ESTRAMUSTINE
Εστραμουστίνη
Περιλαμβάνει ουσίες με άλλοτε άλλο τρόπο δράσης, ο οποίος αναφέρεται σε βραχύ εισαγωγικό σημείωμα.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ESTRACYT
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: Όχι λιγότερο από 1 ώρα πριν, ή 2 ώρες μετά τη λήψη τροφής
- Δόση έναρξης: 4 - 6 καψάκια (για επίτευξη δόσης τουλάχιστον 10 mg/kg)
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία κυμαίνεται από 7 - 14 mg (4 - 8 καψάκια) ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόση7 - 14 mg (4 - 8 καψάκια) ημερησίως σε 2 (ή σε 3) διηρημένες δόσειςΗ έναρξη της θεραπείας συνιστάται με 4 - 6 καψάκια για την επίτευξη δόσης τουλάχιστον 10 mg/kg. Τα καψάκια πρέπει να λαμβάνονται όχι λιγότερο από 1 ώρα πριν, ή 2 ώρες μετά τη λήψη τροφής με ένα ποτήρι νερό. Γάλα, προϊόντα γάλακτος ή φάρμακα που περιέχουν ασβέστιο, μαγνήσιο ή αργίλιο (π.χ. αντιόξινα), δεν πρέπει να λαμβάνονται συγχρόνως με καψάκια Estracyt. Αν δεν παρατηρηθεί ανταπόκριση μετά την πάροδο 4 - 6 εβδομάδων, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
-
ΠαιδιάΔεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά.
block
SPC-ESTRACYT
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην οιστραδιόλη ή στη μουστάρδα αζώτου
-
Σε παιδιά
-
Σε ασθενείς με πεπτικό έλκος ή σοβαρή ηπατική νόσο
-
Σοβαρή καρδιαγγειακή νόσο:ισχαιμικές ή θρομβοεμβολικές επιπλοκές που σχετίζονται με κατακράτηση υγρών.
warning
SPC-ESTRACYT
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Καταστολή μυελού των οστών, ιστορικό θρομβοφλεβίτιδας, θρόμβωσης ή θρομβοεμβολικών διαταραχώνΠληθυσμόςασθενείς με μετρίου ή σοβαρού βαθμού καταστολή του μυελού των οστών, με ιστορικό θρομβοφλεβίτιδας, θρόμβωσης ή θρομβοεμβολικών διαταραχών, ειδικά όταν σχετίζονται με θεραπεία με οιστρογόνα.χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Αγγειακή εγκεφαλική ή στεφανιαία νόσο και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαπρέπει επίσης να ασκείται προσοχή
-
Ανοχή στη γλυκόζηΠληθυσμόςασθενείς με διαβήτηχρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους με Estracyt.
-
Αυξημένη Αρτηριακή Πίεσηη αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται περιοδικά.
-
Κατακράτηση υγρώνχρειάζονται προσεκτική παρακολούθηση σε καταστάσεις που μπορούν να επηρεαστούν από κατακράτηση υγρών, όπως επιληψία, ημικρανία ή νεφρική δυσλειτουργία.
-
Μεταβολισμός ασβεστίου/φωσφόρουΠληθυσμόςασθενείς με μεταβολικές ασθένειες των οστών που σχετίζονται με υπερασβεστιαιμίαπρέπει να χορηγείται με προσοχή
-
Υποασβεστιαιμία σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη και οστεοβλαστικές μεταστάσειςτα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα τους θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΝα χορηγείται με προσοχή
-
Ηπατική ανεπάρκειαπρέπει να χορηγείται με προσοχή. Πρέπει να διενεργούνται ηπατικές δοκιμασίες σε τακτά διαστήματα.
-
Ανοσοκατασταλτική δράση/ Αυξημένη ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΠληθυσμόςανοσοκατασταλμένοι ασθενείς από χημειοθεραπευτικούς παράγοντες περιλαμβανομένου του EstracytΟ εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν Estracyt.
swap_horiz
SPC-ESTRACYT
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΟιστρογόναΑύξηση θεραπευτικής δράσης και τοξικότητας τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (πιθανώς με αναστολή μεταβολισμού τους)
-
Γάλα, προϊόντα γάλακτος, φάρμακα με ασβέστιο, μαγνήσιο ή αργίλιοΜείωση απορρόφησης Estracyt (σχηματισμός αδιάλυτων αλάτων)ΣύστασηΗ ταυτόχρονη λήψη θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Αναστολείς του ΜΕΑΠαρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος αγγειονευρωτικού οιδήματος
sick
SPC-ESTRACYT
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοκυτοπενία
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Κατακράτηση υγρών
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Λήθαργος
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Ισχαιμική καρδιακή νόσος
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Υπέρταση
- Θρομβοεμβολή
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
- Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα
- Οίδημα Quincke
- Οίδημα του λάρυγγα
- Μυϊκή αδυναμία
- Γυναικομαστία
- Σεξουαλική ανικανότητα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΓυναικομαστία
-
ΣυχνέςΣεξουαλική ανικανότητα
-
ΣυχνέςΝαυτία/έμετος
-
ΣυχνέςΚατακράτηση υγρών/οίδημα
-
ΣοβαρέςΘρομβοεμβολή
-
ΣοβαρέςΙσχαιμική καρδιοπάθεια
-
ΣοβαρέςΑποφρακτική καρδιακή ανακοπή
-
ΣπάνιαΑγγειονευρωτικό οίδημα
-
ΣπάνιαΑναιμία
-
ΣπάνιαΛευκοπενία
-
ΣπάνιαΘρομβοκυτοπενία
-
Αντίδραση υπερευαισθησίας
-
Κατακράτηση υγρών
-
ΣπάνιαΣύγχυση
-
ΣπάνιαΚατάθλιψη
-
ΣπάνιαΚεφαλαλγία
-
ΣπάνιαΛήθαργος
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
-
Ισχαιμική καρδιακή νόσος
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Υπέρταση
-
Θρομβοεμβολή
-
Ναυτία
-
Έμετος
-
Συχνές (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων θεραπείας)Διάρροια
-
Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
-
Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα
-
ΣπάνιαΑγγειονευρωτικό οίδημα (οίδημα Quincke, οίδημα του λάρυγγα)
-
ΣπάνιαΜυϊκή αδυναμία
-
Γυναικομαστία
-
Σεξουαλική ανικανότητα
pregnant_woman
SPC-ESTRACYT
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΕίναι γνωστό ότι τόσο η οιστραδιόλη όσο και οι μουστάρδες αζώτου έχουν μεταλλαξιογόνο δράση, επομένως οι άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με το Estracyt θα πρέπει να εφαρμόζουν αντισυλληπτικές μεθόδους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
- Estramustine είναι παράγωγο της εστραδιόλης με νιτρωγενές μόριο μυστάρδας. Αυτό του δίνει αλκυλιτικές ιδιότητες. Στην in vivo φάση, το ενεργό νιτρωγενές μόριο μπορεί να αλκυλίσει DNA και άλλα κυτταρικά στοιχεία (όπως συστατικά τυβουλίνης) σε ταχέως…
monitor_heart
SPC-ESTRACYT
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ESTRACYT
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ESTRACYT
expand_more
Δοσολογία
Το Estracyt πρέπει να χορηγείται από προσωπικό με πείρα στη χορήγηση αντινεοπλασματικής θεραπείας. Η δοσολογία κυμαίνεται από 7 - 14 mg (4 - 8 καψάκια) ημερησίως σε 2 (ή σε 3) διηρημένες δόσεις. Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με 4 - 6 καψάκια για την επίτευξη δόσης τουλάχιστον 10 mg/kg. Τα καψάκια πρέπει να λαμβάνονται όχι λιγότερο από 1 ώρα πριν, ή 2 ώρες μετά τη λήψη τροφής με ένα ποτήρι νερό. Γάλα, προϊόντα γάλακτος ή φάρμακα που περιέχουν ασβέστιο, μαγνήσιο ή αργίλιο (π.χ. αντιόξινα), δεν πρέπει να λαμβάνονται συγχρόνως με καψάκια Estracyt. Αν δεν παρατηρηθεί ανταπόκριση μετά την πάροδο 4 - 6 εβδομάδων, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
Παιδιά
Δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά.
block
Αντενδείξεις
SPC-ESTRACYT
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Το Estracyt δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με:
- Γνωστή υπερευαισθησία στην οιστραδιόλη ή στη μουστάρδα αζώτου
- Σε παιδιά
- Σε ασθενείς με πεπτικό έλκος ή σοβαρή ηπατική νόσο
- Σοβαρή καρδιαγγειακή νόσο:ισχαιμικές ή θρομβοεμβολικές επιπλοκές που σχετίζονται με κατακράτηση υγρών.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ESTRACYT
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις
Το Estracyt πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μετρίου ή σοβαρού βαθμού καταστολή του μυελού των οστών, με ιστορικό θρομβοφλεβίτιδας, θρόμβωσης ή θρομβοεμβολικών διαταραχών, ειδικά όταν σχετίζονται με θεραπεία με οιστρογόνα. Θα πρέπει επίσης να ασκείται προσοχή σε ασθενείς με αγγειακή εγκεφαλική ή με στεφανιαία νόσο και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
Ανοχή στη γλυκόζη: Επειδή είναι δυνατόν να ελαττωθεί η ανοχή στη γλυκόζη, οι ασθενείς με διαβήτη χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους με Estracyt.
Αυξημένη Αρτηριακή Πίεση: Επειδή είναι δυνατόν να προκληθεί υπέρταση, η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται περιοδικά.
Κατακράτηση υγρών: Επιδείνωση προϋπάρχοντος ή αρχόμενου περιφερικού οιδήματος ή αποφρακτικής καρδιακής νόσου έχει παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς σε θεραπεία με Estracyt. ΄Αλλες καταστάσεις που μπορούν να επηρεαστούν από κατακράτηση υγρών, όπως επιληψία, ημικρανία ή νεφρική δυσλειτουργία, χρειάζονται προσεκτική παρακολούθηση.
Μεταβολισμός ασβεστίου/φωσφόρου: Το Estracyt μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου και πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με μεταβολικές ασθένειες των οστών που σχετίζονται με υπερασβεστιαιμία. Οι ασθενείς με καρκίνο του προστάτη και οστεοβλαστικές μεταστάσεις βρίσκονται σε κίνδυνο για υποασβεστιαιμία και διά τούτο τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα τους θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά.
Να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Το Estracyt μπορεί να μεταβολίζεται ανεπαρκώς σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια και πρέπει να χορηγείται με προσοχή στους ασθενείς αυτούς. Πρέπει να διενεργούνται ηπατικές δοκιμασίες σε τακτά διαστήματα.
Σημείωση: Δεδομένου ότι ορισμένες ενδοκρινείς και ηπατικές λειτουργίες επηρεάζονται από φάρμακα τα οποία εμπεριέχουν οιστρογόνα, επηρεάζονται και οι αντίστοιχες τιμές των εργαστηριακών δοκιμών.
Ανοσοκατασταλτική δράση/ Αυξημένη ευαισθησία σε Λοιμώξεις - Η χορήγηση ζώντων ή ζώντων-αδρανοποιημένων εμβολίων σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς από χημειοθεραπευτικούς παράγοντες περιλαμβανομένου του Estracyt, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν Estracyt. Τα νεκρά ή ανδρανοποιημένα εμβόλια μπορούν να χορηγηθούν. Παρά ταύτα, η ανταπόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι ελαττωμένη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ESTRACYT
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
΄Εχει αναφερθεί ότι τα οιστρογόνα αυξάνουν τόσο τη θεραπευτική δράση όσο και την τοξικότητα των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, προφανώς με αναστολή του μεταβολισμού τους.
Γάλα, προϊόντα γάλακτος ή φάρμακα που περιέχουν ασβέστιο, μαγνήσιο ή αργίλιο, μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση του Estracyt, επομένως η ταυτόχρονη λήψη τους θα πρέπει να αποφεύγεται. Ο μηχανισμός πίσω από την αλληλεπίδραση αυτή είναι ο σχηματισμός αδιάλυτων αλάτων εστραμουστίνης με τα πολυσθενή μεταλλικά ιόντα.
Η αλληλεπίδραση μεταξύ του Estracyt και των αναστολέων του ΜΕΑ, που πιθανώς προκαλεί αυξημένο κίνδυνο αγγειονευρωτικού οιδήματος (βλ. παράγραφο 4.8) δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ESTRACYT
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν γυναικομαστία και σεξουαλική ανικανότητα, ναυτία/έμετο και κατακράτηση υγρών/οίδημα.
Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν θρομβοεμβολή, ισχαιμική καρδιοπάθεια, αποφρακτική καρδιακή ανακοπή και, σπάνια, αγγειονευρωτικό οίδημα.
΄Εχουν αναφερθεί, κατά κατηγορία οργάνου συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA, οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες:
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Αναιμία, λευκοπενία, θρομβοκυτοπενία, παρατηρούνται σπάνια.
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Κατακράτηση υγρών
- Ψυχιατρικές διαταραχές: Σύγχυση και κατάθλιψη παρατηρούνται σπάνια
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Κεφαλαλγία και λήθαργος παρατηρούνται σπάνια
- Καρδιακές διαταραχές: Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ισχαιμική καρδιακή νόσος, έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Αγγειακές διαταραχές: Υπέρταση, θρομβοεμβολή
- Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Ναυτία και έμετος, διάρροια (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων θεραπείας)
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα
- Αγγειονευρωτικό οίδημα (οίδημα Quincke, οίδημα του λάρυγγα): Σπάνια μπορεί να παρατηρηθεί. Σε πολλές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, συμπεριλαμβανομένης και μίας περίπτωσης με θανατηφόρα έκβαση, οι ασθενείς ελάμβαναν ταυτόχρονα αναστολείς ΜΕΑ. Η θεραπεία με Estracyt θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως στην περίπτωση που εμφανισθεί αγγειονευρωτικό οίδημα.
- Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: Μυϊκή αδυναμία παρατηρείται σπάνια.
- Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: Γυναικομαστία, σεξουαλική ανικανότητα
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ESTRACYT
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ESTRACYT
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η φωσφορική εστραμουστίνη (ΕΜΡ) είναι ένα μοναδικό αντινεοπλασματικό φάρμακο με διπλό μηχανισμό δράσης.
Μηχανισμός δράσης
Η οιστρόνη και η οιστραδιόλη, παράγωγα του μεταβολισμού της φωσφορικής εστραμουστίνης, έχουν επιδείξει αντιγοναδοτροπική δράση, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα τα ελαττωμένα επίπεδα της τεστοστερόνης, παρόμοια με εκείνα που επιτυγχάνονται μετά από χειρουργικό ευνουχισμό.
Η εστραμουστίνη, ο κυτταροτοξικός μεταβολίτης ο οποίος παράγεται με αποφωσφορυλίωση της μητρικής ένωσης, υφίσταται περαιτέρω μεταβολισμό σε εστρομουστίνη και οι δύο αυτοί μεταβολίτες ασκούν αντιμιτωτικές δράσεις σε καρκινικά κύτταρα. Οι επιδράσεις αυτές εξαρτώνται από μια αναστολή του σχηματισμού των μικροσωληνίσκων στη μετάφαση και από αποικοδόμηση των μικροσωληνίσκων στη μεσόφαση.
Οι μικροσωληναριακές επιδράσεις έχουν επίσης αποδειχθεί σε ξενομοσχεύματα ανθρώπινων προστατικών όγκων in vivo. Η αναστολή του πολυμερισμού των μικροσωληνίσκων που προκαλεί η εστραμουστίνη έχει αποδειχθεί ότι οφείλεται σε απευθείας αλληλεπίδραση με την τουμπουλίνη. Επιπρόσθετα, μία αλληλεπίδραση μεταξύ εστραμουστίνης και πρωτεϊνών που σχετίζονται με τους μικροσωληνίσκους (ΜΑΡ΄s) έχει αποδειχθεί.
Η εστραμουστίνη έχει δείξει ότι τροποποιεί τη λειτουργία της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης σε ανθεκτικές κυτταρικές σειρές, αυξάνοντας έτσι την ενδοκυτταρική συγκέντρωση φαρμάκων και ενδυναμώνοντας την κυτταροτοξικότητα συγχρόνως χορηγουμένων κυτταροτοξικών φαρμάκων. Αυτή η τροποποιητική ικανότητα θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τη συνέργεια η οποία βρέθηκε σε ανθρώπινες κυτταρικές σειρές προστατικών καρκινικών κυττάρων in vitro μεταξύ της εστραμουστίνης και άλλων φαρμάκων όπως η πακλιταξέλη, η βινβλαστίνη, η ετοποσίδη και η δοξορουβικίνη.
Ιn vivo δεδομένα που καταδεικνύουν τη συνεργική δράση της εστραμουστίνης και της ετοποσίδης έναντι προστατικών όγκων σε αρουραίους υποστηρίζουν επιπρόσθετα την υπόθεση αυτή,
Το Estracyt σε συνδυασμό με βινβλαστίνη, ετοποσίδη ή ταξόλη έδωσε καλύτερη ανταπόκριση από ότι το κάθε φάρμακο μόνο του, χωρίς αυξημένη τοξικότητα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ESTRACYT
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η απορρόφηση ραδιοεπισημασμένης ΕΜΡ μελετήθηκε σε έναν ασθενή μετά από χορήγηση του προϊόντος από το στόμα σε μορφή κάψουλας. Η απορρόφηση από το στόμα βρέθηκε να ανέρχεται περίπου στο 75% σε σύγκριση με την ενδοφλέβια χορήγηση.
Η ΕΜΡ είναι προ-φάρμακο. Αποφωσφορυλιώνεται ταχέως στον γαστρεντερικό σωλήνα σε εστραμουστίνη, και η ανέπαφη ΕΜΡ δεν βρίσκεται στο πλάσμα μετά από του στόματος χορήγηση. Το επίπεδο της πρωτεϊνικής δέσμευσης της ΕΜΡ είναι 99%.
Η εστραμουστίνη μεταβολίζεται σε εστρομουστίνη, η οποία αποτελεί την κυριότερη ένωση στο πλάσμα. Η σχετική από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα (AUCpo/AUCiv) της εστρομουστίνης είναι υψηλή, περίπου 90% σε νηστικούς ασθενείς. Τόσο η εστραμουστίνη όσο και η εστρομουστίνη είναι κυτταροτοξικές ουσίες και εμφανίζουν υψηλό επίπεδο πρωτεϊνικής δέσμευσης. Ο χρόνος ημιζωής της απέκκρισης της εστρομουστίνης είναι περίπου 80 ώρες. Η εστραμουστίνη και η εστρομουστίνη μεταβολίζονται περαιτέρω στα αντίστοιχα οιστρογόνα: οιστραδιόλη και οιστρόνη.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, βρίσκεται στο πλάσμα ανέπαφη ΕΜΡ, η οποία μεταβολίζεται ταχέως (χρόνος ημιζωής απομάκρυνσης: 1,2 ώρες) και σχηματίζονται οι ίδιοι μεταβολίτες όπως και μετά από του στόματος χρήση. Η εστραμουστίνη είναι ο κύριος μεταβολίτης και μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Τα επίπεδα της ΕΜΡ και των μεταβολιτών της στο πλάσμα σχετίζονται σχεδόν γραμμικά με τη χορηγηθείσα δόση μετά από χορήγηση από το στόμα ή ενδοφλεβίως. Το επίπεδο ισορροπίας των μεταβολιτών δεν μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας από το στόμα.
Η εστραμουστίνη και η εστρομουστίνη αποβάλλονται από τη χολή και τα κόπρανα και δεν εμφανίζονται στα ούρα. Η εστραδιόλη και η εστρόνη μεταβολίζονται περαιτέρω και αποβάλλονται μερικώς από τα ούρα.
Η εστραμουστίνη και η εστρομουστίνη έχουν ανιχνευθεί στον ανθρώπινο προστατικό καρκινικό ιστό μετά από θεραπεία με ΕΜΡ. Σε ασθενείς, έχουν βρεθεί υψηλότερα επίπεδα εστραμουστίνης και εστρομουστίνης στον καρκινικό ιστό, από ότι στο πλάσμα. Ο λόγος γι΄ αυτό μπορεί να είναι ότι η εστραμουστίνη και η εστρομουστίνη προσλαμβάνονται από τον προστατικό ιστό μέσω σύνδεσης με μία ειδική πρωτεΐνη η οποία έχει βρεθεί να υπάρχει στον καρκινικό ιστό του προστάτη.
ΕΟΦ · 8.6
Αλλα αντινεοπλασματικά φάρμακα
expand_more
Αλλα αντινεοπλασματικά φάρμακα
ΕΟΦ · 8.6.6
Διάφορα
expand_more
Διάφορα
DrugBank
Description
expand_more
Description
- Estramustine είναι ένα αντινεοπλασματικό φάρμακο που αποτελεί σύνθεση νιτρωγενούς μυστάρδας συνδεδεμένης με εστραδιόλη, συνήθως σε μορφή φωσφορικού άλατος. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία προστάτη καρκίνου. Επιπλέον, διαθέτει ιδιότητες προστασίας από την ακτινοβολία.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Για την παρηγορητική θεραπεία ασθενών με μεταστατικό και/ή προχωρημένο καρκίνωμα προστάτη.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Estramustine είναι αντινεοπλασματικό φάρμακο ενδείκνυται στην παρηγορητική θεραπεία ασθενών με μεταστατικό και/ή προχωρημένο καρκίνωμα προστάτη. Estramustine αποτελεί συνδυασμό εστραδιόλης με νιτρωγενή μυστάρδα. Στην in vivo φάση, το μόριο νιτρωγενούς μυστάρδας καθίσταται ενεργό και συμμετέχει στην αλκυλίωση του DNA ή άλλων κυτταρικών στοιχείων. Αυτό προκαλεί βλάβη στο DNA σε ταχέως διαιρούμενα καρκινικά κύτταρα, οδηγώντας σε κυτταρικό θάνατο και ιδανικά σε συρρίκνωση όγκου.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Estramustine είναι παράγωγο της εστραδιόλης με νιτρωγενές μόριο μυστάρδας. Αυτό του δίνει αλκυλιτικές ιδιότητες. Στην in vivo φάση, το ενεργό νιτρωγενές μόριο μπορεί να αλκυλίσει DNA και άλλα κυτταρικά στοιχεία (όπως συστατικά τυβουλίνης) σε ταχέως διαιρούμενα κύτταρα. Αυτό προκαλεί θραύσεις αλυσίδων DNA ή σφάλματα στην κωδικοποίηση. Αυτό οδηγεί σε from απόπτωση και θάνατο κυττάρου. Επίσης, λόγω του οιστρογονικού συστατικού του φαρμάκου, μπορεί να συνδέεται πιο επιλεκτικά με ενεργούς οιστρογονικούς υποδοχείς.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η εστραμουστίνη είναι ένας αντινεοπλαστικός παράγοντας που ενδείκνυται για την παρηγορητική θεραπεία ασθενών με μεταστατικό ή/και προοδευτικό καρκίνωμα του προστάτη. Η εστραμουστίνη είναι ένας συνδυασμός οιστραδιόλης με αζωτομουστάρδα. In vivo, το τμήμα αζωτομουστάρδας γίνεται ενεργό και συμμετέχει στην αλκυλίωση του DNA ή άλλων κυτταρικών συστατικών. Αυτό προκαλεί βλάβη στο DNA στα ταχέως διαιρούμενα καρκινικά κύτταρα, οδηγώντας σε κυτταρικό θάνατο και ιδανικά, συρρίκνωση του όγκου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η εστραμουστίνη είναι ένα παράγωγο της οιστραδιόλης με τμήμα αζωτομουστάρδας. Αυτό της προσδίδει αλκυλιωτικές ιδιότητες. In vivo, το συστατικό της αζωτομουστάρδας είναι ενεργό και μπορεί να αλκυλιώσει το DNA και άλλα κυτταρικά συστατικά (όπως τα συστατικά της τουμπουλίνης) των ταχέως διαιρούμενων κυττάρων. Αυτό προκαλεί θραύσεις της αλυσίδας του DNA ή συμβάντα εσφαλμένης κωδικοποίησης. Αυτό οδηγεί σε απόπτωση και κυτταρικό θάνατο. Επίσης, λόγω του οιστρογονικού συστατικού του φαρμάκου, μπορεί να συνδεθεί πιο εκλεκτικά με ενεργούς υποδοχείς οιστρογόνων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Τα μεταβολικά ουρικά πρότυπα του τμήματος οιστραδιόλης της εστραμουστίνης φωσφορικής και της ίδιας της οιστραδιόλης είναι πολύ παρόμοια, αν και οι μεταβολίτες που προέρχονται από την εστραμουστίνη φωσφορική απεκκρίνονται με πιο αργό ρυθμό.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
20 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και επομένως ανίκανα να σχηματίσουν διασυνδέσεις μεταξύ μακρομορίων. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η ανάγκη για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία αμινομάδων μεθυλίου στη χημική τους δομή, οι οποίες μετά από μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους καθένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν έχουν κατανοηθεί πλήρως. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.2026)
Αντινεοπλαστικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοευαίσθητοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονικής ευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοευαίσθητα καρκινώματα περιλαμβάνουν τα καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας. λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ.2079)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
35LT29625A
ΕΣΤΡΑΜΟΥΣΤΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αλκυλιωτική Δράση
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αλκυλιωτικό Φάρμακο
Χημική Δομή [CS] - Οιστραδιόλη
Χημική Δομή [CS] - Ενώσεις Αζωτομουστάρδας
Η εστραμουστίνη είναι ένα Αλκυλιωτικό Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της εστραμουστίνης είναι ως Αλκυλιωτική Δράση.
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και επομένως ανίκανα να σχηματίσουν διασυνδέσεις μεταξύ μακρομορίων. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η ανάγκη για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία αμινομάδων μεθυλίου στη χημική τους δομή, οι οποίες μετά από μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους καθένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν έχουν κατανοηθεί πλήρως. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.2026)
Αντινεοπλαστικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοευαίσθητοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονικής ευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοευαίσθητα καρκινώματα περιλαμβάνουν τα καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας. λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ.2079)