ELVITEGRAVIR
Ελβιτεγκραβίρη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιικά για συστηματική χρήση, αντιικά για τη θεραπεία των HIV λοιμώξεων, συνδυασμοί.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά ημερησίως μαζί με τροφή
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο των 150 mg/150 mg/200 mg/10 mg μία φορά ημερησίως μαζί με τροφή
-
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς βάρους τουλάχιστον 25 kgΔόσηΈνα δισκίο των 150 mg/150 mg/200 mg/10 mgμία φορά ημερησίως μαζί με τροφή
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 ετών και άνω, βάρους τουλάχιστον 14 kg έως κάτω των 25 kgΔόσηΈνα δισκίο των 90 mg/90 mg/120 mg/6 mgμία φορά ημερησίως μαζί με τροφή
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης
-
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας τουλάχιστον 12 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 35 kg)Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης σε εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) ≥ 30 ml/min. Διακοπή εάν CrCl < 30 ml/min κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Ενήλικες με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (εκτιμώμενη CrCl < 15 ml/min) σε χρόνια αιμοδιύλισηΔεν απαιτείται προσαρμογή. Γενικά να αποφεύγεται, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων. Χορήγηση μετά την ολοκλήρωση της αιμοδιύλισης.
-
Ασθενείς με εκτιμώμενη CrCl ≥ 15 ml/min και < 30 ml/min ή < 15 ml/min, οι οποίοι δεν υποβάλλονται σε χρόνια αιμοδιύλισηΝα αποφεύγεται
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών με νεφρική δυσλειτουργία ή παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών με νεφρική νόσο τελικού σταδίουΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για δοσολογικές συστάσεις
-
Ασθενείς με ήπια (Child-Pugh Κατηγορία A) ή μέτρια (Child-Pugh Κατηγορία B) ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία C)Δε συνιστάται
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών ή βάρους < 14 kgΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το CYP3A για την κάθαρση και για τα οποία οι αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σχετίζονται με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες. Αυτά περιλαμβάνουν: αλφουζοσίνη, αμιωδαρόνη, κινιδίνη, διυδροεργοταμίνη, εργομετρίνη, εργοταμίνη, σισαπρίδη, λοβαστατίνη, σιμβαστατίνη, λομιταπίδη, πιμοζίδη, λουρασιδόνη, σιλδεναφίλη (για την πνευμονική αρτηριακή υπέρταση), χορηγούμενη από του στόματος μιδαζολάμη, τριαζολάμη.
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A (καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, St. John’s wort (Hypericum perforatum/υπερικό το διάτρητο/βαλσαμόχορτο))
-
Συγχορήγηση με ετεξιλική δαβιγατράνη, ένα υπόστρωμα P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β ή CΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C οι οποίοι λαμβάνουν αντιρετροϊική αγωγή έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από HIV-1 και HCV δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Διακοπή αγωγής σε συνυπάρχουσα λοίμωξη HIV και HBVΠληθυσμόςΑσθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBVΜπορεί να συσχετισθεί με σοβαρές, οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας.
-
Ηπατική νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδαςΈχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας και πρέπει να παρακολουθούνται. Σε περίπτωση επιδείνωσης, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή ή η οριστική παύση της αγωγής.
-
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροιΕνδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in uteroΠληθυσμόςHIV αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί in utero ή/και μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογαΤα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα.
-
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού ΣυστήματοςΠληθυσμόςHIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκειαΕνδέχεται να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία, όταν απαιτείται. Έχουν αναφερθεί και αυτοάνοσες διαταραχές.
-
Ευκαιριακές λοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι ελάμβαναν Genvoya ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊική θεραπείαΠρέπει να παραμένουν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση από γιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους σχετιζόμενες με τον ιό HIV.
-
ΟστεονέκρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV ή/και μακράς διάρκειας έκθεση σε CARTΟι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση.
-
ΝεφροτοξικότηταΑναφέρθηκαν περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και της εγγύς νεφρικής σωληναριοπάθειας. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του Genvoya στους ασθενείς που εμφανίζουν κλινικά σημαντικές μειώσεις στη νεφρική λειτουργία ή στοιχεία εγγύς νεφρικής σωληναριοπάθειας.
-
Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου σε χρόνια αιμοδιύλισηΠληθυσμόςΕνήλικες με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (εκτιμώμενη CrCl < 15 ml/min) σε χρόνια αιμοδιύλισηΤο Genvoya θα πρέπει γενικά να αποφεύγεται, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.
-
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντωνΟρισμένα φαρμακευτικά προϊόντα δεν πρέπει να συγχορηγούνται με Genvoya. Δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντα. Δεν πρέπει να συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide, tenofovir disoproxil, λαμιβουδίνη ή adefovir dipivoxil, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HBV.
-
Απαιτήσεις αντισύλληψηςΠληθυσμόςΓυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικίαΠρέπει να χρησιμοποιούν είτε ένα ορμονικό αντισυλληπτικό που να περιέχει τουλάχιστον 30 µg αιθινυλοιστραδιόλης και να περιέχει δροσπιρενόνη ή νοργεστιμάτη ως προγεστογόνο, είτε πρέπει να χρησιμοποιούν μια εναλλακτική, αξιόπιστη μέθοδο αντισύλληψης. Η χρήση με από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά που περιέχουν άλλα προγεστογόνα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Κύηση (Έναρξη/Μετάβαση αγωγής)ΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκεςΔεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας με Genvoya κατά τη διάρκεια της κύησης και οι γυναίκες που μένουν έγκυες ενώ λαμβάνουν θεραπεία με Genvoya θα πρέπει να πραγματοποιούν μετάβαση σε εναλλακτικό σχήμα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Μειώσεις ΟΠ)ΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας από 3 έως < 12 ετώνΈχουν αναφερθεί μειώσεις της ΟΠ (≥ 4%) της σπονδυλικής στήλης και ολόκληρου του σώματος πλην της κεφαλής (TBLH). Συνιστάται μια διεπιστημονική προσέγγιση για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την κατάλληλη παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Έκδοχα (Μονοϋδρική λακτόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλλειψη λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντααντένδειξηΔεν πρέπει να συγχορηγείται
-
αντένδειξηΔεν πρέπει να συγχορηγείται
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το CYP3A (π.χ. St. John's wort, ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη)αντένδειξηΣημαντικά μειωμένες συγκεντρώσεις cobicistat και elvitegravir στο πλάσμα, απώλεια θεραπευτικής δράσης και ανάπτυξη αντοχής
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A (π.χ. διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, εργομετρίνη, σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη, από του στόματος μιδαζολάμη, τριαζολάμη, αμιωδαρόνη, λομιταπίδη, κινιδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, λουρασιδόνη, αλφουζοσίνη, σιλδεναφίλη για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις πλάσματος αυτών των προϊόντων, σχετιζόμενες με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις κετοκοναζόλης ή/και cobicistat. Elvitegravir AUC ↑48%, Cmin ↑67%.ΣύστασηΜέγιστη ημερήσια δόση κετοκοναζόλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν όταν συγχορηγούνται με cobicistat.ΣύστασηΜέγιστη ημερήσια δόση ιτρακοναζόλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg. Απαιτείται κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν ή να μειωθούν.ΣύστασηΣυνιστάται αξιολόγηση του λόγου οφέλους/κινδύνου.
-
προσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις cobicistat και elvitegravir στο πλάσμα. Αυξημένη έκθεση στη δεσακετυλο-ριφαμπουτίνη.ΣύστασηΔε συνιστάται η συγχορήγηση. Εάν απαιτείται, συνιστώμενη δόση ριφαμπουτίνης 150 mg 3 φορές την εβδομάδα. Αυξημένη παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Ledipasvir, SofosbuvirπαρακολούθησηΑυξημένες εκθέσεις σε Ledipasvir και Sofosbuvir. Elvitegravir AUC ↔, Cmin ↑46%. Cobicistat AUC ↑53%, Cmin ↑225%.ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης του ledipasvir/sofosbuvir και του Genvoya.
-
Sofosbuvir, VelpatasvirπαρακολούθησηΑυξημένες εκθέσεις σε Sofosbuvir και Velpatasvir. Cobicistat Cmin ↑103%.ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης του sofosbuvir/velpatasvir και του Genvoya.
-
παρακολούθησηΑυξημένες εκθέσεις σε Voxilaprevir. (AUC ↑171%, Cmin ↑350%, Cmax ↑92%).ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης του sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir και του Genvoya.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις κλαριθρομυκίνης ή/και cobicistat ενδέχεται να μεταβληθούν.ΣύστασηΗ δοσολογία της κλαριθρομυκίνης πρέπει να βασίζεται στην CrCl. Για CrCl 30-60 ml/min, μείωση δόσης κατά 50%.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις τελιθρομυκίνης ή/και cobicistat ενδέχεται να μεταβληθούν.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
αντένδειξηΜειωμένες συγκεντρώσεις cobicistat και elvitegravir στο πλάσμα, απώλεια θεραπευτικής δράσης και ανάπτυξη αντοχής. Αυξημένες συγκεντρώσεις καρβαμαζεπίνης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
Κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A (π.χ. βηταμεθαζόνη, βουδεσονίδη, φλουτικαζόνη, μομεταζόνη, πρεδνιζόνη, τριαμσινολόνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος συστηματικών επιδράσεων από τα κορτικοστεροειδή (σύνδρομο Cushing, καταστολή επινεφριδίων).ΣύστασηΔεν συνιστάται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Οι ασθενείς παρακολουθούνται. Εξετάστε εναλλακτικά κορτικοστεροειδή.
-
Αντιόξινα, συμπληρώματα ασβεστίου, σιδήρου, υπακτικά που περιέχουν κατιόντα, σουκραλφάτη, ρυθμιστικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις elvitegravir στο πλάσμα λόγω τοπικής συμπλοκοποίησης.ΣύστασηΣυνιστάται μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 ωρών μεταξύ της χορήγησης Genvoya και αυτών των προϊόντων.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις μετφορμίνης ενδέχεται να αυξηθούν (αναστολή MATE1 από cobicistat).ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς και αναπροσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
παρακολούθησηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της μεθαδόνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της μεθαδόνης.
-
παρακολούθησηΑυξημένη έκθεση σε βουπρενορφίνη. Μειωμένη έκθεση σε ναλοξόνη.ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της βουπρενορφίνης/ναλοξόνης.
-
Δροσπιρενόνη, Αιθινυλοιστραδιόλη (αντισυλληπτικά)προσοχήΟι συγκεντρώσεις της δροσπιρενόνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν, πιθανότητα υπερκαλιαιμίας.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση. Το ορμονικό αντισυλληπτικό πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 30 µg αιθινυλοιστραδιόλης και δροσπιρενόνη ή νοργεστιμάτη ως προγεστογόνο, ή εναλλακτική μέθοδο αντισύλληψης.
-
Νοργεστιμάτη/Αιθινυλοιστραδιόλη (αντισυλληπτικά)προσοχήΑυξημένη έκθεση σε νοργεστιμάτη. Μειωμένη έκθεση σε αιθινυλοιστραδιόλη.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση. Το ορμονικό αντισυλληπτικό πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 30 µg αιθινυλοιστραδιόλης και δροσπιρενόνη ή νοργεστιμάτη ως προγεστογόνο, ή εναλλακτική μέθοδο αντισύλληψης.
-
παρακολούθησηΑυξημένη Cmax της διγοξίνης (↑41%).ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις αυτών των αντιαρρυθμικών φαρμάκων ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΕπιβάλλεται προσοχή και συνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις αυτών των βήτα-αποκλειστών ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση και ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις αυτών των αποκλειστών διαύλων ασβεστίου ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση των θεραπευτικών επιδράσεων και των ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
προσοχήΜειωμένες εκθέσεις στο elvitegravir ή/και στο cobicistat και απώλεια της θεραπευτικής δράσης και ανάπτυξη αντοχής.ΣύστασηΜπορούν να εξετάζονται εναλλακτικοί ανταγωνιστές των υποδοχέων ενδοθηλίνης.
-
ΔαβιγατράνηαντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις δαβιγατράνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις του άμεσου από του στόματος αντιπηκτικού (DOAC) στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
-
παρακολούθησηΟι συγκεντρώσεις της βαρφαρίνης ενδέχεται να επηρεαστούν.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της διεθνούς ομαλοποιημένης σχέσης (INR).
-
προσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις του δραστικού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης στο πλάσμα, μειωμένη αντιαιμοπεταλιακή δραστηριότητα.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
παρακολούθησηΔεν αναμένεται κλινικά σχετική επίδραση στις συγκεντρώσεις του δραστικού μεταβολίτη της πρασουγρέλης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της πρασουγρέλης.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις της σαλμετερόλης στο πλάσμα, σχετιζόμενη με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση δεν συνιστάται.
-
παρακολούθησηΟι συγκεντρώσεις της ροσουβαστατίνης είναι παροδικά αυξημένες (AUC ↑38%, Cmax ↑89%).ΣύστασηΤροποποιήσεις της δόσης δεν είναι απαραίτητες.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης αυξάνονται (AUC ↑160%, Cmax ↑132%).ΣύστασηΝα γίνεται έναρξη με την χαμηλότερη δυνατή δόση με προσεκτική παρακολούθηση.
-
ΠιταβαστατίνηπροσοχήΟι συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
παρακολούθησηΟι συγκεντρώσεις αναμένεται να αυξηθούν παροδικά.ΣύστασηΤροποποιήσεις της δόσης δεν είναι απαραίτητες.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις πλάσματος, κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
ΛομιταπίδηαντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις λομιταπίδης και ενδεχόμενο για εκσεσημασμένη αύξηση τρανσαμινασών.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
Σιλδεναφίλη (για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις σιλδεναφίλης στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
Σιλδεναφίλη (για στυτική δυσλειτουργία)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις σιλδεναφίλης στο πλάσμα.ΣύστασηΣυγχορήγηση εφάπαξ δόσης σιλδεναφίλης όχι περισσότερο από 25 mg σε 48 ώρες.
-
Ταδαλαφίλη (για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ταδαλαφίλης στο πλάσμα.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης να εξεταστεί μείωση της δόσης.
-
Ταδαλαφίλη (για στυτική δυσλειτουργία)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ταδαλαφίλης στο πλάσμα.ΣύστασηΣυγχορήγηση εφάπαξ δόσης ταδαλαφίλης όχι περισσότερο από 10 mg σε 72 ώρες.
-
Βαρδεναφίλη (για στυτική δυσλειτουργία)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις βαρδεναφίλης στο πλάσμα.ΣύστασηΣυγχορήγηση εφάπαξ δόσης βαρδεναφίλης όχι περισσότερο από 2,5 mg σε 72 ώρες.
-
παρακολούθησηΟι συγκεντρώσεις της σερτραλίνης δεν επηρεάζονται.ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCAs), Τραζοδόνη, Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) (π.χ. Εσιταλοπράμη)προσοχήΟι συγκεντρώσεις των αντικαταθλιπτικών παραγόντων ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης του αντικαταθλιπτικού και παρακολούθηση της ανταπόκρισης.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις αυτών των ανοσοκατασταλτικών παραγόντων ενδέχεται να αυξηθούν.ΣύστασηΣυνιστάται θεραπευτική παρακολούθηση.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στο πλάσμα, σχετιζόμενη με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
Χορηγούμενη από του στόματος μιδαζολάμηαντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στο πλάσμα, σχετιζόμενη με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν.ΣύστασηΕνδέχεται να είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης και συνιστάται παρακολούθηση της συγκέντρωσης.
-
παρακολούθησηΔεν αναμένεται επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις κολχικίνης.ΣύστασηΜπορεί να απαιτούνται μειώσεις της δόσης. Δεν πρέπει να συγχορηγείται σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Κατάθλιψη
- αυτοκτονικός ιδεασμός και απόπειρα αυτοκτονίας
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Κόπωση
- Αύξηση σωματικού βάρους, λιπιδίων και γλυκόζης στο αίμα
- Αύξηση ολικής χοληστερόλης, LDL-χοληστερόλης, HDL-χολεστερόλης, τριγλυκεριδίων
- Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος (φλεγμονώδης αντίδραση, αυτοάνομες διαταραχές όπως νόσος του Graves, αυτοάνομη ηπατίτιδα)
- Οστεονέκρωση
- Αύξηση κρεατινίνης ορού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςαυτοκτονικός ιδεασμός και απόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑύξηση κρεατινίνης ορούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑύξηση ολικής χοληστερόλης, LDL-χοληστερόλης, HDL-χοληστερόλης, τριγλυκεριδίωνΜεταβολικές παράμετροι
-
Μη γνωστέςΑύξηση σωματικού βάρους, λιπιδίων και γλυκόζης στο αίμαΜεταβολικές παράμετροι
-
Μη γνωστέςΟστεονέκρωσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος (φλεγμονώδης αντίδραση, αυτοάνομες διαταραχές όπως νόσος του Graves, αυτοάνομη ηπατίτιδα)Ανοσοποιητικό σύστημα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν τοξικότητα. Ωστόσο, η θεραπεία με cobicistat και elvitegravir κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης οδηγεί σε χαμηλότερες εκθέσεις στο elvitegravir και μειωμένα επίπεδα cobicistat, με πιθανό αποτέλεσμα ιολογική αποτυχία και αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης HIV. Δεν θα πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας κατά την κύηση και οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτικό σχήμα. Για την emtricitabine, μεγάλος αριθμός δεδομένων δεν καταδεικνύει συγγενείς διαμαρτίες ή τοξικότητα.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν το elvitegravir, το cobicistat ή το tenofovir alafenamide απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η emtricitabine απεκκρίνεται. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση στα νεογέννητα/βρέφη. Το Genvoya δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Οι γυναίκες με HIV συνιστάται να μην θηλάζουν για να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα από τη χρήση του Genvoya στους ανθρώπους. Σε μελέτες σε ζώα δεν υπήρξαν επιδράσεις.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιικά για συστηματική χρήση, αντιικά για τη θεραπεία των HIV λοιμώξεων, συνδυασμοί. Κωδικός ATC: J05AR18.
Μηχανισμός δράσης
Το elvitegravir είναι ένας αναστολέας της μεταφοράς κλώνων ιντεγκράσης HIV-1 (INSTI). Αναστέλλει την ενσωμάτωση του DNA του HIV-1 στο γονιδιωματικό DNA του ξενιστή. Το cobicistat είναι ένας επιλεκτικός, με βάση τον μηχανισμό αναστολέας των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP) της υποοικογένειας CYP3A. Ενισχύει τη συστηματική έκθεση των υποστρωμάτων του CYP3A. H emtricitabine είναι ένας νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTI) και νουκλεοσιδικό ανάλογο της 2’-δεοξυκυτιδίνης. Αναστέλλει την αντιγραφή του HIV μέσω της ενσωμάτωσης στο ιικό DNA από την ανάστροφη μεταγραφάση (RT) του HIV, οδηγώντας στον τερματισμό της αλύσου του DNA. Εμφανίζει δραστικότητα κατά των ιών HIV-1, HIV-2 και HBV. Το tenofovir alafenamide είναι ένας νουκλεοτιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NtRTI) και φωσφοροαμιδικό προφάρμακο του tenofovir. Διαπερνά τα κύτταρα και ενεργοποιείται ενδοκυτταρικά σχηματίζοντας διφωσφορικό tenofovir, το οποίο αναστέλλει την αντιγραφή του HIV μέσω ενσωμάτωσης στο ιικό DNA από την RT του HIV. Εμφανίζει δραστικότητα κατά του ιού HIV-1, HIV-2 και του ιού HBV.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
-
Αντιιική δράση in vitro Τα elvitegravir, emtricitabine και tenofovir alafenamide επέδειξαν συνεργιστική αντιιική δράση στην κυτταρική καλλιέργεια, διατηρούμενη στην παρουσία του cobicistat. Το cobicistat δεν έχει ανιχνεύσιμη αντιιική δράση.
-
Αντοχή
- In vitro Μειωμένη ευαισθησία στο elvitegravir σχετίζεται με μεταλλάξεις της ιντεγκράσης. Το cobicistat δεν επιδεικνύει αντοχή. Μειωμένη ευαισθησία στην emtricitabine σχετίζεται με μεταλλάξεις M184V/I. Μειωμένη ευαισθησία στο tenofovir alafenamide σχετίζεται με μεταλλάξεις K65R και K70E στην RT.
- Σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς Ανάπτυξη μεταλλάξεων σχετιζόμενων με αντοχή (M184V/I, K65R/Ν, T66T/A/I/V, E92Q, Q148Q/R, N155H) παρατηρήθηκε σε μικρό ποσοστό ασθενών και στις δύο ομάδες θεραπείας (Genvoya και E/C/F/TDF).
- Σε ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς Εντοπίστηκαν ασθενείς που εμφάνισαν αντοχή του HIV-1 στο Genvoya (M184M/I; M184I+E92G; M184V+E92Q).
- Σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από HIV και HBV Δεν εντοπίστηκαν αντικαταστάσεις αμινοξέων που να σχετίζονται με αντοχή.
- Διασταυρούμενη αντοχή Ανθεκτικοί στο elvitegravir ιοί επιδεικνύουν ποικίλους βαθμούς διασταυρούμενης αντοχής στον raltegravir. Ιοί ανθεκτικοί στην emtricitabine (M184V/I) εμφάνισαν διασταυρούμενη αντοχή στη λαμιβουδίνη. Μεταλλάξεις K65R και K70E έχουν ως αποτέλεσμα μειωμένη ευαισθησία σε abacavir, διδανοσίνη, λαμιβουδίνη, emtricitabine και tenofovir.
Κλινικά δεδομένα
-
Πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Το Genvoya επέδειξε στατιστική ανωτερότητα στην επίτευξη HIV-1 RNA < 50 αντιγράφων/ml έναντι του E/C/F/TDF την Εβδομάδα 144.
-
Ιολογικά κατεσταλμένοι ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Η αλλαγή από αγωγή με βάση το tenofovir disoproxil σε Genvoya ήταν ανώτερη όσον αφορά στη διατήρηση HIV-1 RNA < 50 αντιγράφων/ml.
-
Ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία Το Genvoya ήταν αποτελεσματικό στη διατήρηση του HIV-1 RNA < 50 αντιγράφων/ml. Το προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο με αυτό σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
-
Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV Το Genvoya διατήρησε τα επίπεδα του HIV-1 RNA < 50 αντιγράφων/mL και πέτυχε καταστολή του HBV DNA στο 92% των ασθενών.
-
Μεταβολές στις μετρήσεις οστικής πυκνότητας Το Genvoya συσχετίστηκε με μικρότερες μειώσεις στην οστική πυκνότητα (ΟΠ) σε σύγκριση με το E/C/F/TDF.
-
Μεταβολές στις μετρήσεις της νεφρικής λειτουργίας Το Genvoya συσχετίστηκε με μικρότερη επίπτωση στις παραμέτρους νεφρικής ασφάλειας σε σύγκριση με το E/C/F/TDF.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός Η αποτελεσματικότητα, η ασφάλεια και η φαρμακοκινητική του Genvoya αξιολογήθηκαν σε εφήβους και παιδιά με HIV-1 λοίμωξη, με παρόμοια ποσοστά ιολογικής ανταπόκρισης με τους ενήλικες.
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση μαζί με τροφή, ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρήθηκαν περίπου 4 ώρες για το elvitegravir, 3 ώρες για το cobicistat, 3 ώρες για την emtricitabine και 1 ώρα για το tenofovir alafenamide. Η τροφή αυξάνει την Cmax και AUC του elvitegravir (22-56% και 36-91% αντίστοιχα). Οι εκθέσεις στο cobicistat δεν επηρεάστηκαν κλινικά από την τροφή. Οι εκθέσεις στην emtricitabine δεν επηρεάστηκαν. Οι συνολικές εκθέσεις στο tenofovir alafenamide δεν επηρεάστηκαν κλινικά σημαντικά από την τροφή.
Κατανομή
- Το elvitegravir συνδέεται κατά 98-99% στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος.
- Το cobicistat συνδέεται κατά 97-98% στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος.
- Η in vitro σύνδεση της emtricitabine με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν < 4%.
- Η in vitro σύνδεση του tenofovir με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι < 0,7%.
- Η ex vivo σύνδεση του tenofovir alafenamide με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν περίπου 80%.
Βιομετασχηματισμός
- Το elvitegravir υπόκειται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό μέσω του CYP3A και δευτερευόντως γλυκουρονιδιώνεται μέσω των ενζύμων UGT1A1/3.
- Το cobicistat μεταβολίζεται μέσω μεσολαβούμενης από το CYP3A (κύριας) και CYP2D6 (δευτερεύουσας) οξείδωσης.
- Η emtricitabine δεν είναι αναστολέας των ανθρώπινων ενζύμων CYP. Ο βιομετασχηματισμός περιλαμβάνει την οξείδωση του δακτυλίου των θειολών και τη σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ.
- Ο μεταβολισμός είναι κύρια οδός αποβολής για το tenofovir alafenamide. Το tenofovir alafenamide μεταβολίζεται σε tenofovir (κύριος μεταβολίτης) από την καθεψίνη A στα PBMCs και από την καρβοξυλοεστεράση-1 στα ηπατοκύτταρα. Μεταβολίζεται ελάχιστα από το CYP3A4.
Αποβολή
- Elvitegravir: 94,8% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα, 6,7% στα ούρα (συνάδει με ηπατοχολική απέκκριση).
- Cobicistat: 86% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα, 8,2% στα ούρα.
- Emtricitabine: Απεκκρίνεται πρωταρχικά μέσω των νεφρών (86% στα ούρα, 14% στα κόπρανα).
- Tenofovir alafenamide: Η νεφρική απέκκριση του αναλλοίωτου tenofovir alafenamide αποτελεί δευτερεύουσα οδό (< 1% στα ούρα). Αποβάλλεται κυρίως μετά από μεταβολισμό σε tenofovir. Το tenofovir αποβάλλεται από τους νεφρούς μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληναριακής απέκκρισης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
-
Ηλικία, φύλο και εθνικότητα: Δεν έχει εντοπισθεί κλινικά σημαντική διαφοροποίηση στη φαρμακοκινητική όσον αφορά το φύλο ή την εθνικότητα. Οι εκθέσεις σε εφήβους ήταν παρόμοιες με τους ενήλικες, ενώ σε παιδιά ήταν γενικά υψηλότερες.
-
Νεφρική δυσλειτουργία:
- Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του elvitegravir, cobicistat, tenofovir alafenamide ή tenofovir σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl ≥ 15 ml/min και < 30 ml/min).
- Οι εκθέσεις του emtricitabine και του tenofovir σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου σε χρόνια αιμοδιύλιση ήταν σημαντικά υψηλότερες.
- Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα για ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (CrCl < 15 ml/min) που δεν υποβάλλονται σε χρόνια αιμοδιύλιση.
-
Ηπατική δυσλειτουργία:
- Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του elvitegravir ή του cobicistat σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B).
- Η φαρμακοκινητική της emtricitabine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, αλλά οι επιπτώσεις αναμένεται να είναι περιορισμένες.
- Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στη φαρμακοκινητική του tenofovir alafenamide ή του tenofovir σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, οι συνολικές συγκεντρώσεις tenofovir alafenamide και tenofovir στο πλάσμα είναι χαμηλότερες, αλλά οι συγκεντρώσεις του μη δεσμευμένου tenofovir alafenamide είναι παρόμοιες.
-
Συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B ή/και ηπατίτιδας C Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στο ενισχυμένο elvitegravir.
-
Κύηση και περίοδος μετά τον τοκετό Η θεραπεία με σχήματα που περιέχουν cobicistat και elvitegravir κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλότερες εκθέσεις στο elvitegravir και στο cobicistat.
Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση μαζί με τροφή, ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρήθηκαν περίπου 4 ώρες για το elvitegravir, 3 ώρες για το cobicistat, 3 ώρες για την emtricitabine και 1 ώρα για το tenofovir alafenamide. Η τροφή…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | πριν ή κατά την έναρξη της θεραπείας, καθώς και κατά τη διάρκεια της θεραπείας εφόσον κρίνεται κλινικά κατάλληλο | — |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV | — |
| Λιπίδια αίματος | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής | Συνυπάρχουσα λοίμωξη HIV και HBV που διακόπτουν Genvoya |
| — | Συγχορήγηση με δροσπιρενόνη | ||
| Εργαστηριακός έλεγχος | more_horizΆλλο / λοιπά | για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής | Συνυπάρχουσα λοίμωξη HIV και HBV που διακόπτουν Genvoya |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση ελβιτεγκραβίρης και ριτοναβίρης με τροφή, σε ασθενείς με HIV-1, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ελβιτεγκραβίρης στο πλάσμα παρατηρήθηκαν περίπου 4 ώρες μετά τη δόση.
Μετά από από του στόματος χορήγηση [14C]ελβιτεγκραβίρης/ριτοναβίρης, το 94,8% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα, ενώ το 6,7% ανακτήθηκε στα ούρα ως μεταβολίτες.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Φαρμακευτικές Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS και/ή για τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από HIV. Αυτές δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις της ιντεγκράσης.
- Φαρμακευτικές Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία λοιμώξεων από RETROVIRIDAE.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
- 4GDQ854U53
- ELVITEGRAVIR
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Ιντεγκράσης HIV
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μεταφοράς Αλυσίδας Ιντεγκράσης του Ιο ανθρωπίνου ανοσοποιητικού
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C9
Η ελβιτεγκραβίρη είναι ένας Αναστολέας Μεταφοράς Αλυσίδας Ιντεγκράσης του Ιο ανθρωπίνου ανοσοποιητικού. Ο μηχανισμός δράσης της ελβιτεγκραβίρης είναι ως Αναστολέας Ιντεγκράσης HIV και Επαγωγέας του Κυτοχρώματος P450 2C9.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Φαρμακευτικές Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS και/ή για τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από HIV. Αυτές δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις της ιντεγκράσης.
- Φαρμακευτικές Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία λοιμώξεων από RETROVIRIDAE.