FILGRASTIM
Φιλγραστίμη
O πολλαπλασιασμός, η διαφοροποίηση και η λειτουργία των αιμοποιητικών κυττάρων ρυθμίζονται κατά ένα μέρος από διαλυτά πολυπεπτίδια, τις κυτοκίνες. Mια ομάδα κυτοκινών, οι αυξητικοί παράγοντες της αιμοποίησης, διεγείρουν τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών κυττάρων σε …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-GRANULOKINE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδόρια ένεση ή ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: Τουλάχιστον 24 ώρες μετά την κυτταροτοξική χημειοθεραπεία
- Δόση έναρξης: 0,5 ΜU (5 μg)/kg/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Δεν παρέχεται συγκεκριμένο σχήμα τιτλοποίησης, αλλά αναφέρεται προσαρμογή δόσης ανάλογα με την ανταπόκριση των ουδετερόφιλων και συγκεκριμένες οδηγίες για ασθενείς με SCN και HIV.
-
Καθιερωμένη Κυτταροτοξική ΧημειοθεραπείαΔόση0,5 ΜU (5 μg)/kg/ημέραΗ πρώτη δόση του GRANULOKINE θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 24 ώρες μετά από την έναρξη της κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας. Συνεχής χορήγηση μέχρις ότου το ναδίρ των ουδετερόφιλων ξεπεραστεί και ο αριθμός τους επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. Μετά από καθιερωμένη χημειοθεραπεία για συμπαγείς όγκους, λεμφώματα και λεμφοειδή λευχαιμία, η διάρκεια θεραπείας αναμένεται να είναι έως 14 ημέρες. Μετά από θεραπεία εφόδου και σταθεροποίησης της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας, η διάρκεια μπορεί να είναι έως 38 ημέρες. Η θεραπεία δεν πρέπει να διακόπτεται πριν το αναμενόμενο ναδίρ.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μυελοεκκαθαριστική χημειοθεραπεία ακολουθούμενη από μεταμόσχευση μυελού των οστώνΔόση1,0 ΜU (10 μg)/kg/ημέραΗ πρώτη δόση πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 24 ώρες μετά την κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και τουλάχιστον 24 ώρες μετά την έγχυση μυελού των οστών. Η δόση προσαρμόζεται ανάλογα με την ανταπόκριση των ουδετερόφιλων. Εάν ο ANC μειωθεί σε <1,0 x 10^9/l, η δόση αυξάνεται ξανά.
-
Κινητοποίηση Προγονικών Κυττάρων του Περιφερικού Αίματος (PBPC) σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μυελοκατασταλτική ή μυελοεκκαθαριστική θεραπεία ακολουθούμενη από μεταμόσχευση αυτόλογων προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματοςΔόση1,0 MU (10 μg)/kg/ημέραΓια κινητοποίηση PBPC όταν χορηγείται μόνο του: για 5 έως 7 συνεχείς ημέρες. Για κινητοποίηση PBPC μετά από μυελοκατασταλτική χημειοθεραπεία: 0,5 MU (5 μg)/kg/ημέρα, από την πρώτη ημέρα μετά την ολοκλήρωση της χημειοθεραπείας μέχρι να ξεπεραστεί το αναμενόμενο ναδίρ και ο αριθμός των ουδετερόφιλων έχει επανέλθει στα φυσιολογικά όρια. Η λευκαφαίρεση γίνεται όταν ο ANC αυξάνεται από <0,5 x 10^9/l σε > 5,0 x 10^9/l.
-
Κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPC) σε υγιείς δότες πριν από την αλλογενή μεταμόσχευση Προγονικών Κυττάρων Περιφερικού Αίματος (PBPC)Δόση1.0 MU(10 μg)/kg/ημέραΓια 4 έως 5 συνεχείς ημέρες. Η λευκαφαίρεση ξεκινά την 5η ημέρα και συνεχίζεται μέχρι την 6η ημέρα αν χρειάζεται, για συλλογή 4 x 10^9 κύτταρα CD34+/kg βάρους σώματος του λήπτη.
-
Ασθενείς με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία (SCN) - Συγγενής ουδετεροπενίαΔόση1,2 MU (12 μg)/kg/ημέραΧορηγείται υποδόρια ως εφάπαξ δόση ή σε διηρημένες δόσεις. Ρύθμιση δόσης μέχρι ο αριθμός ουδετερόφιλων να φθάσει και να διατηρηθεί πάνω από 1,5 x 10^9/l. Ελάχιστη αποτελεσματική δόση καθορίζεται για διατήρηση αυτού του επιπέδου. Απαιτείται μακροχρόνια χορήγηση. Δόση μπορεί να διπλασιαστεί ή να υποδιπλασιαστεί κάθε 1-2 εβδομάδες. Μέγιστος αριθμός ουδετερόφιλων μεταξύ 1,5 x 10^9/l και 10 x 10^9/l.
-
Ασθενείς με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία (SCN) - Ιδιοπαθής ή κυκλική ουδετεροπενίαΔόση0,5 MU (5 μg)/kg/ ημέραΧορηγείται υποδόρια ως εφάπαξ δόση ή σε διηρημένες δόσεις. Ρύθμιση δόσης μέχρι ο αριθμός ουδετερόφιλων να φθάσει και να διατηρηθεί πάνω από 1,5 x 10^9/l. Ελάχιστη αποτελεσματική δόση καθορίζεται για διατήρηση αυτού του επιπέδου. Απαιτείται μακροχρόνια χορήγηση. Δόση μπορεί να διπλασιαστεί ή να υποδιπλασιαστεί κάθε 1-2 εβδομάδες. Μέγιστος αριθμός ουδετερόφιλων μεταξύ 1,5 x 10^9/l και 10 x 10^9/l.
-
Ασθενείς με HIV λοίμωξη - Αναστροφή της ΟυδετεροπενίαςΔόση0,1 MU (1 μg)/kg/ημέραΜέγ. δόση0,4 MU (4 μg)/kg/ημέραΤιτλοποίηση μέχρι μέγιστης δόσης για επίτευξη και διατήρηση φυσιολογικού αριθμού ουδετερόφιλων (ANC >2,0 x 10^9/l). Έως 1,0 MU (10 μg)/kg/ημέρα μπορεί να απαιτηθεί σε <10% των ασθενών.
-
Ασθενείς με HIV λοίμωξη - Διατήρηση του Φυσιολογικού Αριθμού ΟυδετερόφιλωνΔόση30 MU (300 μg)/ημέρα μέρα παρά μέραΕλάχιστη αποτελεσματική δόση προσδιορίζεται. Μπορεί να απαιτηθεί περαιτέρω προσαρμογή δοσολογίας για διατήρηση ANC >2,0 x 10^9/l. Μπορεί να απαιτηθεί μακροχρόνια χορήγηση.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν κυτταροτοξική χημειοθεραπείαΟι δοσολογικές συστάσεις είναι οι ίδιες με αυτές των ενηλίκων που λαμβάνουν μυελοκατασταλτική κυτταροτοξική χημειοθεραπεία.
block
SPC-GRANULOKINE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-GRANULOKINE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενική χρήσηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την αύξηση των δόσεων της κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας πέραν των καθιερωμένων δοσολογικών σχημάτων.
-
Σοβαρή συγγενής ουδετεροπενίαΔεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που αναπτύσσουν λευχαιμία ή έχουν ενδείξεις λευχαιμικής εξέλιξης.
-
ΥπερευαισθησίαΘα πρέπει να διακοπεί οριστικά το GRANULOKINE σε ασθενείς με κλινικά σοβαρή υπερευαισθησία. Μη χορηγείτε GRANULOKINE σε ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας στην φιλγραστίμη ή την peg#lgrastim.
-
ΑνοσογονικότηταΌπως συμβαίνει με όλες τις θεραπευτικές πρωτεΐνες, υπάρχει πιθανότητα για εμφάνιση ανοσογονικότητας.
-
Κακοήθης κυτταρική ανάπτυξηΟ παράγοντας διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων μπορεί να ενισχύσει την ανάπτυξη των μυελοειδών κυττάρων in vitro, ενώ παρόμοιες επιδράσεις μπορεί να παρατηρηθούν in vitro σε μερικά μη μυελοειδή κύτταρα.
-
Ασφάλεια σε μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο ή χρόνια μυελογενή λευχαιμίαΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της χορήγησης GRANULOKINE σε ασθενείς με μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο ή χρόνια μυελογενή λευχαιμία δεν έχουν τεκμηριωθεί. Το GRANULOKINE δεν ενδείκνυται για χρήση σε τέτοιες καταστάσεις.
-
Διαφορική διάγνωσηΙδιαίτερη προσοχή απαιτείται για την διαφορική διάγνωση της έναρξης της βλαστικής φάσεως της χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας από την οξεία μυελογενή λευχαιμία.
-
Δευτερογενής οξεία μυελογενής λευχαιμία (AML)Λαμβάνοντας υπόψη τα περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με δευτερογενή οξεία μυελογενή λευχαιμία (AML), το GRANULOKINE πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
De novo οξεία μυελογενής λευχαιμία (AML)Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της χορήγησης του GRANULOKINE σε ασθενείς με de novo οξεία μυελογενή λευχαιμία (AML) μικρότερους των 55 ετών με καλή κυτταρογενετική (t(8; 21), t(15;17) και inv(16)) δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Παρακολούθηση οστικής πυκνότηταςΠαρακολούθηση της οστικής πυκνότητας μπορεί να ενδείκνυται σε ασθενείς με υποκείμενη οστεοπορωτική νόσο που βρίσκονται υπό συνεχή θεραπεία με GRANULOKINE για περισσότερο από 6 μήνες.
-
Πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειεςΤο GRANULOKINE πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται η κατάλληλη αγωγή.
-
Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδώνΟι ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα συνδρόμου διαφυγής τριχοειδών θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνουν την καθιερωμένη συμπτωματική θεραπεία, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει την ανάγκη για εντατική φροντίδα (βλέπε παράγραφο 4.8).
-
ΣπειραματονεφρίτιδαΣυνιστάται παρακολούθηση με ανάλυση ούρων.
-
Αλλεργικές αντιδράσεις (λάτεξ)Το κάλυμμα της βελόνας της προγεμισμένης σύριγγας μπορεί να περιέχει ξηρό φυσικό ελαστικό (ένα παράγωγο του λάτεξ), το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
-
Σπληνομεγαλία και ρήξη σπληνόςΤα άτομα που λαμβάνουν #lgrastim που αναφέρουν άλγος στην άνω αριστερή κοιλιακή χώρα και/ή στο άκρο του ώμου πρέπει να αξιολογούνται για διογκωμένο σπλήνα ή ρήξη σπληνός.
-
ΛευκοκυττάρωσηΕάν ο αριθμός των λευκοκυττάρων υπερβεί τα 50 x 10 /l μετά από το αναμενόμενο ναδίρ, το GRANULOKINE θα πρέπει αμέσως να διακόπτεται. Όμως, κατά τη διάρκεια της χορήγησης του GRANULOKINE για την κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPC), το GRANULOKINE θα πρέπει να διακόπτεται ή να μειώνεται η δοσολογία του, αν ο αριθμός των λευκοκυττάρων αυξηθεί σε >70x10 /l.
-
Αυξημένες δόσεις χημειοθεραπείαςΠρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν χορηγούνται στους ασθενείς υψηλές δόσεις χημειοθεραπείας, διότι δεν έχει αποδειχθεί η βελτίωση των παραμέτρων του όγκου ενώ ενισχυμένες δόσεις χημειοθεραπευτικών παραγόντων μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένη τοξικότητα συμπεριλαμβανομένων καρδιολογικών, πνευμονικών, νευρολογικών και δερματολογικών αντιδράσεων (παρακαλούμε να συμβουλευτείτε τις συνταγογραφικές πληροφορίες των χρησιμοποιούμενων χημειοθεραπευτικών παραγόντων).
-
Θρομβοπενία και αναιμίαΗ μονοθεραπεία με GRANULOKINE δεν αποκλείει την πρόκληση θρομβοπενίας και αναιμίας εξαιτίας της μυελοκατασταλτικής χημειοθεραπείας. Λόγω του ενδεχόμενου χορήγησης υψηλότερων δόσεων χημειοθεραπείας (π.χ. οι πλήρεις δόσεις του εφαρμοζόμενου δοσολογικού σχήματος), ο ασθενής μπορεί να βρίσκεται σε υψηλότερο κίνδυνο θρομβοπενίας και αναιμίας. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση του αριθμού των αιμοπεταλίων και του αιματοκρίτη. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται όταν χορηγούνται μόνοι τους ή σε συνδυασμό χημειοθεραπευτικοί παράγοντες που είναι γνωστό ότι προκαλούν σοβαρή θρομβοπενία.
-
Μειωμένα προγονικά κύτταρα μυελικής σειράςΔεν έχουν μελετηθεί οι επιδράσεις του GRANULOKINE σε ασθενείς με σημαντικά μειωμένα προγονικά κύτταρα μυελικής σειράς.
-
Αγγειακές διαταραχές και GvHDΟι αγγειακές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της φλεβο-αποφρακτικής νόσου και διαταραχές του όγκου υγρών έχουν αναφερθεί περιστασιακά σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία υψηλών δόσεων ακολουθούμενη από μεταμόσχευση. Έχουν υπάρξει αναφορές Αντίδρασης Μοσχεύματος έναντι Ξενιστή (GvHD) και θανάτων σε ασθενείς που έλαβαν G-CSF μετά από αλλογενή μεταμόσχευση μυελού των οστών (βλ. παράγραφο 4.8 και 5.1).
-
Σπινθηρογραφήματα οστώνΑυξημένη αιμοποιητική δραστηριότητα του μυελού του οστού σε απόκριση στη θεραπεία με αυξητικό παράγοντα έχει σχετιστεί με παροδικά παθολογικά σπινθηρογραφήματα οστών. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν αξιολογούνται τα αποτελέσματα της απεικόνισης των οστών.
-
Κινητοποίηση προγονικών κυττάρωνΔεν υπάρχουν προοπτικά τυχαιοποιημένες συγκρίσεις μεταξύ των δύο συνιστώμενων μεθόδων κινητοποίησης (μονοθεραπεία GRANULOKINE, ή σε συνδυασμό με μυελοκατασταλτική χημειοθεραπεία) μέσα στον ίδιο πληθυσμό ασθενών. Ο βαθμός διαφοροποίησης μεταξύ των ασθενών και μεταξύ των εργαστηριακών προσδιορισμών των CD34+ κυττάρων δηλώνει ότι είναι δύσκολη η άμεση σύγκριση μεταξύ διαφορετικών μελετών. Είναι επομένως δύσκολο να συστηθεί μια βέλτιστη μέθοδος. Η επιλογή της μεθόδου κινητοποίησης θα πρέπει να γίνεται με βάση τους γενικούς στόχους της θεραπείας για κάθε ασθενή.
-
Προηγούμενη έκθεση σε κυτταροτοξικούς παράγοντεςΑσθενείς οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε πολύ εκτεταμένη προηγούμενη μυελοκατασταλτική θεραπεία είναι δυνατόν να μην παρουσιάσουν επαρκή κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος ώστε να επιτευχθεί η ελάχιστη συνιστώμενη απόδοση ( 2,0 x 10 CD34+ κύτταρα/kg) ή επιτάχυνση της ανάνηψης των αιμοπεταλίων, στον ίδιο βαθμό. Μερικοί κυτταροτοξικοί παράγοντες προκαλούν παρόμοια τοξικότητα στα αιμοποιητικά προγονικά κύτταρα και μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς την προγονική κινητοποίηση. Παράγοντες όπως η μελφαλάνη, η καρμουστίνη (BCNU) και η καρβοπλατίνη, όταν χορηγούνται για μεγάλα διαστήματα πριν από τις απόπειρες για προγονική κινητοποίηση, μπορεί να μειώσουν την απόδοση των προγονικών κυττάρων. Όμως, η χορήγηση της μελφαλάνης, καρβοπλατίνης ή BCNU μαζί με GRANULOKINE, έχει αποδειχθεί αποτελεσματική για την κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων. Όταν προβλέπεται μεταμόσχευση PBRC, συνιστάται να προγραμματίζεται η διαδικασία κινητοποίησης των προγονικών κυττάρων στα αρχικά στάδια του κύκλου αγωγής του ασθενούς. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στον αριθμό των προγονικών κυττάρων που κινητοποιούνται σε τέτοιους ασθενείς πριν τη χορήγηση υψηλών δόσεων χημειοθεραπείας. Εάν οι αποδόσεις είναι ανεπαρκείς, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια, θα πρέπει να εξετασθούν εναλλακτικές μέθοδοι θεραπείας, οι οποίες δεν απαιτούν προγονική υποστήριξη.
-
Αξιολόγηση απόδοσης προγονικών κυττάρωνΚατά την αξιολόγηση του αριθμού των προγονικών κυττάρων που συλλέγονται σε ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με GRANULOKINE, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη μέθοδο ποσοτικού προσδιορισμού. Τα αποτελέσματα της κυτταρομετρικής ανάλυσης του αριθμού των CD34+ κυττάρων εν ροή, ποικίλλουν ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη ακριβή μεθοδολογία και οι υποδείξεις αριθμών σύμφωνα με μελέτες άλλων εργαστηρίων θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή. Στατιστική ανάλυση της σχέσης μεταξύ του αριθμού των CD34+ κυττάρων που έχουν επανεγχυθεί και του ρυθμού ανάνηψης των αιμοπεταλίων μετά από χημειοθεραπεία υψηλών δόσεων, δηλώνει μια περίπλοκη αλλά συνεχή σχέση. Η σύσταση για ελάχιστη απόδοση >2,0x10 CD34+ κύτταρα/kg βασίζεται σε δημοσιευμένη εμπειρία που έχει ως αποτέλεσμα την επαρκή αιματολογική ανασύσταση. Μεγαλύτερες αποδόσεις φαίνεται ότι σχετίζονται με ταχύτερη ανάνηψη, ενώ μικρότερες με βραδύτερη ανάνηψη.
-
Κινητοποίηση PBPC σε υγιείς δότεςΗ κινητοποίηση των ΡΒΡC δεν παρέχει άμεσο κλινικό όφελος σε υγιείς δότες και πρέπει να εξετάζεται μόνο για τους σκοπούς της αλλογενούς μεταμόσχευσης προγονικών κυττάρων. Η κινητοποίηση των PBPC θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε δότες των οποίων η κλινική κατάσταση και οι εργαστηριακές τιμές είναι φυσιολογικές για λήψη προγονικών κυττάρων, με ιδιαίτερη προσοχή στις αιματολογικές παραμέτρους και σε λοιμώδεις νόσους. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του GRANULOKINE δεν έχει αξιολογηθεί σε υγιείς δότες < 16 ετών ή > 60 ετών.
-
Θρομβοπενία σε υγιείς δότεςΘρομβοπενία έχει αναφερθεί πολύ συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν GRANULOKINE. Για το λόγο αυτό ο αριθμός των αιμοπεταλίων πρέπει να παρακολουθείται στενά. Παρατηρήθηκε παροδική θρομβοπενία (αιμοπετάλια <100 x 10 /l) κατόπιν χορήγησης filgrastim, καθώς και λευκαφαίρεση σε ποσοστό 35% των ατόμων που μελετήθηκαν. Μεταξύ αυτών, αναφέρθηκαν δύο περιστατικά αριθμού αιμοπεταλίων <50 x 10 /l και αποδόθηκαν στη διαδικασία λευκαφαίρεσης. Αν απαιτείται παραπάνω από μια λευκαφαίρεση, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε δότες με αριθμό αιμοπεταλίων <100 x 10 /l πριν τη λευκαφαίρεση. Γενικά, δεν πρέπει να διενεργείται λευκαφαίρεση αν τα αιμοπετάλια είναι <75 x 10 /l. Δεν πρέπει να πραγματοποιείται λευκαφαίρεση σε δότες με διαταραχές της πήξης ή με γνωστές ανεπάρκειες της αιμόστασης.
-
Λευκοκυττάρωση σε υγιείς δότεςΗ χορήγηση του GRANULOKINE θα πρέπει να διακόπτεται ή η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται αν ο αριθμός λευκοκυττάρων αυξηθεί σε >70 x 10 /l.
-
Κυτταρογενετικές ανωμαλίες σε υγιείς δότεςΈχουν παρατηρηθεί παροδικές κυτταρογενετικές ανωμαλίες σε υγιείς δότες μετά από χρήση G-CSF. Η σημασία αυτών των αλλαγών είναι άγνωστη. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος ανάπτυξης των κακόηθων μυελογενών κλώνων. Συνίσταται το κέντρο λευκαφαίρεσης να διενεργεί συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση των δοτών αρχέγονων κυττάρων για τουλάχιστον 10 χρόνια για την εξασφάλιση της παρακολούθησης της ασφάλειας σε μακροπρόθεσμη βάση.
-
Σπληνομεγαλία και ρήξη σπληνός σε υγιείς δότεςΥπήρξαν συχνά αλλά γενικά ασυμπτωματικά περιστατικά σπληνομεγαλίας και όχι συχνές περιπτώσεις ρήξης σπληνός σε υγιείς δότες (και ασθενείς) κατόπιν χορήγησης των παραγόντων διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSFs). Ορισμένες περιπτώσεις ρήξης σπληνός είχαν θανατηφόρο κατάληξη. Έτσι, το μέγεθος του σπληνός πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά (πχ. κλινική εξέταση, υπέρηχος). Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο διάγνωσης ρήξης σπληνός σε δότες και / ή ασθενείς που αναφέρουν άλγος της άνω αριστερής κοιλιακής χώρας ή της άκρης του ώμου.
-
Πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειες σε υγιείς δότεςΔύσπνοια και άλλες πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειες (αιμόπτυση, πνευμονική αιμορραγία, διηθήσεις πνευμόνων και υποξία) έχουν αναφερθεί όχι συχνά. Σε περίπτωση υποπτευόμενων ή επιβεβαιωμένων πνευμονικών ανεπιθύμητων ενεργειών, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με GRANULOKINE και να χορηγείται κατάλληλη ιατρική περίθαλψη.
-
Αντίδραση μοσχεύματος έναντι ξενιστή (GvHD)Τα τρέχοντα δεδομένα υποδεικνύουν ότι οι ανοσολογικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ του μοσχεύματος των αλλογενών προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος και του λήπτη, μπορεί να συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο οξείας και χρόνιας αντίδρασης μοσχεύματος έναντι ξενιστή (GvHD) σε σύγκριση με τη μεταμόσχευση μυελού των οστών.
-
Αριθμός Αιμοσφαιρίων σε SCNΘρομβοπενία έχει αναφερθεί συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν GRANULOKINE. Ο αριθμός των αιμοπεταλίων θα πρέπει να ελέγχεται στενά, ειδικά κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής με GRANULOKINE. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στη διακοπή κατά διαλείμματα ή ελάττωση της δόσης του GRANULOKINE σε ασθενείς που εμφανίζουν θρομβοπενία, για παράδειγμα αιμοπετάλια σταθερά <100.000/mm . Παρουσιάζονται και άλλες αλλαγές στα αιμοσφαίρια μεταξύ των οποίων αναιμία και παροδικές αυξήσεις των μυελοειδών προγενητόρων, οι οποίες απαιτούν στενή παρακολούθηση του αριθμού των κυττάρων.
-
Εξέλιξη σε λευχαιμία ή μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο σε SCNΕιδική προσοχή θα πρέπει να δίνεται κατά τη διάγνωση SCN, ώστε να διαχωρίζονται από άλλες αιμοποιητικές διαταραχές, όπως είναι η απλαστική αναιμία, η μυελοδυσπλασία και η μυελογενής λευχαιμία. Πριν από την έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να γίνονται γενική αίματος και τύπος λευκών καθώς και μετρήσεις του αριθμού των αιμοπεταλίων και εκτίμηση της μορφολογίας του μυελού των οστών και του καρυότυπου. Έχουν αναφερθεί, σε χαμηλή συχνότητα (περίπου 3%), περιστατικά μυελοδυσπλαστικών συνδρόμων (ΜΔΣ) ή λευχαιμίας σε ασθενείς με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία που είχαν λάβει αγωγή με GRANULOKINE κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών. Αυτή η παρατήρηση έγινε μόνο σε ασθενείς με συγγενή ουδετεροπενία. Τα ΜΔΣ και οι λευχαιμίες είναι φυσικές επιπλοκές της ασθένειας και δεν υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που να συσχετίζουν την εμφάνισή τους με τη θεραπεία με GRANULOKINE. Μία υπο-ομάδα που περιελάμβανε περίπου το 12% των ασθενών που είχαν φυσιολογικές αξιολογήσεις κατά την έναρξη της αγωγής όσον αφορά στην κυτταρογενετική, βρέθηκαν στη συνέχεια να έχουν ανωμαλίες, συμπεριλαμβανομένης της μονοσωμίας 7, σε επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση ρουτίνας. Είναι προς το παρόν ασαφές εάν μακροχρόνια θεραπεία ασθενών με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία θα προδιέθετε τους ασθενείς σε κυτταρογενετικές ανωμαλίες, σε ΜΔΣ, ή να εξελιχθούν σε λευχαιμικούς. Συνιστάται να γίνονται στους ασθενείς σε τακτικά διαστήματα (περίπου κάθε 12 μήνες), μορφολογικές και κυτταρογενετικές εξετάσεις του μυελού των οστών.
-
Άλλες ειδικές προφυλάξεις σε SCNΘα πρέπει να αποκλείονται παροδικές ουδετεροπενίες οφειλόμενες σε λοιμώξεις από ιούς. Περιστατικά σπληνομεγαλίας έχουν αναφερθεί πολύ συχνά και περιστατικά ρήξης σπληνός έχουν αναφερθεί συχνά μετά τη χορήγηση #lgrastim. Τα άτομα που λαμβάνουν #lgrastim που αναφέρουν άλγος στην άνω αριστερή κοιλιακή χώρα και/ή στο άκρο του ώμου πρέπει να αξιολογούνται για διογκωμένο σπλήνα ή ρήξη σπληνός. Η σπληνομεγαλία αποτελεί μια άμεση επίπτωση της αγωγής με GRANULOKINE. Στο 31% των ασθενών που έλαβαν μέρος σε κλινικές μελέτες αναφέρθηκε ότι παρουσίασαν ψηλαφητή σπληνομεγαλία. Κατά τις πρώτες ημέρες της θεραπείας με GRANULOKINE παρατηρήθηκαν αυξήσεις σε όγκο που μπορούν να μετρηθούν ακτινογραφικά και οι οποίες αυξήσεις έτειναν να σταθεροποιούνται σε μια μέγιστη τιμή. Παρατηρήθηκε ότι μειώσεις των δόσεων έτειναν να επιβραδύνουν ή να σταματούν την εξέλιξη της διόγκωσης του σπληνός και σε 3% των ασθενών χρειάστηκε σπληνεκτομή. Οι διαστάσεις του σπληνός θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά. Οι κοιλιακές ψηλαφίσεις θα πρέπει να επαρκούν ώστε να ανιχνεύσουν μη φυσιολογικές αυξήσεις του όγκου του σπληνός. Η αιματουρία ήταν συχνή και παρουσιάστηκε πρωτεϊνουρία σε μικρό αριθμό ασθενών. Θα πρέπει να γίνονται τακτικές αναλύσεις ούρων ώστε να ελέγχονται αυτά τα ενδεχόμενα. Δεν έχει τεκμηριωθεί ακόμη η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα στα νεογνά και σε ασθενείς με αυτοάνοση ουδετεροπενία.
-
Σπληνομεγαλία σε ασθενείς με HIV λοίμωξηΠεριστατικά σπληνομεγαλίας έχουν αναφερθεί συχνά μετά τη χορήγηση GRANULOKINE. Τα άτομα που λαμβάνουν #lgrastim που αναφέρουν άλγος στην άνω αριστερή κοιλιακή χώρα και/ή στο άκρο του ώμου πρέπει να αξιολογούνται για διογκωμένο σπλήνα ή ρήξη σπληνός.
-
Αριθμός αιμοσφαιρίων σε ασθενείς με HIV λοίμωξηΟ απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) πρέπει να παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων εβδομάδων θεραπείας με GRANULOKINE. Μερικοί ασθενείς μπορεί να ανταποκριθούν πολύ γρήγορα και με μια σημαντική αύξηση του αριθμού των ουδετερόφιλων στην αρχική δόση του GRANULOKINE. Συνιστάται να προσδιορίζεται ο ANC καθημερινά τις πρώτες 2-3 ημέρες της χορήγησης GRANULOKINE. Κατόπιν τούτου, συνιστάται ο προσδιορισμός του ANC τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα τις πρώτες δύο εβδομάδες και ακολούθως μια φορά την εβδομάδα ή μια φορά κάθε δεύτερη εβδομάδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης. Κατά τη διάρκεια διαλείπουσας δοσολογίας με 30 MU (300 μg) /ημέρα GRANULOKINE μπορεί να υπάρξουν μεγάλες διακυμάνσεις του απόλυτου αριθμού ουδετερόφιλων των ασθενών σε σχέση με το χρόνο. Για να υπολογιστεί ο ANC ενός ασθενούς στο χαμηλότερο ή στο υψηλότερο σημείο, συνιστάται να λαμβάνονται δείγματα αίματος για μέτρηση του απόλυτου αριθμού ουδετερόφιλων (ANC) ακριβώς πριν από κάθε προγραμματισμένη χορήγηση δόσης GRANULOKINE.
-
Αυξημένες δόσεις μυελοκατασταλτικών φαρμάκων σε ασθενείς με HIV λοίμωξηΗ μονοθεραπεία με GRANULOKINE δεν αποκλείει τη θρομβοπενία και την αναιμία λόγω των μυελοκατασταλτικών φαρμάκων. Ως αποτέλεσμα της δυνατότητας λήψης υψηλότερων δόσεων ή μεγαλύτερου αριθμού αυτών των φαρμάκων με θεραπεία με GRANULOKINE, ο ασθενής μπορεί να είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης θρομβοπενίας και αναιμίας. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση των αιματολογικών παραμέτρων (βλ. παραπάνω).
-
Λοιμώξεις και κακοήθειες που προκαλούν μυελοκαταστολή σε ασθενείς με HIV λοίμωξηΗ ουδετεροπενία μπορεί να οφείλεται σε ευκαιριακές λοιμώξεις που διηθούν το μυελό των οστών όπως το Mycobacterium avium Complex (MAC) ή κακοήθειες όπως το λέμφωμα. Σε ασθενείς με γνωστές λοιμώξεις που διηθούν το μυελό των οστών ή κακοήθεια, εξετάστε τη χορήγηση κατάλληλης αγωγής για τη θεραπεία της υποκείμενης νόσου, επιπροσθέτως της χορήγησης του GRANULOKINE για τη θεραπεία της ουδετεροπενίας. Τα αποτελέσματα του GRANULOKINE στην ουδετεροπενία λόγω της διήθησης του μυελού των οστών από λοίμωξη ή λόγω κακοήθειας δεν έχουν επαρκώς τεκμηριωθεί.
-
Στίγμα δρεπανοκυτταρικής αναιμίας ή δρεπανοκυτταρική νόσοΚρίσεις δρεπανοκυτταρικής αναιμίας, σε ορισμένες περιπτώσεις με θανατηφόρο κατάληξη, έχουν αναφερθεί κατά τη χρήση GRANULOKINE σε ασθενείς με στίγμα δρεπανοκυτταρικής αναιμίας ή δρεπανοκυτταρική νόσο. Οι ιατροί θα πρέπει να είναι προσεκτικοί κατά την εξέταση του ενδεχομένου χορήγησης GRANULOKINE σε ασθενείς με στίγμα δρεπανοκυτταρικής αναιμίας ή δρεπανοκυτταρική νόσο.
-
ΣορβιτόληΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
ΝάτριοΤο Granulokine περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά 0,96mg/ml .
-
ΙχνηλασιμότηταΠροκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των παραγόντων διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSFs), η εμπορική ονομασία του χορηγούμενου προϊόντος θα πρέπει να καταγράφεται εμφανώς στο ιστορικό του ασθενή.
swap_horiz
SPC-GRANULOKINE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Μυελοκατασταλτική κυτταροτοξική χημειοθεραπείαΗ χρήση του GRANULOKINE δε συνιστάται κατά την περίοδο 24 ώρες πριν μέχρι και 24 ώρες μετά τη χημειοθεραπεία.ΣύστασηΑποφεύγεται η συγχορήγηση.
-
5-φθοριοουρακίλη (5-Fluorouracil)ΠροσοχήΗ σοβαρότητα της ουδερετοπενίας ενδέχεται να επιδεινωθεί.
-
ΠαρακολούθησηΕίναι πιθανό να ενισχύει τη δράση του GRANULOKINE.ΣύστασηΔεν υπάρχουν ενδείξεις επιβλαβούς αλληλεπίδρασης.
sick
SPC-GRANULOKINE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρήξη σπληνός
- Σπληνομεγαλία
- Κρίση Δρεπανοκυτταρικής αναιμίας
- Θρομβοπενία
- Λευκοκυττάρωση
- Αναιμία
- Δρεπανοκυτταρική κρίση
- Υπερευαισθησία στο φάρμακο
- Αντίδραση Μοσχεύματος έναντι Ξενιστή
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Ουρικό οξύ αίματος αυξημένο
- Γαλακτική αφυδρογονάση αίματος αυξημένη
- Μειωμένη όρεξη
- Ψευδοουρική αρθρίτιδα
- Υπερουριαιμία
- Γλυκόζη αίματος μειωμένη
- Κεφαλαλγία
- Υπόταση
- Φλεβοαποφρακτική νόσο
- Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Αιμόπτυση
- Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Πνευμονικό οίδημα
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Διήθηση πνεύμονα
- Πνευμονική αιμορραγία
- Επίσταξη
- Υποξία
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- γ-γλουταμυλτραν-σφεράση αυξημένη
- Αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη
- Ηπατομεγαλία
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο Sweets
- Δερματική αγγειίτιδα
- Μυοσκελετικός πόνος
- Επιδείνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας
- Αρθραλγία
- Οστεοπόρωση
- Δυσουρία
- Μη φυσιολογικά ούρα
- Σπειραματονεφρίτιδα
- Αιματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη
- Αδυναμία
- Κόπωση
- Φλεγμονή βλεννογόνου
- Πόνος
- Θωρακικό άλγος
- Αντίδραση στο σημείο της ένεσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΡήξη σπληνόςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣπληνομεγαλίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚρίση Δρεπανοκυτταρικής αναιμίαςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησία στο φάρμακοΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑντίδραση Μοσχεύματος έναντι ΞενιστήΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΟυρικό οξύ αίματος αυξημένοΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΓαλακτική αφυδρογονάση αίματος αυξημένηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΨευδοουρική αρθρίτιδαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΦλεβοαποφρακτική νόσοΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣύνδρομο διαφυγής τριχοειδώνΔιαταραχές όγκου υγρών
-
ΣυχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΑιμόπτυσηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΣύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΑναπνευστική ανεπάρκειαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΠνευμονικό οίδημαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΔιήθηση πνεύμοναΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΠνευμονική αιμορραγίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Συχνέςγ-γλουταμυλτραν-σφεράση αυξημένηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΣύνδρομο SweetsΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΔερματική αγγειίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΕπιδείνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδαςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά ούραΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΣπειραματονεφρίτιδαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑδυναμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠόνοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛευκοκυττάρωσηΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερουριαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΠνευμονική αιμορραγίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΥποξίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΑσπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΕπιδείνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδαςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΣπληνομεγαλίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΡήξη σπληνόςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερουριχαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΓλυκόζη αίματος μειωμένηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΗπατομεγαλίαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΔερματική αγγειίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΟστεοπόρωσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΠρωτεϊνουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑντίδραση στο σημείο της ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΣπληνομεγαλίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔρεπανοκυτταρική κρίσηΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΣπειραματονεφρίτιδαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
pregnant_woman
SPC-GRANULOKINE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηδεν συνιστάταιΔεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα διαθέσιμα δεδομένα από τη χρήση της filgrastim σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα απώλειας του εμβρύου σε κουνέλια σε υψηλά πολλαπλάσια της κλινικής έκθεσης και στην παρουσία μητρικής τοξικότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Υπάρχουν αναφορές στη βιβλιογραφία στις οποίες τεκμηριώνεται η διαπλακουντιακή μεταφορά της #lgrastim σε εγκύους γυναίκες. Οι γυναίκες που θα μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με GRANULOKINE συνιστάται να εγγραφούν στο Πρόγραμμα Παρακολούθησης Κυήσεων της Amgen. Για στοιχεία επικοινωνίας βλέπε στο τέλος του Φύλλου Οδηγιών Χρήσης - Πληροφορίες για το Χρήστη.
-
ΓαλουχίααποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η filgrastim / μεταβολίτες απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί / θα αποφευχθεί η θεραπεία με GRANULOKINE λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα. Οι γυναίκες που θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας συνιστάται να εγγραφούν στο πρόγραμμα της Παρακολούθησης Θηλασμού της Amgen. Για στοιχεία επικοινωνίας βλέπε στο τέλος του Φύλλου Οδηγιών Χρήσης - Πληροφορίες για το Χρήστη.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΗ #lgrastim δεν επηρεάζει την αναπαραγωγική ικανότητα ή τη γονιμότητα σε αρσενικούς ή θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-GRANULOKINE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-GRANULOKINE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GRANULOKINE
expand_more
Δοσολογία
Καθιερωμένη Κυτταροτοξική Χημειοθεραπεία
Δοσολογία Η συνιστώμενη δόση του GRANULOKINE είναι 0,5 ΜU (5 μg)/kg/ημέρα. Η πρώτη δόση του GRANULOKINE θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 24 ώρες μετά από την έναρξη της κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας. Σε τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές χρησιμοποιήθηκε υποδόρια δόση 230 μg/m²/ημέρα (4,0-8,4 μg/kg/ημέρα).
Η ημερήσια χορήγηση δόσεων του GRANULOKINE θα πρέπει να συνεχίζεται μέχρις ότου ξεπεραστεί το αναμενόμενο ναδίρ των ουδετερόφιλων και ο αριθμός τους να επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. Μετά από καθιερωμένη χημειοθεραπεία για συμπαγείς όγκους, λεμφώματα και λεμφοειδή λευχαιμία αναμένεται ότι η διάρκεια της θεραπείας που ικανοποιεί τα παραπάνω κριτήρια θα είναι μέχρι και 14 ημέρες.
Μετά από θεραπεία εφόδου και σταθεροποίησης της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας, η διάρκεια της θεραπείας μπορεί να είναι σημαντικά μεγαλύτερη (μέχρι και 38 ημέρες) ανάλογα με τον τύπο, τη δόση και το σχήμα της κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας που χρησιμοποιείται.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν κυτταροτοξική χημειοθεραπεία, συνήθως παρατηρείται μια παροδική αύξηση του αριθμού των ουδετερόφιλων 1 έως 2 ημέρες μετά από την έναρξη της αγωγής με GRANULOKINE. Όμως, για μια συνεχή θεραπευτική ανταπόκριση, η θεραπεία με GRANULOKINE δεν πρέπει να διακόπτεται πριν να ξεπεραστεί το αναμενόμενο ναδίρ και ο αριθμός των ουδετερόφιλων να επανέλθει στα φυσιολογικά επίπεδα. Δεν συνιστάται η πρόωρη διακοπή της θεραπείας με GRANULOKINE πριν από το χρόνο του αναμενόμενου ναδίρ των ουδετερόφιλων.
Τρόπος χορήγησης Το GRANULOKINE μπορεί να χορηγηθεί ως ημερήσια υποδόρια ένεση ή ως ημερήσια ενδοφλέβια έγχυση, αραιωμένο με διάλυμα γλυκόζης 5%, χορηγούμενο σε διάστημα 30 λεπτών (βλ. παράγραφο 6.6). Στις περισσότερες περιπτώσεις προτιμάται η υποδόρια οδός. Σύμφωνα με μελέτη κατά την οποία χορηγήθηκε μια εφάπαξ δόση, η ενδοφλέβια χορήγηση της δόσης μπορεί να μειώσει τη διάρκεια της δράσης. Η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος δεν είναι σαφής για τη χορήγηση επανειλημμένων δόσεων. Η επιλογή της οδού χορήγησης θα πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μυελοεκκαθαριστική χημειοθεραπεία ακολουθούμενη από μεταμόσχευση μυελού των οστών
Δοσολογία Η συνιστώμενη αρχική δόση του GRANULOKINE είναι 1,0 ΜU (10 μg)/kg/ημέρα. Η πρώτη δόση GRANULOKINE πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 24 ώρες μετά την κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και τουλάχιστον 24 ώρες μετά την έγχυση μυελού των οστών.
Όταν το ναδίρ των ουδετερόφιλων έχει ξεπεραστεί, η ημερήσια δόση του GRANULOKINE θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την ανταπόκριση των ουδετερόφιλων ως εξής:
| Αριθμός ουδετερόφιλων | Προσαρμογή της δόσης GRANULOKINE |
|---|
1,0 x 10 /l για 3 συνεχείς ημέρες | Μείωση σε 0,5 MU/ (5μg)/kg/ημέρα Μετά, εάν ο ANC παραμένει >1,0 x 10 /l για 3 επιπλέον συνεχείς ημέρες | Διακοπή χορήγησης GRANULOKINE
Εάν ο ANC μειωθεί σε <1,0 x 10 /l κατά τη θεραπευτική περίοδο, η δόση του GRANULOKINE θα πρέπει να αυξηθεί ξανά σύμφωνα με τις παραπάνω οδηγίες ANC = απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων
Τρόπος χορήγησης To GRANULOKINE μπορεί να χορηγηθεί είτε ως μια 30λεπτη, είτε ως 24ωρη ενδοφλέβια έγχυση ή χορηγούμενο με συνεχή 24ωρη υποδόρια έγχυση. Το GRANULOKINE θα πρέπει να αραιώνεται σε 20 ml διαλύματος γλυκόζης 5% (βλ. παράγραφο 6.6).
Για την κινητοποίηση Προγονικών Κυττάρων του Περιφερικού Αίματος (PBPC) σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μυελοκατασταλτική ή μυελοεκκαθαριστική θεραπεία ακολουθούμενη από μεταμόσχευση αυτόλογων προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος
Δοσολογία Η συνιστώμενη δόση του GRANULOKINE για την κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPC) όταν χορηγείται μόνο του είναι 1,0 MU (10 μg)/kg/ημέρα για 5 έως 7 συνεχείς ημέρες. Χρονικός προσδιορισμός της λευκαφαίρεσης: μία ή δύο λευκαφαιρέσεις τις ημέρες 5 και 6 είναι συνήθως επαρκείς. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητες επιπρόσθετες λευκαφαιρέσεις. Η δοσολογία του GRANULOKINE θα πρέπει να διατηρείται μέχρι την τελευταία λευκαφαίρεση.
Η συνιστώμενη δόση του GRANULOKINE για την κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPC) μετά από μυελοκατασταλτική χημειοθεραπεία είναι 0,5 MU (5 μg)/kg/ημέρα, από την πρώτη ημέρα μετά την ολοκλήρωση της χημειοθεραπείας μέχρι να ξεπεραστεί το αναμενόμενο ναδίρ των ουδετερόφιλων και ο αριθμός των ουδετερόφιλων έχει επανέλθει στα φυσιολογικά όρια. Η λευκαφαίρεση θα πρέπει να πραγματοποιείται στην περίοδο κατά την οποία ο απόλυτος αριθμός των ουδετερόφιλων (ANC) αυξάνεται από <0,5 x 10 /l σε > 5,0 x 10 /l. Για τους ασθενείς οι οποίοι δεν είχαν υποβληθεί σε εκτεταμένη χημειοθεραπεία, μία λευκαφαίρεση είναι συνήθως επαρκής. Σε άλλες περιπτώσεις, συνιστώνται επιπλέον λευκαφαιρέσεις.
Τρόπος χορήγησης To GRANULOKINE για την κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPC) όταν χορηγείται μόνο του: To GRANULOKINE μπορεί να χορηγηθεί είτε ως μια 24ωρη συνεχής υποδόρια έγχυση ή ως εφάπαξ ημερήσια υποδόρια ένεση. Για τις εγχύσεις το GRANULOKINE θα πρέπει να διαλύεται σε 20 ml διαλύματος γλυκόζης 5% (βλ. παράγραφο 6.6).
To GRANULOKINE για την κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPC) σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μυελοκατασταλτική θεραπεία: Tο GRANULOKINE θα πρέπει να χορηγείται με υποδόρια ένεση.
Για την Κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPC) σε υγιείς δότες πριν από την αλλογενή μεταμόσχευση Προγονικών Κυττάρων Περιφερικού Αίματος (PBPC)
Δοσολογία Για την κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPC) σε υγιείς δότες, το GRANULOKINE πρέπει να χορηγείται σε δόση 1.0 MU(10 μg)/kg/ημέρα για 4 έως 5 συνεχείς ημέρες. Η λευκαφαίρεση πρέπει να ξεκινάει την 5η ημέρα και να συνεχίζεται μέχρι την 6η ημέρα αν χρειάζεται, έτσι ώστε να συλλέγονται 4 x 10 κύτταρα CD34 +/kg βάρους σώματος του λήπτη.
Τρόπος χορήγησης Tο GRANULOKINE θα πρέπει να χορηγείται με υποδόρια ένεση.
Σε ασθενείς με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία (SCN)
Δοσολογία Συγγενής ουδετεροπενία: η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 1,2 MU (12 μg)/kg/ημέρα χορηγούμενη υποδόρια ως εφάπαξ δόση ή σε διηρημένες δόσεις.
Ιδιοπαθής ή κυκλική ουδετεροπενία: η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 0,5 MU (5 μg)/kg/ ημέρα χορηγούμενη υποδόρια ως εφάπαξ δόση ή σε διηρημένες δόσεις.
Ρύθμιση της δόσης: το GRANULOKINE θα πρέπει να χορηγείται ημερησίως με υποδόρια ένεση μέχρις ότου ο αριθμός των ουδετερόφιλων να φθάσει και να μπορεί να διατηρηθεί πάνω από 1,5 x 10 /l. Όταν έχει επιτευχθεί η ανταπόκριση, θα πρέπει να καθορισθεί η ελάχιστη αποτελεσματική δόση ώστε να διατηρηθεί αυτό το επίπεδο. Απαιτείται μακρόχρονη ημερήσια χορήγηση για να διατηρηθεί ένας επαρκής αριθμός ουδετερόφιλων. Μετά από μία έως δύο εβδομάδες θεραπείας, η αρχική δόση μπορεί να διπλασιαστεί ή να υποδιπλασιαστεί, ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς. Στη συνέχεια, η δόση μπορεί να ρυθμίζεται ατομικά κάθε 1 έως 2 εβδομάδες για να διατηρείται ο μέσος όρος του αριθμού των ουδετερόφιλων μεταξύ 1,5 x 10 /l και 10 x 10 /l.
Ένα ταχύτερο σχήμα αύξησης της δόσης μπορεί να εξεταστεί προκειμένου για ασθενείς που εμφανίζουν σοβαρές λοιμώξεις. Σε κλινικές μελέτες ποσοστό 97% των ασθενών που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία παρουσίασαν πλήρη ανταπόκριση σε δόσεις 24 μg/kg/ημέρα. Δεν έχει τεκμηριωθεί η μακροχρόνια ασφάλεια της χορήγησης GRANULOKINE σε δόσεις υψηλότερες των 24 μg/kg/ημέρα σε ασθενείς με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία.
Τρόπος χορήγησης Συγγενής, ιδιοπαθής ή κυκλική ουδετεροπενία: Tο GRANULOKINE θα πρέπει να χορηγείται με υποδόρια ένεση.
Σε ασθενείς με HIV λοίμωξη
Δοσολογία Για την Αναστροφή της Ουδετεροπενίας Η συνιστώμενη αρχική δόση του GRANULOKINE είναι 0,1 MU (1 μg)/kg/ημέρα χορηγούμενη με τιτλοποίηση μέχρι μέγιστης δόσης 0,4 MU (4 μg)/kg/ημέρα μέχρι την επίτευξη και τη διατήρηση φυσιολογικού αριθμού ουδετερόφιλων (ANC >2,0 x 10 /l).
Σε κλινικές μελέτες, ποσοστό ασθενών >90% ανταποκρίθηκε σε αυτές τις δόσεις, επιτυγχάνοντας αναστροφή της ουδετεροπενίας σε μια περίοδο 2 ημερών (διάμεση τιμή).
Σε ένα μικρό αριθμό ασθενών (ποσοστό <10%), απαιτήθηκαν δόσεις μέχρι και 1,0 MU (10 μg)/kg/ημέρα για την επίτευξη αναστροφής της ουδετεροπενίας.
Για τη Διατήρηση του Φυσιολογικού Αριθμού Ουδετερόφιλων: Αφού έχει επιτευχθεί αναστροφή της ουδετεροπενίας, η ελάχιστη αποτελεσματική δόση για τη διατήρηση του φυσιολογικού αριθμού των ουδετερόφιλων πρέπει να προσδιορίζεται. Συνιστάται προσαρμογή της αρχικής δοσολογίας σε 30 MU (300 μg)/ημέρα μέρα παρά μέρα. Μπορεί να απαιτηθεί περαιτέρω προσαρμογή δοσολογίας όπως προσδιορίζεται από το ANC των ασθενών για τη διατήρηση του αριθμού των ουδετερόφιλων σε >2,0 x 10 /l. Σε κλινικές μελέτες, απαιτήθηκε χορήγηση δόσης 30 MU (300 μg)/ημέρα καθ΄όλη τη διάρκεια της εβδομάδας (από την ημέρα 1 ως και την 7) για τη διατήρηση του απόλυτου αριθμού ουδετερόφιλων (ANC) σε >2,0 x 10 /l, με διάμεση τιμή συχνότητας χορήγησης δόσης 3 ημέρες την εβδομάδα. Μπορεί να απαιτηθεί μακροχρόνια χορήγηση για τη διατήρηση του απόλυτου αριθμού ουδετερόφιλων (ANC) σε >2,0 x 10 /l.
Τρόπος χορήγησης Αναστροφή της ουδετεροπενίας ή διατήρηση του φυσιολογικού αριθμού ουδετερόφιλων: Tο GRANULOKINE θα πρέπει να χορηγείται με υποδόρια ένεση.
Ηλικιωμένοι
Οι κλινικές μελέτες με GRANULOKINE περιελάμβαναν ένα μικρό αριθμό ηλικιωμένων ασθενών, ειδικές όμως μελέτες δεν έχουν πραγματοποιηθεί σ’αυτήν την ομάδα και συνεπώς δεν μπορούν να δοθούν ειδικές δοσολογικές συστάσεις.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Μελέτες με GRANULOKINE σε ασθενείς με σοβαρή βλάβη της νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας υποδεικνύουν ότι παρουσιάζει παρόμοια φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική (εικόνα) με αυτή που έχει παρατηρηθεί σε φυσιολογικά άτομα. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε αυτές τις περιπτώσεις.
Παιδιατρική χρήση στη σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία και σε ογκολογικά περιστατικά
Το 65% των ασθενών που μελετήθηκαν στο πρόγραμμα μελετών για σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία ήταν ηλικίας κάτω των 18 ετών. Η αποτελεσματικότητα της αγωγής ήταν εμφανής γι’ αυτή την ηλικιακή ομάδα που περιελάμβανε ως επί το πλείστον ασθενείς με συγγενή ουδετεροπενία. Δεν υπήρχαν διαφορές ως προς την ασφάλεια για τους παιδιατρικούς ασθενείς που ακολούθησαν θεραπεία για σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία.
Στοιχεία από κλινικές μελέτες που έγιναν σε παιδιατρικούς ασθενείς, υποδεικνύουν ότι η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του GRANULOKINE είναι παρόμοιες στους ενήλικες και στα παιδιά που λαμβάνουν κυτταροτοξική χημειοθεραπεία.
Οι δοσολογικές συστάσεις σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι οι ίδιες με αυτές των ενηλίκων που λαμβάνουν μυελοκατασταλτική κυτταροτοξική χημειοθεραπεία.
block
Αντενδείξεις
SPC-GRANULOKINE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GRANULOKINE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις
Το GRANULOKINE δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την αύξηση των δόσεων της κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας πέραν των καθιερωμένων δοσολογικών σχημάτων.
Το GRANULOKINE δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή συγγενή ουδετεροπενία οι οποίοι αναπτύσσουν λευχαιμία ή έχουν ενδείξεις λευχαιμικής εξέλιξης.
Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με το GRANULOKINE έχει αναφερθεί uπερευαισθησία, συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών αντιδράσεων που προέκυψαν κατά την αρχική ή την επακόλουθη χορηγήση, Θα πρέπει να διακοπεί οριστικά το GRANULOKINE σε ασθενείς με κλινικά σοβαρή υπερευαισθησία. Μη χορηγείτε GRANULOKINE σε ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας στην φιλγραστίμη ή την peg#lgrastim.
Όπως συμβαίνει με όλες τις θεραπευτικές πρωτεΐνες, υπάρχει πιθανότητα για εμφάνιση ανοσογονικότητας., Οι ρυθμοί παραγωγής των αντισωμάτων κατά της φιλγραστίμης είναι γενικά χαμηλοί. Δεσμευτικά αντισώματα εμφανίζονται όπως αναμένεται με όλα τα βιολογικά ωστόσο, δεν έχουν συσχετιστεί με εξουδετερωτική δραστηριότητα προς το παρόν.
Κακοήθης κυτταρική ανάπτυξη
Ο παράγοντας διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων μπορεί να ενισχύσει την ανάπτυξη των μυελοειδών κυττάρων in vitro, ενώ παρόμοιες επιδράσεις μπορεί να παρατηρηθούν in vitro σε μερικά μη μυελοειδή κύτταρα.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της χορήγησης GRANULOKINE σε ασθενείς με μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο ή χρόνια μυελογενή λευχαιμία δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Το GRANULOKINE δεν ενδείκνυται για χρήση σε τέτοιες καταστάσεις. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για την διαφορική διάγνωση της έναρξης της βλαστικής φάσεως της χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας από την οξεία μυελογενή λευχαιμία.
Λαμβάνοντας υπόψη τα περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με δευτερογενή οξεία μυελογενή λευχαιμία (AML), το GRANULOKINE πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της χορήγησης του GRANULOKINE σε ασθενείς με de novo οξεία μυελογενή λευχαιμία (AML) μικρότερους των 55 ετών με καλή κυτταρογενετική (t(8; 21), t(15;17) και inv(16)) δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Άλλες Ειδικές Προφυλάξεις
Παρακολούθηση της οστικής πυκνότητας μπορεί να ενδείκνυται σε ασθενείς με υποκείμενη οστεοπορωτική νόσο που βρίσκονται υπό συνεχή θεραπεία με GRANULOKINE για περισσότερο από 6 μήνες.
Πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειες, και συγκεκριμένα διάμεση πνευμονοπάθεια, έχουν αναφερθεί μετά τη χορήγηση G-CSF. Ασθενείς με πρόσφατο ιστορικό διηθήσεων πνευμόνων ή πνευμονίας ενδέχεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο. Η πρώτη εμφάνιση πνευμονικών σημείων όπως βήχας, πυρετός και δύσπνοια σε συσχετισμό με ακτινολογικά σημεία πνευμονικών διηθήσεων και η έκπτωση της πνευμονικής λειτουργίας μπορεί να αποτελούν πρώιμες ενδείξεις συνδρόμου οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS). Το GRANULOKINE πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται η κατάλληλη αγωγή.
Έχει αναφερθεί σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών έπειτα από χορήγηση παράγοντα διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων και το οποίο χαρακτηρίζεται από υπόταση, υπολευκωματιναιμία, οίδημα και αιμοσυγκέντρωση. Οι ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα συνδρόμου διαφυγής τριχοειδών θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνουν την καθιερωμένη συμπτωματική θεραπεία, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει την ανάγκη για εντατική φροντίδα (βλέπε παράγραφο 4.8).
΄Εχει αναφερθεί σπειραματονεφρίτιδα σε ασθενείς που λαμβάνουν filgrastim και pegfilgrastim. Γενικά, εκδηλώσεις σπειραματονεφρίτιδας υποχώρησαν μετά τη μείωση της δόσης ή διακοπή της filgrastim και της pegfilgrastim. Συνιστάται παρακολούθηση με ανάλυση ούρων.
Το κάλυμμα της βελόνας της προγεμισμένης σύριγγας μπορεί να περιέχει ξηρό φυσικό ελαστικό (ένα παράγωγο του λάτεξ), το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
Ειδικές προφυλάξεις σε καρκινοπαθείς ασθενείς
Περιστατικά σπληνομεγαλίας και ρήξης σπληνός έχουν αναφερθεί όχι συχνά μετά τη χορήγηση #lgrastim. Ορισμένα περιστατικά ρήξης σπληνός είχαν θανατηφόρο κατάληξη. Τα άτομα που λαμβάνουν #lgrastim που αναφέρουν άλγος στην άνω αριστερή κοιλιακή χώρα και/ή στο άκρο του ώμου πρέπει να αξιολογούνται για διογκωμένο σπλήνα ή ρήξη σπληνός.
Λευκοκυττάρωση
Έχει παρατηρηθεί αριθμός λευκοκυττάρων 100 x 10 /l ή και υψηλότερος, σε λιγότερο του 5% των ασθενών που ελάμβαναν GRANULOKINE σε δόσεις υψηλότερες των 0,3 MU/kg/ημέρα (3 μg/kg/ημέρα). Δεν έχει αναφερθεί καμία ανεπιθύμητη ενέργεια άμεσα αποδιδόμενη σε αυτόν το βαθμό λευκοκυττάρωσης. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη τους πιθανούς κινδύνους που σχετίζονται με τη σοβαρή λευκοκυττάρωση, θα πρέπει να γίνονται μετρήσεις των λευκών αιμοσφαιρίων σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με GRANULOKINE. Εάν ο αριθμός των λευκοκυττάρων υπερβεί τα 50 x 10 /l μετά από το αναμενόμενο ναδίρ, το GRANULOKINE θα πρέπει αμέσως να διακόπτεται. Όμως, κατά τη διάρκεια της χορήγησης του GRANULOKINE για την κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPC), το GRANULOKINE θα πρέπει να διακόπτεται ή να μειώνεται η δοσολογία του, αν ο αριθμός των λευκοκυττάρων αυξηθεί σε >70x10 /l.
Κίνδυνοι σχετιζόμενοι με αυξημένες δόσεις χημειοθεραπείας
Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν χορηγούνται στους ασθενείς υψηλές δόσεις χημειοθεραπείας, διότι δεν έχει αποδειχθεί η βελτίωση των παραμέτρων του όγκου ενώ ενισχυμένες δόσεις χημειοθεραπευτικών παραγόντων μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένη τοξικότητα συμπεριλαμβανομένων καρδιολογικών, πνευμονικών, νευρολογικών και δερματολογικών αντιδράσεων (παρακαλούμε να συμβουλευτείτε τις συνταγογραφικές πληροφορίες των χρησιμοποιούμενων χημειοθεραπευτικών παραγόντων).
Η μονοθεραπεία με GRANULOKINE δεν αποκλείει την πρόκληση θρομβοπενίας και αναιμίας εξαιτίας της μυελοκατασταλτικής χημειοθεραπείας. Λόγω του ενδεχόμενου χορήγησης υψηλότερων δόσεων χημειοθεραπείας (π.χ. οι πλήρεις δόσεις του εφαρμοζόμενου δοσολογικού σχήματος), ο ασθενής μπορεί να βρίσκεται σε υψηλότερο κίνδυνο θρομβοπενίας και αναιμίας. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση του αριθμού των αιμοπεταλίων και του αιματοκρίτη. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται όταν χορηγούνται μόνοι τους ή σε συνδυασμό χημειοθεραπευτικοί παράγοντες που είναι γνωστό ότι προκαλούν σοβαρή θρομβοπενία.
Η χρήση των κινητοποιημένων λόγω του GRANULOKINE προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPCs) έχει αποδειχθεί ότι μειώνει το βάθος και τη διάρκεια της θρομβοπενίας μετά από μυελοκατασταλτική ή μυελοεκκαθαριστική χημειοθεραπεία.
Άλλες Ειδικές Προφυλάξεις
Δεν έχουν μελετηθεί οι επιδράσεις του GRANULOKINE σε ασθενείς με σημαντικά μειωμένα προγονικά κύτταρα μυελικής σειράς. Το GRANULOKINE ενεργεί κυρίως επί των προδρόμων των ουδετερόφιλων ασκώντας την ενέργειά του στο να αυξήσει τον αριθμό των ουδετερόφιλων. Επομένως, σε ασθενείς που έχουν μειωμένο αριθμό προδρόμων ουδετερόφιλων, η ανταπόκριση μπορεί να είναι ελαττωμένη (όπως είναι η περίπτωση αυτών που έχουν κάνει παρατεταμένη ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία ή αυτών με διήθηση του μυελού των οστών από τον όγκο).
Οι αγγειακές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της φλεβο-αποφρακτικής νόσου και διαταραχές του όγκου υγρών έχουν αναφερθεί περιστασιακά σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία υψηλών δόσεων ακολουθούμενη από μεταμόσχευση. Έχουν υπάρξει αναφορές Αντίδρασης Μοσχεύματος έναντι Ξενιστή (GvHD) και θανάτων σε ασθενείς που έλαβαν G-CSF μετά από αλλογενή μεταμόσχευση μυελού των οστών (βλ. παράγραφο 4.8 και 5.1).
Αυξημένη αιμοποιητική δραστηριότητα του μυελού του οστού σε απόκριση στη θεραπεία με αυξητικό παράγοντα έχει σχετιστεί με παροδικά παθολογικά σπινθηρογραφήματα οστών. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν αξιολογούνται τα αποτελέσματα της απεικόνισης των οστών.
Ειδικές προφυλάξεις σε ασθενείς που υποβάλλονται σε κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος (PBPC)
Κινητοποίηση
Δεν υπάρχουν προοπτικά τυχαιοποιημένες συγκρίσεις μεταξύ των δύο συνιστώμενων μεθόδων κινητοποίησης (μονοθεραπεία GRANULOKINE, ή σε συνδυασμό με μυελοκατασταλτική χημειοθεραπεία) μέσα στον ίδιο πληθυσμό ασθενών. Ο βαθμός διαφοροποίησης μεταξύ των ασθενών και μεταξύ των εργαστηριακών προσδιορισμών των CD34+ κυττάρων δηλώνει ότι είναι δύσκολη η άμεση σύγκριση μεταξύ διαφορετικών μελετών. Είναι επομένως δύσκολο να συστηθεί μια βέλτιστη μέθοδος. Η επιλογή της μεθόδου κινητοποίησης θα πρέπει να γίνεται με βάση τους γενικούς στόχους της θεραπείας για κάθε ασθενή.
Προηγούμενη έκθεση σε κυτταροτοξικούς παράγοντες
Ασθενείς οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε πολύ εκτεταμένη προηγούμενη μυελοκατασταλτική θεραπεία είναι δυνατόν να μην παρουσιάσουν επαρκή κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος ώστε να επιτευχθεί η ελάχιστη συνιστώμενη απόδοση ( 2,0 x 10 CD34+ κύτταρα/kg) ή επιτάχυνση της ανάνηψης των αιμοπεταλίων, στον ίδιο βαθμό.
Μερικοί κυτταροτοξικοί παράγοντες προκαλούν παρόμοια τοξικότητα στα αιμοποιητικά προγονικά κύτταρα και μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς την προγονική κινητοποίηση. Παράγοντες όπως η μελφαλάνη, η καρμουστίνη (BCNU) και η καρβοπλατίνη, όταν χορηγούνται για μεγάλα διαστήματα πριν από τις απόπειρες για προγονική κινητοποίηση, μπορεί να μειώσουν την απόδοση των προγονικών κυττάρων. Όμως, η χορήγηση της μελφαλάνης, καρβοπλατίνης ή BCNU μαζί με GRANULOKINE, έχει αποδειχθεί αποτελεσματική για την κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων. Όταν προβλέπεται μεταμόσχευση PBRC, συνιστάται να προγραμματίζεται η διαδικασία κινητοποίησης των προγονικών κυττάρων στα αρχικά στάδια του κύκλου αγωγής του ασθενούς. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στον αριθμό των προγονικών κυττάρων που κινητοποιούνται σε τέτοιους ασθενείς πριν τη χορήγηση υψηλών δόσεων χημειοθεραπείας. Εάν οι αποδόσεις είναι ανεπαρκείς, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια, θα πρέπει να εξετασθούν εναλλακτικές μέθοδοι θεραπείας, οι οποίες δεν απαιτούν προγονική υποστήριξη.
Αξιολόγηση της απόδοσης των προγονικών κυττάρων
Κατά την αξιολόγηση του αριθμού των προγονικών κυττάρων που συλλέγονται σε ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με GRANULOKINE, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη μέθοδο ποσοτικού προσδιορισμού. Τα αποτελέσματα της κυτταρομετρικής ανάλυσης του αριθμού των CD34+ κυττάρων εν ροή, ποικίλλουν ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη ακριβή μεθοδολογία και οι υποδείξεις αριθμών σύμφωνα με μελέτες άλλων εργαστηρίων θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή. Στατιστική ανάλυση της σχέσης μεταξύ του αριθμού των CD34+ κυττάρων που έχουν επανεγχυθεί και του ρυθμού ανάνηψης των αιμοπεταλίων μετά από χημειοθεραπεία υψηλών δόσεων, δηλώνει μια περίπλοκη αλλά συνεχή σχέση. Η σύσταση για ελάχιστη απόδοση >2,0x10 CD34+ κύτταρα/kg βασίζεται σε δημοσιευμένη εμπειρία που έχει ως αποτέλεσμα την επαρκή αιματολογική ανασύσταση. Μεγαλύτερες αποδόσεις φαίνεται ότι σχετίζονται με ταχύτερη ανάνηψη, ενώ μικρότερες με βραδύτερη ανάνηψη.
Ειδικές προφυλάξεις σε υγιείς δότες που υποβάλλονται σε κινητοποίηση των PBPC
Η κινητοποίηση των ΡΒΡC δεν παρέχει άμεσο κλινικό όφελος σε υγιείς δότες και πρέπει να εξετάζεται μόνο για τους σκοπούς της αλλογενούς μεταμόσχευσης προγονικών κυττάρων.
Η κινητοποίηση των PBPC θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε δότες των οποίων η κλινική κατάσταση και οι εργαστηριακές τιμές είναι φυσιολογικές για λήψη προγονικών κυττάρων, με ιδιαίτερη προσοχή στις αιματολογικές παραμέτρους και σε λοιμώδεις νόσους.
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του GRANULOKINE δεν έχει αξιολογηθεί σε υγιείς δότες < 16 ετών ή > 60 ετών.
Θρομβοπενία έχει αναφερθεί πολύ συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν GRANULOKINE. Για το λόγο αυτό ο αριθμός των αιμοπεταλίων πρέπει να παρακολουθείται στενά. Παρατηρήθηκε παροδική θρομβοπενία (αιμοπετάλια <100 x 10 /l) κατόπιν χορήγησης filgrastim, καθώς και λευκαφαίρεση σε ποσοστό 35% των ατόμων που μελετήθηκαν. Μεταξύ αυτών, αναφέρθηκαν δύο περιστατικά αριθμού αιμοπεταλίων <50 x 10 /l και αποδόθηκαν στη διαδικασία λευκαφαίρεσης.
Αν απαιτείται παραπάνω από μια λευκαφαίρεση, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε δότες με αριθμό αιμοπεταλίων <100 x 10 /l πριν τη λευκαφαίρεση. Γενικά, δεν πρέπει να διενεργείται λευκαφαίρεση αν τα αιμοπετάλια είναι <75 x 10 /l.
Δεν πρέπει να πραγματοποιείται λευκαφαίρεση σε δότες με διαταραχές της πήξης ή με γνωστές ανεπάρκειες της αιμόστασης.
Η χορήγηση του GRANULOKINE θα πρέπει να διακόπτεται ή η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται αν ο αριθμός λευκοκυττάρων αυξηθεί σε >70 x 10 /l.
Οι δότες που λαμβάνουν G-CSFs, για την κινητοποίηση των PBPC πρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου οι αιματολογικές παράμετροι επανέλθουν στις φυσιολογικές τιμές.
Έχουν παρατηρηθεί παροδικές κυτταρογενετικές ανωμαλίες σε υγιείς δότες μετά από χρήση G-CSF. Η σημασία αυτών των αλλαγών είναι άγνωστη. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος ανάπτυξης των κακόηθων μυελογενών κλώνων. Συνίσταται το κέντρο λευκαφαίρεσης να διενεργεί συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση των δοτών αρχέγονων κυττάρων για τουλάχιστον 10 χρόνια για την εξασφάλιση της παρακολούθησης της ασφάλειας σε μακροπρόθεσμη βάση.
Υπήρξαν συχνά αλλά γενικά ασυμπτωματικά περιστατικά σπληνομεγαλίας και όχι συχνές περιπτώσεις ρήξης σπληνός σε υγιείς δότες (και ασθενείς) κατόπιν χορήγησης των παραγόντων διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSFs). Ορισμένες περιπτώσεις ρήξης σπληνός είχαν θανατηφόρο κατάληξη. Έτσι, το μέγεθος του σπληνός πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά (πχ. κλινική εξέταση, υπέρηχος). Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο διάγνωσης ρήξης σπληνός σε δότες και / ή ασθενείς που αναφέρουν άλγος της άνω αριστερής κοιλιακής χώρας ή της άκρης του ώμου.
Δύσπνοια και άλλες πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειες (αιμόπτυση, πνευμονική αιμορραγία, διηθήσεις πνευμόνων και υποξία) έχουν αναφερθεί όχι συχνά. Σε περίπτωση υποπτευόμενων ή επιβεβαιωμένων πνευμονικών ανεπιθύμητων ενεργειών, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με GRANULOKINE και να χορηγείται κατάλληλη ιατρική περίθαλψη.
Ειδικές προφυλάξεις σε δέκτες αλλογενών προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος που κινητοποιούνται με GRANULOKINE
Τα τρέχοντα δεδομένα υποδεικνύουν ότι οι ανοσολογικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ του μοσχεύματος των αλλογενών προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος και του λήπτη, μπορεί να συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο οξείας και χρόνιας αντίδρασης μοσχεύματος έναντι ξενιστή (GvHD) σε σύγκριση με τη μεταμόσχευση μυελού των οστών.
Ειδικές προφυλάξεις σε ασθενείς με Σοβαρή Χρόνια Ουδετεροπενία (SCN)
Αριθμός Αιμοσφαιρίων
Θρομβοπενία έχει αναφερθεί συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν GRANULOKINE. Ο αριθμός των αιμοπεταλίων θα πρέπει να ελέγχεται στενά, ειδικά κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής με GRANULOKINE. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στη διακοπή κατά διαλείμματα ή ελάττωση της δόσης του GRANULOKINE σε ασθενείς που εμφανίζουν θρομβοπενία, για παράδειγμα αιμοπετάλια σταθερά <100.000/mm .
Παρουσιάζονται και άλλες αλλαγές στα αιμοσφαίρια μεταξύ των οποίων αναιμία και παροδικές αυξήσεις των μυελοειδών προγενητόρων, οι οποίες απαιτούν στενή παρακολούθηση του αριθμού των κυττάρων.
Εξέλιξη σε λευχαιμία ή μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο
Ειδική προσοχή θα πρέπει να δίνεται κατά τη διάγνωση SCN, ώστε να διαχωρίζονται από άλλες αιμοποιητικές διαταραχές, όπως είναι η απλαστική αναιμία, η μυελοδυσπλασία και η μυελογενής λευχαιμία. Πριν από την έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να γίνονται γενική αίματος και τύπος λευκών καθώς και μετρήσεις του αριθμού των αιμοπεταλίων και εκτίμηση της μορφολογίας του μυελού των οστών και του καρυότυπου.
Έχουν αναφερθεί, σε χαμηλή συχνότητα (περίπου 3%), περιστατικά μυελοδυσπλαστικών συνδρόμων (ΜΔΣ) ή λευχαιμίας σε ασθενείς με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία που είχαν λάβει αγωγή με GRANULOKINE κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών. Αυτή η παρατήρηση έγινε μόνο σε ασθενείς με συγγενή ουδετεροπενία. Τα ΜΔΣ και οι λευχαιμίες είναι φυσικές επιπλοκές της ασθένειας και δεν υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που να συσχετίζουν την εμφάνισή τους με τη θεραπεία με GRANULOKINE. Μία υπο-ομάδα που περιελάμβανε περίπου το 12% των ασθενών που είχαν φυσιολογικές αξιολογήσεις κατά την έναρξη της αγωγής όσον αφορά στην κυτταρογενετική, βρέθηκαν στη συνέχεια να έχουν ανωμαλίες, συμπεριλαμβανομένης της μονοσωμίας 7, σε επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση ρουτίνας. Είναι προς το παρόν ασαφές εάν μακροχρόνια θεραπεία ασθενών με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία θα προδιέθετε τους ασθενείς σε κυτταρογενετικές ανωμαλίες, σε ΜΔΣ, ή να εξελιχθούν σε λευχαιμικούς. Συνιστάται να γίνονται στους ασθενείς σε τακτικά διαστήματα (περίπου κάθε 12 μήνες), μορφολογικές και κυτταρογενετικές εξετάσεις του μυελού των οστών.
Άλλες ειδικές προφυλάξεις
Θα πρέπει να αποκλείονται παροδικές ουδετεροπενίες οφειλόμενες σε λοιμώξεις από ιούς.
Περιστατικά σπληνομεγαλίας έχουν αναφερθεί πολύ συχνά και περιστατικά ρήξης σπληνός έχουν αναφερθεί συχνά μετά τη χορήγηση #lgrastim. Τα άτομα που λαμβάνουν #lgrastim που αναφέρουν άλγος στην άνω αριστερή κοιλιακή χώρα και/ή στο άκρο του ώμου πρέπει να αξιολογούνται για διογκωμένο σπλήνα ή ρήξη σπληνός.
Η σπληνομεγαλία αποτελεί μια άμεση επίπτωση της αγωγής με GRANULOKINE. Στο 31% των ασθενών που έλαβαν μέρος σε κλινικές μελέτες αναφέρθηκε ότι παρουσίασαν ψηλαφητή σπληνομεγαλία. Κατά τις πρώτες ημέρες της θεραπείας με GRANULOKINE παρατηρήθηκαν αυξήσεις σε όγκο που μπορούν να μετρηθούν ακτινογραφικά και οι οποίες αυξήσεις έτειναν να σταθεροποιούνται σε μια μέγιστη τιμή. Παρατηρήθηκε ότι μειώσεις των δόσεων έτειναν να επιβραδύνουν ή να σταματούν την εξέλιξη της διόγκωσης του σπληνός και σε 3% των ασθενών χρειάστηκε σπληνεκτομή. Οι διαστάσεις του σπληνός θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά. Οι κοιλιακές ψηλαφίσεις θα πρέπει να επαρκούν ώστε να ανιχνεύσουν μη φυσιολογικές αυξήσεις του όγκου του σπληνός.
Η αιματουρία ήταν συχνή και παρουσιάστηκε πρωτεϊνουρία σε μικρό αριθμό ασθενών. Θα πρέπει να γίνονται τακτικές αναλύσεις ούρων ώστε να ελέγχονται αυτά τα ενδεχόμενα.
Δεν έχει τεκμηριωθεί ακόμη η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα στα νεογνά και σε ασθενείς με αυτοάνοση ουδετεροπενία.
Ειδικές προφυλάξεις σε ασθενείς με HIV λοίμωξη
Περιστατικά σπληνομεγαλίας έχουν αναφερθεί συχνά μετά τη χορήγηση GRANULOKINE. Τα άτομα που λαμβάνουν #lgrastim που αναφέρουν άλγος στην άνω αριστερή κοιλιακή χώρα και/ή στο άκρο του ώμου πρέπει να αξιολογούνται για διογκωμένο σπλήνα ή ρήξη σπληνός.
Αριθμός αιμοσφαιρίων
Ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) πρέπει να παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων εβδομάδων θεραπείας με GRANULOKINE. Μερικοί ασθενείς μπορεί να ανταποκριθούν πολύ γρήγορα και με μια σημαντική αύξηση του αριθμού των ουδετερόφιλων στην αρχική δόση του GRANULOKINE. Συνιστάται να προσδιορίζεται ο ANC καθημερινά τις πρώτες 2-3 ημέρες της χορήγησης GRANULOKINE. Κατόπιν τούτου, συνιστάται ο προσδιορισμός του ANC τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα τις πρώτες δύο εβδομάδες και ακολούθως μια φορά την εβδομάδα ή μια φορά κάθε δεύτερη εβδομάδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης. Κατά τη διάρκεια διαλείπουσας δοσολογίας με 30 MU (300 μg) /ημέρα GRANULOKINE μπορεί να υπάρξουν μεγάλες διακυμάνσεις του απόλυτου αριθμού ουδετερόφιλων των ασθενών σε σχέση με το χρόνο. Για να υπολογιστεί ο ANC ενός ασθενούς στο χαμηλότερο ή στο υψηλότερο σημείο, συνιστάται να λαμβάνονται δείγματα αίματος για μέτρηση του απόλυτου αριθμού ουδετερόφιλων (ANC) ακριβώς πριν από κάθε προγραμματισμένη χορήγηση δόσης GRANULOKINE.
Κίνδυνοι σχετιζόμενοι με αυξημένες δόσεις μυελοκατασταλτικών φαρμάκων
Η μονοθεραπεία με GRANULOKINE δεν αποκλείει τη θρομβοπενία και την αναιμία λόγω των μυελοκατασταλτικών φαρμάκων. Ως αποτέλεσμα της δυνατότητας λήψης υψηλότερων δόσεων ή μεγαλύτερου αριθμού αυτών των φαρμάκων με θεραπεία με GRANULOKINE, ο ασθενής μπορεί να είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης θρομβοπενίας και αναιμίας. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση των αιματολογικών παραμέτρων (βλ. παραπάνω).
Λοιμώξεις και κακοήθειες που προκαλούν μυελοκαταστολή
Η ουδετεροπενία μπορεί να οφείλεται σε ευκαιριακές λοιμώξεις που διηθούν το μυελό των οστών όπως το Mycobacterium avium Complex (MAC) ή κακοήθειες όπως το λέμφωμα. Σε ασθενείς με γνωστές λοιμώξεις που διηθούν το μυελό των οστών ή κακοήθεια, εξετάστε τη χορήγηση κατάλληλης αγωγής για τη θεραπεία της υποκείμενης νόσου, επιπροσθέτως της χορήγησης του GRANULOKINE για τη θεραπεία της ουδετεροπενίας. Τα αποτελέσματα του GRANULOKINE στην ουδετεροπενία λόγω της διήθησης του μυελού των οστών από λοίμωξη ή λόγω κακοήθειας δεν έχουν επαρκώς τεκμηριωθεί.
Ειδικές προφυλάξεις σε στίγμα δρεπανοκυτταρικής αναιμίας ή δρεπανοκυτταρική νόσο
Κρίσεις δρεπανοκυτταρικής αναιμίας, σε ορισμένες περιπτώσεις με θανατηφόρο κατάληξη, έχουν αναφερθεί κατά τη χρήση GRANULOKINE σε ασθενείς με στίγμα δρεπανοκυτταρικής αναιμίας ή δρεπανοκυτταρική νόσο. Οι ιατροί θα πρέπει να είναι προσεκτικοί κατά την εξέταση του ενδεχομένου χορήγησης GRANULOKINE σε ασθενείς με στίγμα δρεπανοκυτταρικής αναιμίας ή δρεπανοκυτταρική νόσο.
Γενικές Προφυλάξεις
Το Granulokine περιέχει σορβιτόλη (Ε420). Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Το Granulokine περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά 0,96mg/ml .
είναι ουσιαστικά ελεύθερο νατρίου.
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των παραγόντων διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSFs), η εμπορική ονομασία του χορηγούμενου προϊόντος θα πρέπει να καταγράφεται εμφανώς στο ιστορικό του ασθενή.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GRANULOKINE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του GRANULOKINE όταν χορηγείται την ίδια ημέρα με μυελοκατασταλτική κυτταροτοξική χημειοθεραπεία, δεν έχει ακόμη οριστικά τεκμηριωθεί. Λαμβάνοντας υπόψη την ευαισθησία των ταχέως πολλαπλασιαζόμενων μυελοειδών κυττάρων στη μυελοκατασταλτική κυτταροτοξική χημειοθεραπεία, η χρήση του GRANULOKINE δε συνιστάται κατά την περίοδο 24 ώρες πριν μέχρι και 24 ώρες μετά τη χημειοθεραπεία. Προκαταρκτική εμπειρία από ένα μικρό αριθμό ασθενών που έλαβαν συγχρόνως θεραπεία με GRANULOKINE και 5-φθοριοουρακίλη (5-Fluorouracil) δείχνει ότι η σοβαρότητα της ουδερετοπενίας ενδέχεται να επιδεινωθεί.
Πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλους αιμοποιητικούς αυξητικούς παράγοντες και κυτοκίνες δεν έχουν ακόμη ερευνηθεί κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών.
Δεδομένου ότι το λίθιο επιταχύνει την κυκλοφορία των ουδετερόφιλων, είναι πιθανό να ενισχύει τη δράση του GRANULOKINE. Παρόλο που αυτή η αλληλεπίδραση δεν έχει επίσημα διερευνηθεί, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι μια τέτοια αλληλεπίδραση είναι επιβλαβής.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GRANULOKINE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
α. Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με καρκίνο, η συχνότερη ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν μυοσκελετικός πόνος που ήταν ήπιας ή μέτριας έντασης στο 10% των ασθενών και έντονης στο 3% των ασθενών.
Έχουν υπάρξει αναφορές Αντίδρασης Μοσχεύματος έναντι Ξενιστή (GvHD) (βλ. κάτωθι παράγραφο γ).
Σε κινητοποίηση προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος σε υγιείς δότες η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν ο μυοσκελετικός πόνος.
Λευκοκυττάρωση παρατηρήθηκε σε δότες και θρομβοπενία μετά από χορήγηση φιλγραστίμης και λευκαφαίρεση παρατηρήθηκε επίσης σε δότες. Επίσης έχουν αναφερθεί σπληνομεγαλία και ρήξη σπληνός. Μερικά περιστατικά ρήξης σπληνός ήταν θανατηφόρα.
Σε ασθενείς με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία (SCN) οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται στo GRANULOKINE ήταν οστικός πόνος, μυοσκελετικός πόνος γενικά και σπληνομεγαλία. ΜΔΣ ή λευχαιμία εμφανίστηκαν σε ασθενείς με συγγενή ουδετεροπενία που έλαβαν GRANULOKINE (βλ. παράγραφο 4.4).
Το σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών, το οποίο ενδέχεται να είναι απειλητικό για την ζωή εάν καθυστερήσει η θεραπεία του, δεν αναφέρεται συχνά (≥ 1/1.000 έως < 1/100) σε ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν χημειοθεραπεία έπειτα από χορήγηση παράγοντα διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων βλέπε παράγραφο 4.4 και υπο-παράγραφο Γ της παραγράφου 4.8.
Σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με HIV, οι μόνες ανεπιθύμητες ενέργειες που θεωρήθηκαν ότι σχετίζονται σταθερά με τη χορήγηση του GRANULOKINE ήταν ο μυοσκελετικός πόνος, ο πόνος στα οστά και μυαλγία.
β. Πίνακας περίληψης ανεπιθύμητων ενεργειών
Τα δεδομένα στους παρακάτω πίνακες περιγράφουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και αυθόρμητες αναφορές. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Τα στοιχεία παρουσιάζονται χωριστά για ασθενείς με καρκίνο, κινητοποίηση προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος για υγιείς δότες, για ασθενείς με SCN και ασθενείς με HIV, αντανακλώντας τα διαφορετικά προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών σε αυτούς τους πληθυσμούς.
Ασθενείς με καρκίνο
| Κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ρήξη σπληνός |
| α, Σπληνομεγαλία | |
| α,ε, Κρίση | |
| Δρεπανοκυτταρικής αναιμίας | |
| α | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία |
| στο φάρμακο | |
| α, Αντίδραση | |
| Μοσχεύματος | |
| έναντι Ξενιστή | |
| β | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ουρικό οξύ |
| αίματος | |
| αυξημένο, Γαλακτική | |
| αφυδρογονάση | |
| αίματος | |
| αυξημένη, Μειωμένη | |
| όρεξη | |
| α, Ψευδοουρική | |
| αρθρίτιδα | |
| α | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία |
| α | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση, Φλεβο |
| αποφρακτική | |
| νόσο | |
| δ | |
| Διαταραχές όγκου υγρών | Σύνδρομο |
| διαφυγής | |
| τριχοειδών | |
| α | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Φαρυγγολαρυγγ- |
| ικό άλγος | |
| α, Βήχας | |
| α, Δύσπνοια, Αιμόπτυση | |
| ε, Σύνδρομο | |
| οξείας | |
| αναπνευστικής | |
| δυσχέρειας | |
| α, Αναπνευστική | |
| ανεπάρκεια | |
| α, Πνευμονικό | |
| οίδημα | |
| α, Διάμεση | |
| πνευμονοπάθει | |
| α | |
| α, Διήθηση | |
| πνεύμονα | |
| α, Πνευμονική | |
| αιμορραγία | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια |
| α, Έμετος | |
| α, Δυσκοιλιότη | |
| τα | |
| α, Ναυτία | |
| α | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | γ- |
| γλουταμυλτρ | |
| αν-σφεράση | |
| αυξημένη, Αλκαλική | |
| φωσφατάση | |
| αίματος | |
| αυξημένη | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα |
| α, Αλωπεκία | |
| α, Σύνδρομο | |
| Sweets, Δερματική | |
| αγγειίτιδα | |
| α | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυοσκελετικ |
| ός πόνος | |
| γ, Επιδείνωση της | |
| ρευματοειδούς | |
| αρθρίτιδας | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Δυσουρία, Μη |
| φυσιολογικά | |
| ούρα, Σπειραματονεφ | |
| ρίτιδα | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Αδυναμία |
| α, Κόπωση | |
| α, Φλεγμονή | |
| βλεννογόνου | |
| α, Πόνος | |
| α, Θωρακικό | |
| άλγος | |
| α |
α, βλέπε παράγραφο γ β, Έχουν υπάρξει αναφορές Αντίδρασης GvHD μετά από αλλογενή μεταμόσχευση μυελού των οστών (βλ. παράγραφο γ) γ, Περιλαμβάνει πόνο στα οστά, οσφυαλγία, αρθραλγία, μυαλγία, πόνο στα άκρα, μυοσκελετικό πόνο, μυοσκελετικό θωρακικό άλγος, πόνο στον αυχένα δ, Περιστατικά έχουν παρατηρηθεί μετά την κυκλοφορία σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση μυελού των οστών ή κινητοποίηση PBPC ε, Περιστατικά έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές δοκιμές
Κινητοποίηση PBPC σε υγιείς δότες
| Κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Θρομβοπενία |
| α, Λευκοκυττάρωση | |
| α, Σπληνομεγαλία | |
| α, Ρήξη σπληνός | |
| α, Δρεπανοκυτταρική κρίση | |
| α | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτική |
| αντίδραση | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Γαλακτική |
| αφυδρογονάση | |
| αίματος | |
| αυξημένη, Υπερουριαιμία | |
| (ουρικό οξύ | |
| αίματος | |
| αυξημένο) | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία |
| Αγγειακές διαταραχές | Σύνδρομο |
| διαφυγής | |
| τριχοειδών | |
| α | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Δύσπνοια, Πνευμονική |
| αιμορραγία, Αιμόπτυση, Διήθηση | |
| πνεύμονα, Υποξία | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Αλκαλική |
| φωσφατάση | |
| αίματος | |
| αυξημένη, Ασπαρτική | |
| αμινοτρανσφερ | |
| άση αυξημένη | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυοσκελετικός |
| πόνος | |
| β * | |
| Επιδείνωση της | |
| ρευματοειδής | |
| αρθρίτιδας | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Σπειραματονεφ |
| ρίτιδα |
α, Βλέπε παράγραφο γ *β, συμπεριλαμβάνει πόνο στα οστά οσφυαλγία, αρθραλγία, μυαλγία, πόνο των άκρων, μυοσκελετικό πόνο, μυοσκελετικό πόνο του θώρακα, αυχεναλγία
Ασθενείς με SCN
| Κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Σπληνομεγαλία |
| α, Αναιμία, Ρήξη | |
| σπληνός | |
| α, Θρομβοπενία | |
| α, Δρεπανοκυττ | |
| αρική κρίση | |
| α | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπερουριχαιμία, Γλυκόζη |
| αίματος | |
| μειωμένη, Γαλακτική | |
| αφυδρογονάση | |
| αίματος | |
| αυξημένη | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Επίσταξη |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ηπατομεγαλία, Αλκαλική |
| φωσφατάση | |
| αίματος | |
| αυξημένη | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα, Δερματική |
| αγγειίτιδα, Αλωπεκία | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυοσκελετικός |
| πόνος | |
| β * | |
| Αρθραλγία, Οστεοπόρωσ | |
| ης | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Αιματουρία, Σπειραματον |
| εφρίτιδα, Πρωτεϊνουρία | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Αντίδραση |
| στο σημείο | |
| της ένεσης | |
| α |
α, Βλέπε παράγραφο γ *β, συμπεριλαμβάνει πόνο στα οστά, οσφυαλγία, αρθραλγία, μυαλγία, πόνο των άκρων, μυοσκελετικό πόνο, μυοσκελετικό πόνο του θώρακα, αυχεναλγία
Ασθενείς με HIV
| Κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Σπληνομ |
| εγαλία | |
| α, Δρεπανοκυτ | |
| ταρική | |
| κρίση | |
| α | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυοσκε |
| λετικός | |
| πόνος | |
| β * | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Σπειραματο |
| νεφρίτιδα | |
| α |
α, Βλέπε παράγραφο γ *β, συμπεριλαμβάνει πόνο στα οστά, οσφυαλγία, αρθραλγία, μυαλγία, πόνο των άκρων, μυοσκελετικό πόνο, μυοσκελετικό πόνο του θώρακα, αυχεναλγία
γ. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Έχουν υπάρξει αναφορές GvHD και θανάτων σε ασθενείς που έλαβαν G-CSF μετά από αλλογενή μεταμόσχευση μυελού των οστών (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.1)
Περιστατικά συνδρόμου διαφυγής τριχοειδών έχουν αναφερθεί στο μετεγκριτικό περιβάλλον με την χρήση παραγόντων διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων. Τα περιστατικά αυτά έχουν γενικά συμβεί σε ασθενείς με προχωρημένα κακοήθη νοσήματα, σήψη, σε ασθενείς που λαμβάνουν πολλαπλές αγωγές χημειοθεραπείας ή υποβάλλονται σε αφαίρεση (βλέπε παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με καρκίνο
Σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές, το GRANULOKINE δεν αύξησε τη συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την κυτταροτοξική χημειοθεραπεία. Σε αυτές τις κλινικές δοκιμές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με την ίδια συχνότητα σε ασθενείς που έλαβαν GRANULOKINE/ χημειοθεραπεία, και εικονικό φάρμακο/χημειοθεραπεία, περιελάμβαναν ναυτία και έμετο, αλωπεκία, διάρροια, κόπωση, ανορεξία (μειωμένη όρεξη), φλεγμονή βλεννογόνου, κεφαλαλγία, βήχα, εξάνθημα, θωρακικό άλγος, αδυναμία, φαρυγγολαρυγγικό άλγος (στοματοφαρρυγικός πόνος)και δυσκοιλιότητα.
Έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία στην αγορά περιπτώσεις δερματικής αγγειίτιδας σε ασθενείς με θεραπεία με GRANULOKINE. Ο μηχανισμός τις αγγειίτιδας σε ασθενείς που λαμβάνουν GRANULOKINE είναι άγνωστος. Η συχνότητα εκτιμάται ως όχι συχνή από κλινικά δεδομένα.
Έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία στην αγορά περιπτώσεις του συνδρόμου Sweet (οξεία εμπύρετη δερμάτωση). Η συχνότητα εκτιμάται ως όχι συχνή από κλινικά δεδομένα.
Σε κλινικές μελέτες και μετά την κυκλοφορία στην αγορά έχουν αναφερθεί πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων διάμεσης πνευμονοπάθειας, πνευμονικού οιδήματος και διηθήσεων πνευμόνων σε μερικές περιπτώσεις η έκβαση ήταν αναπνευστική ανεπάρκεια ή σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS), το οποίο μπορεί να είναι θανατηφόρο. (βλ. παράγραφο 4.4).
Περιστατικά σπληνομεγαλίας και ρήξης σπληνός έχουν αναφερθεί όχι συχνά μετά τη χορήγηση #lgrastim. Ορισμένα περιστατικά ρήξης σπληνός είχαν θανατηφόρο κατάληξη (βλ. παράγραφο 4.4).
Αλλεργικού τύπου αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων αναφυλαξίας, εξανθήματος, κνίδωσης, αγγειοοιδήματος, δύσπνοιας και υπότασης, οι οποίες προέκυψαν κατά την αρχική ή τις επακόλουθες χορηγήσεις, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με καρκίνο κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Συνολικά, οι αναφορές ήταν συχνότερες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα συμπτώματα επανεμφανίστηκαν με την επαναχορήγηση του φαρμάκου, υπονοώντας αιτιολογική συσχέτιση. Το GRANULOKINE θα πρέπει να διακόπτεται μόνιμα σε ασθενείς που εμφανίζουν σοβαρή αλλεργική αντίδραση.
Μετά την κυκλοφορία στην αγορά μεμονωμένες περιπτώσεις κρίσεων δρεπανοκυτταρικής αναιμίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με στίγμα δρεπανοκυτταρικής αναιμίας ή δρεπανοκυτταρική νόσο (βλ. παράγραφο 4.4).Η συχνότητα εκτιμάται ως όχι συχνή από κλινικά δεδομένα.
Ψευδο - ουρική αρθρίτιδα έχει αναφερθεί σε ασθενείς με καρκίνο οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με GRANULOKINE. Η συχνότητα εκτιμάται ως όχι συχνή από κλινικά δεδομένα.
Στην κινητοποίηση PBPC σε υγιείς δότες
Υπήρξαν συχνά αλλά γενικά ασυμπτωματικά περιστατικά σπληνομεγαλίας και όχι συχνές περιπτώσεις ρήξης σπληνός σε υγιείς δότες και ασθενείς μετά τη χορήγηση filgrastim. Ορισμένα περιστατικά ρήξης σπληνός είχαν θανατηφόρο κατάληξη (βλ. παράγραφο 4.4).
Πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειες (αιμόπτυση, πνευμονική αιμορραγία, διηθήσεις πνευμόνων, δύσπνοια και υποξία) έχουν αναφερθεί (βλ. παράγραφο 4.4).
Όχι συχνά έχει παρατηρηθεί επιδείνωση αρθριτικών συμπτωμάτων.
Λευκοκυττάρωση (αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (WBC) >50 x 10^9/l) παρατηρήθηκε σε ποσοστό 41% των δοτών και παροδική θρομβοπενία (αριθμός αιμοπεταλίων <100 x 10^9/l) κατόπιν χορήγησης filgrastim και λευκαφαίρεση παρατηρήθηκε σε ποσοστό 35% των δοτών (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε ασθενείς με SCN
Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν περιελάμβαναν σπληνομεγαλία που μπορεί να είναι εξελίξιμη σε ένα μικρό αριθμό περιστατικών, ρήξη σπληνός και θρομβοπενία (βλ. παράγραφο 4.4).
Ανεπιθύμητες ενέργειες που πιθανά σχετίζονταν με την αγωγή GRANULOKINE και που τυπικά παρατηρήθηκαν σε <2% των ασθενών με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία ήταν αντιδράσεις στην θέση της ένεσης, κεφαλαλγία, ηπατομεγαλία, αρθραλγία, αλωπεκία, οστεοπόρωση και εξάνθημα.
Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας χρήσης αναφέρθηκε δερματική αγγειίτιδα σε ποσοστό 2% των ασθενών με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία.
Σε ασθενείς με HIV
Αναφέρθηκε σπληνομεγαλία σχετιζόμενη με τη θεραπεία με GRANULOKINE σε ποσοστό μικρότερο του 3% των ασθενών. Σε όλες τις περιπτώσεις αυτή ήταν ήπια έως μέτρια κατά την κλινική εξέταση και η κλινική πορεία ήταν καλοήθης. Κανένας ασθενής δεν είχε διάγνωση υπερσπληνισμού ούτε υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή. Καθώς η σπληνομεγαλία είναι κοινό εύρημα σε ασθενείς με HIV λοίμωξη και είναι παρούσα σε ποικίλους βαθμούς στους περισσότερους ασθενείς με AIDS, η συσχέτιση αυτής με τη θεραπεία με GRANULOKINE είναι ασαφής (βλ. παράγραφο 4.4).
δ. Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεδομένα από κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς δείχνουν ότι η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του GRANULOKINE είναι όμοια και στα παιδιά και στους ενήλικες που λαμβάνουν κυτταροτοξική χημειοθεραπεία προτάθηκε ότι δεν υπάρχει διαφορά ηλικιακής συσχέτισης στην φαρμακοκινητική του filgrastim. H μόνη συνεχώς αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν ο μυοσκελετικός πόνος η οποία δεν διαφέρει από την εμπειρία του ενηλίκου πληθυσμού.
Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να αξιολογηθεί η περαιτέρω χρήση του GRANULOKINE σε παιδιατρικούς ασθενείς.
ε. Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Χρήση σε ηλικιωμένους
Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην ασφάλεια και αποτελεσματικότητα ανάμεσα σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών σε σύγκριση με τους νεότερους ενήλικες (> 18 ετών) που λαμβάνουν κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και κλινική εμπειρία δεν έχει εντοπίσει διαφορές σε αποκρίσεις ανάμεσα σε ηλικιωμένους και σε νεότερους ενήλικες ασθενείς. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να αξιολογηθεί η περαιτέρω χρήση του GRANULOKINE σε ηλικιωμένους ασθενείς για άλλες εγκεκριμένες ενδείξεις του GRANULOKINE.
Παιδιατρικοί ασθενείς με SCN
Περιπτώσεις με μειωμένη πυκνότητα των οστών και οστεοπόρωση έχουν αναφερθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία που λαμβάνουν χρόνια θεραπεία με GRANULOKINE. Η συχνότητα εκτιμάται ως συχνή από τα κλινικά δεδομένα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr
Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649 Ιστότοπος: www. moh. gov. cy / phs
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GRANULOKINE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα διαθέσιμα δεδομένα από τη χρήση της filgrastim σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα απώλειας του εμβρύου σε κουνέλια σε υψηλά πολλαπλάσια της κλινικής έκθεσης και στην παρουσία μητρικής τοξικότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Υπάρχουν αναφορές στη βιβλιογραφία στις οποίες τεκμηριώνεται η διαπλακουντιακή μεταφορά της #lgrastim σε εγκύους γυναίκες.
To GRANULOKINE δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Οι γυναίκες που θα μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με GRANULOKINE συνιστάται να εγγραφούν στο Πρόγραμμα Παρακολούθησης Κυήσεων της Amgen. Για στοιχεία επικοινωνίας βλέπε στο τέλος του Φύλλου Οδηγιών Χρήσης - Πληροφορίες για το Χρήστη.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η filgrastim / μεταβολίτες απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί / θα αποφευχθεί η θεραπεία με GRANULOKINE λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Οι γυναίκες που θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας συνιστάται να εγγραφούν στο πρόγραμμα της Παρακολούθησης Θηλασμού της Amgen. Για στοιχεία επικοινωνίας βλέπε στο τέλος του Φύλλου Οδηγιών Χρήσης - Πληροφορίες για το Χρήστη.
Γονιμότητα
Η #lgrastim δεν επηρεάζει την αναπαραγωγική ικανότητα ή τη γονιμότητα σε αρσενικούς ή θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GRANULOKINE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κυτοκίνες, κωδικός ATC: L03ΑΑ02
Ο ανθρώπινος G-CSF είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που ρυθμίζει την παραγωγή και την αποδέσμευση των λειτουργικά ωρίμων ουδετερόφιλων από το μυελό των οστών. Το GRANULOKINE που περιέχει r-metHuG-CSF (#lgrastim) προκαλεί σημαντική αύξηση του αριθμού των ουδετερόφιλων στο περιφερικό αίμα μέσα σε 24 ώρες, συνοδευόμενη από σαφώς μικρότερες αυξήσεις σε μονοκύτταρα. Σε ορισμένους ασθενείς με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία η #lgrastim μπορεί επίσης να προκαλέσει μικρή αύξηση του αριθμού των κυκλοφορούντων ηωσινοφίλων και βασεοφίλων σε σχέση με την αρχική τιμή. Σε ορισμένους από αυτούς τους ασθενείς μπορεί να υπήρχε ηωσινοφιλία ή βασεοφιλία πριν από την έναρξη της αγωγής. Η αύξηση του αριθμού των ουδετερόφιλων είναι δοσοεξαρτώμενη στις συνιστώμενες δοσολογίες. Τα ουδετερόφιλα που παράγονται σε ανταπόκριση προς τη #lgrastim εμφανίζουν φυσιολογική ή αυξημένη λειτουργία όπως προκύπτει από δοκιμές της χημειοτακτικής και φαγοκυτταρικής λειτουργίας τους. Μετά το πέρας της θεραπείας με #lgrastim ο αριθμός των κυκλοφορούντων ουδετερόφιλων μειώνεται κατά 50% μέσα σε 1 έως 2 ημέρες και σε φυσιολογικά επίπεδα μέσα σε 1 έως 7 ημέρες.
Η χρήση της #lgrastim σε ασθενείς που υποβάλλονται σε κυτταροτοξική χημειοθεραπεία οδηγεί σε σημαντική μείωση της συχνότητας, σοβαρότητας και διάρκειας της ουδετεροπενίας και της εμπύρετης ουδετεροπενίας. Η αγωγή με filgrastim μειώνει σημαντικά τη διάρκεια της εμπύρετης ουδετεροπενίας, της χρήσης αντιβιοτικών και της νοσοκομειακής περίθαλψης μετά από χημειοθεραπεία εφόδου για οξεία μυελογενή λευχαιμία ή μυελοεκκαθαριστική θεραπεία ακολουθούμενη από μεταμόσχευση μυελού των οστών. Η συχνότητα εμφάνισης πυρετού και τεκμηριωμένων λοιμώξεων δεν μειώθηκε σε καμία ομάδα. Η διάρκεια του πυρετού δεν μειώθηκε σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε μυελοεκκαθαριστική θεραπεία ακολουθούμενη από μεταμόσχευση μυελού των οστών.
Η χρήση της #lgrastim, είτε ως μονοθεραπεία είτε μετά από χημειοθεραπεία, κινητοποιεί αιμοποιητικά προγονικά κύτταρα στο περιφερικό αίμα. Αυτά τα αυτόλογα προγονικά κύτταρα του περιφερικού αίματος (PBPCs) είναι δυνατόν να συλλεχθούν και να εγχυθούν μετά από κυτταροτοξική θεραπεία υψηλών δόσεων, είτε αντικαθιστώντας είτε συμπληρώνοντας τη μεταμόσχευση μυελού των οστών. Η έγχυση των PBPC επιταχύνει την αιμοποιητική ανάνηψη, μειώνοντας τη διάρκεια του κινδύνου για αιμορραγικές επιπλοκές και την ανάγκη για μετάγγιση αιμοπεταλίων.
Δέκτες αλλογενών προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος που κινητοποιούνται με GRANULOKINE, εμφάνισαν σημαντικά ταχύτερη αιματολογική ανάνηψη, που οδήγησε σε σημαντική μείωση του χρόνου για μη υποστηριζόμενη ανάνηψη αιμοπεταλίων σε σύγκριση με την αλλογενή μεταμόσχευση μυελού των οστών.
Μία αναδρομική Ευρωπαϊκή μελέτη κατά την οποία αξιολογήθηκε η χρήση GCSF μετά από αλλογενή μεταμόσχευση μυελού των οστών σε ασθενείς με οξείες λευχαιμίες υπέδειξε μία αύξηση στον κίνδυνο Αντίδρασης Μοσχεύματος έναντι Ξενιστή (GvHD), τη σχετιζόμενη με τη θεραπεία θνησιμότητα (TRM) και τη θνησιμότητα, στις περιπτώσεις που χορηγήθηκε GCSF. Σε μία ξεχωριστή αναδρομική Διεθνή μελέτη σε ασθενείς με οξείες και χρόνιες μυελογενείς λευχαιμίες, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στον κίνδυνο GvHD, TRM και θνησιμότητας. Μία μέτα- ανάλυση μελετών αλλογενών μεταμοσχεύσεων, η οποία περιέλαβε τα αποτελέσματα εννέα προοπτικών τυχαιοποιημένων μελετών, 8 αναδρομικών μελετών και 1 μελέτη ασθενούς-μάρτυρος ελέγχου, δεν ανίχνευσε καμία επίδραση στον κίνδυνο για οξεία GvHD, χρόνια GvHD ή πρώιμη σχετιζόμενη με τη θεραπεία θνησιμότητα.
Σχετικός κίνδυνος (95% CI) για GvHD και TRM Μετά από θεραπεία με GCSF μετά από Μεταμόσχευση Μυελού των Οστών
| Πληθυσμός | Περίοδος της Μελέτης | N | Οξύ Βαθμού II-IV GvHD | Χρόνιο GvHD | TRM |
|---|---|---|---|---|---|
| Μέτα - ανάλυση (2003) | 1986-2001 a | 1198 | 1.08 (0.87, 1.33) | 1.02 (0.82, 1.26) | 0.70 (0.38, 1.31) |
| Ευρωπαϊκή Αναδρομική Μελέτη (2004) | 1992-2002 b | 1789 | 1.33 (1.08, 1.64) | 1.29 (1.02, 1.61) | 1.73 (1.30, 2.32) |
| Διεθνής Αναδρομική Μελέτη (2006) | 1995-2000 b | 2110 | 1.11 (0.86, 1.42) | 1.10 (0.86, 1.39) | 1.26 (0.95, 1.67) |
a Η ανάλυση περιλαμβάνει μελέτες που περιλαμβάνουν μεταμόσχευση μυελού των οστών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Σε ορισμένες μελέτες χρησιμοποιήθηκε GM-CSF. b Η ανάλυση περιλαμβάνει ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση μυελού των οστών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Χρήση της filgrastim για την κινητοποίηση των προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος σε υγιείς δότες πριν τη μεταμόσχευση αλλογενών προγονικών κυττάρων του περιφερικού αίματος.
Σε υγιείς δότες, δόση 10μg/kg/ημέρα χορηγούμενη υποδορίως για 4-5 συνεχείς ημέρες, επιτρέπει τη συλλογή > 4 x 10^9 CD34+ κυττάρων /kg βάρους σώματος λήπτη στην πλειοψηφία των δοτών, μετά από δύο λευκαφαιρέσεις.
Η χρήση της #lgrastim σε ασθενείς, παιδιά ή ενήλικες, με σοβαρή χρόνια ουδετεροπενία (σοβαρή συγγενή, κυκλική και ιδιοπαθή ουδετεροπενία) προκαλεί συνεχή αύξηση του απόλυτου αριθμού ουδετερόφιλων στο περιφερικό αίμα καθώς και μείωση των λοιμώξεων και των περιστατικών που σχετίζονται με αυτές.
Η χρήση της filgrastim σε ασθενείς με HIV λοίμωξη έχει σαν αποτέλεσμα τη διατήρηση του αριθμού των ουδετερόφιλων σε φυσιολογικά επίπεδα για να επιτραπεί η προγραμματισμένη χορήγηση δόσεων αντιιικών και/ή άλλων μυελοκατασταλτικών φαρμάκων. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι οι ασθενείς με HIV λοίμωξη που λαμβάνουν #lgrastim εμφανίζουν αύξηση της αναπαραγωγής του ιού HIV.
Όπως και άλλοι αιμοποιητικοί αυξητικοί παράγοντες, έχει αποδειχθεί in vitro ότι ο G-CSF έχει διεγερτικές ιδιότητες στα ανθρώπινα κύτταρα του ενδοθηλίου.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GRANULOKINE
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 8.8.3.2
Aιμοποιητικοί αυξητικοί παράγοντες
expand_more
Aιμοποιητικοί αυξητικοί παράγοντες
O πολλαπλασιασμός, η διαφοροποίηση και η λειτουργία των αιμοποιητικών κυττάρων ρυθμίζονται κατά ένα μέρος από διαλυτά πολυπεπτίδια, τις κυτοκίνες. Mια ομάδα κυτοκινών, οι αυξητικοί παράγοντες της αιμοποίησης, διεγείρουν τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών κυττάρων σε καλλιέργειες in vitro. Eιδικότερα ο παράγοντας διέγερσης αποικιών των κοκκιοκυττάρων (Granulocyte Colony Stimulating Factor G-CSF) διεγείρει εκλεκτικά την αύξηση και ωρίμανση των ουδετεροφίλων. H κύρια εφαρμογή του είναι η ελάττωση της διάρκειας της ουδετεροπενίας που προκαλείται από τα αντικαρκινικά φάρμακα και άρα η μείωση της συχνότητας των λοιμωδών επιπλοκών. Η αμιφοστίνη έχει εισαχθεί πρόσφατα στη θεραπευτική για τη μείωση του κινδύνου λοίμωξης από ουδετεροπενία μετά χημειοθεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη και σισπλατίνη και της νεφροτοξικότητας της τελευταίας.
H φιλγραστίμη είναι ανασυνδυασμένη γλυκοπρωτεΐνη ισοδύναμη με το G-CSF του ανθρώπου.
H λενογραστίμη είναι επίσης ανασυνδυασμένη γλυκοπρωτεΐνη ισοδύναμη με τον παράγοντα διέγερσης των αποικιών των κοκκιοκυττάρων (r-HuG-CSF). Τα δύο προϊόντα διαφέρουν ως προς τη γλυκοζυλίωση του μορίου τους.
H μολγραμοστίμη είναι ανασυνδυασμένη γλυκοπρωτεΐνη ισοδύναμη με τον παράγοντα διέγερσης των αποικιών των κοκκιοκυττάρων και των μακροφάγων (r-HuGM-CSF).