FLUTRIMAZOLE
Φλουτριμαζόλη
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-TOPIDERM
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Τοπικά με επάλειψη
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: Μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Δεν αναφέρεται
-
Ενήλικες και παιδιά άνω των 10 ετώνΗ διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από το είδος της μόλυνσης, τον μικροοργανισμό και από την περιοχή που έχει μολυνθεί. Η διάγνωση επανεκτιμάται εάν δεν έχει επέλθει κλινική βελτίωση μέσα σε 4 εβδομάδες θεραπείας.
block
SPC-TOPIDERM
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία σε αντιμυκητιακά του τύπου της Imidazole ή σε κάποιο από τα συστατικά του προϊόντος.
warning
SPC-TOPIDERM
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΧρήσηΤο συγκεκριμένο προϊόν προορίζεται μόνο για εξωτερική χρήση.
-
Ερεθισμός ή ευαισθησίαΕάν παρατηρηθεί ερεθισμός ή ευαισθησία κατά τη διάρκεια της χρήσης του προϊόντος, διακόψτε τη θεραπεία και συμβουλευθείτε το γιατρό σας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιά κάτω των 10 ετώνΔεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία.
-
ΥγιεινήΠρέπει να δίδεται μεγάλη σημασία στην προσωπική υγιεινή για την αποφυγή επιμόλυνσης.
swap_horiz
SPC-TOPIDERM
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-TOPIDERM
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ερύθημα της περιοχής επάλειψης
- Κνησμός
- Ερύθημα στην περιοχή εφαρμογής
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
35%Ερύθημα της περιοχής επάλειψης και κνησμόςΔέρμα
-
5%Ερύθημα και κνησμός στην περιοχή εφαρμογήςΔέρμα
pregnant_woman
SPC-TOPIDERM
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ χρήση του φαρμάκου κατά την εγκυμοσύνη να γίνεται μόνο αν κρίνεται απολύτως απαραίτητο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν έχει διευκρινιστεί πλήρως αν η flutrimazole απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα και γι’αυτό να αποφεύγεται η χρήση της στη διάρκεια του θηλασμού.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-TOPIDERM
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Η flutrimazole είναι ένα τοπικό αντιμυκητιακό ιμιδαζολικού τύπου. Όπως και άλλα ιμιδαζολικά παράγωγα, η flutrimazole δρά τροποποιώντας την κυτταρική μεμβράνη του μύκητα παρεμβαίνοντας στη σύνθεση της εργοστερόλης με παρεμπόδιση της…
biotech
SPC-TOPIDERM
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-TOPIDERM
expand_more
Δοσολογία
Ενήλικες και παιδιά άνω των 10 ετών: Μία φορά την ημέρα. Το διάλυμα εφαρμόζεται τοπικά με επάλειψη, αφού προηγούμενα έχει καθαρισθεί η πάσχουσα και η γύρω από αυτή περιοχή. Η εφαρμογή στην πάσχουσα περιοχή επιτυγχάνεται με μικρές ποσότητες διαλύματος προς αποφυγή λέπτυνσης του δέρματος. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από το είδος της μόλυνσης, τον μικροοργανισμό και από την περιοχή που έχει μολυνθεί. Βελτίωση των κλινικών συμπτωμάτων και ανακούφιση από τον κνησμό εμφανίζεται από τις πρώτες ημέρες της θεραπείας, εν τούτοις η συνιστώμενη διάρκεια της θεραπείας για την πρόληψη υποτροπής είναι:
- 4 εβδομάδες για Tinea pedis ή μεσοδακτύλια μυκητίαση
- 2-3 εβδομάδες για Tinea corporis
- 1-2 εβδομάδες για Pityriasis versicolor
- 2-4 εβδομάδες για δερματολογικές καντιτιάσεις Η διάγνωση επανεκτιμάται εάν δεν έχει επέλθει κλινική βελτίωση μέσα σε 4 εβδομάδες θεραπείας.
block
Αντενδείξεις
SPC-TOPIDERM
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-TOPIDERM
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-TOPIDERM
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-TOPIDERM
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-TOPIDERM
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-TOPIDERM
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Η flutrimazole είναι ένα τοπικό αντιμυκητιακό ιμιδαζολικού τύπου. Όπως και άλλα ιμιδαζολικά παράγωγα, η flutrimazole δρά τροποποιώντας την κυτταρική μεμβράνη του μύκητα παρεμβαίνοντας στη σύνθεση της εργοστερόλης με παρεμπόδιση της δράσης του ενζύμου lanosterol-14α-demethylase.
Μικροβιολογία
In vitro η flutrimazole εμφανίζει αντιμυκητιακή δράση έναντι των ζυμών, δερματοφύτων και των ευρωμυκήτων. Το φάσμα των ζυμών που μελετήθηκαν περιλαμβάνει τις ζύμες Candida albicans, C. tropicalis, C. parapsilosis, C guillermondii, C. krusei, και Τοrulopsis glabrata. Προσδιορίστηκε η ελάχιστη δραστική συγκέντρωση (ΕΔΣ) του φαρμάκου και για τα περισσότερα από τα μελετηθέντα στελέχη ήταν στην περιοχή από 0.5 έως 5.0 μg/mL. Μελετήθηκε η δραστικότητα διαφορετικών στελεχών διαφόρων δερματοφύτων συμπεριλαμβανομένων των Trichophyton mentagrophytes, T. rumbrum, T. tonsurans, T.schoenleinii, Microsporum canis, M. gepseum και Epidermophyton floccosum. Οι τιμές της ΕΔΣ βρέθηκαν στη περιοχή μεταξύ 0.15 και 2.50 μg/mL. Μελετήθηκε η δραστικότητα στελεχών των ακολούθων ευρωμυκήτων: Aspergillus niger, A. fumigatus, A. nidulans, Scopulariopsis brevicaulis. Οι περισσότερες από τις τιμές ΕΔΣ των ειδών Aspergillus ήταν στην περιοχή μεταξύ 0.25 και 2.50 μg/mL. Οι αντίστοιχες τιμές για τα είδη Scopulariopsis ήταν στην περιοχή μεταξύ 0.15 και 0.60 μg/mL. Τα αποτελέσματα in vivo μελετών σε ζώα (κολπική καντιντίαση σε αρουραίους και δερματοφύτωση σε ινδικά χοιρίδια) που προσομοιάζουν με παθολογικές καταστάσεις σε ανθρώπους οι οποίες απαιτούν τοπική θεραπεία, επιβεβαιώνουν την αντιμυκητιακή δράση της flutrimazole.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-TOPIDERM
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 13.3.2
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
expand_more
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό.
H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα.
H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων.
Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι:
α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης.
β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια.
γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur).
δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά.
Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα.
Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία.
Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε:
-
ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της)
-
παρουσία ανθεκτικών στελεχών
-
αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και
-
επαναμόλυνση από το περιβάλλον.
Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.