Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J07CA09 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

DIPHTHERIA-HAEMOPHILUS INFLUENZAE B-PERTUSSIS-POLIOMYELITIS-TETANUS-HEPATITIS B

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Δοσολογία Αρχικός εμβολιασμός Το αρχικό σχήμα εμβολιασμού αποτελείται από δύο ή τρεις δόσεις (των 0,5 ml) που θα πρέπει να χορηγούνται σύμφωνα με τις επίσημες συστάσεις (για τα σχήματα που έχουν αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες βλέπε τον παρακάτω πίνακα σε αυτή την παράγραφο και την παράγραφο 5.1). Το σχήμα του Μαζικού Προγράμματος Ανοσοποίησης (στην ηλικία των 6, 10, 14 εβδομάδων), μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον εάν χορηγήθηκε μία δόση εμβολίου ηπατίτιδας Β κατά τη γέννηση. Όπου έχει χορηγηθεί μία δόση εμβολίου ηπατίτιδας Β κατά τη γέννηση:

  • Το Infanrix hexa μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο για συμπληρωματικές δόσεις του εμβολίου για την ηπατίτιδα Β από την ηλικία των έξι εβδομάδων. Εάν απαιτείται δεύτερη δόση εμβολίου ηπατίτιδας Β πριν από αυτήν την ηλικία, πρέπει να χορηγηθεί μονοδύναμο εμβόλιο ηπατίτιδας Β.
  • Το Infanrix hexa μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ένα μεικτό πενταδύναμο/εξαδύναμο αρχικό εμβολιαστικό σχήμα σύμφωνα με τις επίσημες συστάσεις. Τα τοπικώς καθιερωμένα μέτρα ανοσοπροφύλαξης έναντι της ηπατίτιδας Β πρέπει να διατηρούνται. Το Infanrix hexa μπορεί να αντικατασταθεί με τη χορήγηση πενταδύναμου εμβολίου συγχορηγούμενου με εμβόλιο ηπατίτιδας Β. Αναμνηστικός εμβολιασμός Μετά από έναν αρχικό σειριακό εμβολιασμό 2 δόσεων ή 3 δόσεων με Infanrix hexa, θα πρέπει να χορηγείται αναμνηστική δόση με Infanrix hexa τουλάχιστον 6 μήνες μετά την τελευταία δόση του αρχικού εμβολιασμού (βλέπε τον παρακάτω πίνακα σε αυτήν την παράγραφο και την παράγραφο 5.1 για σχήματα που αξιολογήθηκαν σε κλινικές δοκιμές). Το Infanrix hexa μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αναμνηστικό σε άτομα που έχουν προηγουμένως εμβολιαστεί με άλλο εξαδύναμο εμβόλιο ή πενταδύναμο εμβόλιο DTPa-IPV+Hib που σχετίζεται με μονοδύναμο εμβόλιο ηπατίτιδας Β για την αρχική τους σειρά. Όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη αναμνηστική δόση με εξαδύναμο εμβόλιο DTPa (διφθερίτιδας, τετάνου και ακυτταρικού κοκκύτη), πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον μια δόση εμβολίου Hib. Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Infanrix hexa στα παιδιά ηλικίας άνω των 36 μηνών δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Αρχικός εμβολιασμός Τελειόμηνα βρέφη 3 δόσεων Αναμνηστικός εμβολιασμός Γενικές παρατηρήσεις Πρέπει να χορηγηθεί

Θα πρέπει να μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον 1 μηνός μεταξύ των αρχικών δόσεων. 3 αναμνηστική δόση.

Η αναμνηστική δόση θα πρέπει να χορηγηθεί τουλάχιστον 6 μήνες μετά την τελευταία δόση του αρχικού εμβολιασμού και κατά προτίμηση πριν από την ηλικία των 18 μηνών. 2 δόσεων Πρέπει να

  • Θα πρέπει να μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον χορηγηθεί 2 μηνών μεταξύ των αρχικών δόσεων. αναμνηστική
  • Η αναμνηστική δόση θα πρέπει να χορηγηθεί δόση. τουλάχιστον 6 μήνες μετά την τελευταία δόση του αρχικού εμβολιασμού και κατά προτίμηση μεταξύ της ηλικίας των 11 και 13 μηνών. Πρόωρα βρέφη που γεννιούνται τουλάχιστον μετά από την 24η εβδομάδα της κύησης 3 δόσεων Πρέπει να
  • Θα πρέπει να μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον χορηγηθεί 1 μηνός μεταξύ των αρχικών δόσεων. αναμνηστική
  • Η αναμνηστική δόση θα πρέπει να χορηγηθεί δόση. τουλάχιστον 6 μήνες μετά την τελευταία δόση του αρχικού εμβολιασμού και κατά προτίμηση πριν από την ηλικία των 18 μηνών. Τρόπος χορήγησης Το Infanrix hexa χορηγείται με βαθιά ενδομυϊκή ένεση, κατά προτίμηση σε εναλλασσόμενες θέσεις για τις δόσεις που ακολουθούν. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή στη φορμαλδεΰδη, στη νεομυκίνη και την πολυμυξίνη. Υπερευαισθησία μετά από προηγούμενη χορήγηση εμβολίων κατά της διφθερίτιδας, τετάνου, κοκκύτη, ηπατίτιδας Β, πολιομυελίτιδας ή Hib. Το Infanrix hexa αντενδείκνυται εάν το βρέφος ή το νήπιο έχει περάσει μία εγκεφαλοπάθεια άγνωστης αιτιολογίας, η οποία εμφανίσθηκε μέσα σε 7 ημέρες μετά από προηγούμενο εμβολιασμό με εμβόλιο που περιείχε τα αντιγόνα του κοκκύτη. Στις περιπτώσεις αυτές, ο εμβολιασμός έναντι του κοκκύτη πρέπει να διακοπεί και ο εμβολιασμός θα πρέπει να συνεχισθεί με εμβόλια διφθερίτιδαςτετάνου, ηπατίτιδας Β, πολιομυελίτιδας και Hib. Όπως και με άλλα εμβόλια, η χορήγηση του Infanrix hexa θα πρέπει να αναβληθεί σε άτομα που υποφέρουν από οξεία, βαριά, εμπύρετη νόσο. Η παρουσία ελαφράς λοίμωξης δεν αποτελεί αντένδειξη.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ένας έλεγχος του ιατρικού ιστορικού (κυρίως σε σχέση με προηγούμενο εμβολιασμό και πιθανή εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών) και μία κλινική εξέταση θα πρέπει να προηγηθούν του εμβολιασμού. Όπως με κάθε εμβόλιο, μπορεί να μην επιτευχθεί προστατευτική ανοσολογική απόκριση σε όλα τα άτομα που εμβολιάζονται (βλέπε παράγραφο 5.1). Το Infanrix hexa δεν θα αποτρέψει τη νόσο που προκαλούν άλλα παθογόνα πλην του Corynebacterium diphtheriae, του Clostridium tetani, του Bordetella pertussis, του ιού της ηπατίτιδας Β ή της πολιομυελίτιδας ή του Haemophilus influenzae τύπου b. Ωστόσο, η ανοσοποίηση αναμένεται 4 να αποτρέψει την ηπατίτιδα D, αφού η ηπατίτιδα D (που προκαλείται από τον παράγοντα δέλτα) δεν εμφανίζεται απουσία της ηπατίτιδας B. Εάν είναι γνωστό ότι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα περιστατικά έχει συμβεί σε χρονική συσχέτιση με τη λήψη εμβολίου που περιείχε αντιγόνα του κοκκύτη, τότε θα πρέπει να εξετασθεί προσεκτικά η απόφαση να χορηγηθούν περαιτέρω δόσεις εμβολίων που περιέχουν αντιγόνα του κοκκύτη:  Θερμοκρασία ≥ 40,0οC εντός 48ωρών από τον εμβολιασμό, μη οφειλόμενη σε άλλη εξακριβωμένη αιτία,  Καταπληξία ή κατάσταση όμοια με σοκ (υποτονικό - υποαντιδραστικό επεισόδιο) εντός 48 ωρών από τον εμβολιασμό,  Επίμονο, ακατάπαυστο κλάμα, διάρκειας ≥ 3ωρών, το οποίο εμφανίζεται εντός 48 ωρών από τον εμβολιασμό,  Σπασμοί με ή χωρίς πυρετό, οι οποίοι εμφανίζονται εντός 3 ημερών από τον εμβολιασμό. Μπορεί να υπάρχουν περιστάσεις, όπως για παράδειγμα υψηλή επίπτωση κοκκύτη, κατά τις οποίες τα αναμενόμενα οφέλη μπορεί να αντισταθμίζουν τους πιθανούς κινδύνους. Όπως με όλα τα ενέσιμα εμβόλια, πρέπει πάντα να υπάρχει διαθέσιμη κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και παρακολούθηση για την σπάνια περίπτωση της εκδήλωσης αναφυλακτικού επεισοδίου μετά από τη χορήγηση του εμβολίου. Όπως ισχύει με κάθε εμβολιασμό, ο λόγος κινδύνου-οφέλους της ανοσοποίησης με Infanrix hexa ή η αναβολή του εμβολιασμού πρέπει να ζυγίζεται προσεκτικά σε βρέφος ή παιδί που πάσχει από σοβαρή νευρολογική διαταραχή προσφάτου ενάρξεως ή προοδευτικά επιδεινούμενη. Το Infanrix hexa πρέπει να χορηγείται προσεκτικά σε άτομα με θρομβοπενία ή αιμορραγική διαταραχή, εφόσον μπορεί να επακολουθήσει αιμορραγία μετά από ενδομυϊκή χορήγηση στα άτομα αυτά. Να μην χορηγείται το εμβόλιο ενδαγγειακώς ή ενδοδερμικώς. Ιστορικό εμπύρετων σπασμών, οικογενειακό ιστορικό σπασμών ή Σύνδρομο Αιφνίδιου Θανάτου Νεογνών δεν αποτελούν αντενδείξεις για τη χρήση του Infanrix hexa. Οι εμβολιασθέντες με ιστορικό εμπύρετων σπασμών θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, καθώς αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να παρουσιαστούν μέσα σε 2 έως 3 ημέρες μετά από τον εμβολιασμό. Ο γιατρός θα πρέπει να γνωρίζει ότι, όταν το Infanrix hexa συγχορηγείται με συζευγμένο εμβόλιο πνευμονιόκοκκου (PCV7, PCV10, PCV13), ή με εμβόλιο ιλαράς-παρωτίτιδας-ερυθράς-ανεμευλογιάς (MMRV) ο ρυθμός των πυρετικών αντιδράσεων είναι συγκριτικά μεγαλύτερος από αυτόν που εμφανίζεται μετά τη χορήγηση μόνο του Infanrix hexa..Οι αντιδράσεις αυτές ήταν κυρίως μέτριου βαθμού (θερμοκρασία μικρότερη ή ίση με 39°C) και παροδικές (βλέπε παραγράφους 4.5 και 4.8). Παρατηρήθηκαν αυξημένα ποσοστά αναφοράς σπασμών (με ή χωρίς πυρετό) και υποτονικού-υποαντιδραστικού επεισοδίου (HHE) κατά τη συγχορήγηση Infanrix hexa και Prevenar 13 (βλέπε παράγραφο 4.8). Η προφυλακτική χορήγηση αντιπυρετικών πριν ή αμέσως μετά τη χορήγηση του εμβολίου μπορεί να μειώσει την συχνότητα και την ένταση των εμπύρετων αντιδράσεων μετά τον εμβολιασμό. Κλινικά δεδομένα που δημιουργήθηκαν με την παρακεταμόλη και τη ιβουπροφαίνη υποδηλώνουν ότι η προφυλακτική χρήση παρακεταμόλης μπορεί να μειώσει το ποσοστό πυρετού, ενώ η προφυλακτική χρήση ιβουπροφαίνης έδειξε περιορισμένη επίδραση στη μείωση του ποσοστού πυρετού. Η χρήση προφυλακτικών αντιπυρετικών φαρμάκων συνιστάται σε παιδιά με ιστορικό κρίσεων ή με ιστορικό εμπύρετων κρίσεων. Η αντιπυρετική θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει σύμφωνα με τις τοπικές θεραπευτικές οδηγίες. Ειδικοί πληθυσμοί 5 Η λοίμωξη HIV δεν θεωρείται αντένδειξη. Η αναμενόμενη ανοσολογική ανταπόκριση μπορεί να μην επιτευχθεί μετά από εμβολιασμό σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Κλινικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι το Infanrix hexa μπορεί να χορηγηθεί σε πρόωρα βρέφη, ωστόσο, όπως αναμένεται σε αυτόν τον πληθυσμό, για ορισμένα αντιγόνα έχει παρατηρηθεί χαμηλότερη ανοσολογική απόκριση (βλέπε παραγράφους 4.8 και 5.1). Ο πιθανός κίνδυνος άπνοιας και η ανάγκη για αναπνευστική παρακολούθηση 48-72 ωρών θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν κατά τη διάρκεια της χορήγησης της αρχικής σειράς ανοσοποίησης σε πολύ πρόωρα βρέφη (που έχουν γεννηθεί ≤ 28 εβδομάδες κύησης) και ιδιαίτερα για βρέφη με προηγούμενο ιστορικό αναπνευστικής ανωριμότητας. Καθώς το όφελος του εμβολιασμού είναι υψηλό σε αυτά τα βρέφη, ο εμβολιασμός δεν θα πρέπει να αναβάλλεται ή να καθυστερείται. Επίδραση στον εργαστηριακό έλεγχο Καθώς το αντιγόνο του πολυσακχαρίτη της κάψας του Hib απεκκρίνεται στα ούρα μπορεί να παρατηρηθεί θετικό αποτέλεσμα στην ανάλυση ούρων εντός 1-2 εβδομάδων από τον εμβολιασμό. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πρέπει να διενεργούνται άλλες εξετάσεις για την επιβεβαίωση τυχόν λοίμωξης από Hib. Έκδοχα με γνωστή δράση Το Infanrix hexa περιέχει παρα-αμινοβενζοϊκό οξύ. Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση) και σε εξαιρετική περίπτωση βρογχόσπασμο. Το εμβόλιο περιέχει 0,0298 μικρογραμμάρια φαινυλαλανίνης σε κάθε δόση. Η φαινυλαλανίνη μπορεί να είναι επιβλαβής εάν έχετε φαυνυλκετονουρία (PKU), μία σπάνια γενετική διαταραχή στην οποία η φαινυλαλανίνη συσσωρεύεται, διότι το σώμα δεν μπορεί να την απομακρύνει φυσιολογικά. Το εμβόλιο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου». Το εμβόλιο αυτό περιέχει κάλιο, λιγότερο από 1 mmol (39 mg) ανά δόση, δηλαδή ουσιαστικά είναι «ελεύθερο καλίου». Ιχνηλασιμότητα Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Το Infanrix hexa μπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα με συζευγμένα εμβόλια πνευμονιόκοκκου (PCV7, PCV10 και PCV13), συζευγμένο εμβόλιο για την οροομάδα C του μηνιγγιτιδόκοκκου (συζευγμένο με CRM197 και TT), συζευγμένο εμβόλιο για τις οροομάδες A, C, W-135 και Y του μηνιγγιτιδόκοκκου (συζευγμένo με TT), εμβόλιο για την οροομάδα Β του μηνιγγιτιδόκοκκου (MenB), από του στόματος χορηγούμενο εμβόλιο κατά του ροταϊού και εμβόλια κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας, της ερυθράς και της ανεμευλογιάς (MMRV). Τα δεδομένα δεν έδειξαν κλινικά σχετιζόμενη παρεμβολή ως προς την ανταπόκριση στα αντισώματα του καθενός αντιγόνου, αν και παρατηρήθηκε ασυνεπής ανοσιακή απόκριση στον ιό της πολιομυελίτιδας τύπου 2 σε συγχορήγηση με Synflorix (οροπροστασία που κυμαίνεται από 78% έως 100%) και τα ποσοστά ανοσολογικής απόκρισης στο PRP (Hib) αντιγόνο του Infanrix hexa μετά από 2 δόσεις χορηγούμενες στην ηλικία των 2 και 4 μηνών ήταν υψηλότερες εάν συγχορηγείται με ένα συζευγμένο με τοξοειδές τετάνου πνευμονιοκοκκικό ή μηνιγγιτιδοκοκκικό εμβόλιο (βλέπε παράγραφο 5.1). Η κλινική σημασία αυτών των παρατηρήσεων δεν είναι γνωστή. 6 Όταν το Infanrix hexa συγχορηγήθηκε με MenB και πνευμονιοκοκκικά συζευγμένα εμβόλια, παρατηρήθηκαν αντικρουόμενα αποτελέσματα σε όλες τις μελέτες για αποκρίσεις στον αδρανοποιημένο ιό πολιομυελίτιδας τύπου 2, στο πνευμονιοκοκκικό συζευγμένο αντιγόνο οροτύπου 6Β και στο αντιγόνο pertactin του κοκκύτη, αλλά αυτά τα δεδομένα δεν υποδηλώνουν κλινικά σημαντική παρεμβολή. Δεδομένα από κλινικές μελέτες υποδεικνύουν ότι όταν το Infanrix hexa συγχορηγείται με συζευγμένα εμβόλια πνευμονιόκοκκου, η συχνότητα των πυρετικών αντιδράσεων είναι συγκριτικά μεγαλύτερη από αυτήν που εμφανίζεται μετά τη χορήγηση μόνο του Infanrix hexa. Τα δεδομένα από μία κλινική μελέτη υποδεικνύουν ότι όταν το Infanrix hexa συγχορηγείται με εμβόλιο (MMRV), η συχνότητα των πυρετικών αντιδράσεων είναι συγκριτικά μεγαλύτερη από αυτήν που εμφανίζεται μετά τη χορήγηση μόνο του Infanrix hexa και παρόμοια με αυτήν που εμφανίζεται μετά τη χορήγηση μόνο του εμβολίου MMRV (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.8). Οι ανοσολογικές ανταποκρίσεις δεν επηρεάστηκαν. Λόγω αυξημένου κινδύνου πυρετού, πόνου στο σημείο της ένεσης, απώλεια όρεξης και ευερεθιστότητας όταν το Infanrix hexa συγχορηγήθηκε με εμβόλιο MenB και 7-δύναμο συζευγμένο πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο, μπορούν να εξεταστούν ξεχωριστοί εμβολιασμοί εάν είναι δυνατόν. Όπως με άλλα εμβόλια, μπορεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ανοσοκατασταλτική θεραπεία να μην επιτευχθεί επαρκής ανταπόκριση.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας Όπως έχει παρατηρηθεί για το DTPa και τους συνδυασμούς που περιέχουν DTPa, αναφέρθηκε μια αύξηση στην τοπική αντιδραστικότητα και στον πυρετό μετά τον αναμνηστικό εμβολιασμό με το Infanrix hexa σε σύγκριση με τον αρχικό εμβολιασμό. Συνοπτικός πίνακας των ανεπιθύμητων ενεργειών Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι συχνότητες ανά δόση ορίσθηκαν ως ακολούθως: Πολύ συχνές: Συχνές: Όχι συχνές: Σπάνιες: Πολύ σπάνιες: (≥1/10) (≥1/100 έως <1/10) (≥1/1.000 έως <1/100) (≥1/10.000 έως <1/1.000) (<1/10.000) 7 Οι ακόλουθες σχετιζόμενες με το φάρμακο ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες (δεδομένα από περισσότερους από 16.000 συμμετέχοντες) και στη διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Κατηγορία/Οργανικό σύστημα Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνότητα Όχι συχνές Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες Σπάνιες Αναφυλακτικές αντιδράσεις2, αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης)2 Αλλεργικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένου του κνησμού)2 Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές Ψυχιατρικές διαταραχές Πολύ συχνές Απώλεια όρεξης Μη φυσιολογικό κλάμα, ευερεθιστότητα, ανησυχία Συχνές Νευρικότητα Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές Υπνηλία Σπάνιες Κατέρρειψη ή κατάσταση που μοιάζει με καταπληξία (υποτονικόυποαντιδραστικό επεισόδιο)2 Πολύ σπάνιες Σπασμοί (με ή χωρίς πυρετό) Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές Όχι συχνές Βήχας και διαταραχές μεσοθωρακίου Σπάνιες Βρογχίτιδα, απνοια2 [βλέπε παράγραφο 4.4 για άπνοια σε πολύ πρόωρα βρέφη (≤ 28 εβδομάδες κύησης)] Γαστρεντερικές διαταραχές Συχνές Διάρροια, έμετος Διαταραχές του δέρματος και του Σπάνιες Εξάνθημα, αγγειοοίδημα2 υποδόριου ιστού Πολύ σπάνιες Δερματίτιδα Γενικές διαταραχές και καταστάσεις Πολύ συχνές Πυρετός ≥ 38°C, πόνος, ερυθρότητα, στη θέση χορήγησης τοπικό οίδημα της θέσης ένεσης (≤ 50 mm) Συχνές Πυρετός >39,5°C, αντιδράσεις της θέσης ένεσης, περιλαμβανομένης της σκλήρυνσης, τοπικό οίδημα της θέσης ένεσης (> 50 mm)1 Όχι συχνές Διάχυτο οίδημα του μέλους που έγινε η ένεση, το οποίο ενδέχεται μερικές φορές να περιλαμβάνει και την παρακείμενη άρθρωση1, κόπωση Σπάνιες Οίδημα ολόκληρου του μέλους που έγινε η ένεση1,2, εκτεταμένες οιδηματώδεις αντιδράσεις2, μάζα της θέσης ένεσης2, φυσαλίδες της θέσης ένεσης2 1 Παιδιά που έχουν ανοσοποιηθεί αρχικά με ακυτταρικό εμβόλιο κοκκύτη είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν οιδηματώδεις αντιδράσεις μετά από την αναμνηστική δόση του εμβολίου, σε σύγκριση με τα παιδιά που έχουν ανοσοποιηθεί αρχικά με ολοκυτταρικά εμβόλια. Αυτές οι αντιδράσεις υποχωρούν κατά μέσο όρο μέσα σε 4 ημέρες. 2 Ανεπιθύμητες ενέργειες από αυθόρμητες αναφορές.

Πολύ συχνές Ανεπιθύμητες ενέργειες Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος Λεμφαδενοπάθεια2, θρομβοπενία2 Εμπειρία από τη συγχορήγηση: 8 Η ανάλυση των μετεγκριτικών ποσοστών αναφοράς υποδηλώνει δυνητικό αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σπασμών (με ή χωρίς πυρετό) και HHE κατά τη σύγκριση ομάδων που ανέφεραν χρήση του Infanrix hexa μαζί με το Prevenar 13 και εκείνων που ανέφεραν χρήση του Infanrix hexa μόνο. Σε κλινικές μελέτες στις οποίες κάποιοι από τους εμβολιασθέντες έλαβαν Infanrix hexa παράλληλα με Prevenar (PCV7) ως αναμνηστική (4η) δόση και των δύο εμβολίων, αναφέρθηκε πυρετός ≥ 38,0°C στο 43,4% των βρεφών που έλαβαν Prevenar και Infanrix hexa ταυτόχρονα, σε σχέση με το 30,5% των βρεφών που έλαβαν το εξαδύναμο εμβόλιο μεμονωμένα. Πυρετός ≥ 39,5°C παρατηρήθηκε στο 2,6% και το 1,5% των βρεφών που έλαβαν Infanrix hexa με ή χωρίς Prevenar αντίστοιχα (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5). Η επίπτωση και η σοβαρότητα του πυρετού έπειτα από συγχορήγηση των δύο εμβολίων στον αρχικό εμβολιασμό ήταν μικρότερη από εκείνη που παρατηρήθηκε μετά από την αναμνηστική δόση. Δεδομένα από κλινικές μελέτες δείχνουν παρόμοιες επιπτώσεις πυρετού όταν το Infanrix hexa συγχορηγείται με άλλο συζευγμένο σακχαριδικό εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου. Σε μία κλινική μελέτη στην οποία ορισμένα από τα άτομα που εμβολιάσθηκαν έλαβαν αναμνηστική δόση Infanrix hexa παράλληλα με εμβόλιο ιλαράς-παρωτίτιδας-ερυθράς-ανεμευλογιάς (MMRV), αναφέρθηκε πυρετός ≥ 38,0°C στο 76,6% των παιδιών που έλαβαν ταυτόχρονα το εμβόλιο MMRV και το Infanrix hexa, σε σύγκριση με το 48% των παιδιών που έλαβαν μόνο το εμβόλιο Infanrix hexa και το 74,7% των παιδιών που έλαβαν μόνο το εμβόλιο MMRV. Πυρετός μεγαλύτερος από 39,5°C αναφέρθηκε στο 18% των παιδιών που έλαβαν Infanrix hexa με εμβόλιο MMRV, σε σύγκριση με το 3,3% των παιδιών που έλαβαν μόνο το Infanrix hexa και το 19,3% των παιδιών που έλαβαν μόνο το MMRV (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5).

Ασφάλεια σε πρόωρα βρέφη: Το Infanrix hexa έχει χορηγηθεί σε περισσότερα από 1000 πρόωρα βρέφη (που γεννήθηκαν μετά από περίοδο κύησης 24 έως 36 εβδομάδων) σε μελέτες αρχικού εμβολιασμού και σε περισσότερα από 200 πρόωρα βρέφη ως αναμνηστική δόση στο δεύτερο έτος της ζωής. Σε συγκριτικές κλινικές μελέτες, παρατηρήθηκαν παρόμοια ποσοστά συμπτωμάτων σε πρόωρα και τελειόμηνα βρέφη (για πληροφορίες σχετικά με την άπνοια ανατρέξτε στην παράγραφο 4.4).

Ασφάλεια σε βρέφη και νήπια που γεννιούνται από μητέρες εμβολιασμένες με dTpa κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης Σε δύο κλινικές μελέτες, το Infanrix hexa έχει χορηγηθεί σε περισσότερα από 500 άτομα που γεννήθηκαν από μητέρες εμβολιασμένες με dTpa (n=341) ή εικονικό φάρμακο (n=346) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλέπε παράγραφο 5.1). Το προφίλ ασφάλειας του Infanrix hexa ήταν παρόμοιο ανεξάρτητα από την έκθεση/μη έκθεση σε dTpa κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Εμπειρία με εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας Β: Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις αλλεργικές αντιδράσεις που ομοιάζουν της ορονοσίας, παράλυση, νευροπάθεια, νευρίτιδα, υπόταση, αγγειίτιδα, ομαλός λειχήνας, πολύμορφο ερύθημα, αρθρίτιδα, μυϊκή αδυναμία, σύνδρομο Guillain-Barré, εγκεφαλοπάθεια, εγκεφαλίτιδα και μηνιγγίτιδα έχουν αναφερθεί. Η αιτιολογική σχέση με το εμβόλιο δεν έχει διαπιστωθεί. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V. 9

pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Καθώς το Infanrix hexa δεν προορίζεται για χρήση σε ενήλικες, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση κατά την εγκυμοσύνη ή τη γαλουχία ούτε επαρκείς αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μικροβιακά και ιικά εμβόλια συνδυασμένα, ATC κωδικός: J07CA09 Ανοσογονικότητα Η ανοσογονικότητα του Infanrix hexa αξιολογήθηκε σε κλινικές μελέτες σε βρέφη από την ηλικία των 6 εβδομάδων. Το εμβόλιο αξιολογήθηκε σε σχήμα αρχικού εμβολιασμού 2 και 3 δόσεων, συμπεριλαμβανομένου του Μαζικού Προγράμματος Ανοσοποίησης καθώς και ως αναμνηστική δόση. Τα αποτελέσματα αυτών των κλινικών μελετών συνοψίζονται στους κατωτέρω πίνακες. Μετά από ένα αρχικό σχήμα εμβολιασμού 3 δόσεων, τουλάχιστον το 95,7% των βρεφών ανέπτυξαν οροπροστατευτικά ή οροθετικά επίπεδα αντισωμάτων έναντι καθενός από τα αντιγόνα του εμβολίου. Μετά από αναμνηστικό εμβολιασμό (μετά τη δόση 4), τουλάχιστον το 98,4% των παιδιών ανέπτυξαν οροπροστατευτικά ή οροθετικά επίπεδα αντισωμάτων έναντι καθενός από τα αντιγόνα του εμβολίου. 10 Ποσοστό ατόμων με τίτλους αντισωμάτων ενδεικτικών οροπροστασίας / οροθετικότητας ένα μήνα μετά από τον αρχικό εμβολιασμό 3 δόσεων και τον αναμνηστικό εμβολιασμό με Infanrix hexa Αντίσωμα (τιμή όριο) Μετά τη δόση 3 2-3-4 μηνών 2-4-6 μηνών 3-4-5 μηνών 6-10-14 εβδομάδων N = 196 N = 1693 N = 1055 N = 265 (2 μελέτες) (6 μελέτες) (6 μελέτες) (1 μελέτη) % % % % 100,0 99,8 99,7 99,2 Μετά τη δόση 4 (Αναμνηστικός εμβολιασμός κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους ζωής μετά από αρχικό σχήμα εμβολιασμού 3 δόσεων) N = 2009 (12 μελέτες) % 99,9 Κατά της διφθερίτιδας (0,1 IU/ml) † Κατά του 100,0 100,0 100,0 99,6 99,9 τετάνου (0,1 IU/ml) † Κατά του PT 100,0 100,0 99,8 99,6 99,9 (5 EL.U/ml) Κατά της FHA 100,0 100,0 100,0 100,0 99,9 (5 EL.U/ml) Κατά της PRN 100,0 100,0 99,7 98,9 99,5 (5 EL.U/ml) Κατά της HBs 99,5 98,9 98,0 98,5* 98,4 (10 mIU/ml) † Κατά της 100,0 99,9 99,7 99,6 99,9 πολιομυελίτιδας τύπου 1 (αραίωση 1/8) † Κατά της 97,8 99,3 98,9 95,7 99,9 πολιομυελίτιδας τύπου 2 (αραίωση 1/8) † Κατά της 100,0 99,7 99,7 99,6 99,9 πολιομυελίτιδας τύπου 3 (αραίωση 1/8) † Κατά του PRP 96,4 96,6 96,8 97,4 99,7** (0,15 µg/ml) † N = αριθμός ατόμων

  • σε μία υποομάδα βρεφών στα οποία δεν χορηγήθηκε το εμβόλιο για την ηπατίτιδα B κατά τη γέννηση, το 77,7% των ατόμων είχε τίτλους αντι-HBs ≥ 10 mIU/ml ** Μετά την αναμνηστική δόση, το 98,4% των ατόμων είχαν συγκέντρωση αντι-PRP ≥ 1 µg/ml, τιμή ενδεικτική μακροχρόνιας προστασίας † η τιμή όριο αναγνωρίζεται ως ενδεικτική προστασίας 11 Μετά από ένα αρχικό σχήμα εμβολιασμού 2 δόσεων, τουλάχιστον το 84,3% των βρεφών ανέπτυξαν οροπροστατευτικά ή οροθετικά επίπεδα αντισωμάτων έναντι καθενός από τα αντιγόνα του εμβολίου. Μετά από πλήρες σχήμα εμβολιασμού, σύμφωνα με το αρχικό πρόγραμμα εμβολιασμού 2 δόσεων και πρόγραμμα αναμνηστικού εμβολιασμού με Infanrix hexa, τουλάχιστον το 97,9% των ατόμων ανέπτυξαν οροπροστατευτικά ή οροθετικά επίπεδα αντισωμάτων έναντι καθενός από τα αντιγόνα του εμβολίου. Σύμφωνα με διάφορες μελέτες, η ανοσολογική απόκριση στο αντιγόνο PRP του Infanrix hexa μετά από 2 δόσεις χορηγούμενες στην ηλικία των 2 και 4 μηνών θα διαφέρει εάν συν-χορηγείται με ένα συζευγμένο εμβόλιο με τοξοειδές του τετάνου. Το Infanrix hexa θα προσδώσει μια αντι-PRP ανοσολογική απόκριση (τιμή-όριο ≥ 0,15μg/ml) σε τουλάχιστον 84% των βρεφών. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε 88% σε περίπτωση συγχορήγησης με εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου που περιέχει τοξοειδές του τετάνου ως φορέα και σε 98%, όταν το Infanrix hexa συγχορηγείται με ένα ΤΤ συζευγμένο εμβόλιο για τον μηνιγγιτιδόκοκκο (βλέπε παράγραφο 4.5). Ποσοστό ατόμων με τίτλους αντισωμάτων ενδεικτικών οροπροστασίας/ οροθετικότητας ένα μήνα μετά από τον αρχικό εμβολιασμό 2 δόσεων και τον αναμνηστικό εμβολιασμό με Infanrix hexa Αντίσωμα (τιμήόριο) Μετά τη δόση 2 Ηλικία 2-4-12 Ηλικία 3-5-11 μηνών μηνών N=223 N=530 (1 μελέτη) (4 μελέτες) % % 99,6 98.0 Κατά της διφθερίτιδας (0,1 IU/ml) † Κατά του 100 100,0 τετάνου (0,1 IU/ml) † Κατά του PT 100 99,5 (5 EL.U/ml) Κατά της FHA 100 99,7 (5 EL.U/ml) Κατά της PRN 99,6 99,0 (5 EL.U/ml) Κατά της HBs 99,5 96,8 (10 mIU/ml) † Κατά της 89,6 99,4 πολιομυελίτιδας τύπου 1 (αραίωση 1/8) † Κατά της 85,6 96,3 πολιομυελίτιδας τύπου 2 (αραίωση 1/8) † Κατά της 92,8 98,8 πολιομυελίτιδας τύπου 3 (αραίωση 1/8) † Κατά του PRP 84,3 91,7 (0,15 µg/ml) † N = αριθμός ατόμων † η τιμή-όριο αναγνωρίζεται ως ενδεικτική προστασίας 12 Μετά τη δόση 3 Ηλικία 2-4-12 Ηλικία 3-5-11 μηνών μηνών N=196 N=532 (1 μελέτη) (3 μελέτες) % % 100.0 100,0 100,0 100,0 99,5 100,0 100,0 100,0 100,0 99,2 99,8 98,9 98,4 99,8 98,4 99,4 97,9 99,2 100,0* 99,6*
  • Μετά την αναμνηστική δόση, το 94,4% των ατόμων στο σχήμα των 2-4-12 μηνών και το 97,0% των ατόμων στο σχήμα των 3-5-11 μηνών είχαν συγκέντρωση αντι-PRP ≥ 1 µg/ml, τιμή ενδεικτική μακροχρόνιας προστασίας. Όρια οροπροστασίας έχουν τεκμηριωθεί για διφθερίτιδα, τέτανο, πολιομυελίτιδα, ηπατίτιδα B και Hib. Για τον κοκκύτη δεν υπάρχει όριο οροπροστασίας. Ωστόσο, καθώς η ανοσιακή απάντηση στα αντιγόνα του κοκκύτη έπειτα από χορήγηση Infanrix hexa ισοδυναμεί με εκείνη του Infanrix (DTPa), αναμένεται η προστατευτική αποτελεσματικότητα των δύο εμβολίων να είναι ισοδύναμη. Αποτελεσματικότητα στην προστασία κατά του κοκκύτη Η κλινική προστασία του συστατικού κοκκύτη του Infanrix (DTPa), έναντι του κλινικά τυπικού κοκκύτη, όπως αυτός ορίζεται από το Π.Ο.Υ. (≥ 21 ημέρες παροξυσμικού βήχα) αποδείχθηκε μετά από αρχικό εμβολιασμό 3 δόσεων στις μελέτες που παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα: Μελέτη Χώρα Πρόγραμμα εμβολιασμο ύ Μελέτη επαφής με το οικογενειακό περιβάλλον (προοπτική, τυφλή) Μελέτη αποτελεσματικότη τας (χρηματοδοτούμε νη από το NIH) Γερμανία 3,4,5 μήνες Αποτελ εσματικ ότητα εμβολίο υ 88,7% Ιταλία 2,4,6 μήνες 84% Ζητήματα Βασισμένη σε στοιχεία που συλλέχθηκαν από δευτερογενείς επαφές στο οικογενειακό περιβάλλον όπου υπήρχε μια περίπτωση-δείκτης τυπικού κοκκύτη Κατά την παρακολούθηση της ίδιας ομάδας, η αποτελεσματικότητα επιβεβαιώθηκε μέχρι και για 60 μήνες μετά την ολοκλήρωση του αρχικού εμβολιασμού χωρίς τη χορήγηση αναμνηστικής δόσης κοκκύτη. Διάρκεια της ανοσολογικής απόκρισης Η διάρκεια της ανοσολογικής απόκρισης σε ένα αρχικό πρόγραμμα εμβολιασμού 3 δόσεων (στην ηλικία των 2-3-4, 3-4-5 ή 2-4-6 μηνών) και αναμνηστικού εμβολιασμού (στο δεύτερο έτος ζωής) με Infanrix hexa αξιολογήθηκε σε παιδιά ηλικίας 4-8 ετών. Προστατευτική ανοσία έναντι των τριών τύπων του ιού της πολιομυελίτιδας και του PRP παρατηρήθηκε σε τουλάχιστον 91,0% των παιδιών καθώς και έναντι της διφθερίτιδας και του τετάνου σε τουλάχιστον το 64,7% των παιδιών. Τουλάχιστον το 25,4% (αντι-PT), το 97,5% (αντι-FHA) και το 87,0% (αντι-PRN) των παιδιών ήταν οροθετικά έναντι των συστατικών του κοκκύτη. 13 Ποσοστό ατόμων με τίτλους αντισωμάτων ενδεικτικούς οροπροστασίας / οροθετικότητας μετά από αρχικό εμβολιασμό και αναμνηστικό εμβολιασμό με Infanrix hexa Αντίσωμα Παιδιά ηλικίας 4-5 ετών Παιδιά ηλικίας 7-8 ετών (τιμή-όριο) N % N % Κατά της διφθερίτιδας 198 68,7* 51 66,7 (0,1 IU/ml) Κατά του τετάνου 198 74,7 51 64,7 (0,1 IU/ml) Κατά του PT 197 25,4 161 32,3 (5 EL.U/ml) Κατά της FHA 197 97,5 161 98,1 (5 EL.U/ml) Κατά της PRN 198 90,9 162 87,0 (5 EL.U/ml) Κατά της HBs 250§ 85,3 207§ 72,1 (10 mIU/ml) 171§ 86,4 149§ 77,2 Κατά της πολιομυελίτιδας 185 95,7 145 91,0 τύπου 1 (αραίωση 1/8) Κατά της πολιομυελίτιδας 187 95,7 148 91,2 τύπου 2 (αραίωση 1/8) Κατά της πολιομυελίτιδας 174 97,7 144 97,2 τύπου 3 (αραίωση 1/8) Κατά του PRP 198 98,0 193 99,5 (0,15 µg/ml) N = αριθμός ατόμων
  • Τα δείγματα που ελέγχθηκαν με ELISA και είχαν συγκεντρώσεις αντισώματος κατά της διφθερίτιδας < 0,1 IU/ml, ελέγχθηκαν εκ νέου χρησιμοποιώντας τη δοκιμασία εξουδετέρωσης σε κύτταρα Vero (οριακή τιμή οροπροστασίας ≥ 0,016 IU/ml): το 96,5% των ατόμων ήταν οροπροστατευμένα § Αριθμός ατόμων από 2 κλινικές μελέτες Όσον αφορά την ηπατίτιδα B, οροπροστατευτικές συγκεντρώσεις αντισωμάτων (≥10 mIU/ml) μετά από αρχικό πρόγραμμα εμβολιασμού 3 δόσεων και αναμνηστικού εμβολιασμού με Infanrix hexa έχουν αποδειχθεί ότι διατηρούνται στο ≥ 85% των ατόμων ηλικίας 4-5 ετών, στο ≥72% των ατόμων ηλικίας 7-8 ετών, στο ≥60% των ατόμων ηλικίας 12-13 ετών και στο 53,7% των ατόμων ηλικίας 1415 ετών. Επιπλέον, μετά από πρόγραμμα αρχικού εμβολιασμού 2 δόσεων και αναμνηστικού εμβολιασμού, οροπροστατευτικές συγκεντρώσεις αντισωμάτων έναντι της ηπατίτιδας B διατηρήθηκαν σε ποσοστό ≥ 48% των ατόμων ηλικίας 11-12 ετών. Ανοσολογική μνήμη έναντι της ηπατίτιδας B επιβεβαιώθηκε σε παιδιά ηλικίας 4 έως 15 ετών. Τα παιδιά αυτά είχαν λάβει Infanrix hexa ως αρχικό και αναμνηστικό εμβολιασμό στη βρεφική ηλικία και όταν χορηγήθηκε επιπρόσθετη δόση μονοδύναμου εμβολίου HBV, παρατηρήθηκε προστατευτική ανοσία σε τουλάχιστον 93% των ατόμων. Ανοσογονικότητα σε βρέφη και νήπια που γεννήθηκαν από μητέρες εμβολιασμένες με dTpa κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης 14 Η ανοσογονικότητα του Infanrix hexa σε βρέφη και νήπια που γεννήθηκαν από υγιείς μητέρες εμβολιασμένες με dTpa στις 27-36 εβδομάδες κύησης αξιολογήθηκε σε δύο κλινικές μελέτες. Το Infanrix hexa συγχορηγήθηκε με 13-δύναμο συζευγμένο πνευμονοκοκκικό εμβόλιο σε βρέφη στους 2, 4 και 6 μήνες ή 2, 3 και 4 μήνες σε σχήματα αρχικού εμβολιασμού τριών δόσεων (n=241) ή στους 3 και 5 μήνες ή 2 και 4 μήνες σε σχήματα αρχικού εμβολιασμού δύο δόσεων (n=27), και στα ίδια βρέφη/νήπια από 11 έως 18 μηνών ως αναμνηστική δόση (n=229). Μετά τον αρχικό και μετά τον αναμνηστικό εμβολιασμό, τα ανοσολογικά δεδομένα δεν έδειξαν κλινικά σημαντική παρεμβολή του μητρικού εμβολιασμού με dTpa στις απαντήσεις του βρέφους και του νηπίου σε αντιγόνα διφθερίτιδας, τετάνου, ηπατίτιδας Β, αδρανοποιημένου ιού πολιομυελίτιδας, Haemophilus influenzae τύπου b ή πνευμονιόκοκκου. Χαμηλότερες συγκεντρώσεις αντισωμάτων έναντι αντιγόνων κοκκύτη μετά τον αρχικό (PT, FHA και PRN) και μετά τον αναμνηστικό (PT, FHA) εμβολιασμό παρατηρήθηκαν σε βρέφη και νήπια που γεννήθηκαν από μητέρες εμβολιασμένες με dTpa κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ο αριθμός της αύξησης της συγκέντρωσης των αντισωμάτων κατά του κοκκύτη από την προ-αναμνηστική έως το χρονικό σημείο 1-μηνός μετά την αναμνηστική δόση ήταν στο ίδιο εύρος για βρέφη και νήπια που γεννήθηκαν από μητέρες εμβολιασμένες με dTpa ή με εικονικό φάρμακο, επιδεικνύοντας αποτελεσματική αρχική ενεγροποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος. Λογω απουσίας τιμών (συγκεντρώσεων) που σχετίζονται με την προστασίαγια τον κοκκύτη, η κλινική σημασία αυτών των παρατηρήσεων μένει να γίνει πλήρως κατανοητή. Ωστόσο, τα τρέχοντα επιδημιολογικά δεδομένα για τη νόσο του κοκκύτη μετά την εφαρμογή της μητρικής ανοσοποίησης με dTpa δεν υποδηλώνουν καμία κλινική σημασία αυτής της ανοσολογικής παρεμβολής. Ανοσογονικότητα σε πρόωρα βρέφη Η ανοσογονικότητα του Infanrix hexa αξιολογήθηκε σε τρεις μελέτες στις οποίες συμπεριλήφθηκαν περίπου 300 πρόωρα βρέφη (που γεννήθηκαν μετά από περίοδο κύησης 24 έως 36 εβδομάδων) μετά από σχήμα αρχικού εμβολιασμού 3 δόσεων σε ηλικία 2, 4 και 6 μηνών. Η ανοσογονικότητα της αναμνηστικής δόσης σε ηλικία 18 έως 24 μηνών αξιολογήθηκε σε περίπου 200 πρόωρα βρέφη. Ένα μήνα μετά τον αρχικό εμβολιασμό τουλάχιστον το 98,7% των ατόμων ήταν οροπροστατευμένα έναντι της διφθερίτιδας, του τετάνου και της πολιομυελίτιδας τύπου 1 και 2. Τουλάχιστον το 90,9% είχαν οροπροστατευτικά επίπεδα αντισωμάτων έναντι τον αντιγόνων της ηπατίτιδας B, του PRP και της πολιομυελίτιδας τύπου 3. Όλα τα άτομα ήταν οροθετικά για αντισώματα έναντι των FHA και PRN ενώ το 94,9% ήταν οροθετικά για αντισώματα αντι-PT. Ένα μήνα μετά την αναμνηστική δόση τουλάχιστον το 98,4% των ατόμων είχαν οροπροστατευτικά ή οροθετικά επίπεδα αντισωμάτων έναντι κάθε αντιγόνου εκτός από του PT (τουλάχιστον 96,8%) και της ηπατίτιδας B (τουλάχιστον 88,7%). Η ανταπόκριση στην αναμνηστική δόση με βάση τις αυξήσεις των συγκεντρώσεων των αντισωμάτων (15 έως 235 φορές), υποδεικνύει ότι τα πρόωρα βρέφη είχαν ανοσοποιηθεί επαρκώς για όλα τα αντιγόνα του Infanrix hexa. Σε μία μελέτη παρακολούθησης που διεξήχθη σε 74 παιδιά, περίπου 2,5 έως 3 έτη μετά την αναμνηστική δόση, το 85,3% των παιδιών εξακολουθούσαν να έχουν οροπροστασία έναντι της ηπατίτιδας B ενώ τουλάχιστον το 95,7% είχαν οροπροστασία έναντι των τριών τύπων της πολιομυελίτιδας και του PRP. Εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος Τα αποτελέσματα μακροχρόνιας παρακολούθησης στη Σουηδία καταδεικνύουν ότι τα ακυτταρικά εμβόλια του κοκκύτη είναι αποτελεσματικά στα βρέφη όταν χορηγούνται σύμφωνα με το πρόγραμμα αρχικού εμβολιασμού στους 3 και 5 μήνες, με μια αναμνηστική δόση χορηγούμενη κατά προσέγγιση στην ηλικία των 12 μηνών. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία δείχνουν ότι η προστασία ενάντια στον κοκκύτη μπορεί να εξασθενεί στην ηλικία των 7-8 ετών με αυτό το πρόγραμμα των 3-5-12 μηνών. Συνεπώς μια δεύτερη αναμνηστική δόση του εμβολίου του κοκκύτη δικαιολογείται στα παιδιά ηλικίας 5-7 ετών που έχουν ήδη εμβολιαστεί ακολουθώντας αυτό το συγκεκριμένο πρόγραμμα. 15 Η αποτελεσματικότητα του Hib συστατικού του Infanrix hexa ερευνήθηκε μέσω μίας εκτεταμένης μελέτης μετεγκριτικής παρακολούθησης που έγινε στη Γερμανία. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου παρακολούθησης επτά ετών, η αποτελεσματικότητα των συστατικών Hib των δυο εξαδύναμων εμβολίων, εκ των οποίων το ένα είναι το Infanrix hexa, ήταν 89,6% για την πλήρη αρχική σειρά και 100% για την πλήρη αρχική ανοσοποίηση συν την αναμνηστική δόση (ανεξαρτήτως του εμβολίου Hib που χρησιμοποιήθηκε κατά την αρχική ανοσοποίηση). Τα αποτελέσματα της συνεχιζόμενης εθνικής επιτήρησης στην Ιταλία καταδεικνύουν ότι το Infanrix hexa είναι αποτελεσματικό στον έλεγχο της νόσου Hib σε βρέφη όταν το εμβόλιο χορηγείται σύμφωνα με το πρόγραμμα αρχικού εμβολιασμού στους 3 και 5 μήνες, με μια αναμνηστική δόση χορηγούμενη κατά προσέγγιση στην ηλικία των 11 μηνών. Στη διάρκεια μιας εξαετούς περιόδου που ξεκίνησε το 2006, κατά την οποία το Infanrix hexa ήταν το κύριο χρησιμοποιούμενο εμβόλιο που περιείχε Hib, με εμβολιαστική κάλυψη άνω του 95%, ο καλός έλεγχος της διεισδυτικής νόσου Hib διατηρήθηκε, ενώ, μέσω παθητικής παρακολούθησης, αναφέρθηκαν τέσσερα επιβεβαιωμένα περιστατικά Hib σε παιδιά κάτω των 5 ετών στην Ιταλία.
Φαρμακοκινητική
Για τα εμβόλια δεν απαιτείται η αξιολόγηση των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

parenteral

Μορφή

powder

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

3
science