Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J05AX07 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ENFUVIRTIDE

Ενφουβιρτίδη

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: **άλλα αντιικά** Κωδικός ATC: J05A- X07 ### Μηχανισμός Δράσης Η ενφουβιρτίδη αποτελεί μέλος της θεραπευτικής κατηγορίας με την ονομασία **αναστολείς σύντηξης**.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Υποδόρια ένεση
Χορήγηση:
δύο φορές την ημέρα
Δόση έναρξης:
90 mg δύο φορές την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Σε περίπτωση που παραλειφθεί μία δόση του Ενφουβιρτίδη, οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να λαμβάνουν τη δόση το συντομότερο δυνατό. Ωστόσο, αν προκειται για λιγότερο από 6 ώρες πριν από την επόμενη κανονική δόση, η δόση που ξεχάστηκε θα πρέπει να παραλείπεται.
  • Ενήλικες και έφηβοι ≥ 16 ετών
    Δόση90 mg
    δύο φορές την ημέρα χορηγούμενη με υποδόρια ένεση στο άνω τμήμα του βραχίονα, στο πρόσθιο τμήμα του μηρού ή στην κοιλιακή χώρα.
  • Ηλικιωμένοι (> 65 ετών)
    Δεν υπάρχει εμπειρία.
  • Παιδιά < 6 ετών
    Δε συνιστάται λόγω ανεπαρκών δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της αιμοκάθαρσης)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την τεκμηρίωση δοσολογικής σύστασης.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
  • Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Θεραπευτικό σχήμα συνδυασμού
    προσοχή
    Να λαμβάνεται ως μέρος ενός θεραπευτικού σχήματος συνδυασμού με άλλα αντιρετροϊκά στα οποία είναι ευαίσθητος ο ιός του ασθενούς
  • Μη θεραπεία λοίμωξης HIV-1
    πληροφόρηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Να ενημερώνονται ότι το Ενφουβιρτίδη δεν αποτελεί θεραπεία της λοίμωξης από HIV-1
  • Βακτηριδιακές λοιμώξεις
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Ενφουβιρτίδη
    Παρατηρήθηκε αυξημένο ποσοστό πνευμονίας σε κλινικές δοκιμές, αν και δεν επιβεβαιώθηκε από επιδημιολογικά στοιχεία
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Διακοπή της αγωγής και άμεση ιατρική αξιολόγηση εάν εμφανιστούν σημεία/συμπτώματα συστηματικής αντίδρασης υπερευαισθησίας. Να μην ξεκινά εκ νέου η αγωγή εάν η αντίδραση σχετίζεται με την ενφουβιρτίδη.
  • Ηπατική νόσος
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές
    Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν μελετηθεί ειδικά.
  • Χρόνια ηπατίτιδα B και C
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα B και C που λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή
    Αυξημένος κίνδυνος σοβαρών και δυνητικά μοιραίων ηπατικών ανεπιθύμητων συμβαμάτων. Ανατρέξτε στις πληροφορίες των άλλων φαρμάκων.
  • Ψευδώς θετική δοκιμασία HIV
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΆτομα που δεν έχουν προσβληθεί από HIV-1 λοίμωξη
    Η χορήγηση Ενφουβιρτίδη μπορεί να προκαλέσει ανάπτυξη αντισωμάτων που οδηγούν σε ψευδώς θετική δοκιμασία HIV με ELISA.
  • Περιορισμένη ηπατική λειτουργία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με περιορισμένη ηπατική λειτουργία
    Δεν υπάρχει εμπειρία. Να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Νεφρική βλάβη
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική βλάβη και ασθενείς σε αιμοκάθαρση
    Περιορισμένα δεδομένα. Να χρησιμοποιείται με προσοχή (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
  • Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος
    προσοχή
    ΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη CART
    Εμφάνιση φλεγμονώδους αντίδρασης. Να εκτιμώνται τυχόν φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.
  • Οστεονέκρωση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις/άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν διενεργηθεί μόνο σε ενήλικες.

Δεν αναμένονται κλινικώς σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ενφουβιρτίδης και των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από τα ένζυμα του CYP450.

Επίδραση της ενφουβιρτίδης στο μεταβολισμό συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων

Σε μία in vivo μελέτη μεταβολισμού στον άνθρωπο, η ενφουβιρτίδη, στη συνιστώμενη δόση των 90 mg δύο φορές την ημέρα, δεν ανέστειλε το μεταβολισμό των υποστρωμάτων από τα CYP3A4 (δαψόνη), CYP2D6 (δεβριζοκίνη), CYP1A2 (καφεΐνη), CYP2C19 (μεφαινυτοΐνη) και CYP2E1 (χλωρζοξαζόνη).

Επίδραση των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων στο μεταβολισμό της ενφουβιρτίδης

Σε ξεχωριστές μελέτες φαρμακοκινητικών αλληλεπιδράσεων, η συγχορήγηση ριτοναβίρης (ισχυρός αναστολέας του CYP3A4) ή σακουιναβίρης σε συνδυασμό με ενισχυτική δόση ριτοναβίρης ή ριφαμπικίνης (ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4) δεν οδήγησε σε κλινικώς σημαντικές μεταβολές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων της ενφουβιρτίδης.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Γενικές
  • Αντιδράσεις της θέσης ένεσης
  • Γριπώδης συνδρομή
  • Εξασθένηση
  • Αμυλοείδωση στη θέση ένεσης
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Πόνος / δυσφορία (θέσης ένεσης)
  • Σκληρία (θέσης ένεσης)
  • Λοιμώξεις στη θέση της ένεσης (συμπεριλαμβανομένου αποστήματος και κυτταρίτιδας)
Μεταβολισμός
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
  • Μειωμένη όρεξη
  • Ανορεξία
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
  • Σακχαρώδης διαβήτης
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Ερύθημα (θέσης ένεσης)
  • Οζίδια και κύστες (θέσης ένεσης)
  • Κνησμός (θέσης ένεσης)
  • Εκχύμωση (θέσης ένεσης)
Δέρμα
  • Ξηροδερμία
  • Σμηγματορροϊκό έκζεμα
  • Ερύθημα
  • Ακμή
  • Δερματική αμυλοείδωση
  • Θήλωμα δέρματος
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
Νευρικό
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Υπαισθησία
  • Διαταραχή στην προσοχή
  • Τρόμος
  • Ίλιγγος
Αίμα
  • Ηωσινοφιλία
  • Λεμφαδενοπάθεια
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη (Βαθμός 3)
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη (Βαθμός 4)
Λοιμώξεις
  • Κολπίτιδα
  • Γρίπη
  • Πνευμονία
  • Λοίμωξη του ωτός
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Λοιμώξεις στη θέση της ένεσης (συμπεριλαμβανομένου αποστήματος και κυτταρίτιδας)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
  • Εφιάλτης
  • Ευερεθιστότητα
Οφθαλμικές
  • Επιπεφυκίτιδα
Αναπνευστικό
  • Ρινική συμφόρηση
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Οστεονέκρωση
Μυοσκελετικές διαταραχές, διαταραχές συνδετικού ιστού και οστών
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση (Βαθμός 3)
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση (Βαθμός 4)
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Λίθος νεφρού
  • Αιματουρία
Ανοσοποιητικό
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
  • Αυτοάνοση διαταραχή
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα
Διαταραχές των χοληφόρων και του ήπατος
  • Αυξημένα επίπεδα ALAT (Βαθμός 3)
  • Αυξημένα επίπεδα ALAT (Βαθμός 4)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αντιδράσεις της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Εκχύμωση (θέσης ένεσης)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • Ερύθημα (θέσης ένεσης)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός (θέσης ένεσης)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Οζίδια και κύστες (θέσης ένεσης)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Πόνος / δυσφορία (θέσης ένεσης)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Σκληρία (θέσης ένεσης)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αιματουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Ακμή
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα ALAT (Βαθμός 3)
    Διαταραχές των χοληφόρων και του ήπατος
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα ALAT (Βαθμός 4)
    Διαταραχές των χοληφόρων και του ήπατος
    Συχνές
  • Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση (Βαθμός 3)
    Μυοσκελετικές διαταραχές, διαταραχές συνδετικού ιστού και οστών
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση (Βαθμός 4)
    Μυοσκελετικές διαταραχές, διαταραχές συνδετικού ιστού και οστών
    Συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Γρίπη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Γριπώδης συνδρομή
    Γενικές
    Συχνές
  • Διαταραχή στην προσοχή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Εξασθένηση
    Γενικές
    Συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ευερεθιστότητα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Εφιάλτης
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Θήλωμα δέρματος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κολπίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Λίθος νεφρού
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Λεμφαδενοπάθεια
    Αίμα
    Συχνές
  • Λοίμωξη του ωτός
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Λοιμώξεις στη θέση της ένεσης (συμπεριλαμβανομένου αποστήματος και κυτταρίτιδας)
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη (Βαθμός 3)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Ρινική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Σμηγματορροϊκό έκζεμα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη (Βαθμός 4)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αμυλοείδωση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αυτοάνοση διαταραχή
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Δερματική αμυλοείδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Οστεονέκρωση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Η ενφουβιρτίδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
    Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλώς ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου.
  • Γαλουχία
    Συνιστάται οι γυναίκες που ζούν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους για να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV και τυχόν πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη.
    Δεν είναι γνωστό εάν η ενφουβιρτίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα αντιικά Κωδικός ATC: J05A- X07

Μηχανισμός Δράσης

Η ενφουβιρτίδη αποτελεί μέλος της θεραπευτικής κατηγορίας με την ονομασία αναστολείς σύντηξης. Είναι ένας αναστολέας της δομικής αναδιάρθρωσης της gp41 του HIV-1 και δρα δεσμευόμενη εξωκυττάρια ειδικά με αυτή την ιική πρωτεΐνη, εμποδίζοντας έτσι τη σύντηξη μεταξύ της κυτταρικής μεμβράνης του ιού και της κυτταρικής μεμβράνης του στόχου, παρεμποδίζοντας την είσοδο του RNA του ιού στο κύτταρο-στόχο.

Ιn vitro αντιική δραστικότητα

Σε μελέτες Φάσης III, η ευαισθησία στην ενφουβιρτίδη των 612 ανασυνδυασμένων HIV που περιείχαν γονίδια ελύτρου από δείγματα RNA του HIV που είχαν ληφθεί από ασθενείς κατά την έναρξη της αγωγής, απέδωσε γεωμετρικό μέσο EC 50 ίσο με 0,259 µg/ml (γεωμετρικός μέσος + 2SD = 1,96 μg/ml) σε μέτρηση της εισόδου φαινοτύπου ανασυνδυασμένου HIV. Η ενφουβιρτίδη ανέστειλε επίσης τη σύντηξη κυττάρων που γίνεται μέσω του ελύτρου του ΗIV-1. Οι μελέτες συνδυασμού της ενφουβιρτίδης με αντιπροσωπευτικά μέλη των ποικίλων αντιρετροϊκών κατηγοριών έδειξαν πρόσθετες δράσεις στις συνεργιστικές αντιικές και απουσία ανταγωνισμού. Δεν έχει τεκμηριωθεί στους ανθρώπους η σχέση μεταξύ της in vitro ευαισθησίας του HIV-1 στην ενφουβιρτίδιδα και της αναστολής της αναπαραγωγής του HIV-1.

Αντιρετροϊκή φαρμακευτική αντοχή

Η ατελής ιική καταστολή είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάπτυξη φαρμακευτικής αντοχής σε ένα ή περισσότερα εκ των συστατικών του θεραπευτικού σχήματος.

In vitro αντοχή στην ενφουβιρτίδη

Επιλέχθηκαν in vitro στελέχη του HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στην ενφουβιρτίδιδα και τα οποία περιλαμβάνουν υποκαταστάσεις στα αμινοξέα (amino acids, aa) 36-38 του εξωτερικού τμήματος της gp41. Οι υποκαταστάσεις αυτές συσχετίσθηκαν με ποικίλα επίπεδα μειωμένης ευαισθησίας στην ενφουβιρτίδιδα του μεταλλαγμένου, ως προς τα σημεία-στόχους, HIV.

In vivo αντοχή στην ενφουβιρτίδη

Στις κλινικές μελέτες φάσης III, ανασυνδυασμένοι HIV που περιείχαν τα γονίδια ελύτρου από δείγματα RNA του HIV που είχαν ληφθεί από 187 ασθενείς έως την εβδομάδα 24 παρουσίασαν κατά > 4 πλάσια μειωμένη ευαισθησία στην ενφουβιρτίδιδα, συγκριτικά με τα αντίστοιχα δείγματα που είχαν ληφθεί πριν την αγωγή. Εξ αυτών, τα 185 (98,9%) γονίδια ελύτρου έφεραν ειδικούς υποκαταστάτες στην περιοχή των aa 36 - 45 της gp41. Οι υποκαταστάσεις παρατηρήθηκαν, με φθίνουσα συχνότητα, στα αμινοξέα των θέσεων 38, 43, 36, 40, 42 και 45. Κάθε μία από αυτές τις ειδικές μεμονωμένες υποκαταστάσεις σε αυτά τα υπολείμματα της gp41 προκαλούσε ένα εύρος μειώσεων, σε σχέση με την αρχική τιμή, της ευαισθησίας του ανασυνδυασμένου ιού στην ενφουβιρτίδιδα. Οι μεταβολές του γεωμετρικού μέσου κυμάνθηκαν από 15,2 φορές για το V38M έως 41,6 φορές για το V38A. Τα παραδείγματα πολλαπλών υποκαταστάσεων ήταν ανεπαρκή για τον προσδιορισμό κάποιου σταθερού προτύπου υποκαταστάσεων ή της επίδρασής τους στην ευαισθησία του ιού στην ενφουβιρτίδιδα. H σχέση αυτών των υποκαταστάσεων με την in vivo αποτελεσματικότητα της ενφουβιρτίδιδας δεν έχει τεκμηριωθεί. Η μείωση της ευαισθησίας του ιού συσχετίστηκε με το βαθμό της αντοχής, πριν την αγωγή, στο σχήμα βασικής αγωγής (βλέπε Πίνακα 6).

Διασταυρούμενη αντοχή

Λόγω της πρωτοποριακής στόχευσής της κατά των ιών, η ενφουβιρτίδιδα είναι εξίσου δραστική in vitro έναντι τόσο των εργαστηριακώς και κλινικώς απομονωθέντων στελεχών φυσικού τύπου, όσο και των ανθεκτικών σε 1, 2 ή 3 άλλες κατηγορίες αντιρετροϊκών (νουκλεοσιδικούς αναστολείς ανάστροφης μεταγραφάσης, μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς ανάστροφης μεταγραφάσης και αναστολείς πρωτεάσης). Αντιστρόφως, οι μεταλλάξεις στα αμινοξέα 36-45 της gp41, που προσδίδουν αντοχή έναντι της ενφουβιρτίδιδας, δεν αναμένεται να οδηγήσουν σε διασταυρούμενη αντοχή έναντι άλλων κατηγοριών αντιρετροϊκών.

Κλινικά Φαρμακοδυναμικά δεδομένα

Μελέτες σε Ασθενείς που έχουν λάβει Αντιρετροϊκή Αγωγή

Η κλινική δραστικότητα του Ενφουβιρτίδη (σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες) στα επίπεδα του RNA του HIV στο πλάσμα και στις τιμές των CD4 ερευνήθηκε σε δύο τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές, ελεγχόμενες μελέτες (TORO 1 και TORO 2) του Ενφουβιρτίδη, διάρκειας 48 εβδομάδων. 995 ασθενείς αποτελούσαν τον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας. Τα δημογραφικά στοιχεία του πληθυσμού περιλαμβάνουν διάμεση τιμή κατά την έναρξη της αγωγής HIV-1 RNA 5,2 log10 αντίγραφα/ml και 5,1 log10 αντίγραφα/ml και διάμεση τιμή κατά την έναρξη της αγωγής CD4 κυττάρων 88 κύτταρα/mm3 και 97 κύτταρα/mm3 για το Ενφουβιρτίδη + OB και το OB, αντίστοιχα. Οι ασθενείς είχαν προηγούμενη έκθεση σε διάμεση τιμή 12 αντιρετροϊκών για διάμεση τιμή 7 ετών. Όλοι οι ασθενείς λάμβαναν θεραπευτικό σχήμα βελτιστοποιημένης βασικής αγωγής (OB), αποτελούμενο από 3 έως 5 αντιρετροϊκούς παράγοντες, επιλεγμένους βάσει του προηγούμενου θεραπευτικού ιστορικού του ασθενούς, καθώς και μετρήσεων γονοτυπικής και φαινοτυπικής ιικής αντοχής κατά την έναρξη της αγωγής.

Η αναλογία ασθενών που πέτυχαν ιικό φορτίο < 400 αντίγραφα/ml την εβδομάδα 48 ήταν 30,4% μεταξύ των ασθενών υπό θεραπευτικό σχήμα Ενφουβιρτίδη + OB, συγκρινόμενο με 12% μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν OB μόνο. Η μέση τιμή αύξησης του αριθμού των CD4 κυττάρων ήταν μεγαλύτερη στους ασθενείς υπό θεραπευτικό σχήμα Ενφουβιρτίδη + OB, συγκριτικά με τους ασθενείς υπό OB μόνο.

Φαρμακοκινητική

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ενφουβιρτίδης αξιολογήθηκαν σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν προσβληθεί από τον HIV-1.

Απορρόφηση

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από υποδόρια χορήγηση ενφουβιρτίδης 90 mg στην κοιλιακή χώρα ήταν 84,3 ± 15,5%. Η μέση (± SD) Cmax ήταν 4,59 ± 1,5 µg/ml, η AUC ήταν 55,8 ± 12,1µg*hr/ml. Η υποδόρια απορρόφηση της ενφουβιρτίδης είναι ανάλογη της χορηγουμένης δόσης, για το εύρος δόσης από 45 έως 180 mg. Η υποδόρια απορρόφηση για τη δόση των 90 mg είναι συγκρίσιμη όταν η χορήγηση γίνεται στην κοιλιακή χώρα, το μηρό ή το βραχίονα. Σε τέσσερις ξεχωριστές μελέτες (N= 9 έως 12), οι μέσες ελάχιστες συγκεντρώσεις πλάσματος στη σταθεροποιημένη κατάσταση κυμάνθηκαν μεταξύ 2,6 έως 3,4 µg/ml.

Κατανομή

Με ενδοφλέβια χορήγηση δόσης 90 mg ενφουβιρτίδης, ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση, ήταν 5,5 ± 1,1 l. Σε πλάσμα που έχει προσβληθεί από τον HIV, η ενφουβιρτίδης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό 92%, για εύρος συγκεντρώσεων πλάσματος από 2 έως 10 µg/ml. Συνδέεται κυρίως με τη λευκωματίνη και σε μικρότερο βαθμό με την α-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Σε in vitro μελέτες, η ενφουβιρτίδης δεν εκτοπίστηκε από τα σημεία σύνδεσής της από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, ούτε η ενφουβιρτίδης εκτόπισε από τις θέσεις σύνδεσής τους άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Στους ασθενείς με HIV, τα επίπεδα της ενφουβιρτίδης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό αναφέρθηκαν ως αμελητέα.

Βιομετασχηματισμός

Η ενφουβιρτίδης αναμένεται, ως πεπτίδιο, να καταβολισθεί στα αμινοξέα εκ των οποίων αποτελείται, με ακόλουθη ανακύκλωση των αμινοξέων στον οργανισμό. In vitro μελέτες σε ανθρώπινα μικροσώματα και in vivo μελέτες δείχνουν ότι η ενφουβιρτίδης δεν αποτελεί αναστολέα των ενζύμων του CYP450. Σε in vitro μελέτες σε ανθρώπινα μικροσώματα και ηπατοκύτταρα, η υδρόλυση της αμιδικής ομάδος του C-τελικού αμινοξέος, φαινυλαλανίνης, οδηγεί σε αποαμιδωμένο μεταβολίτη, ο σχηματισμός του οποίου δεν είναι NADPH εξαρτώμενος. Μετά από χορήγηση ενφουβιρτίδης, ο μεταβολίτης αυτός ανιχνεύεται στο ανθρώπινο πλάσμα, με AUC που κυμαίνεται από 2,4 έως 15% της AUC της ενφουβιρτίδης.

Αποβολή

Η κάθαρση της ενφουβιρτίδης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 90 mg ήταν 1,4 ± 0,28 l/ώρα και η ημιπερίοδος αποβολής ήταν 3,2 ± 0,42 ώρες. Μετά από υποδόρια χορήγηση ενφουβιρτίδης 90 mg, η ημιπερίοδος της ενφουβιρτίδης είναι 3,8 ± 0,6 ώρες. Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες ισοζυγίου βάρους σε ανθρώπους, με σκοπό τον προσδιορισμό της(-ων) οδού(-ών) αποβολής της ενφουβιρτίδης.

Ηπατική δυσλειτουργία

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ενφουβιρτίδης δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε κλινικές δοκιμές, η ανάλυση δεδομένων για τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ασθενών, έδειξε ότι η κάθαρση της ενφουβιρτίδης δεν επηρεάζεται σε κλινικά σημαντικό βαθμό σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε μια μελέτη νεφρικής δυσλειτουργίας, η AUC της ενφουβιρτίδης αυξήθηκε κατά μέσο όρο 43-62% σε ασθενείς με σοβαρή ή τελικού σταδίου νεφρική νόσο συγκριτικά με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η αιμοκάθαρση δεν άλλαξε σημαντικά την κάθαρση της ενφουβιρτίδης. Κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης, η δόση μειώθηκε κατά λιγότερο από 13%. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ανεπαρκή νεφρική λειτουργία.

Ηλικιωμένοι

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ενφουβιρτίδης δεν έχουν επισήμως μελετηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς άνω των 65 ετών.

Φύλο και Σωματικό Βάρος

Σε κλινικές δοκιμές, η ανάλυση δεδομένων για τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ασθενών, έδειξε ότι η κάθαρση της ενφουβιρτίδης είναι 20% χαμηλότερη στις γυναίκες απ’ ό τι στους άνδρες, ανεξαρτήτως σωματικού βάρους, και αυξάνεται αυξανομένου του σωματικού βάρους, ανεξαρτήτως φύλου (20% υψηλότερη σε έναν ασθενή σωματικού βάρους 100 kg και 20% χαμηλότερη σε έναν ασθενή σωματικού βάρους 40 kg, συγκριτικά με ασθενή αναφοράς, σωματικού βάρους 70 kg). Ωστόσο, οι μεταβολές αυτές δεν είναι κλινικώς σημαντικές και δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Φυλή

Σε κλινικές δοκιμές, η ανάλυση δεδομένων για τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ασθενών έδειξε ότι η κάθαρση της ενφουβιρτίδης δεν διέφερε στους Αφρο-Αμερικάνους, συγκριτικά με τους Καυκάσιους. Άλλες φαρμακοκινητικές μελέτες δεν υποδεικνύουν διαφορά μεταξύ Ασιατών και Καυκασίων, μετά την προσαρμογή της έκθεσης βάσει του σωματικού βάρους.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ενφουβιρτίδης έχουν μελετηθεί σε 37 παιδιατρικούς ασθενείς. Μία δόση των 2 mg/kg δύο φορές την ημέρα (μέγιστη δόση 90 mg δύο φορές την ημέρα) απέδωσε συγκεντρώσεις πλάσματος της ενφουβιρτίδης παρόμοιες με αυτές που επετεύχθησαν σε ενήλικες ασθενείς που λάμβαναν δόση 90 mg δύο φορές την ημέρα. Σε 25 παιδιατρικούς ασθενείς, ηλικίας από 5 έως 16 ετών, οι οποίοι λάμβαναν τη δόση των 2 mg/kg δύο φορές την ημέρα στο άνω τμήμα των βραχιόνων, στην πρόσθια επιφάνεια των μηρών ή στην κοιλιακή χώρα, η μέση AUC στη σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 54,3 ± 23,5 µg*h/ml, η Cmax ήταν 6,14 ± 2,48 µg/ml και η Ctrough ήταν 2,93 ± 1,55 µg/ml.

Μηχανισμός δράσης
Το enfuvirtide δεσμεύεται στην πρώτη επαναλαμβανόμενη περιοχή επτά ακολουθιών (HR1) στην υπομονάδα gp41 της γλυκοπρωτεΐνης του περιβλήματος του ιού και εμποδίζει τις διαμορφωτικές αλλαγές που απαιτούνται για τη σύντηξη των μεμβρανών ιού και κυττάρου. Δρα…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα αντιικά Κωδικός ATC: J05A- X07 ### Μηχανισμός Δράσης Η ενφουβιρτίδη αποτελεί μέλος της θεραπευτικής κατηγορίας με την ονομασία αναστολείς σύντηξης. Είναι ένας αναστολέας της δομικής αναδιάρθρωσης της gp41 του HIV-1…
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ενφουβιρτίδης αξιολογήθηκαν σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν προσβληθεί από τον HIV-1. ### Απορρόφηση Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από υποδόρια χορήγηση ενφουβιρτίδης 90 mg στην κοιλιακή χώρα ήταν **84,3 ±…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Αναμένεται να υποστεί καταβολισμό στα συστατικά αμινοξέα του, με επακόλουθη ανακύκλωση των αμινοξέων στην δεξαμενή του σώματος. Μελέτες in vitro με μικροσώματα και ηπατοκύτταρα ανθρώπων υποδεικνύουν ότι η εμφυβιρτίδη υδρολύεται για να…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Μετά από εφάπαξ υποδόρια ένεση 90 mg εμφυβιρτίδης στην κοιλιά σε 12 ασθενείς με HIV-1, η μέση μέγιστη συγκέντρωση ήταν 4,59 ± 1,5 μg/mL και ο διάμεσος χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση ήταν 8 ώρες (εύρος 3-12 ώρες). 5,5…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
36-υπολειμματικό συνθετικό πεπτίδιο που εμποδίζει τη σύντηξη HIV-1 με τα κύτταρα CD4. N-τελικά ακετυλιωμένο, C-τελικό αμιδωμένο.
DrugBank

Indication

expand_more
Η Enfuvirtide είναι αντιρετροϊκό φάρμακο που χρησιμοποιείται σε συνδυαστική θεραπεία για τη θεραπεία HIV-1/AIDS.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Το enfuvirtide δεσμεύεται στην πρώτη επαναλαμβανόμενη περιοχή επτά ακολουθιών (HR1) στην υπομονάδα gp41 της γλυκοπρωτεΐνης του περιβλήματος του ιού και εμποδίζει τις διαμορφωτικές αλλαγές που απαιτούνται για τη σύντηξη των μεμβρανών ιού και κυττάρου. Δρα εμποδίζοντας τη μηχανική λειτουργία του HIV-1 στο τελικό στάδιο της συγχώνευσης με το κύτταρο-στόχο, αποτρέποντας τη μόλυνση μη μολυσμένων κυττάρων. Το enfuvirtide είναι πεπτίδιο βιομιμητικό που σχεδιάστηκε λογικά ώστε να μιμείται στοιχεία της μηχανικής συγχώνευσης HIV-1 και να τα αντικαθιστά, εμποδίζοντας τη φυσιολογική συγχώνευση.
DrugBank

Half life

expand_more
3.8 ± 0.6 ώρες
DrugBank

Protein binding

expand_more
Πρωτεϊνική πρόσδεση: 92%
DrugBank

Volume of distribution

expand_more
Όγκος κατανομής: 5.5 ± 1.1 L
DrugBank

Clearance

expand_more
  • 24.8 ± 4.1 mL/h/kg [ενήλικες ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη και παιδιατρικοί ασθενείς μετά από μια μονή υποδόρια δόση 90 mg enfuvirtide]
  • 30.6 ± 10.6 mL/h/kg [Ακολουθώντας δόση 90 mg δύο φορές την ημέρα υποδόρια FUZEON SC σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φάρμακα σε ασθενείς με HIV-1]
  • 40 ± 17 mL/h/kg [παιδιατρικοί ασθενείς σε παρουσία συνυπάρχοντων φαρμάκων συμπεριλαμβανομένων αντιρετροϊκών φαρμάκων λαμβάνοντας τη δόση 2 mg/kg δύο φορές την ημέρα]
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

3.8 ± 0.6 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

92%
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 19 ώρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
16130199
Μοριακός τύπος
C204H301N51O64
Μοριακό βάρος
4492.0
IUPAC
(4S)-4-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S,3S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S,3S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S,3R)-2-[[(2S)-2-acetamido-3-(4-hydroxyphenyl)propanoyl]amino]-3-hydroxybutanoyl]amino]-3-hydroxypropanoyl]amino]-4-methylpentanoyl]amino]-3-methylpentanoyl]amino]-3-(1H-imidazol-5-yl)propanoyl]amino]-3-hydroxypropanoyl]amino]-4-methylpentanoyl]amino]-3-methylpentanoyl]amino]-4-carboxybutanoyl]amino]-4-carboxybutanoyl]amino]-3-hydroxypropanoyl]amino]-5-amino-5-oxopentanoyl]amino]-4-amino-4-oxobutanoyl]amino]-5-amino-5-oxopentanoyl]amino]-5-amino-5-oxopentanoyl]amino]-5-[[(2S)-6-amino-1-[[(2S)-4-amino-1-[[(2S)-1-[[(2S)-5-amino-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-6-amino-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-4-amino-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-amino-1-oxo-3-phenylpropan-2-yl]amino]-3-(1H-indol-3-yl)-1-oxopropan-2-yl]amino]-1,4-dioxobutan-2-yl]amino]-3-(1H-indol-3-yl)-1-oxopropan-2-yl]amino]-4-methyl-1-oxopentan-2-yl]amino]-3-hydroxy-1-oxopropan-2-yl]amino]-1-oxopropan-2-yl]amino]-3-(1H-indol-3-yl)-1-oxopropan-2-yl]amino]-1-oxohexan-2-yl]amino]-3-carboxy-1-oxopropan-2-yl]amino]-4-methyl-1-oxopentan-2-yl]amino]-4-carboxy-1-oxobutan-2-yl]amino]-4-methyl-1-oxopentan-2-yl]amino]-4-methyl-1-oxopentan-2-yl]amino]-4-carboxy-1-oxobutan-2-yl]amino]-1,5-dioxopentan-2-yl]amino]-4-carboxy-1-oxobutan-2-yl]amino]-1,4-dioxobutan-2-yl]amino]-1-oxohexan-2-yl]amino]-5-oxopentanoic acid
InChIKey
PEASPLKKXBYDKL-FXEVSJAOSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατάταξη Φαρμακολογίας MeSH

Αναστολείς της σύντηξης του HIV με τα κύτταρα-ξενιστές, εμποδίζοντας την είσοδο του ιού. Αυτό περιλαμβάνει ενώσεις που μπλοκάρουν την προσκόλληση της ΓΛΥΚΟΠΡΩΤΕΪΝΗΣ GP120 του HIV στους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ CD4.