Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01XX11 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ESTRAMUSTINE

Εστραμουστίνη

Περιλαμβάνει ουσίες με άλλοτε άλλο τρόπο δράσης, ο οποίος αναφέρεται σε βραχύ εισαγωγικό σημείωμα.

Chemical structure of ESTRAMUSTINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Συμπτωματική θεραπεία του ανεγχείρητου και μεταστατικού καρκινώματος του φλοιού των επινεφριδίων. Αντενδείξεις: Γαλουχία. Συγχορήγηση με σπειρονολακτόνη. Ανεπιθύμητες ενέργειες: Ναυτία, έμετοι, διάρροια, βλεννογονίτιδα, ανορεξία, ζά- 454
medication
SPC-ESTRACYT

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από το στόμα
Χορήγηση:
Όχι λιγότερο από 1 ώρα πριν, ή 2 ώρες μετά τη λήψη τροφής
Δόση έναρξης:
4 - 6 καψάκια (για επίτευξη δόσης τουλάχιστον 10 mg/kg)
Τιτλοποίηση:
Η δοσολογία κυμαίνεται από 7 - 14 mg (4 - 8 καψάκια) ημερησίως
  • Ενήλικες
    Δόση7 - 14 mg (4 - 8 καψάκια) ημερησίως σε 2 (ή σε 3) διηρημένες δόσεις
    Η έναρξη της θεραπείας συνιστάται με 4 - 6 καψάκια για την επίτευξη δόσης τουλάχιστον 10 mg/kg. Τα καψάκια πρέπει να λαμβάνονται όχι λιγότερο από 1 ώρα πριν, ή 2 ώρες μετά τη λήψη τροφής με ένα ποτήρι νερό. Γάλα, προϊόντα γάλακτος ή φάρμακα που περιέχουν ασβέστιο, μαγνήσιο ή αργίλιο (π.χ. αντιόξινα), δεν πρέπει να λαμβάνονται συγχρόνως με καψάκια Estracyt. Αν δεν παρατηρηθεί ανταπόκριση μετά την πάροδο 4 - 6 εβδομάδων, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
  • Παιδιά
    Δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά.
block
SPC-ESTRACYT

Αντενδείξεις

expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην οιστραδιόλη ή στη μουστάρδα αζώτου
  • Σε παιδιά
  • Σε ασθενείς με πεπτικό έλκος ή σοβαρή ηπατική νόσο
  • Σοβαρή καρδιαγγειακή νόσο:ισχαιμικές ή θρομβοεμβολικές επιπλοκές που σχετίζονται με κατακράτηση υγρών.
warning
SPC-ESTRACYT

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Καταστολή μυελού των οστών, ιστορικό θρομβοφλεβίτιδας, θρόμβωσης ή θρομβοεμβολικών διαταραχών
    Πληθυσμόςασθενείς με μετρίου ή σοβαρού βαθμού καταστολή του μυελού των οστών, με ιστορικό θρομβοφλεβίτιδας, θρόμβωσης ή θρομβοεμβολικών διαταραχών, ειδικά όταν σχετίζονται με θεραπεία με οιστρογόνα.
    χρησιμοποιείται με προσοχή
  • Αγγειακή εγκεφαλική ή στεφανιαία νόσο και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    πρέπει επίσης να ασκείται προσοχή
  • Ανοχή στη γλυκόζη
    Πληθυσμόςασθενείς με διαβήτη
    χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους με Estracyt.
  • Αυξημένη Αρτηριακή Πίεση
    η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται περιοδικά.
  • Κατακράτηση υγρών
    χρειάζονται προσεκτική παρακολούθηση σε καταστάσεις που μπορούν να επηρεαστούν από κατακράτηση υγρών, όπως επιληψία, ημικρανία ή νεφρική δυσλειτουργία.
  • Μεταβολισμός ασβεστίου/φωσφόρου
    Πληθυσμόςασθενείς με μεταβολικές ασθένειες των οστών που σχετίζονται με υπερασβεστιαιμία
    πρέπει να χορηγείται με προσοχή
  • Υποασβεστιαιμία σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη και οστεοβλαστικές μεταστάσεις
    τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα τους θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά.
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Να χορηγείται με προσοχή
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Πρέπει να διενεργούνται ηπατικές δοκιμασίες σε τακτά διαστήματα.
  • Ανοσοκατασταλτική δράση/ Αυξημένη ευαισθησία σε Λοιμώξεις
    Πληθυσμόςανοσοκατασταλμένοι ασθενείς από χημειοθεραπευτικούς παράγοντες περιλαμβανομένου του Estracyt
    Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν Estracyt.
swap_horiz
SPC-ESTRACYT

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Οιστρογόνα
    Αύξηση θεραπευτικής δράσης και τοξικότητας τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (πιθανώς με αναστολή μεταβολισμού τους)
  • Γάλα, προϊόντα γάλακτος, φάρμακα με ασβέστιο, μαγνήσιο ή αργίλιο
    Μείωση απορρόφησης Estracyt (σχηματισμός αδιάλυτων αλάτων)
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη λήψη θα πρέπει να αποφεύγεται.
  • Αναστολείς του ΜΕΑ
    Παρακολούθηση
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειονευρωτικού οιδήματος
sick
SPC-ESTRACYT

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Αναιμία
  • Λευκοπενία
  • Θρομβοκυτοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αντίδραση υπερευαισθησίας
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Κατακράτηση υγρών
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Σύγχυση
  • Κατάθλιψη
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Κεφαλαλγία
  • Λήθαργος
Καρδιακές διαταραχές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Ισχαιμική καρδιακή νόσος
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπέρταση
  • Θρομβοεμβολή
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα
Αγγειονευρωτικό οίδημα
  • Οίδημα Quincke
  • Οίδημα του λάρυγγα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυϊκή αδυναμία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Γυναικομαστία
  • Σεξουαλική ανικανότητα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Γυναικομαστία
    Συχνές
  • Σεξουαλική ανικανότητα
    Συχνές
  • Ναυτία/έμετος
    Συχνές
  • Κατακράτηση υγρών/οίδημα
    Συχνές
  • Θρομβοεμβολή
    Σοβαρές
  • Ισχαιμική καρδιοπάθεια
    Σοβαρές
  • Αποφρακτική καρδιακή ανακοπή
    Σοβαρές
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
    Σπάνια
  • Αναιμία
    Σπάνια
  • Λευκοπενία
    Σπάνια
  • Θρομβοκυτοπενία
    Σπάνια
  • Αντίδραση υπερευαισθησίας
  • Κατακράτηση υγρών
  • Σύγχυση
    Σπάνια
  • Κατάθλιψη
    Σπάνια
  • Κεφαλαλγία
    Σπάνια
  • Λήθαργος
    Σπάνια
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Ισχαιμική καρδιακή νόσος
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Υπέρταση
  • Θρομβοεμβολή
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
    Συχνές (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων θεραπείας)
  • Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
  • Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα (οίδημα Quincke, οίδημα του λάρυγγα)
    Σπάνια
  • Μυϊκή αδυναμία
    Σπάνια
  • Γυναικομαστία
  • Σεξουαλική ανικανότητα
pregnant_woman
SPC-ESTRACYT

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο expand_more
  • Γονιμότητα
    Με προσοχή
    Είναι γνωστό ότι τόσο η οιστραδιόλη όσο και οι μουστάρδες αζώτου έχουν μεταλλαξιογόνο δράση, επομένως οι άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με το Estracyt θα πρέπει να εφαρμόζουν αντισυλληπτικές μεθόδους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
  • Estramustine είναι παράγωγο της εστραδιόλης με νιτρωγενές μόριο μυστάρδας. Αυτό του δίνει αλκυλιτικές ιδιότητες. Στην in vivo φάση, το ενεργό νιτρωγενές μόριο μπορεί να αλκυλίσει DNA και άλλα κυτταρικά στοιχεία (όπως συστατικά τυβουλίνης) σε ταχέως…
monitor_heart
SPC-ESTRACYT

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η φωσφορική εστραμουστίνη (ΕΜΡ) είναι ένα μοναδικό αντινεοπλασματικό φάρμακο με διπλό μηχανισμό δράσης. ### Μηχανισμός δράσης Η οιστρόνη και η οιστραδιόλη, παράγωγα του μεταβολισμού της φωσφορικής εστραμουστίνης, έχουν επιδείξει αντιγοναδοτροπική δράση, η…
biotech
SPC-ESTRACYT

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η απορρόφηση ραδιοεπισημασμένης ΕΜΡ μελετήθηκε σε έναν ασθενή μετά από χορήγηση του προϊόντος από το στόμα σε μορφή κάψουλας. Η απορρόφηση από το στόμα βρέθηκε να ανέρχεται περίπου στο 75% σε σύγκριση με την ενδοφλέβια χορήγηση. Η ΕΜΡ είναι προ-φάρμακο….
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-ESTRACYT
expand_more

Το Estracyt πρέπει να χορηγείται από προσωπικό με πείρα στη χορήγηση αντινεοπλασματικής θεραπείας. Η δοσολογία κυμαίνεται από 7 - 14 mg (4 - 8 καψάκια) ημερησίως σε 2 (ή σε 3) διηρημένες δόσεις. Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με 4 - 6 καψάκια για την επίτευξη δόσης τουλάχιστον 10 mg/kg. Τα καψάκια πρέπει να λαμβάνονται όχι λιγότερο από 1 ώρα πριν, ή 2 ώρες μετά τη λήψη τροφής με ένα ποτήρι νερό. Γάλα, προϊόντα γάλακτος ή φάρμακα που περιέχουν ασβέστιο, μαγνήσιο ή αργίλιο (π.χ. αντιόξινα), δεν πρέπει να λαμβάνονται συγχρόνως με καψάκια Estracyt. Αν δεν παρατηρηθεί ανταπόκριση μετά την πάροδο 4 - 6 εβδομάδων, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.

Παιδιά

Δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά.

block

Αντενδείξεις

SPC-ESTRACYT
expand_more

Αντενδείξεις

Το Estracyt δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με:

  • Γνωστή υπερευαισθησία στην οιστραδιόλη ή στη μουστάρδα αζώτου
  • Σε παιδιά
  • Σε ασθενείς με πεπτικό έλκος ή σοβαρή ηπατική νόσο
  • Σοβαρή καρδιαγγειακή νόσο:ισχαιμικές ή θρομβοεμβολικές επιπλοκές που σχετίζονται με κατακράτηση υγρών.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ESTRACYT
expand_more

Ειδικές προειδοποιήσεις

Το Estracyt πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μετρίου ή σοβαρού βαθμού καταστολή του μυελού των οστών, με ιστορικό θρομβοφλεβίτιδας, θρόμβωσης ή θρομβοεμβολικών διαταραχών, ειδικά όταν σχετίζονται με θεραπεία με οιστρογόνα. Θα πρέπει επίσης να ασκείται προσοχή σε ασθενείς με αγγειακή εγκεφαλική ή με στεφανιαία νόσο και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Ανοχή στη γλυκόζη: Επειδή είναι δυνατόν να ελαττωθεί η ανοχή στη γλυκόζη, οι ασθενείς με διαβήτη χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους με Estracyt.

Αυξημένη Αρτηριακή Πίεση: Επειδή είναι δυνατόν να προκληθεί υπέρταση, η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται περιοδικά.

Κατακράτηση υγρών: Επιδείνωση προϋπάρχοντος ή αρχόμενου περιφερικού οιδήματος ή αποφρακτικής καρδιακής νόσου έχει παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς σε θεραπεία με Estracyt. ΄Αλλες καταστάσεις που μπορούν να επηρεαστούν από κατακράτηση υγρών, όπως επιληψία, ημικρανία ή νεφρική δυσλειτουργία, χρειάζονται προσεκτική παρακολούθηση.

Μεταβολισμός ασβεστίου/φωσφόρου: Το Estracyt μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου και πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με μεταβολικές ασθένειες των οστών που σχετίζονται με υπερασβεστιαιμία. Οι ασθενείς με καρκίνο του προστάτη και οστεοβλαστικές μεταστάσεις βρίσκονται σε κίνδυνο για υποασβεστιαιμία και διά τούτο τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα τους θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά.

Να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.

Το Estracyt μπορεί να μεταβολίζεται ανεπαρκώς σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια και πρέπει να χορηγείται με προσοχή στους ασθενείς αυτούς. Πρέπει να διενεργούνται ηπατικές δοκιμασίες σε τακτά διαστήματα.

Σημείωση: Δεδομένου ότι ορισμένες ενδοκρινείς και ηπατικές λειτουργίες επηρεάζονται από φάρμακα τα οποία εμπεριέχουν οιστρογόνα, επηρεάζονται και οι αντίστοιχες τιμές των εργαστηριακών δοκιμών.

Ανοσοκατασταλτική δράση/ Αυξημένη ευαισθησία σε Λοιμώξεις - Η χορήγηση ζώντων ή ζώντων-αδρανοποιημένων εμβολίων σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς από χημειοθεραπευτικούς παράγοντες περιλαμβανομένου του Estracyt, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν Estracyt. Τα νεκρά ή ανδρανοποιημένα εμβόλια μπορούν να χορηγηθούν. Παρά ταύτα, η ανταπόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι ελαττωμένη.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ESTRACYT
expand_more

΄Εχει αναφερθεί ότι τα οιστρογόνα αυξάνουν τόσο τη θεραπευτική δράση όσο και την τοξικότητα των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, προφανώς με αναστολή του μεταβολισμού τους.

Γάλα, προϊόντα γάλακτος ή φάρμακα που περιέχουν ασβέστιο, μαγνήσιο ή αργίλιο, μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση του Estracyt, επομένως η ταυτόχρονη λήψη τους θα πρέπει να αποφεύγεται. Ο μηχανισμός πίσω από την αλληλεπίδραση αυτή είναι ο σχηματισμός αδιάλυτων αλάτων εστραμουστίνης με τα πολυσθενή μεταλλικά ιόντα.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ του Estracyt και των αναστολέων του ΜΕΑ, που πιθανώς προκαλεί αυξημένο κίνδυνο αγγειονευρωτικού οιδήματος (βλ. παράγραφο 4.8) δεν μπορεί να αποκλεισθεί.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ESTRACYT
expand_more

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν γυναικομαστία και σεξουαλική ανικανότητα, ναυτία/έμετο και κατακράτηση υγρών/οίδημα.

Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν θρομβοεμβολή, ισχαιμική καρδιοπάθεια, αποφρακτική καρδιακή ανακοπή και, σπάνια, αγγειονευρωτικό οίδημα.

΄Εχουν αναφερθεί, κατά κατηγορία οργάνου συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA, οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες:

  • Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Αναιμία, λευκοπενία, θρομβοκυτοπενία, παρατηρούνται σπάνια.
  • Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Αντίδραση υπερευαισθησίας
  • Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Κατακράτηση υγρών
  • Ψυχιατρικές διαταραχές: Σύγχυση και κατάθλιψη παρατηρούνται σπάνια
  • Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Κεφαλαλγία και λήθαργος παρατηρούνται σπάνια
  • Καρδιακές διαταραχές: Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ισχαιμική καρδιακή νόσος, έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Αγγειακές διαταραχές: Υπέρταση, θρομβοεμβολή
  • Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Ναυτία και έμετος, διάρροια (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων θεραπείας)
  • Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
  • Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα (οίδημα Quincke, οίδημα του λάρυγγα): Σπάνια μπορεί να παρατηρηθεί. Σε πολλές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, συμπεριλαμβανομένης και μίας περίπτωσης με θανατηφόρα έκβαση, οι ασθενείς ελάμβαναν ταυτόχρονα αναστολείς ΜΕΑ. Η θεραπεία με Estracyt θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως στην περίπτωση που εμφανισθεί αγγειονευρωτικό οίδημα.
  • Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: Μυϊκή αδυναμία παρατηρείται σπάνια.
  • Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: Γυναικομαστία, σεξουαλική ανικανότητα
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ESTRACYT
expand_more
Είναι γνωστό ότι τόσο η οιστραδιόλη όσο και οι μουστάρδες αζώτου έχουν μεταλλαξιογόνο δράση, επομένως οι άνδρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με το Estracyt θα πρέπει να εφαρμόζουν αντισυλληπτικές μεθόδους (βλ. παράγραφο 5.3).
monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-ESTRACYT
expand_more

Η φωσφορική εστραμουστίνη (ΕΜΡ) είναι ένα μοναδικό αντινεοπλασματικό φάρμακο με διπλό μηχανισμό δράσης.

Μηχανισμός δράσης

Η οιστρόνη και η οιστραδιόλη, παράγωγα του μεταβολισμού της φωσφορικής εστραμουστίνης, έχουν επιδείξει αντιγοναδοτροπική δράση, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα τα ελαττωμένα επίπεδα της τεστοστερόνης, παρόμοια με εκείνα που επιτυγχάνονται μετά από χειρουργικό ευνουχισμό.

Η εστραμουστίνη, ο κυτταροτοξικός μεταβολίτης ο οποίος παράγεται με αποφωσφορυλίωση της μητρικής ένωσης, υφίσταται περαιτέρω μεταβολισμό σε εστρομουστίνη και οι δύο αυτοί μεταβολίτες ασκούν αντιμιτωτικές δράσεις σε καρκινικά κύτταρα. Οι επιδράσεις αυτές εξαρτώνται από μια αναστολή του σχηματισμού των μικροσωληνίσκων στη μετάφαση και από αποικοδόμηση των μικροσωληνίσκων στη μεσόφαση.

Οι μικροσωληναριακές επιδράσεις έχουν επίσης αποδειχθεί σε ξενομοσχεύματα ανθρώπινων προστατικών όγκων in vivo. Η αναστολή του πολυμερισμού των μικροσωληνίσκων που προκαλεί η εστραμουστίνη έχει αποδειχθεί ότι οφείλεται σε απευθείας αλληλεπίδραση με την τουμπουλίνη. Επιπρόσθετα, μία αλληλεπίδραση μεταξύ εστραμουστίνης και πρωτεϊνών που σχετίζονται με τους μικροσωληνίσκους (ΜΑΡ΄s) έχει αποδειχθεί.

Η εστραμουστίνη έχει δείξει ότι τροποποιεί τη λειτουργία της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης σε ανθεκτικές κυτταρικές σειρές, αυξάνοντας έτσι την ενδοκυτταρική συγκέντρωση φαρμάκων και ενδυναμώνοντας την κυτταροτοξικότητα συγχρόνως χορηγουμένων κυτταροτοξικών φαρμάκων. Αυτή η τροποποιητική ικανότητα θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τη συνέργεια η οποία βρέθηκε σε ανθρώπινες κυτταρικές σειρές προστατικών καρκινικών κυττάρων in vitro μεταξύ της εστραμουστίνης και άλλων φαρμάκων όπως η πακλιταξέλη, η βινβλαστίνη, η ετοποσίδη και η δοξορουβικίνη.

Ιn vivo δεδομένα που καταδεικνύουν τη συνεργική δράση της εστραμουστίνης και της ετοποσίδης έναντι προστατικών όγκων σε αρουραίους υποστηρίζουν επιπρόσθετα την υπόθεση αυτή,

Το Estracyt σε συνδυασμό με βινβλαστίνη, ετοποσίδη ή ταξόλη έδωσε καλύτερη ανταπόκριση από ότι το κάθε φάρμακο μόνο του, χωρίς αυξημένη τοξικότητα.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-ESTRACYT
expand_more

Η απορρόφηση ραδιοεπισημασμένης ΕΜΡ μελετήθηκε σε έναν ασθενή μετά από χορήγηση του προϊόντος από το στόμα σε μορφή κάψουλας. Η απορρόφηση από το στόμα βρέθηκε να ανέρχεται περίπου στο 75% σε σύγκριση με την ενδοφλέβια χορήγηση.

Η ΕΜΡ είναι προ-φάρμακο. Αποφωσφορυλιώνεται ταχέως στον γαστρεντερικό σωλήνα σε εστραμουστίνη, και η ανέπαφη ΕΜΡ δεν βρίσκεται στο πλάσμα μετά από του στόματος χορήγηση. Το επίπεδο της πρωτεϊνικής δέσμευσης της ΕΜΡ είναι 99%.

Η εστραμουστίνη μεταβολίζεται σε εστρομουστίνη, η οποία αποτελεί την κυριότερη ένωση στο πλάσμα. Η σχετική από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα (AUCpo/AUCiv) της εστρομουστίνης είναι υψηλή, περίπου 90% σε νηστικούς ασθενείς. Τόσο η εστραμουστίνη όσο και η εστρομουστίνη είναι κυτταροτοξικές ουσίες και εμφανίζουν υψηλό επίπεδο πρωτεϊνικής δέσμευσης. Ο χρόνος ημιζωής της απέκκρισης της εστρομουστίνης είναι περίπου 80 ώρες. Η εστραμουστίνη και η εστρομουστίνη μεταβολίζονται περαιτέρω στα αντίστοιχα οιστρογόνα: οιστραδιόλη και οιστρόνη.

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, βρίσκεται στο πλάσμα ανέπαφη ΕΜΡ, η οποία μεταβολίζεται ταχέως (χρόνος ημιζωής απομάκρυνσης: 1,2 ώρες) και σχηματίζονται οι ίδιοι μεταβολίτες όπως και μετά από του στόματος χρήση. Η εστραμουστίνη είναι ο κύριος μεταβολίτης και μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.

Τα επίπεδα της ΕΜΡ και των μεταβολιτών της στο πλάσμα σχετίζονται σχεδόν γραμμικά με τη χορηγηθείσα δόση μετά από χορήγηση από το στόμα ή ενδοφλεβίως. Το επίπεδο ισορροπίας των μεταβολιτών δεν μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας από το στόμα.

Η εστραμουστίνη και η εστρομουστίνη αποβάλλονται από τη χολή και τα κόπρανα και δεν εμφανίζονται στα ούρα. Η εστραδιόλη και η εστρόνη μεταβολίζονται περαιτέρω και αποβάλλονται μερικώς από τα ούρα.

Η εστραμουστίνη και η εστρομουστίνη έχουν ανιχνευθεί στον ανθρώπινο προστατικό καρκινικό ιστό μετά από θεραπεία με ΕΜΡ. Σε ασθενείς, έχουν βρεθεί υψηλότερα επίπεδα εστραμουστίνης και εστρομουστίνης στον καρκινικό ιστό, από ότι στο πλάσμα. Ο λόγος γι΄ αυτό μπορεί να είναι ότι η εστραμουστίνη και η εστρομουστίνη προσλαμβάνονται από τον προστατικό ιστό μέσω σύνδεσης με μία ειδική πρωτεΐνη η οποία έχει βρεθεί να υπάρχει στον καρκινικό ιστό του προστάτη.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

20 ώρες
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
259331
Μοριακός τύπος
C23H31Cl2NO3
Μοριακό βάρος
440.4
IUPAC
[(8R,9S,13S,14S,17S)-17-hydroxy-13-methyl-6,7,8,9,11,12,14,15,16,17-decahydrocyclopenta[a]phenanthren-3-yl] N,N-bis(2-chloroethyl)carbamate
InChIKey
FRPJXPJMRWBBIH-RBRWEJTLSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και επομένως ανίκανα να σχηματίσουν διασυνδέσεις μεταξύ μακρομορίων. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η ανάγκη για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία αμινομάδων μεθυλίου στη χημική τους δομή, οι οποίες μετά από μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους καθένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν έχουν κατανοηθεί πλήρως. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.2026)

Αντινεοπλαστικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοευαίσθητοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, με χειρουργική επέμβαση ή φαρμακολογικό αποκλεισμό. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονικής ευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοευαίσθητα καρκινώματα περιλαμβάνουν τα καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας. λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ.2079)

Σχετικά Εργαλεία