Σκευάσματα και τιμές CUBICIN
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
CUBICIN 350 MG/VIAL
Διακοπή
|
350 / VIAL | 104.78 € |
| 350 / VIAL | 65.06 € | |
|
CUBICIN 500 MG/VIAL
Διακοπή
|
500 / VIAL | 146.72 € |
| 500 / VIAL | 92.60 € |
CUBICIN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων (cSSTI)
σε: Ενήλικες και παιδιατρικούς (1 έως 17 ετών) ασθενείς
- L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα δεξιάς κοιλότητας (RIE) λόγω Staphylococcus aureus
σε: Ενήλικες ασθενείς
Η απόφαση χρήσης της δαπτομυκίνης συνιστάται να λαμβάνεται βάσει της αντιβακτηριακής ευαισθησίας του οργανισμού και εξειδικευμένης συμβουλής.
- I33 Οξεία και υποξεία ενδοκαρδίτιδα
-
βακτηριαιμία από Staphylococcus aureus (SAB)
σε: Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς (1 έως 17 ετών)
Στους ενήλικες, η χρήση σε βακτηριαιμία θα πρέπει να συσχετίζεται με RIE ή με cSSTI, ενώ στους παιδιατρικούς ασθενείς, η χρήση σε βακτηριαιμία θα πρέπει να συσχετίζεται με cSSTI. Η δαπτομυκίνη είναι δραστική μόνο κατά Gram θετικών βακτηρίων. Σε μεικτές λοιμώξεις όπου υπάρχει υπόνοια για Gram αρνητικά βακτήρια ή/και ορισμένους τύπους αναερόβιων βακτηρίων, το Daptomycin / DEMO θα πρέπει να συγχορηγείται μαζί με τον/τους κατάλληλο/ους αντιμικροβιακό/ούς παράγοντα/ες.
- A41 Άλλη σηψαιμία
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως
- Δόση έναρξης: 4 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρες
-
ΕνήλικεςΣε όλες τις ενδείξεις, χορηγείται άπαξ ημερησίως. Τα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατινίνης (CPK) πρέπει να μετρώνται κατά την έναρξη και σε τακτικά διαστήματα (τουλάχιστον εβδομαδιαίως).
-
Ενήλικες με cSSTI χωρίς ταυτόχρονη SABΔόση4 mg/kgΓια 7-14 μέρες ή μέχρι υποχώρησης της λοίμωξης.
-
Ενήλικες με cSSTI με ταυτόχρονη SABΔόση6 mg/kgΗ διάρκεια της θεραπείας μπορεί να χρειαστεί να είναι μεγαλύτερη από 14 ημέρες σύμφωνα με τον εκληφθέντα κίνδυνο επιπλοκών.
-
Ενήλικες με Γνωστή ή υποπτευόμενη RIE από Staphylococcus aureusΔόση6 mg/kgΗ διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι σε συμφωνία με τις διαθέσιμες επίσημες συστάσεις.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΕκτός από εκείνους με βαρειά νεφρική δυσλειτουργία, θα πρέπει να χορηγούνται οι συνιστώμενες δοσολογίες.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Βαθμός B)Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με βαρειά ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Βαθμός C)Να ασκείται προσοχή, δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (12 έως 17 ετών) με cSSTI χωρίς SABΔόση5 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρεςΜε έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών, διάρκεια έως 14 ημέρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (12 έως 17 ετών) με cSSTI συσχετιζόμενη με SABΔόση7 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρεςΜε έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών, διάρκεια έως 14 ημέρες ή μεγαλύτερη αν απαιτείται.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (7 έως 11 ετών) με cSSTI χωρίς SABΔόση7 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρεςΜε έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών, διάρκεια έως 14 ημέρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (7 έως 11 ετών) με cSSTI συσχετιζόμενη με SABΔόση9 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρεςΜε έγχυση σε περίοδο 30 λεπτών, διάρκεια έως 14 ημέρες ή μεγαλύτερη αν απαιτείται.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (2 έως 6 ετών) με cSSTI χωρίς SABΔόση9 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρεςΜε έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών, διάρκεια έως 14 ημέρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (2 έως 6 ετών) με cSSTI συσχετιζόμενη με SABΔόση12 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρεςΜε έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών, διάρκεια έως 14 ημέρες ή μεγαλύτερη αν απαιτείται.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (1 έως < 2 ετών) με cSSTI χωρίς SABΔόση10 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρεςΜε έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών, διάρκεια έως 14 ημέρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (1 έως < 2 ετών) με cSSTI συσχετιζόμενη με SABΔόση12 mg/kg άπαξ κάθε 24 ώρεςΜε έγχυση σε περίοδο 60 λεπτών, διάρκεια έως 14 ημέρες ή μεγαλύτερη αν απαιτείται.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς < 1 έτουςΔεν πρέπει να χορηγείται λόγω κινδύνου επιπτώσεων στο μυϊκό, νευρομυϊκό και/ή νευρικό σύστημα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΓενικάΕάν ταυτοποιηθεί εστία λοίμωξης διαφορετική από cSSTI και RIE μετά την έναρξη της θεραπείας, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η έναρξη εναλλακτικής αντιβακτηριακής θεραπείας.
-
Αναφυλαξία/αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΕάν παρουσιαστεί μια αλλεργική αντίδραση, διακόψτε τη χρήση και χορηγήστε την κατάλληλη θεραπεία.
-
ΠνευμονίαΤο Daptomycin / Δαπτομυκίνη δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία της πνευμονίας, καθώς δεν είναι αποτελεσματικό.
-
RIE από Staphylococcus aureusΠληθυσμόςπαιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
RIE από Staphylococcus aureusΠληθυσμόςασθενείς με λοιμώξεις της προσθετικής βαλβίδας ή λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα αριστερής πλευράςΗ αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης δεν έχει καταδειχθεί.
-
Εν τω βάθει λοιμώξειςΠληθυσμόςασθενείς με εν τω βάθει λοιμώξειςΘα πρέπει να διεξάγονται οι απαιτούμενες χειρουργικές επεμβάσεις (π.χ. χειρουργικό καθαρισμό, απομάκρυνση προσθετικών συσκευών, εγχείρηση αντικατάστασης βαλβίδας) χωρίς καθυστέρηση.
-
Λοιμώξεις από εντερόκοκκοΥπάρχουν ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης. Η δόση για τη θεραπεία λοιμώξεων από εντερόκοκκο δεν έχει προσδιοριστεί. Έχουν αναφερθεί αποτυχίες θεραπείας, σε μερικές περιπτώσεις συσχετιζόμενες με μειωμένη ευαισθησία ή αντίσταση στην δαπτομυκίνη.
-
Μη-ευαίσθητοι μικροοργανισμοίΕάν επέλθει επιλοίμωξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
-
Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile (CDAD)Εάν υπάρχει υποψία ή επιβεβαιωμένη CDAD, μπορεί να χρειαστεί η διακοπή του Daptomycin / Δαπτομυκίνη και η χορήγηση κατάλληλης θεραπείας.
-
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου/εργαστηριακών εξετάσεωνΈχει παρατηρηθεί ψευδής παράταση του χρόνου προθρομβίνης (ΡΤ) και αύξηση της διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (INR) όταν χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα ανασυνδυασμένα θρομβοπλαστικά αντιδραστήρια.
-
Φωσφοκινάση της κρεατίνης και μυοπάθειαΈχουν αναφερθεί αυξήσεις CPK, μυϊκοί πόνοι/αδυναμία, μυοσίτιδα, μυοσφαιριναιμία και ραβδομυόλυση. Συνιστάται παρακολούθηση CPK.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το σύστημα CYP450παρακολούθησηΑπίθανη αναστολή ή επαγωγή του μεταβολισμού τους από τη δαπτομυκίνη.
-
παρακολούθησηΗ φαρμακοκινητική της δαπτομυκίνης δεν άλλαξε σημαντικά.
-
παρακολούθησηΗ δαπτομυκίνη δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης, ούτε η βαρφαρίνη τροποποίησε την PK της δαπτομυκίνης. Περιορισμένη εμπειρία ταυτόχρονης χορήγησης.ΣύστασηΠαρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης τις πρώτες ημέρες από την έναρξη της θεραπείας.
-
ΠροβενεσίδηπαρακολούθησηΗ δαπτομυκίνη δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της προβενεσίδης, ούτε η προβενεσίδη τροποποίησε την PK της δαπτομυκίνης.
-
προσοχήΜικρές, μη στατιστικά σημαντικές αλλαγές στη φαρμακοκινητική δαπτομυκίνης και τομπραμυκίνης. Η αλληλεπίδραση με εγκεκριμένη δόση είναι άγνωστη.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που πιθανό να πυροδοτήσουν μυοπάθεια (π.χ. αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA)προσοχήΠεριστατικά αυξήσεων CPK και ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΣυνιστάται παροδική διακοπή, αν όχι, συχνότερη παρακολούθηση CPK και συμπτωμάτων μυοπάθειας.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική διήθηση (π.χ. ΜΣΑΦ και αναστολείς της COX-2)προσοχήΑύξηση επιπέδων δαπτομυκίνης στο πλάσμα, ενδεχόμενο φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης λόγω προσθετικών νεφρικών επιδράσεων.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
-
Αντιδραστήρια αναλύσεων χρόνου προθρομβίνης/διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (PT/INR)προσοχήΛανθασμένη επιμήκυνση του χρόνου προθρομβίνης και αύξηση της INR.ΣύστασηΕάν παρατηρηθούν μη αναμενόμενες τιμές PT/INR, να μελετάται πιθανή αλληλεπίδραση in vitro. Λήψη δειγμάτων για ελέγχους PT/INR κοντά στο χρόνο ύφεσης των συγκεντρώσεων της δαπτομυκίνης στο πλάσμα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μυκητιασικές λοιμώξεις
- Ουρολοίμωξη
- Λοίμωξη από κάντιντα (Συχνές)
- Μυκητιασαιμία (Όχι συχνές)
- Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile (Μη γνωστές)
- Αναιμία
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενία
- Θρομβοκυττάρωση (Όχι συχνές)
- Αύξηση της διεθνούς ομαλοποιημένης αναλογίας (INR) (Όχι συχνές)
- Λευκοκυττάρωση (Όχι συχνές)
- Παράταση του χρόνου προθρομβίνης (PT) (Σπάνιες)
- Υπερευαισθησία (αγγειοοίδημα, πνευμονική ηωσινοφιλία, αίσθηση στοματοφαρυγγικού οιδήματος, αναφυλαξία, αντιδράσεις στην έγχυση με ταχυκαρδία, συριγμό, πυρεξία, ρίγη, συστηματική έξαψη, ίλιγγο, συγκοπή και μεταλλική γεύση) (Μη γνωστές)
- Μειωμένη όρεξη (Όχι συχνές)
- Ηλεκτρολυτικές διαταραχές (Όχι συχνές)
- Υπεργλυκαιμία
- Άγχος
- Αϋπνία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Διαταραχές γεύσης
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Περιφερική νευροπάθεια (Μη γνωστές)
- Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία (Όχι συχνές)
- Έκτακτη (καρδιακή αρρυθμία) (Όχι συχνές)
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Εξάψεις
- Ηωσινοφιλική πνευμονία (Μη γνωστές)
- Βήχας (Μη γνωστές)
- Γαστρεντερικό και κοιλιακό άλγος (Συχνές)
- Τυμπανισμός και διάταση (Συχνές)
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Γλωσσίτιδα
- Μη-φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (αύξηση ALT, AST ή ALP) (Συχνές)
- Ίκτερος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (Μη γνωστές)
- Φυσαλλιδώδες εξάνθημα με επίδραση στο βλεννογόνο υμένα (SJS ή TEN) (Μη γνωστές)
- Πόνος στα άκρα
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθραλγία
- Μυϊκές κράμπες
- Ραβδομυόλυση
- Αυξημένη φωσφοκινάση της κρεατίνης ορού (CPK) (Συχνές)
- Μυοσίτιδα (Όχι συχνές)
- Αύξηση μυοσφαιρίνης (Όχι συχνές)
- Μυϊκός πόνος (Όχι συχνές)
- Αυξημένη γαλακτική δεϋδρογονάση ορού (LDH) (Όχι συχνές)
- Νεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας (Όχι συχνές)
- Αυξημένη κρεατινίνη ορού (Όχι συχνές)
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων (ΤΙΝ) (Μη γνωστές)
- Κολπίτιδα
- Αντιδράσεις στο σημείο της έγχυσης (Συχνές)
- Πυρεξία
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑντίδραση στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη φωσφοκινάση της κρεατίνης ορούΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξη από CandidaΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη-φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (αύξηση ALT, AST ή ALP)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΜυκητιασικές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΤυμπανισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΈκτακτη (καρδιακή αρρυθμία)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γαλακτική δεϋδρογονάση ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση INRΑίμα
-
Όχι συχνέςΑύξηση μυοσφαιρίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΗλεκτρολυτικές διαταραχέςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜυκητιασαιμίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειαςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΠαράταση χρόνου προθρομβίνηςΑίμα
-
Μη γνωστέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων (ΤΙΝ)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΔιάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficileΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλική πνευμονίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησία (αγγειοοίδημα, πνευμονική ηωσινοφιλία, αίσθηση στοματοφαρυγγικού οιδήματος, αναφυλαξία, αντιδράσεις στην έγχυση με ταχυκαρδία, συριγμό, πυρεξία, ρίγη, συστηματική έξαψη, ίλιγγο, συγκοπή και μεταλλική γεύση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΦυσαλλιδώδες εξάνθημα με επίδραση στο βλεννογόνο υμένα (SJS ή TEN)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για τη δαπτομυκίνη σχετικά με τις εγκυμοσύνες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες αρνητικές επιδράσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Daptomycin / Δαπτομυκίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο, δηλαδή μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου.
-
ΘηλασμόςΑποφεύγεταιΣε μια μελέτη μιας μεμονωμένης περίπτωσης σε άνθρωπο, χορηγείτο ενδοφλεβίως δαπτομυκίνη δόσης 500 mg/ημέρα για 28 ημέρες σε μια θηλάζουσα μητέρα, και το μητρικό γάλα της ασθενούς συλλεγόταν για μια περίοδο 24 ωρών κατά την 27η ημέρα. Η υψηλότερη συγκέντρωση δαπτομυκίνης που μετρήθηκε στο μητρικό γάλα ήταν 0,045 mcg/mL, η οποία είναι μια μικρή συγκέντρωση. Έτσι, μέχρι την απόκτηση περισσότερης εμπειρίας, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται όταν το Daptomycin / Δαπτομυκίνη χορηγείται σε θηλάζουσες γυναίκες.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα για τη δαπτομυκίνη. Μελέτες σε ζώα δεν άμεσες ή έμμεσες αρνητικές επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, Άλλα αντιβακτηριακά, κωδικός ATC: J01XX09
Μηχανισμός δράσης
Η δαπτομυκίνη είναι ένα κυκλικό λιποπεπτίδιο φυσικό προϊόν το οποίο είναι δραστικό μόνο κατά των Gram θετικών βακτηρίων. Ο μηχανισμός δράσης, περιλαμβάνει τη δέσμευση (κατά την παρουσία ιόνων ασβεστίου) στις μεμβράνες των βακτηριακών κυττάρων που βρίσκονται τόσο σε φάση ανάπτυξης όσο και σε στατική φάση, και οδηγεί σε αποπόλωση που προκαλεί ταχεία αναστολή της σύνθεσης των πρωτεϊνών, του DNA και του RNA. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο των βακτηριακών κυττάρων με αμελητέα κυτταρική λύση.
Σχέση PK/PD
Η δαπτομυκίνη in vitro και in vivo σε ζωικά μοντέλα παρουσιάζει ταχεία, εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση, βακτηριοκτόνο δράση κατά των Gram θετικών οργανισμών. Σε ζωικά μοντέλα οι AUC/MIC και Cmax/MIC συσχετίζονται με την αποτελεσματικότητα και την προβλεπόμενη νέκρωση βακτηριδίων in vivo σε εφάπαξ δόσεις που ισοδυναμούν με ανθρώπινες ενήλικες δόσεις των 4 mg/kg και 6 mg/kg άπαξ ημερησίως.
Μηχανισμοί αντοχής
Στελέχη με μειωμένη ευαισθησία στη δαπτομυκίνη έχουν αναφερθεί κυρίως κατά τη διάρκεια αγωγής σε ασθενείς των οποίων η θεραπεία είναι δύσκολη ή/και κατόπιν χορήγησης για μεγάλες χρονικές περιόδους. Συγκεκριμένα, έχουν γίνει αναφορές για αποτυχία της θεραπείας σε ασθενείς με λοιμώξεις από Staphylococcus aureus, Enterococcus faecalis ή Enterococcus faecium, συμπεριλαμβανομένων βακτηριαιμικών ασθενών, όπου έχουν συσχετιστεί με την επιλογή των οργανισμών με μειωμένη ευαισθησία ή απλά αντίσταση στην δαπτομυκίνη κατά την διάρκεια της θεραπείας. Ο/οι μηχανισμός(οί) αντίστασης στη δαπτομυκίνη δεν έχει(ουν) κατανοηθεί πλήρως.
Όρια της δοκιμής ευαισθησίας
Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από το European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST) για την δαπτομυκίνη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx
Ευαισθησία
Ο επιπολασμός της ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλει γεωγραφικά και χρονικά για τα επιλεγμένα είδη και είναι προτιμότερο να υπάρχουν τοπικές πληροφορίες σχετικά με την ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζονται σοβαρές λοιμώξεις. Ανάλογα με τις ανάγκες, θα πρέπει να επιζητείται συμβουλή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος που η χρησιμότητα του φαρμάκου τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων είναι αμφισβητήσιμη.
Συνήθως Ευαίσθητα Είδη
- Staphylococcus aureus *
- Staphylococcus haemolyticus
- Σταφυλόκοκκοι πηκτάση αρνητικοί
- Streptococcus agalactiae*
- Streptococcus dysgalactiae subsp equisimilis*
- Streptococcus pyogenes*
- Στρεπτόκοκκοι Ομάδας G
- Clostridium perfringens
- Peptostreptococcus spp
Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
-
Οργανισμοί Gram αρνητικοί
-
(υποδεικνύει είδη κατά των οποίων θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί ικανοποιητικά η δραστικότητα σε κλινικές μελέτες).
Κλινική αποτελεσματικότητα σε ενήλικες
Σε δύο κλινικές δοκιμές ενηλίκων με επιπεπλεγμένες δερματικές λοιμώξεις και λοιμώξεις των μαλακών μορίων, 36% των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε δαπτομυκίνη ανταποκρίθηκαν στα κριτήρια του συνδρόμου συστηματικής φλεγμονώδους απόκρισης (SIRS). Ο πιο συχνός τύπος λοίμωξης για την οποία χορηγήθηκε θεραπεία ήταν λοίμωξη πληγής (38% των ασθενών) ενώ ποσοστό 21% είχαν μείζονα αποστήματα.
Σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη ανοιχτού σχεδιασμού μελέτη σε 235 ενήλικες ασθενείς με βακτηριαιμία από Staphylococcus aureus, 19 από τους 120 ασθενείς που έλαβαν αγωγή με δαπτομυκίνη πληρούσαν τα κριτήρια για RIE. Τα ποσοστά επιτυχίας σε ασθενείς με RIE παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα.
| Πληθυσμός | Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) | Διαφορές στην επιτυχία Ποσοστά (95% CI) |
|---|---|---|---|
| ITT - RIE | 8/19 (42,1%) | 7/16 (43,8%) | -1,6% (-34,6, 31,3) |
| PP - RIE | 6/12 (50,0%) | 4/8 (50,0%) | 0,0% (-44,7, 44,7) |
Αποτυχία στη θεραπεία λόγω εμμένουσων ή υποτροπιαζόντων λοιμώξεων από Staphylococcus aureus παρατηρήθηκε σε 19/120 (15,8%) των ασθενών που έλαβαν δαπτομυκίνη, σε 9/53 (16,7%) αυτών που έλαβαν βανκομυκίνη και σε 2/62 (3,2%) των ασθενών που έλαβαν αντι-σταφυλοκκοκική ημισυνθετική πενικιλλίνη. Αυτό συμπεριλαμβάνει έξι ασθενείς που έλαβαν δαπτομυκίνη και έναν που έλαβε βανκομυκίνη που παρουσίασαν αύξηση στις MICs της δαπτομυκίνης κατά τη διάρκεια ή έπειτα από τη θεραπεία. Οι περισσότεροι ασθενείς που απέτυχαν λόγω αντοχής ή υποτροπής της λοίμωξης από Staphylococcus aureus είχαν εν τω βάθει λοίμωξη και δεν είχαν λάβει την απαραίτητη χειρουργική παρέμβαση.
Κλινική αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης αξιολογήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 17 ετών (Μελέτη DAP-PEDS-07-03) με cSSTI που προκλήθηκε από θετικά κατά Gram παθογόνα. Οι ασθενείς εντάχθηκαν σε καλά προσδιορισμένες ηλικιακές ομάδες και έλαβαν δόσεις ανάλογα με την ηλικία άπαξ ημερησίως για 14 ημέρες. Το βασικό καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν το κλινικό αποτέλεσμα όπως ορίσθηκε από το χορηγό στη δοκιμή της θεραπείας (test-of-cure, TOC).
Συνολικά 389 άτομα υποβλήθηκαν σε αγωγή στην μελέτη (256 δαπτομυκίνη, 133 καθιερωμένη θεραπεία). Σε όλους τους πληθυσμούς τα ποσοστά κλινικής επιτυχίας ήταν συγκρίσιμα μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας.
Περίληψη των κλινικών αποτελεσμάτων που ορίστηκαν από το χορηγό για τη TOC σε Παιδιατρικές cSSTI:
| Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) | % διαφορά | |
|---|---|---|---|
| Πρόθεση-για-θεραπεία | 227/257 (88,3%) | 114/132 (86,4%) | 2,0 |
| Τροποποιημένη πρόθεση-για-θεραπεία | 186/210 (88,6%) | 92/105 (87,6%) | 0,9 |
| Κλινικά αξιολογήσιμη | 204/207 (98,6%) | 99/99 (100%) | -1,5 |
| Μικροβιολογικά αξιολογήσιμη (ΜΑ) | 164/167 (98,2%) | 78/78 (100%) | -1,8 |
Περίληψη των συνολικών ποσοτών θεραπευτικής ανταπόκρισης με βάση τον τύπο του αρχικού παθογόνου οργανισμού (ΜΑ πληθυσμός) σε Παιδιατρικές cSSTI:
| Παθογόνος οργανισμός | Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) |
|---|---|---|
| Staphylococcus aureus (MSSA) | 68/69 (99%) | 28/29 (97%) |
| Staphylococcus aureus (MRSA) | 63/66 (96%) | 34/34 (100%) |
| Streptococcus pyogenes | 17/18 (94%) | 5/5 (100%) |
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της δαπτομυκίνης αξιολογήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 1 έως 17 ετών (Μελέτη DAP-PEDBAC-11-02) με βακτηριαιμία που προκλήθηκε από Staphylococcus aureus. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 στις ηλικιακές ομάδες και τους δόθηκαν δόσεις εξαρτώμενες από την ηλικία άπαξ ημερησίως για έως και 42 ημέρες. Δε συμμετείχαν στη μελέτη ασθενείς ηλικίας 1 έως <2 ετών.
Σύνοψη της καθορισμένης από τον τυφλό Αξιολογητή κλινικής έκβασης στην TOC σε Παιδιατρική SAB:
| Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό Φάρμακο n/N (%) | % διαφορά | |
|---|---|---|---|
| Τροποποιημένη πρόθεση-για-θεραπεία (MITT) | 46/52 (88,5%) | 19/24 (79,2%) | 9,3% |
| Μικροβιολογικά τροποποιημένη πρόθεση-για-θεραπεία (mMITT) | 45/51 (88,2%) | 17/22 (77,3%) | 11,0% |
| Κλινικά αξιολογίσιμη (CE) | 36/40 (90,0%) | 9/12 (75,0%) | 15,0% |
Ποσοστά μικροβιολογικής επιτυχίας στην Παιδιατρική SAB (mMITT πληθυσμός):
| Παθογόνο | Δαπτομυκίνη n/N (%) | Συγκριτικό φάρμακο n/N (%) |
|---|---|---|
| Staphylococcus aureus ευαίσθητος στη μεθυκιλλίνη (MSSA) | 43/44 (97,7%) | 19/19 (100,0%) |
| Staphylococcus aureus ανθεκτικός στη μεθυκιλλίνη (MRSA) | 6/7 (85,7%) | 3/3 (100,0%) |
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης είναι γενικώς γραμμικές και ανεξάρτητες από τον χρόνο σε δόσεις από 4 έως 12 mg/kg χορηγούμενες ως μία εφάπαξ δόση ημερησίως μέσω 30-λεπτών ενδοφλέβιας έγχυσης για διάστημα έως 14 ημερών σε υγιείς ενήλικες εθελοντές. Συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται μέχρι την τρίτη ημερήσια δόση.
Η χορήγηση της δαπτομυκίνης ως μια 2-λεπτών ενδοφλέβια ένεση επίσης παρουσίασε ανάλογη με τη δοσολογία φαρμακοκινητική στο εγκεκριμένο διάστημα θεραπευτικής δόσης από 4 σε 6 mg/kg. Συγκριτική έκθεση (AUC και Cmax) παρουσιάστηκε σε υγιείς ενήλικες εθελοντές μετά από χορήγηση δαπτομυκίνης ως μια 30-λεπτών ενδοφλέβια έγχυση ή ως μια 2-λεπτών ενδοφλέβια ένεση.
Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η δαπτομυκίνη δεν απορροφάται σε σημαντικό βαθμό κατόπιν χορήγησης από του στόματος.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της δαπτομυκίνης σε υγιή ενήλικα άτομα ήταν περίπου 0,1 l/kg και ήταν ανεξάρτητος από τη δόση. Μελέτες κατανομής στους ιστούς που πραγματοποιήθηκαν σε αρουραίους έδειξαν ότι η δαπτομυκίνη φαίνεται να διαπερνά ελάχιστα το φραγμό αίματος-εγκεφάλου και το φραγμό του πλακούντα κατόπιν άπαξ και πολλαπλών δόσεων.
Η δαπτομυκίνη δεσμεύεται αναστρέψιμα σε πρωτεΐνες ανθρώπινου πλάσματος κατά τρόπο που δεν εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Σε υγιείς ενήλικες εθελοντές στους οποίους χορηγήθηκε δαπτομυκίνη, η δέσμευση στις πρωτεΐνες παρατηρήθηκε κατά μέσο όρο στο 90% συμπεριλαμβανομένων και ενήλικων ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία.
Βιομετασχηματισμός
Σε μελέτες in vitro, η δαπτομυκίνη δεν μεταβολιζόταν από ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα. Οι μελέτες in vitro με ανθρώπινα ηπατοκύτταρα δείχνουν ότι η δαπτομυκίνη δεν αναστέλλει ούτε επάγει τις δραστηριότητες των ακόλουθων ισόμορφων μορφών του ανθρώπινου P450: 1A2, 2A6, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4. Είναι απίθανο η δαπτομυκίνη να αναστείλει ή να επαγάγει το μεταβολισμό των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το σύστημα διαμεσολάβησης του P450.
Μετά από έγχυση 14^δαπτομυκίνης σε υγιείς ενήλικες, η ραδιενέργεια πλάσματος ήταν παρόμοια με τη συγκέντρωση που καθορίζεται από τη μικροβιολογική ανάλυση. Ανενεργοί μεταβολίτες είχαν ανιχνευθεί στα ούρα, όπως καθορίζει η διαφορά των συνολικών ραδιενεργών συγκεντρώσεων και των μικροβιολογικά ενεργών συγκεντρώσεων. Σε μια ξεχωριστή μελέτη, δεν είχαν παρατηρηθεί μεταβολίτες στο πλάσμα, και μικρές ποσότητες τριών οξειδωτικών μεταβολιτών και μιας μη ταυτοποιημένης ουσίας ανιχνεύτηκαν στα ούρα. Ο τόπος του μεταβολισμού δεν έχει ταυτοποιηθεί.
Αποβολή
Η δαπτομυκίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεκίδης και δαπτομυκίνης δεν επιδρά στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαπτομυκίνης στον άνθρωπο, πράγμα που υποδεικνύει ότι υπάρχει ελάχιστη έως μηδενική δραστική σωληναριακή έκκριση δαπτομυκίνης.
Κατόπιν ενδοφλέβιας χορήγησης, η κάθαρση της δαπτομυκίνης στο πλάσμα είναι περίπου 7 ως 9 mL/h/kg και η νεφρική της κάθαρση 4 ως 7 mL/h/kg.
Σε μια μελέτη mass balance χρησιμοποιώντας ραδιοσεσημασμένο υλικό, το 78% της χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε από τα ούρα με βάση τη συνολική ραδιενέργεια, ενώ η ανάκτηση στα ούρα αμετάβλητης δαπτομυκίνης ήταν περίπου το 50% της δόσης. Περίπου 5% της χορηγηθείσας ραδιοσήμανσης απεκκρίθηκε μέσω των κοπράνων.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι: Η μέση συνολική κάθαρση της δαπτομυκίνης ήταν περίπου 35% χαμηλότερη και η μέση AUC0-∞ περίπου 58% υψηλότερη στα ηλικιωμένα άτομα (> 75 ετών) συγκρινόμενα με τους νέους. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας με βάση μόνο την ηλικία, αλλά αξιολόγηση νεφρικής λειτουργίας και μείωση δόσης σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
- Παιδιά και έφηβοι (1 έως 17 χρονών): Η PK σε εφήβους (12-17) όμοια με ενήλικες. Σε παιδιά 7-11 ετών, υψηλότερη κάθαρση και μικρότερος χρόνος ημιζωής. Σε παιδιά 2-6 ετών, υψηλότερη κάθαρση και μικρότερος χρόνος ημιζωής από εφήβους. Σε παιδιά 13-24 μηνών, όμοια κάθαρση και χρόνος ημιζωής με 2-6 ετών. Οι εκθέσεις (AUC) σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι γενικά χαμηλότερες από ότι στους ενήλικες σε συγκρίσιμες δόσεις.
- Παχυσαρκία: Συστηματική έκθεση (AUC) περίπου 28% υψηλότερη σε μέτρια παχύσαρκα (ΔΜΣ 25-40 kg/m2) και 42% υψηλότερη σε εξαιρετικά παχύσαρκα άτομα (ΔΜΣ > 40 kg/m2). Δεν θεωρείται αναγκαία ρύθμιση της δοσολογίας βάσει μόνο της παχυσαρκίας.
- Φύλο: Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές διαφορές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων.
- Φυλή: Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές διαφορές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων της δαπτομυκίνης στους Μαύρους ή στους Ιάπωνες σε σχέση με τους Καυκάσιους.
- Νεφρική δυσλειτουργία: Η συνολική κάθαρση δαπτομυκίνης (CL) μειώθηκε και η συστηματική έκθεση (AUC) αυξήθηκε καθώς η νεφρική λειτουργία μειώθηκε. Σε ασθενείς σε HD ή CAPD, η AUC ήταν 2-φορές υψηλότερη την πρώτη ημέρα και 1,3-φορές υψηλότερη τη δεύτερη ημέρα σε σχέση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Το δοσολογικό σχήμα σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει τεκμηριωθεί.
- Ηπατική δυσλειτουργία: Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες δεν μεταβάλλονται σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B). Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας. Δεν έχουν αξιολογηθεί οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Τάξη C).