DIAZEPAM
Διαζεπάμη
### Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η διαζεπάμη είναι μία ηρεμιστική βενζοδιαζεπίνη με αντισπασμωδικές, κατασταλτικές, μυοχαλαρωτικές και αμνηστικές ιδιότητες.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς
- Χορήγηση: μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος τουλάχιστον 4 ωρών, μετά από πάροδο μεσοδιαστήματος 1-4 ωρών, ανά 24ωρο, 30-60 λεπτά αργότερα
- Δόση έναρξης: 10 mg ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς
- Τιτλοποίηση: μπορεί να επαναληφθεί μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος τουλάχιστον 4 ωρών, επαναλαμβάνεται μετά από πάροδο μεσοδιαστήματος 1-4 ωρών, μπορεί να επαναληφθεί, εάν είναι απαραίτητο, 30-60 λεπτά αργότερα
-
ΕνήλικεςΔόση10 mgΓια οξείες σοβαρές μορφές άγχους ή διέγερσης, οξείς μυϊκούς σπασμούς. Μπορεί να επαναληφθεί μετά από 4 ώρες. Για ψυχωτικό παραλήρημα 10-20 mg. Για τέτανο αρχική δόση 0,1-0,3 mg/kg, επαναλαμβάνεται μετά 1-4 ώρες, ή 3-10 mg/kg/24ωρο σε συνεχή έγχυση. Για επιληπτική κατάσταση/σπασμούς λόγω δηλητηριάσεων 10-20 mg, επαναλαμβάνεται εάν χρειάζεται μετά 30-60 λεπτά. Μέγιστη δόση σε έγχυση 3 mg/kg/24ωρο. Ως προ-εγχειρητική αγωγή 0,2 mg/kg, συνήθης δόση 10-20 mg.
-
Ηλικιωμένοι ή εξασθενημένοι ασθενείςΟι χορηγούμενες δόσεις δεν θα πρέπει να ξεπερνούν το ήμισυ των συνιστώμενων δόσεων.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΓια επιληπτική κατάσταση/σπασμούς λόγω δηλητηριάσεων/εμπύρετους σπασμούς: 0,2-0,3 mg/kg ή 1 mg ανά έτος ηλικίας. Για τέτανο: όπως οι δόσεις ενηλίκων. Ως προ-εγχειρητική αγωγή: 0,2 mg/kg ενδοφλεβίως με αργή έγχυση 0,5 ml ανά λεπτό.
-
ΝεογνάΔεν συνιστάται η χορήγηση και δεν έχει τεκμηριωθεί η συνιστώμενη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις βενζοδιαζεπίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Φοβικές ή εμμονικές καταστάσεις, χρόνιες ψυχώσεις, υπερκινητικότητα
-
Οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, αναπνευστική καταστολή, οξεία ή χρόνια σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
-
Σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας στον ύπνο
-
Σοβαρή νευρομυϊκή αναπνευστική αδυναμία, συμπεριλαμβανομένης της ασταθούς μυασθένειας gravis
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
Οξεία πορφυρία
-
Εγκυμοσύνη ή προγραμματισμός εγκυμοσύνης
-
Κατάθλιψη ή άγχος που συνοδεύεται από κατάθλιψη (ως μονοθεραπεία)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ενδομυϊκή χορήγησηΛαμβάνεται υπόψη η αύξηση κρεατινικής φωσφοκινάσης ορού σε διαφορική διάγνωση εμφράγματος μυοκαρδίου. Χρήση μόνο αν αδύνατη η ενδοφλέβια χορήγηση.
-
Ταυτόχρονη χρήση με οπιοειδήπροσοχήΣυνταγογράφηση μόνο αν δεν υπάρχουν εναλλακτικές. Χρήση χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης και μικρότερης διάρκειας θεραπείας (βλ. Δοσολογία). Ενημέρωση ασθενών και φροντιστών.
-
Ταυτόχρονη χρήση με αλκοόλ και/ή άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣπροσοχήΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης.
-
Ανάπτυξη ανοχήςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με οργανικές εγκεφαλικές βλάβες (ειδικά αρτηριοσκλήρυνση) ή καρδιοαναπνευστική ανεπάρκειαΙδιαίτερη προσοχή στην προσαρμογή της δόσης.
-
ΕξάρτησηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αλκοολισμού, εθισμού σε φαρμακευτικές ουσίες, ή διαταραχές προσωπικότηταςΤακτική παρακολούθηση. Αποφυγή επαναλαμβανόμενης συνταγογράφησης. Σταδιακή διακοπή της θεραπείας.
-
Στερητικά συμπτώματα (απόσυρσης)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με επιληψία ή ιστορικό κρίσεων, εξαρτημένοι από αλκοόλ ή άλλες ουσίεςΔιάρκεια αγωγής όσο το δυνατόν συντομότερη (βλ. Δοσολογία). Σταδιακή διακοπή της αγωγής. Ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με επιληψία ή ιστορικό κρίσεων.
-
Υποτροπή αϋπνίας και άγχους (Rebound effect)προσοχήΕνημέρωση ασθενούς για πιθανότητα εμφάνισης φαινομένου υποτροπής. Σταδιακή διακοπή αγωγής.
-
Διάρκεια θεραπείαςπροσοχήΌσο το δυνατόν βραχύτερης διάρκειας (βλ. Δοσολογία). Τακτική επανεξέταση (όχι πέραν των 4 εβδομάδων). Συνολική διάρκεια αγωγής όχι πάνω από 8-12 εβδομάδες (συμπεριλαμβανομένης σταδιακής διακοπής). Ενημέρωση ασθενούς για περιορισμένη διάρκεια και σταδιακή μείωση δόσης.
-
ΑμνησίαπροσοχήΟι ασθενείς να είναι σε θέση να έχουν συνεχόμενο ύπνο 7-8 ωρών μετά τη λήψη του φαρμάκου.
-
Πένθος/απώλειαΗ ψυχολογική προσαρμογή του ασθενούς μπορεί να παρεμποδιστεί από τις βενζοδιαζεπίνες.
-
Ψυχιατρικές και «παράδοξες» αντιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά, ηλικιωμένοι, ασθενείς με διαταραχή προσωπικότηταςΙδιαίτερη προσοχή στη συνταγογράφηση σε ασθενείς με διαταραχή προσωπικότητας. Διακοπή χορήγησης αν εμφανιστούν οι αντιδράσεις.
-
Ασθενείς με κατάθλιψηαντένδειξηΝα μην χορηγείται ως μονοθεραπεία για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης ή του άγχους που συνοδεύεται από κατάθλιψη.
-
Ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ουσιών και ασθενείς που λαμβάνουν δισουλφιράμηπροσοχήΙδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ουσιών. Να μην χορηγείται ταυτόχρονα με δισουλφιράμη.
-
Ασθενείς με φοβίες και/ή χρόνιες ψυχώσειςΔεν συνιστάται η χορήγηση.
-
Ασθενείς με αυτοκτονικό ιδεασμόπροσοχήΔεν πρέπει να έχουν πρόσβαση σε μεγάλες ποσότητες διαζεπάμης.
-
Ασθενείς με ψυχικές παθήσειςΔεν συνιστώνται για την αρχική αντιμετώπιση.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιάΧορήγηση μόνο μετά προσεκτική εκτίμηση ανάγκης. Διάρκεια αγωγής η ελάχιστη δυνατή.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς κάτω των 6 μηνώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Ηλικιωμένοι και εξασθενημένοι ασθενείςπροσοχήΝα λαμβάνουν μειωμένη δόση (βλ. Δοσολογία). Προσοχή λόγω κινδύνου πτώσεων και επακόλουθων καταγμάτων ισχίου.
-
Ηπατική ανεπάρκειααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται.
-
Ηπατική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατική νόσοΗ δοσολογία μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί.
-
Νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΛαμβάνονται οι συνήθεις προφυλάξεις. Ρύθμιση δόσης συνήθως δεν είναι απαραίτητη.
-
Καρδιοαναπνευστική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκειαΣυνιστάται χαμηλότερη δόση.
-
Καρδιοαναπνευστική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους απότομη πτώση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να επιφέρει καρδιαγγειακές ή αγγειοεγκεφαλικές επιπλοκέςΧορήγηση με προσοχή.
-
Προπυλενογλυκόλη (Έκδοχο)προσοχήΠληθυσμόςΝεογνάΣυγχορήγηση με οποιοδήποτε υπόστρωμα αλκοολικής αφυδρογονάσης (π.χ. αιθανόλη) μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Βενζοϊκό οξύ και βενζοϊκό νάτριο (Έκδοχο)προσοχήΠληθυσμόςΝεογέννητα βρέφη (μέχρι 4 εβδομάδων)Μπορεί να αυξήσει τον ίκτερο.
-
Αιθανόλη (Έκδοχο)Η μικρή ποσότητα αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δεν θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.
-
Βενζυλική αλκοόλη (Έκδοχο)προσοχήΜπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
-
Βενζυλική αλκοόλη (Έκδοχο)προσοχήΠληθυσμόςΝεογνάΗ ενδοφλέβια χορήγηση έχει συσχετισθεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και θανάτους («σύνδρομο βαριάς αναπνοής»).
-
Βενζυλική αλκοόλη (Έκδοχο)προσοχήΠληθυσμόςΜικρά παιδιάΑυξημένος κίνδυνος λόγω της συσσώρευσης.
-
Βενζυλική αλκοόλη (Έκδοχο)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαΜεγάλοι όγκοι να χρησιμοποιούνται με προσοχή και μόνο όταν είναι απαραίτητο, λόγω κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση).
-
Νάτριο (Έκδοχο)Το φάρμακο είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΟπιοειδήαντένδειξηΑυξάνει τον κίνδυνο για καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο λόγω της αθροιστικής κατασταλτικής δράσης στο ΚΝΣ.ΣύστασηΗ δόση και η διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης θα πρέπει να περιοριστούν.
-
ΑλκοόλαντένδειξηΕπιτείνεται η κατασταλτική δράση του ΚΝΣ. Επηρεάζει την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.ΣύστασηΔεν θα πρέπει να λαμβάνεται με ταυτόχρονη λήψη οινοπνεύματος.
-
Οξυβικό νάτριοαντένδειξηΕνίσχυση της δράσης του οξυβικού νατρίου.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Αναστολείς των πρωτεασών HIVαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος για παρατεταμένη καταστολή.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Άλλοι παράγοντες που δρουν στο ΚΝΣ (νευροληπτικά, αγχολυτικά/ηρεμιστικά, υπνωτικά, αντικαταθλιπτικά, αντισπασμωδικά, ηρεμιστικά αντιισταμινικά, αντιψυχωσικά, αναισθητικά για γενική αναισθησία και ναρκωτικά αναλγητικά)προσοχήΜπορεί να αυξηθεί η κατασταλτική δράση και να προκαλέσει καταστολή των αναπνευστικών και καρδιαγγειακών λειτουργιών.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή στη φαρμακολογική δράση των παραγόντων αυτών.
-
Αντιεπιληπτικά φάρμακαπροσοχήΤόσο καταστολή όσο και αύξηση των επιπέδων του φαρμάκου, καθώς επίσης και περιπτώσεις καμίας μεταβολής. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να είναι πιο έντονες με τη συγχορήγηση υδαντοϊνών ή βαρβιτουρικών.ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη ρύθμιση της δόσης στα αρχικά στάδια της θεραπείας.
-
προσοχήΑθροιστικές δράσεις στο ΚΝΣ, αυξημένος κίνδυνος για καταστολή και αναπνευστική καταστολή. Μειώνει τη δράση της διαζεπάμης.
-
Βαλπροϊκό νάτριοπροσοχήΑυξημένα επίπεδα ορού διαζεπάμης, αυξημένος κίνδυνος υπνηλίας.
-
Ναρκωτικά αναλγητικάπροσοχήΕνίσχυση της ευεξίας μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της ψυχικής εξάρτησης.
-
Σισαπρίδη, λοφεξιδίνη, ναβιλόνη, δισουλφιράμη, τα μυοχαλαρωτικά μπακλοφένη, τιζανιδίνη, σουξαμεθόνιο, τουβοκουραρίνηπροσοχήΕνισχύουν την κατασταλτική δράση της διαζεπάμης.
-
προσοχήΜειώνουν την κάθαρση και μπορεί να ενισχύσουν τη δράση των βενζοδιαζεπινών.
-
αντένδειξηΑυξήσουν τα επίπεδα των βενζοδιαζεπινών στο πλάσμα. Οι επιδράσεις των βενζοδιαζεπινών μπορεί να αυξηθούν και να διαρκέσουν περισσότερο.ΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης των βενζοδιαζεπινών. Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση ή να μειώνεται η δόση της διαζεπάμης.
-
Ριφαμυκίνες (ριφαμπικίνη)αντένδειξηΑυξάνει σημαντικά τον ηπατικό μεταβολισμό και την κάθαρση της διαζεπάμης. Μειωμένη δράση της διαζεπάμης.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση ριφαμπικίνης και διαζεπάμης θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Αντιυπερτασικά, αγγειοδιασταλτικά, διουρητικά (αναστολείς ΜΕΑ, α-αποκλειστές, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, αδρενεργικοί αποκλειστές, β-αποκλειστές, μοξονιδίνη, νιτρικά, υδραλαζίνη, μινοξιδίλη, νιτροπρωσσικό νάτριο, διουρητικά)προσοχήΕνισχυμένη υποτασική δράση. Ενισχυμένη κατασταλτική δράση με α-αποκλειστές ή μοξονιδίνη.
-
ΝτοπαμινεργικάπροσοχήΠιθανός ανταγωνισμός της δράσης της λεβοντόπας.
-
Αντιικοί παράγοντες (αταζαναβίρη, ριτοναβίρη, δελαβιρδίνη, εφαβιρένζη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη, σακουϊναβίρη)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος καταστολής και αναπνευστικής καταστολής.ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
παρακολούθησηΑυξημένη κάθαρση της ζιδοβουδίνης.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικάπροσοχήΠαρεμπόδιση του οξειδωτικού μεταβολισμού της διαζεπάμης. Αυξημένες επιδράσεις της διαζεπάμης. Σημαντική μητρορραγία.
-
προσοχήΕξουδετέρωση των φαρμακοδυναμικών επιδράσεων της διαζεπάμης, π.χ. μείωση της καταστολής και των ψυχοκινητικών επιδράσεων.
-
προσοχήΜειωμένη ηρεμιστική και αγχολυτική δράση της διαζεπάμης.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της διαζεπάμης στο πλάσμα (με πιθανή αύξηση της καταστολής και αμνησία). Η Cmax αυξάνεται κατά 1,5 φορά και η AUC κατά 3,2 φορές. Πιθανώς αυξημένη επίδραση της διαζεπάμης.
-
Αντιψυχωσικά (Ζοτεπίνη)προσοχήΟι συγκεντρώσεις της ζοτεπίνης στο πλάσμα ενδέχεται να αυξηθούν.
-
Αντιψυχωσικά (Κλοζαπίνη)προσοχήΣοβαρή υπόταση, κατάρρευση, απώλεια συνείδησης, αναπνευστική καταστολή και δυνητικά θανατηφόρα αναπνευστική ανακοπή. Υπερβολική σιελόρροια.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά την έναρξη αγωγής με κλοζαπίνη.
-
Αντιψυχωσικά (Ολανζαπίνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπότασης, βραδυκαρδίας και αναπνευστικής καταστολής όταν χορηγούνται βενζοδιαζεπίνες παρεντερικώς.
-
προσοχήΑυξάνει τον ηπατικό μεταβολισμό της διαζεπάμης. Μειωμένη επίδραση της διαζεπάμης.
-
παρακολούθησηΑυξάνει τον ηπατικό μεταβολισμό της διαζεπάμης. Μειωμένη επίδραση της διαζεπάμης. Ο μεταβολισμός της φαινυτοΐνης μπορεί να αυξηθεί, να μειωθεί ή να παραμείνει αμετάβλητος.ΣύστασηΟι συγκεντρώσεις της φαινυτοΐνης θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά όταν προστίθεται ή διακόπτεται η αγωγή της διαζεπάμης.
-
προσοχήΠαρεμπόδιση του οξειδωτικού μεταβολισμού της διαζεπάμης. Αυξημένο χρόνο ημιζωής και αυξημένη συγκέντρωση (ΑUC) της διαζεπάμης στο πλάσμα. Υπνηλία, μειωμένη ψυχοκινητική απόδοση και μνήμη.ΣύστασηΘα πρέπει να προτιμάται η χρήση βενζοδιαζεπινών που μεταβολίζονται μέσω μη οξειδωτικής οδού.
-
Κορτικοστεροειδή (χρόνια χρήση)προσοχήΑύξηση του μεταβολισμού της διαζεπάμης. Μειωμένη επίδραση της διαζεπάμης.
-
προσοχήΑναστέλλει τον ηπατικό μεταβολισμό της διαζεπάμης, μειώνοντας την κάθαρσή της και επιμηκύνοντας τον χρόνο ημιζωής της. Αυξημένη δράση της διαζεπάμης και αυξημένος κίνδυνος υπνηλίας.ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης της διαζεπάμης.
-
προσοχήΕπιμηκύνει τον χρόνο ημιζωής της αποβολής της διαζεπάμης και αυξάνει τις συγκεντρώσεις της διαζεπάμης (AUC) του πλάσματος περίπου 30%-120%. Αυξημένη δράση της διαζεπάμης.ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης της διαζεπάμης.
-
προσοχήΠαρατεταμένο χρόνο ημιζωής και αυξάνει τη συγκέντρωση (AUC) της διαζεπάμης του πλάσματος περίπου 80%. Αυξημένη επίδραση της διαζεπάμης.ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης της διαζεπάμης.
-
προσοχήΕπιμήκυνση του χρόνου ημιζωής της διαζεπάμης και 35% αύξηση της συγκέντρωσης (AUC) της διαζεπάμης στο πλάσμα. Αυξημένη επίδραση της διαζεπάμης.
-
παρακολούθησηΑναστέλλει τον μεταβολισμό της διαζεπάμης, με αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και μειωμένη κάθαρση της διαζεπάμης. Αυξημένη επίδραση της διαζεπάμης.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.
-
προσοχήΜειωμένος μεταβολισμός της διαζεπάμης που οδηγεί σε παράταση του χρόνου ημιζωής και σε αυξημένη συγκέντρωση της διαζεπάμης στο πλάσμα. Αυξημένος κίνδυνος αναστολής του ΚΝΣ, όπως καταστολή.
-
προσοχήΑυξημένη απορρόφηση της διαζεπάμης. Προσωρινή αύξηση των κατασταλτικών επιδράσεων της από του στόματος χορηγούμενης διαζεπάμης.
-
προσοχήΜειωμένη επίδραση της λεβοντόπας σε μικρό αριθμό περιπτώσεων.
-
προσοχήΕνισχυμένη επίδραση, αυξημένη καταστολή λόγω ανταγωνιστικής αναστολής του μεταβολισμού της κεταμίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Θρομβοκυτοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας
- Μεταβολικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της μεταβολικής οξέωσης, αυξημένο χάσμα ανιόντων και υπερωσμωτικότητα (ως συνέπεια τοξικότητας της προπυλενογλυκόλης)
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Ψυχιατρικές και παράδοξες αντιδράσεις (διέγερση, ανησυχία, αναταραχή, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, παραίσθηση, μανία, ψευδαισθήσεις, ψυχώσεις, απώλεια μνήμης, εφιάλτες, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις της συμπεριφοράς)
- Συναισθηματική έκπτωση
- Μειωμένη εγρήγορση
- Υπνηλία
- Αταξία
- Τρόμος
- Προχωρητική αμνησία
- Διαταραχές ισορροπίας
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Απώλεια συνείδησης
- Δυσαρθρία
- Ίλιγγος
- Συγκοπή
- μειωμένη κινητική ικανότητα
- Δυσκολίες στη συγκέντρωση
- μπερδεμένος λόγος
- Αναστρέψιμες διαταραχές της όρασης: θολή όραση, διπλωπία, νυσταγμός
- Βραδυκαρδία
- καρδιακή ανεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένης καρδιακής ανακοπής
- Υπόταση
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Φλεβική θρόμβωση
- τοπικές αντιδράσεις
- Αναπνευστική καταστολή
- Αναπνευστική ανακοπή
- Αυξημένη βρογχική έκκριση
- Άπνοια
- επιδείνωση της αποφρακτικής πνευμονοπάθειας
- Γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, διάρροια)
- Αυξημένη σιελόρροια
- Ξηροστομία
- Αυξημένη όρεξη
- Ίκτερος
- μεταβολές στις ηπατικές παραμέτρους (αύξηση των ALT, AST, αλκαλικής φωσφατάσης)
- Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (κνησμός, ερύθημα, εξάνθημα)
- Μυασθένεια
- Κατακράτηση ούρων
- Ακράτεια
- Γυναικομαστία
- Ανικανότητα
- αυξημένη ή μειωμένη σεξουαλική επιθυμία (libido)
- Κούραση
- συμπτώματα στέρησης (άγχος, πανικός, αίσθημα παλμών, εφίδρωση, τρόμος, γαστρεντερικές διαταραχές, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, διαταραχή αισθητηριακής αντίληψης, μυϊκοί σπασμοί, κακουχία, απώλεια όρεξης, παρανοϊκή ψύχωση, παραλήρημα, επιληπτικές κρίσεις, πονοκέφαλος, μυϊκός πόνος, κατάθλιψη, αϋπνία, ανησυχία, σύγχυση και εμφάνιση φαινομένων ανάκαμψης)
- πόνος ή ερεθισμός στο σημείο της ένεσης
- Αναφυλαξία
- Αύξηση τρανσαμινασών
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ειδικότερα κατά το πρώτο και το τελευταίο τρίμηνο της κύησης, εκτός εάν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι.Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την ασφάλεια της διαζεπάμης στην εγκυμοσύνη, ούτε υπάρχουν στοιχεία από μελέτες σε ζώα, ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από τη χρήση της. Εάν η διαζεπάμη έχει συνταγογραφηθεί σε γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας, θα πρέπει να ενημερωθεί ώστε να συμβουλευθεί άμεσα τον γιατρό της σχετικά με τη διακοπή της διαζεπάμης εάν σκοπεύει να καταστεί ή υποψιάζεται ότι είναι έγκυος. Τα αποτελέσματα αναδρομικών μελετών δείχνουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών σε βρέφη μητέρων που έλαβαν διαζεπάμη κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Τα βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες που έπαιρναν βενζοδιαζεπίνες κατά τα τελευταία στάδια της εγκυμοσύνης είναι δυνατόν να εμφανίσουν φυσική εξάρτηση και μπορεί να υπάρξει κίνδυνος εμφάνισης στερητικών συμπτωμάτων κατά τη μεταγεννητική περίοδο. Έχει παρατηρηθεί μια αύξηση στον καρδιακό ρυθμό του εμβρύου μετά τη χρήση της διαζεπάμης κατά τη διάρκεια του τοκετού. Υποκινητικότητα, υποτονία, υποθερμία, άπνοια, προβλήματα σίτισης, υπερχολερυθρυναιμία και πυρηνικός ίκτερος έχουν αναφερθεί σε νεογνά που γεννήθηκαν από μητέρες που έλαβαν μεγάλες δόσεις διαζεπάμης (γενικά μεγαλύτερες από 30 mg) λίγο πριν τον τοκετό.
-
ΓαλουχίαΗ διαζεπάμη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες.Η διαζεπάμη ανευρίσκεται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΜελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει μείωση στα ποσοστά κύησης και μειωμένο αριθμό απογόνων που επιβίωσαν σε υψηλές δόσεις φαρμάκου.Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει μείωση στα ποσοστά κύησης και μειωμένο αριθμό απογόνων που επιβίωσαν σε υψηλές δόσεις φαρμάκου. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ανθρώπινο πληθυσμό.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η διαζεπάμη είναι μία ηρεμιστική βενζοδιαζεπίνη με αντισπασμωδικές, κατασταλτικές, μυοχαλαρωτικές και αμνηστικές ιδιότητες.
Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του άγχους και της διέγερσης, ως ηρεμιστικό και ως προεγχειρητική φαρμακευτική αγωγή, στον έλεγχο των μυϊκών συσπάσεων στον τέτανο και στη διαχείριση των συμπτωμάτων στέρησης από το αλκοόλ. Σημαντική είναι η χορήγηση του φαρμάκου σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ορθοπεδικές επεμβάσεις, ενδοσκόπηση και καρδιομετατροπή.
Η διαζεπάμη μεταβολίζεται σε δύο ενεργούς μεταβολίτες, εκ των οποίων ο ένας, η δεσμεθυλ-διαζεπάμη, έχει παρατεταμένο χρόνο ημιζωής. Επομένως, η διαζεπάμη είναι μία βενζοδιαζεπίνη μακράς δράσης και οι επαναλαμβανόμενες δόσεις μπορεί να επιφέρουν συσσώρευση του φαρμάκου.
Η διαζεπάμη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Η ηπατική ή η νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να επιφέρουν παράταση της δράσης της διαζεπάμης. Συνιστάται να χορηγείται το ήμισυ των συνιστώμενων δόσεων σε ηλικιωμένους και εξασθενημένους ασθενείς.
Κατά την παρατεταμένη χορήγηση, όπως για παράδειγμα στη θεραπεία του τετάνου, η χορηγούμενη δόση θα πρέπει να μειώνεται γενικά μετά την πάροδο 6-7 ημερών, προκειμένου να μειωθεί η πιθανότητα συσσώρευσης και παρατεταμένης καταστολής του ΚΝΣ.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η διαζεπάμη είναι μία ηρεμιστική βενζοδιαζεπίνη με αντισπασμωδικές, κατασταλτικές, μυοχαλαρωτικές και αμνηστικές ιδιότητες. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του άγχους και της διέγερσης, ως ηρεμιστικό και ως προεγχειρητική…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση αναπνευστικής καταστολής | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | Στενά | Συγχορήγηση με οπιοειδή |
| Κλινική παρακολούθηση γενικότερης καταστολής | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενά | Συγχορήγηση με οπιοειδή |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή (Description):
- Diazepam, μια βενζοδιαζεπίνη με αντισπασμωτική, αγχολυτική, υπνοτικά/ηρεμιστική, μυοχαλαρωτική και αμνησιογόνα ιδιότητα, καθώς και μακρά διάρκεια δράσης. Οι δράσεις του οφείλονται στην ενίσχυση της δραστηριότητας του γ-αμινoβουτυρικού οξέος (GABA).
- Χρησιμοποιείται στη θεραπεία σοβαρών αγχωτικών διαταραχών, ως υπνωτικό στη βραχυπρόθεσμη διαχείριση της αϋπνίας, ως ηρεμιστικό και premedicant, ως αντισπασμωτικό, και στη διαχείριση συνδρόμου απόσυρσης αλκοόλ. (Από Martindale, The Extra Pharmacopoeia, 30th ed, p589)
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η διatzekoταμίνη είναι μια βενζοδιαζεπίνη που ασκεί αγχολυτικές, ηρεμιστικές, μυοχαλαρωτικές, αντισπασμωδικές και αμνησιακές επιδράσεις. Πιστεύεται ότι οι περισσότερες από αυτές τις επιδράσεις προκύπτουν από την ενίσχυση της δράσης του γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA), ενός ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η διatzekoταμίνη είναι ηρεμιστικό βενζοδιαζεπινών με αντισπασμωδικές, ηρεμιστικές, μυοχαλαρωτικές και αμνησιακές ιδιότητες. Οι βενζοδιαζεπίνες, όπως η διatzekoταμίνη, συνδέονται με υποδοχείς σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού. Αυτή η σύνδεση αυξάνει τις ανασταλτικές επιδράσεις του γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA). Οι λειτουργίες του GABA περιλαμβάνουν τη συμμετοχή του ΚΝΣ στην πρόκληση ύπνου. Επίσης, εμπλέκεται στον έλεγχο της ύπνωσης, της μνήμης, του άγχους, της επιληψίας και της νευρωνικής διέγερσης.
Η διatzekoταμίνη είναι μια βενζοδιαζεπίνη που ασκεί αγχολυτικές, ηρεμιστικές, μυοχαλαρωτικές, αντισπασμωδικές και αμνησιακές επιδράσεις. Πιστεύεται ότι οι περισσότερες από αυτές τις επιδράσεις προκύπτουν από την ενίσχυση της δράσης του γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA), ενός ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Οι βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται ευρέως στην κλινική αναισθησία ως προεμετική αγωγή, αλλά και για την πρόκληση γενικής αναισθησίας. Πρόσφατες in vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι οι υποδοχείς τύπου Α γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος, που φέρουν μια κλασική θέση σύνδεσης υψηλής συγγένειας για τις βενζοδιαζεπίνες, διαθέτουν μια άλλη «μη κλασική» θέση σύνδεσης για τις βενζοδιαζεπίνες. Προς το παρόν, δεν είναι σαφές εάν, και σε ποιο βαθμό, αυτή η νέα μη κλασική θέση σύνδεσης έχει σημασία για τις δράσεις των βενζοδιαζεπινών στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Επειδή ο νεοφλοιός εμπλέκεται στη διαμεσολάβηση των ηρεμιστικών και υπνωτικών ιδιοτήτων των γενικών αναισθητικών, … οι δράσεις της διatzekoταμίνης /ποσοτικοποιήθηκαν/ σε ένα ευρύ φάσμα συγκεντρώσεων (από 10 nM έως 100 μM) σε οργανοτυπικές καλλιέργειες φετών χρησιμοποιώντας εξωκυτταρικές πολυμονάδικες καταγραφές αυθόρμητης δραστηριότητας δυναμικού δράσης. Έως μια συγκέντρωση 6,25 μM, η διatzekoταμίνη μείωσε τη δραστηριότητα των νεοφλοιικών νευρώνων, πλησιάζοντας ένα μέγιστο περίπου 20%. Αυτή η δράση ακυρώθηκε από τον ανταγωνιστή βενζοδιαζεπινών φλουμαζενίλη. Σε συγκεντρώσεις >12,5 μM, η διatzekoταμίνη προκάλεσε μια δεύτερη εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση μείωση της δραστηριότητας του δικτύου. Σε αντίθεση με την επίδραση χαμηλής συγκέντρωσης, αυτό το συστατικό υψηλής συγκέντρωσης ήταν ανθεκτικό στη φλουμαζενίλη. Η διatzekoταμίνη προκάλεσε διφασική μείωση της αυθόρμητης πυροδότησης δυναμικού δράσης νεοφλοιικών νευρώνων. Οι χαμηλές έως μέτριες συγκεντρώσεις προκάλεσαν μονότονη, ήπια καταστολή που διαμεσολαβείται μέσω της κλασικής θέσης σύνδεσης, καθώς ανταγωνίζεται από τη φλουμαζενίλη. Ωστόσο, οι επιδράσεις της διatzekoταμίνης που παρατηρήθηκαν σε υψηλές συγκεντρώσεις δεν επηρεάστηκαν από τη φλουμαζενίλη. Ως εκ τούτου, αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν την έννοια τουλάχιστον 2 διαφορετικών θέσεων σύνδεσης για τις βενζοδιαζεπίνες στους υποδοχείς γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος τύπου Α. Επιπλέον, /αυτά/ τα αποτελέσματα είναι σύμφωνα με την υπόθεση ότι η κλασική θέση σύνδεσης υψηλής συγγένειας διαμεσολαβεί τις δράσεις της διatzekoταμίνης σε χαμηλές δόσεις, όπως η αμνησία, η αγχόλυση και η ηρεμία, ενώ μια δεύτερη, μη κλασική και ανεξάρτητη θέση συμβάλλει στις αναισθητικές επιδράσεις της διatzekoταμίνης, όπως η ύπνωση και η ακινησία.
Οι αγωνιστές ή οι αντίστροφοι αγωνιστές της θέσης βενζοδιαζεπινών ενισχύουν ή μειώνουν αντίστοιχα την αναστολή των νευρώνων που διαμεσολαβείται από τους υποδοχείς γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (Α) (GABA(A)). Πρόσφατα, αποδείχθηκε ότι η σημειακή μετάλλαξη γ2F77I προκαλεί δραστική αλλαγή στην συγγένεια μιας ποικιλίας αγωνιστών ή αντίστροφων αγωνιστών βενζοδιαζεπινών σε μελέτες δέσμευσης υποδοχέων. Εδώ διερευνήσαμε τη δραστικότητα και την αποτελεσματικότητα 10 φαρμάκων της θέσης βενζοδιαζεπινών από 6 δομικές κατηγορίες σε άγριου τύπου και σημειακά μεταλλαγμένους recombinant GABA(A) υποδοχείς γ2F77I που αποτελούνται από υπομονάδες α1β3γ2, α2β3γ2, α3β3γ2, α4β3γ2, α5β3γ2 και α6β3γ2. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι επιδράσεις των φαρμάκων της θέσης βενζοδιαζεπινών ζολπιδέμη, ζοπικλόνη, Cl218872, L-655,708 και DMCM εξαλείφθηκαν σχεδόν πλήρως σε όλους τους μεταλλαγμένους υποδοχείς έως συγκέντρωση 1 μM. Οι επιδράσεις της βρεταζέμης, Ro15-1788 ή αμπεκαρνίλης εξαλείφθηκαν σε ορισμένους, αλλά όχι σε όλους τους μεταλλαγμένους υποδοχείς, υποδηλώνοντας ότι η μετάλλαξη γ2F77I επηρεάζει διαφορικά τις δράσεις αυτών των φαρμάκων σε διαφορετικούς υποτύπους υποδοχέων. Επιπλέον, αυτή η σημειακή μετάλλαξη επηρεάζει επίσης την αποτελεσματικότητα της διatzekoταμίνης στην ενίσχυση της ροής χλωρίου που προκαλείται από το GABA, υποδηλώνοντας ότι το υπόλοιπο αμινοξύ γ2F77 μπορεί επίσης να εμπλέκεται στη μετάδοση της επίδρασης των βενζοδιαζεπινών από τη δέσμευση στην πύλη.
Αν και ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο η διatzekoταμίνη ασκεί τις αντιεπιληπτικές της επιδράσεις είναι άγνωστος, μελέτες σε ζώα και in vitro υποδηλώνουν ότι η διatzekoταμίνη δρα για την καταστολή των επιληπτικών κρίσεων μέσω αλληλεπίδρασης με τους υποδοχείς γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος τύπου Α (GABAA). Το GABA, το κύριο ανασταλτικό νευροδιαβιβαστικό στο κεντρικό νευρικό σύστημα, δρα σε αυτόν τον υποδοχέα για να ανοίξει το κανάλι της μεμβράνης, επιτρέποντας τη ροή ιόντων χλωρίου μέσα στους νευρώνες. Η είσοδος ιόντων χλωρίου προκαλεί ανασταλτικό δυναμικό που μειώνει την ικανότητα των νευρώνων να αποπολωθούν στο κατώφλι που απαιτείται για την παραγωγή δυναμικών δράσης. Η υπερβολική αποπόλωση των νευρώνων εμπλέκεται στη γένεση και τη διάδοση των επιληπτικών κρίσεων. Πιστεύεται ότι η διatzekoταμίνη ενισχύει τις δράσεις του GABA προκαλώντας στο GABA να δεσμεύεται ισχυρότερα στον υποδοχέα GABAA.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη ΔΙΑΖΕΠΑΜ (8 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, θεωρείται ότι η διatzekoταμίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα, καθώς απορροφάται >90% της διatzekoταμίνης και ο μέσος χρόνος για την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι 1 – 1,5 ώρες με εύρος 0,25 έως 2,5 ώρες. Η απορρόφηση καθυστερεί και μειώνεται όταν χορηγείται με ένα γεύμα μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά. Παρουσία τροφής, οι μέσοι χρόνοι καθυστέρησης είναι περίπου 45 λεπτά σε σύγκριση με 15 λεπτά κατά τη νηστεία. Υπάρχει επίσης αύξηση στον μέσο χρόνο για την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων σε περίπου 2,5 ώρες παρουσία τροφής σε σύγκριση με 1,25 ώρες κατά τη νηστεία. Αυτό οδηγεί σε μέση μείωση της Cmax κατά 20% επιπλέον της μείωσης 27% στην AUC (εύρος 15% έως 50%) όταν χορηγείται με τροφή.
Η διatzekoταμίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα, κυρίως ως γλυκουρονιδικά συζεύγματα.
Σε νέους υγιείς άνδρες, ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι 0,8 έως 1,0 L/kg.
Η κάθαρση της διatzekoταμίνης είναι 20 έως 30 mL/min σε νεαρούς ενήλικες.
Το κλύσμα διatzekoταμίνης απορροφάται καλά μετά από ορθική χορήγηση, φτάνοντας σε μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε 1,5 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του κλύσματος διatzekoταμίνης σε σύγκριση με το ενέσιμο Valium είναι 90%. Ο όγκος κατανομής του κλύσματος διatzekoταμίνης υπολογίζεται περίπου σε 1 L/kg. … Τόσο η διatzekoταμίνη όσο και ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της δεσμεθυλδιatzekoταμίνη συνδέονται εκτενώς με πρωτεΐνες του πλάσματος (95-98%).
Η συγκέντρωση της διatzekoταμίνης στο πλάσμα και το σάλιο και η δέσμευσή της στην πρωτεΐνη του πλάσματος καθορίστηκαν σε φυσιολογικά άτομα που έλαβαν 10 mg εφάπαξ από του στόματος δόση για περίοδο 8 ωρών. Βρέθηκε γραμμική σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της διatzekoταμίνης στο πλάσμα και αυτής στο μικτό και παρωτιδικό σάλιο, σε συγκεντρώσεις πλάσματος που κυμαίνονται από 196-74,8 ug/mL. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ των συγκεντρώσεων στο παρωτιδικό σάλιο και στο μικτό σάλιο κατά τη διάρκεια 8 ωρών μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση διatzekoταμίνης και ότι η εμφάνιση διatzekoταμίνης στο σάλιο μπορεί να παρέχει μια εναλλακτική, μη επεμβατική μέθοδο προσδιορισμού των επιπέδων διatzekoταμίνης στο πλάσμα.
Ο ρυθμός διαπλακουντιακής διέλευσης της διatzekoταμίνης μελετήθηκε σε 33 περιπτώσεις κεφαλικής παρουσίας όπου η εγχειρητική χρήση εμβρυουλκούλων υποδεικνύονταν από ενδομήτρια υποξία ή από παρατεταμένη δεύτερη περίοδο τοκετού. Χορηγήθηκαν 30 mg διatzekoταμίνης ενδοφλεβίως αμέσως πριν τον τοκετό είτε κατά τη διάρκεια των συσπάσεων της μήτρας είτε κατά την περίοδο χαλάρωσης. Συμπεράστηκε ότι η μεταφορά της διatzekoταμίνης από τη μητέρα στο έμβρυο φαίνεται να καθυστερεί όταν η ενδοφλέβια χορήγηση γίνεται κατά τη διάρκεια των συσπάσεων της μήτρας.
Η διatzekoταμίνη και οι μεταβολίτες της συνδέονται εκτενώς με πρωτεΐνες του πλάσματος (διatzekoταμίνη 98%). Η διatzekoταμίνη και οι μεταβολίτες της διέρχονται τους φραγμούς αίματος-εγκεφάλου και πλακούντα και βρίσκονται επίσης στο μητρικό γάλα σε συγκεντρώσεις περίπου το ένα δέκατο αυτών στο μητρικό πλάσμα (ημέρες 3 έως 9 μετά τον τοκετό).
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΔΙΑΖΕΠΑΜ (11 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Παρά την υψηλή δέσμευση σε πρωτεΐνες του πλάσματος (98-99%) - κυρίως αλβουμίνη και σε μικρότερο βαθμό α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη - η διatzekoταμίνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς και διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και είναι ιδιαίτερα λιπόφιλη, γεγονός που προκαλεί τη γρήγορη μείωση των αρχικών επιδράσεων καθώς ανακατανέμεται σε λιποαποθήκες και ιστούς.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η διatzekoταμίνη υφίσταται N-απoμεθυλίωση από CYP3A4 και 2C19 στον ενεργό μεταβολίτη N-δεσμεθυλδιatzekoταμίνη, και υδροξυλίωση από CYP3A4 στον ενεργό μεταβολίτη τεμαζεπάμη. Τόσο η N-δεσμεθυλδιatzekoταμίνη όσο και η τεμαζεπάμη μεταβολίζονται περαιτέρω σε οξαζεπάμη. Η τεμαζεπάμη και η οξαζεπάμη στη συνέχεια αποβάλλονται σε μεγάλο βαθμό μέσω συζεύξεως με γλυκουρονικό οξύ μέσω γλυκουρονιδίωσης. Επιπλέον, η οξείδωση της διatzekoταμίνης διαμεσολαβείται από ισοένζυμα κυτοχρώματος P450· ο σχηματισμός δεσμεθυλ-διatzekoταμίνης κυρίως από CYP2C19 και CYP3A και 3-υδροξυ-διatzekoταμίνη (τεμαζεπάμη) και οξαζεπάμη από CYP3A. Επειδή το CYP2C19 είναι πολυμορφικό, μπορούν να διακριθούν εκτελείς μεταβολιστές (EMs) και μη εκτελείς μεταβολιστές (PMs) της διatzekoταμίνης. Οι PMs της διatzekoταμίνης έδειξαν σημαντικά χαμηλότερη κάθαρση (12 έναντι 26 mL/min) και μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής αποβολής (88 έναντι 41 ώρες) της διatzekoταμίνης από τους EMs μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση. Επίσης, οι PMs είχαν χαμηλότερη κάθαρση, υψηλότερη AUC και μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής αποβολής της δεσμεθυλδιatzekoταμίνης.
Η διatzekoταμίνη υφίσταται N-απoμεθυλίωση από CYP3A4 και 2C19 στον ενεργό μεταβολίτη N-δεσμεθυλδιatzekoταμίνη, και υδροξυλίωση από CYP3A4 στον ενεργό μεταβολίτη τεμαζεπάμη. Η N-δεσμεθυλδιatzekoταμίνη και η τεμαζεπάμη μεταβολίζονται περαιτέρω σε οξαζεπάμη. Η τεμαζεπάμη και η οξαζεπάμη αποβάλλονται σε μεγάλο βαθμό μέσω γλυκουρονιδίωσης.
/Ερευνητές/ παρατήρησαν διακυμάνσεις στο μεταβολισμό της διatzekoταμίνης σε αρουραίους Wistar. /Οι συγγραφείς/ μελέτησαν προσεκτικά αυτές τις διακυμάνσεις και βρήκαν ότι οι διακυμάνσεις είναι διμορφικές και περίπου το 17% των αρρένων αρουραίων Wistar που εξετάστηκαν έδειξαν δύο φορές υψηλότερες μεταβολικές δραστηριότητες διatzekoταμίνης στα μικροσωμάτια του ήπατός τους από τα υπόλοιπα ζώα σε συγκεντρώσεις υποστρώματος μικρότερες από 5 μM. /Ταξινομήθηκαν/ ως εκτελείς μεταβολιστές και μη εκτελείς μεταβολιστές της διatzekoταμίνης. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά φύλου στη συχνότητα εμφάνισης εκτελεστών μεταβολιστών. Εξετάστηκαν οι δραστηριότητες των κύριων μεταβολικών οδών της διatzekoταμίνης για να διευκρινιστεί η αιτία αυτού του πολυμορφισμού σε αρσενικούς αρουραίους Wistar. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στις δραστηριότητες της 3-υδροξυλίωσης της διatzekoταμίνης ή της N-απομεθυλίωσης μεταξύ των εκτελεστών και των μη εκτελεστών μεταβολιστών αρουραίων, ενώ η δραστηριότητα της p-υδροξυλίωσης της διatzekoταμίνης ήταν σημαντικά (περισσότερο από 200 φορές) υψηλότερη στους εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίους, υποδεικνύοντας ότι αυτή η αντίδραση είναι υπεύθυνη για τον πολυμορφισμό του μεταβολισμού της διatzekoταμίνης σε αρουραίους Wistar. Εξετάσαμε τα επίπεδα έκφρασης του CYP2D1, το οποίο αναφέρθηκε ότι καταλύει την p-υδροξυλίωση της διatzekoταμίνης σε αρουραίους Wistar, για να βρούμε μη διαφορές στα επίπεδα έκφρασης του CYP2D1 μεταξύ των εκτελεστών και των PM αρουραίων. Η κινητική μελέτη του μεταβολισμού της διatzekoταμίνης σε αρσενικούς αρουραίους Wistar αποκάλυψε ότι οι εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίοι είχαν σημαντικά υψηλότερη V(max) και μικρότερη K(m) στην p-υδροξυλίωση της διatzekoταμίνης από εκείνους των μη εκτελεστών μεταβολιστών αρουραίων, υποδεικνύοντας την παρουσία ενζύμου p-υδροξυλάσης υψηλής συγγένειας και υψηλής χωρητικότητας στους εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίους. Ως αποτέλεσμα, σε χαμηλές συγκεντρώσεις διatzekoταμίνης, οι κύριες οδοί μεταβολισμού της διatzekoταμίνης ήταν η p-υδροξυλίωση και η 3-υδροξυλίωση σε αρσενικούς εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίους, ενώ σε αρσενικούς μη εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίους, η 3-υδροξυλίωση ακολουθούμενη από N-απομεθυλίωση. Λόγω αυτής της κινητικής φύσης της δραστηριότητας p-υδροξυλάσης, οι εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίοι είχαν σημαντικά υψηλότερη συνολική CL(int) της διatzekoταμίνης από εκείνη των μη εκτελεστών μεταβολιστών αρουραίων. Ο πολυμορφισμός στο μεταβολισμό της διatzekoταμίνης στους ανθρώπους είναι καλά τεκμηριωμένος, αλλά αυτή είναι η πρώτη αναφορά που αποκαλύπτει την παρουσία του πολυμορφισμού στο μεταβολισμό της διatzekoταμίνης σε αρουραίους. Τα τρέχοντα αποτελέσματα υποδηλώνουν πολυμορφική έκφραση νέου ενζύμου p-υδροξυλίωσης διatzekoταμίνης με χαμηλότερη K(m) από το CYP2D1 σε εκτελεστές μεταβολιστές αρουραίους Wistar.
Η διatzekoταμίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την τεμαζεπάμη και τη νορδιαζεπάμη.
Ηπατική μέσω του συστήματος ενζύμων Κυτοχρώματος P450. Ο κύριος ενεργός μεταβολίτης είναι η δεσμεθυλδιatzekoταμίνη, εκτός από δευτερεύοντες ενεργούς μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένων της τεμαζεπάμης και της οξαζεπάμης. Οδός Απέκκρισης: Η διatzekoταμίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα, κυρίως ως γλυκουρονιδικά συζεύγματα. Χρόνος Ημιζωής: Διφασικός 1-2 ημέρες και 2-5 ημέρες, ενεργοί μεταβολίτες με μεγάλους χρόνους ημιζωής.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Η διatzekoταμίνη έχει διφασικό χρόνο ημιζωής με αρχική ταχεία φάση κατανομής που ακολουθείται από παρατεταμένη τελική φάση αποβολής 1 ή 2 ημερών· η δράση της παρατείνεται περαιτέρω από τον ακόμη μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής 2-5 ημερών του κύριου ενεργού μεταβολίτη της, της δεσμεθυλδιatzekoταμίνης (νορδιαζεπάμη), της σχετικής αναλογίας της οποίας αυξάνεται στον οργανισμό με μακροχρόνια χορήγηση. Ο χρόνος ημιζωής της διatzekoταμίνης στο πλάσμα παρατείνεται σε νεογνά, σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική νόσο.
… Ο χρόνος ημιζωής κατανομής (άλφα) της διatzekoταμίνης είναι περίπου 1 ώρα, ενώ ο χρόνος ημιζωής αποβολής (βήτα) είναι αρχικά περίπου 1,5 ημέρα και ακόμη μεγαλύτερος μετά από παρατεταμένη θεραπεία.
Σε τελειόμηνα βρέφη, αναφέρονται χρόνοι ημιζωής αποβολής περίπου 30 ωρών, με μεγαλύτερο μέσο χρόνο ημιζωής 54 ωρών που αναφέρεται σε πρόωρα βρέφη 28 - 34 εβδομάδων κύησης και 8 - 81 ημερών μετά τον τοκετό. Τόσο σε πρόωρα όσο και σε τελειόμηνα βρέφη, ο ενεργός μεταβολίτης δεσμεθυλδιatzekoταμίνη δείχνει στοιχεία συνεχούς συσσώρευσης σε σύγκριση με παιδιά. Οι μεγαλύτεροι χρόνοι ημιζωής σε βρέφη μπορεί να οφείλονται σε ατελή ωρίμανση των μεταβολικών οδών.
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής αυξάνεται κατά περίπου 1 ώρα για κάθε έτος ηλικίας, ξεκινώντας από χρόνο ημιζωής 20 ωρών στα 20 έτη ηλικίας.
Σε ήπια και μέτρια κίρρωση, ο μέσος χρόνος ημιζωής αυξάνεται. Η μέση αύξηση έχει αναφερθεί ποικιλοτρόπως από 2-πλάσια έως 5-πλάσια, με ατομικούς χρόνους ημιζωής άνω των 500 ωρών. … Ο μέσος χρόνος ημιζωής παρατείνεται επίσης με ηπατική ίνωση σε 90 ώρες (εύρος 66 - 104 ώρες), με χρόνια ενεργό ηπατίτιδα σε 60 ώρες (εύρος 26 - 76 ώρες) και με οξεία ιογενή ηπατίτιδα σε 74 ώρες (εύρος 49 - 129).
Για περισσότερα δεδομένα Βιολογικού Χρόνου Ημιζωής (Πλήρη) για τη ΔΙΑΖΕΠΑΜ (7 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
- Παράγοντες που χορηγούνται σε συνδυασμό με αναισθητικά για την αύξηση της αποτελεσματικότητας, τη βελτίωση της χορήγησης ή τη μείωση της απαιτούμενης δόσης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
- Φάρμακα που προκαλούν υπνηλία ή ύπνο ή μειώνουν την ψυχολογική διέγερση ή το άγχος.
- Ετερογενής ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση μυϊκής χαλάρωσης, εκτός των νευρομυϊκών αποκλειστικών παραγόντων. Έχουν τις κύριες κλινικές και θεραπευτικές τους χρήσεις στη θεραπεία του μυϊκού σπασμού και της ακινησίας που σχετίζονται με διαστρέμματα, διαστρέμματα και τραυματισμούς της πλάτης και, σε μικρότερο βαθμό, τραυματισμούς του αυχένα. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ποικίλων κλινικών καταστάσεων που έχουν κοινό μόνο την παρουσία υπερδραστηριότητας των σκελετικών μυών, για παράδειγμα, τους μυϊκούς σπασμούς που μπορεί να εμφανιστούν σε ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ. (από Smith and Reynard, Textbook of Pharmacology, 1991, p358)
- Παράγοντες που ανακουφίζουν από το άγχος, την ένταση και τις αγχώδεις διαταραχές, προάγουν την ηρεμία και έχουν ηρεμιστικό αποτέλεσμα χωρίς να επηρεάζουν τη σαφήνεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ χρησιμοποιούνται συνήθως στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
- Υπερβραχείας δράσης αναισθητικά που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση. Η απώλεια συνείδησης είναι ταχεία και η πρόκληση είναι ευχάριστη, αλλά δεν υπάρχει μυϊκή χαλάρωση και τα αντανακλαστικά συχνά δεν μειώνονται επαρκώς. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση οδηγεί σε συσσώρευση και παρατείνει τον χρόνο ανάρρωσης. Δεδομένου ότι αυτοί οι παράγοντες έχουν ελάχιστη ή καθόλου αναλγητική δράση, σπάνια χρησιμοποιούνται μόνοι τους εκτός από σύντομες μικρές διαδικασίες. (από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p174)
- Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν οι τροποποιητές: μια θέση στην οποία δρουν οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των καναλιών χλωρίου που ενεργοποιούνται από το γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ· μια θέση στην οποία δρουν τα ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του καναλιού· και μια θέση στην οποία μπορεί να δρουν ορισμένα στεροειδή. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
Q3JTX2Q7TU
DIAZEPAM
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Βενζοδιαζεπίνη
Χημική Δομή [CS] - Βενζοδιαζεπίνες
Η διatzekoταμίνη είναι Βενζοδιαζεπίνη.
DIAZEPAM
Βενζοδιαζεπίνες [CS]; Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
DIAZEPAM INTENSOL
Βενζοδιαζεπίνες [CS]; Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
DIAZEPAM ORAL
Βενζοδιαζεπίνη [EPC]; Βενζοδιαζεπίνες [CS]
DIAZEPAM ORAL SOLUTION (CONCENTRATE)
Βενζοδιαζεπίνες [CS]; Βενζοδιαζεπίνη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ ΣΤ N05BA01Παρατεταμένοι / επαναλαμβανόμενοι σπασμοί στην κοινότητα (Status epilepticus)
- Παρατεταμένη ή σε σειρά επιληπτική κρίση εκτός νοσοκομείου
Δοσολογία: Κατά περίπτωση · Εφάπαξ
Απόσυρση / Deprescribing
Βενζοδιαζεπίνες και άλλα υπνωτικά (συμπεριλαμβανομένων Ζ φαρμάκων)
Η διακοπή πρέπει να είναι ευέλικτη. Ο ρυθμός μείωσης πρέπει να είναι ανεκτός για τον ασθενή. Ο ρυθμός εξαρτάται από την αρχική δόση της βενζοδιαζεπίνης, τη διάρκεια χρήσης και την κλινική ανταπόκριση του ασθενή. [BNF, CKS benzodiazepines] Οι βραχυπρόθεσμοι χρήστες (μόνο 2 έως 4 εβδομάδες) μπορούν συνήθως να διακόψουν εντός 2 έως 4 εβδομάδων. [BNF] Για τους μακροχρόνιους χρήστες, η διακοπή πρέπει να είναι σταδιακή για να αποφευχθεί η σύγχυση, η τοξική ψύχωση και οι σπασμοί. [STOPP-START, BNF, CKS benzodiazepines] Μεταβείτε σε μια περίπου ισοδύναμη δόση διαζεπάμης. [BNF, CKS benzodiazepines] Σταθεροποιηθείτε στη διαζεπάμη, στη συνέχεια ξεκινήστε με μείωση 5-10% κάθε μία έως δύο εβδομάδες, ή το ένα όγδοο της δόσης ανά δεκαπενθήμερο (χρησιμοποιήστε πιο αργή μείωση σε χαμηλότερες δόσεις), τιτλοδοτήστε ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων στέρησης. [CKS benzodiazepines] Για τη μελατονίνη, δεν απαιτείται σταδιακή μείωση. [PrescQIPP melatonin]
⚠ Τα συμπτώματα στέρησης μπορεί να ξεκινήσουν εντός 1 ημέρας με βραχείας δράσης βενζοδιαζεπίνες έως και 3 εβδομάδες μετά τη διακοπή μιας μακράς δράσης βενζοδιαζεπίνης. Ορισμένα συμπτώματα μπορεί να συνεχιστούν για εβδομάδες ή μήνες μετά τη διακοπή. Τα συμπτώματα στέρησης για τους μακροχρόνιους χρήστες συνήθως υποχωρούν εντός 6 έως 18 μηνών από την τελευταία δόση. [BNF] Η διακοπή του φαρμάκου μπορεί να διαρκέσει από 3 μήνες έως ένα χρόνο ή περισσότερο. [Scotland Polypharmacy Guidance 2018, CKS benzodiazepines] Για τους μακροχρόνιους χρήστες, η διακοπή πρέπει να είναι σταδιακή για να αποφευχθεί η σύγχυση, η τοξική ψύχωση και οι σπασμοί.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
- Παράγοντες που χορηγούνται σε συνδυασμό με αναισθητικά για την αύξηση της αποτελεσματικότητας, τη βελτίωση της χορήγησης ή τη μείωση της απαιτούμενης δόσης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
- Φάρμακα που προκαλούν υπνηλία ή ύπνο ή μειώνουν την ψυχολογική διέγερση ή το άγχος.
- Ετερογενής ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση μυϊκής χαλάρωσης, εκτός των νευρομυϊκών αποκλειστικών παραγόντων. Έχουν τις κύριες κλινικές και θεραπευτικές τους χρήσεις στη θεραπεία του μυϊκού σπασμού και της ακινησίας που σχετίζονται με διαστρέμματα, διαστρέμματα και τραυματισμούς της πλάτης και, σε μικρότερο βαθμό, τραυματισμούς του αυχένα. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ποικίλων κλινικών καταστάσεων που έχουν κοινό μόνο την παρουσία υπερδραστηριότητας των σκελετικών μυών, για παράδειγμα, τους μυϊκούς σπασμούς που μπορεί να εμφανιστούν σε ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ. (από Smith and Reynard, Textbook of Pharmacology, 1991, p358)
- Παράγοντες που ανακουφίζουν από το άγχος, την ένταση και τις αγχώδεις διαταραχές, προάγουν την ηρεμία και έχουν ηρεμιστικό αποτέλεσμα χωρίς να επηρεάζουν τη σαφήνεια της συνείδησης ή τις νευρολογικές καταστάσεις. Οι Β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ χρησιμοποιούνται συνήθως στη συμπτωματική θεραπεία του άγχους, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
- Υπερβραχείας δράσης αναισθητικά που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση. Η απώλεια συνείδησης είναι ταχεία και η πρόκληση είναι ευχάριστη, αλλά δεν υπάρχει μυϊκή χαλάρωση και τα αντανακλαστικά συχνά δεν μειώνονται επαρκώς. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση οδηγεί σε συσσώρευση και παρατείνει τον χρόνο ανάρρωσης. Δεδομένου ότι αυτοί οι παράγοντες έχουν ελάχιστη ή καθόλου αναλγητική δράση, σπάνια χρησιμοποιούνται μόνοι τους εκτός από σύντομες μικρές διαδικασίες. (από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p174)
- Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος. Οι υποδοχείς GABA-A (ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν οι τροποποιητές: μια θέση στην οποία δρουν οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των καναλιών χλωρίου που ενεργοποιούνται από το γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ· μια θέση στην οποία δρουν τα ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του καναλιού· και μια θέση στην οποία μπορεί να δρουν ορισμένα στεροειδή. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.