για PG για τη βακτηριοκτόνο δράση της δαπτομυκίνης υποστηρίζεται από μεταλλάξεις στα mprF, cls2, pgsA και το dlt operon σε S. aureus, cls σε διάφορα εντερόκοκκοι, και pgsA, PG συνθάση, και το dlt operon σε E. faecium, τα οποία όλα αλλοιώνουν τη σύνθεση της βακτηριακής μεμβράνης και ειδικά την περιεκτικότητα σε PG των βακτηριακών μεμβρανών. Άλλες παρατηρούμενες μεταλλάξεις σε διάφορα ρυθμιστικά συστήματα που ελέγχουν την ομοιόσταση της μεμβράνης υποστηρίζουν επίσης την κυτταρική μεμβράνη ως τον τόπο δράσης της δαπτομυκίνης. Περιέργως, στο E. faecalis, η πιο συχνά παρατηρούμενη μορφή αντοχής στη δαπτομυκίνη χαρακτηρίζεται από ανώμαλα διαφραγματικά διαμερίσματα, γεγονός που υποστηρίζει τον μηχανισμό δράσης της δαπτομυκίνης που βασίζεται στην κυτταρική διαίρεση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η δαπτομυκίνη που χορηγήθηκε ως ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών σε υγιείς εθελοντές σε δόσεις 4, 6, 8, 10 και 12 mg/kg μία φορά την ημέρα οδήγησε σε Cmax μεταξύ 57,8 ± 3,0 και 183,7 ± 25,0 μg/mL και AUC0-24 μεταξύ 494 ± 75 και 1277 ± 253 μgh/mL. Η φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης είναι γενικά γραμμική, με κάποια διακύμανση παρατηρούμενη πάνω από 6 mg/kg, και οι τιμές Cmax και AUC είναι περίπου 20% υψηλότερες σε κατάσταση ισορροπίας, υποδηλώνοντας κάποια συσσώρευση. Τιμές τυφλών συγκεντρώσεων σε κατάσταση ισορροπίας μεταξύ 5,9 ± 1,6 και 13,7 ± 5,2 μg/mL επιτυγχάνονται μετά την τρίτη δόση μία φορά την ημέρα. Τα δεδομένα για μία μόνο δόση δαπτομυκίνης 6 mg/kg που χορηγήθηκε IV για 30 λεπτά χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση των τιμών Cmax σε κατάσταση ισορροπίας για δόσεις 4 και 6 mg/kg που χορηγήθηκαν για δύο λεπτά, οι οποίες εκτιμήθηκαν σε 77,7 ± 8,1 και 116,6 ± 12,2 μg/mL, αντίστοιχα. Η χορήγηση IV δαπτομυκίνης (4 ή 6 mg/kg) για δύο λεπτά δεν επέτρεψε τη μέτρηση της Cmax, αλλά οδήγησε σε τιμές AUC σε κατάσταση ισορροπίας 475 ± 71 και 701 ± 82 μgh/mL. Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και όσοι βρίσκονται σε αιμοκάθαρση είχαν μέσες τιμές AUC σε κατάσταση ισορροπίας περίπου 2-3 φορές υψηλότερες από εκείνες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η μέση AUC0-∞ που ελήφθη σε υγιείς ηλικιωμένους (75 ετών και άνω) ήταν περίπου 58% υψηλότερη από ό,τι σε υγιείς νεαρούς ενήλικες, χωρίς διαφορά στην Cmax. Η AUC0-∞ αυξάνεται επίσης σε παχύσαρκους ασθενείς κατά περίπου 30%. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην προσαρμοσμένη για το σωματικό βάρος και την ηλικία Cmax ή AUC σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Daptomycin is excreted primarily by the kidneys, approximately 78% of an administered dose recovered in urine and only 5.7% recovered in feces. Approximately 52% of the dose, recovered in urine, retains microbiological activity.
Daptomycin has a very small volume of distribution, averaging ~0.1 L/kg in healthy adult subjects independent of dose. The volume of distribution tends to increase with decreasing renal function, being estimated at ~0.2 L/kg in patients with severe renal impairment.
Daptomycin administered as a 30 minute IV infusion to healthy volunteers in doses of 4, 6, 8, 10, and 12 mg/kg once daily resulted in total plasma clearance values between 7.2 ± 1.1 and 9.6 ± 1.3 mL/h/kg, with no clear dose association. As daptomycin is primarily renally excreted, patients with mild, moderate, and severe renal impairment had reduced total plasma clearance 9, 22, and 46 percent lower than healthy controls, respectively. Daptomycin clearance was also lower in obese (15-23%) and geriatric (aged 75 and older, by 35%) patients, whereas it tended to be higher in pediatric patients, even when normalized for body weight.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Daptomycin reversibly binds plasma proteins between 90-94% and independently of concentration. Although daptomycin is mainly bound to serum albumin (HSA; 85-96%), it also binds appreciably to α-1-acid-glycoprotein (AGP; 25-51%). Surface plasmon resonance (SPR) experiments revealed that daptomycin also binds a number of other plasma proteins including α-1-antitrypsin, low-density lipoprotein (LDL), hemoglobin, sex hormone-binding globulin (SHBG), hemopexin, fibrinogen, α2-macroglobulin, β2-microglobulin, high-density lipoprotein (HDL), fibronectin, haptoglobulin, transferrin, and IgG. Of these, it was determined that the main determinants of plasma binding were HSA, AGP, α-1-antitrypsin, LDL, SHBG, and hemopexin. Consistent with observations regarding calculated distribution volumes, daptomycin protein binding tends to decrease with decreasing renal function, being approximately 88% in patients with creatinine clearance <30 mL/min, approximately 86% in those on hemodialysis, and approximately 84% in those on continuous ambulatory peritoneal dialysis (CAPD).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Radiolabeled daptomycin administered to five healthy adults revealed the presence of inactive metabolites in the urine. A separate study using 6 mg/kg daptomycin in healthy adults revealed small amounts of three oxidative and one unidentified metabolite(s) in urine but not in plasma. The site of metabolism is unclear, as studies using human hepatocytes suggest that daptomycin effectively does not interact at all with the various CYP450 enzymes present in the liver.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η δαπτομυκίνη έχει σχετικά μακρύ χρόνο ημίσειας ζωής, με εύρος 7,5–9 ώρες ανάλογα με το δοσολογικό σχήμα και την ισχύ της δόσης.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής παρατείνεται σε ασθενείς με αυξανόμενη νεφρική δυσλειτουργία: 27,83 ± 14,85 ώρες σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/min, 30,51 ± 6,51 ώρες σε αιμοκαθαιρόμενους ασθενείς και 27,56 ± 4,53 ώρες σε ασθενείς υπό συνεχή φορητή περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD).
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της δαπτομυκίνης τείνει επίσης να μειώνεται με τη μείωση της ηλικίας.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Substances that inhibit the growth or reproduction of BACTERIA.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
NWQ5N31VKK
DAPTOMYCIN
Established Pharmacologic Class [EPC] - Lipopeptide Antibacterial
Chemical Structure [CS] - Lipopeptides
Daptomycin is a Lipopeptide Antibacterial.
DAPTOMYCIN
Lipopeptides [CS]; Lipopeptide Antibacterial [EPC]
DAPTOMYCIN IN SODIUM CHLORIDE
Lipopeptides [CS]; Lipopeptide Antibacterial [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Substances that inhibit the growth or reproduction of BACTERIA.