IBANDRONIC ACID
Ιβανδρονικό οξύ
Tα διφωσφονικά άλατα (παμιδρονάτη, κλοδρονάτη, ετιδρονάτη, αλεδρονάτη και ιβανδρονικό οξύ) ενσωματώνονται στους κρυστάλλους του υδροξυαπατίτη των οστών και μειώνουν τόσο το ρυθμό οστεοσύνθεσης όσο και οστεόλυσης. Eξαιτίας της ιδιότητάς τους αυτής χρησιμοποιούνται κυρίως για τη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-OSAGRAND
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία φορά τον μήνα
- Δόση έναρξης: 150 mg
- Τιτλοποίηση: Δεν αναφέρεται
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης κάτω των 30 ml/min λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία με κάθαρση κρεατινίνης ισούται ή υπερβαίνει τα 30 ml/min.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Πληθυσμός ηλικιωμένων (>65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση του ιβανδρονικού οξέος στα παιδιά κάτω των 18 ετών και το ιβανδρονικό οξύ δεν έχει μελετηθεί στον πληθυσμό αυτό (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
block
SPC-OSAGRAND
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Υπασβεστιαιμία
-
Ανωμαλίες του οισοφάγου που καθυστερούν την κένωση του οισοφάγου, όπως στένωση ή αχαλασία
-
Ανικανότητα ενός ατόμου να στέκεται ή να κάθεται σε όρθια θέση για τουλάχιστον 60 λεπτά
warning
SPC-OSAGRAND
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΥπασβεστιαιμίαΥφιστάμενη υπασβεστιαιμία θα πρέπει να διορθώνεται πριν από την έναρξη της θεραπείας με ιβανδρονικό οξύ. Άλλες διαταραχές των οστών και του μεταβολισμού των μεταλλικών αλάτων θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D είναι σημαντική για όλες τις ασθενείς.
-
Ερεθισμός του γαστρεντερικού σωλήναΤα από του στόματος χορηγούμενα διφωσφονικά μπορεί να προκαλέσουν τοπικό ερεθισμό στον βλεννογόνο του ανώτερου γαστρεντερικού. Εξαιτίας αυτών των ενδεχόμενων ερεθιστικών επιδράσεων και του ενδεχομένου επιδείνωσης της υποκείμενης νόσου, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χορήγηση του ιβανδρονικού οξέος σε ασθενείς με ενεργά προβλήματα από το ανώτερο γαστρεντερικό (π.χ. γνωστό οισοφάγο Barrett, δυσφαγία, άλλες οισοφαγικές νόσοι, γαστρίτιδα, δωδεκαδακτυλίτιδα ή έλκη). Ανεπιθύμητες ενέργειες όπως οισοφαγίτιδα, οισοφαγικά έλκη και οισοφαγικές διαβρώσεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με από του στόματος χορηγούμενα διφωσφονικά, οι οποίες σε μερικές περιπτώσεις ήταν σοβαρές και απαιτούσαν εισαγωγή σε νοσοκομείο, ενώ σπανίως συνοδεύονταν από αιμορραγία ή ακολουθούνταν από οισοφαγική στένωση ή διάτρηση. Ο κίνδυνος σοβαρών ανεπιθύμητων συμβαμάτων στον οισοφάγο εμφανίζεται μεγαλύτερος σε ασθενείς που δεν συμμορφώνονται με τις δοσολογικές οδηγίες ή/και συνεχίζουν να λαμβάνουν από του στόματος διφωσφονικά μετά την εκδήλωση συμπτωμάτων που υποδηλώνουν ερεθισμό του οισοφάγου. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και να μπορούν να συμμορφώνονται με τις δοσολογικές οδηγίες (βλ. Δοσολογία). Οι γιατροί θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση για το ενδεχόμενο εμφάνισης σημείων ή συμπτωμάτων που αποτελούν ένδειξη πιθανής οισοφαγικής αντίδρασης, ενώ οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να διακόψουν τη λήψη ιβανδρονικού οξέος και να αναζητήσουν ιατρική φροντίδα εάν αναπτύξουν δυσφαγία, οδυνοφαγία, οπισθοστερνικό άλγος ή πρωτοεμφανιζόμενο ή επιδεινούμενο προκάρδιο άλγος. Αν και δεν παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου έχουν υπάρξει αναφορές γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών, κάποια από τα οποία ήταν σοβαρά και με επιπλοκές, με τη χρήση από του στόματος διφωσφονικών. Επειδή αμφότερα τα Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φαρμακευτικά προϊόντα και τα διφωσφονικά έχουν συσχετισθεί με ερεθισμό του γαστρεντερικού, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση.
-
Οστεονέκρωση της γνάθουΈχει αναφερθεί πολύ σπάνια οστεονέκρωση της γνάθου µετά την κυκλοφορία σε ασθενείς που ελάµβαναν Osagrand για οστεοπόρωση (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η έναρξη της θεραπείας ή µίας νέας φάσης θεραπείας θα πρέπει να καθυστερήσει σε ασθενείς µε µη επουλωµένες ανοιχτές βλάβες των µαλακών µορίων στο στόµα. Συνιστάται µία οδοντιατρική εξέταση µε προληπτική οδοντιατρική και µία ατοµική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου πριν τη θεραπεία µε Osagrand σε ασθενείς µε συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Οι ακόλουθοι παράγοντες κινδύνου θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν όταν εκτιµάται ο κίνδυνος ασθενούς να αναπτύξει οστεονέκρωση της γνάθου: - ∆ραστικότητα φαρµακευτικού προϊόντος η οποία αναστέλλει την απορρόφηση του οστού (υψηλότερος κίνδυνος για εξαιρετικά δραστικές ενώσεις), οδός χορήγησης (υψηλότερος κίνδυνος για παρεντερική χορήγηση) και αθροιστική δόση της θεραπείας για την απορρόφηση του οστού - Καρκίνος, καταστάσεις συνοσηρότητας (π.χ. αναιµία, διαταραχές της πηκτικότητας, λοίµωξη), κάπνισµα - Ταυτόχρονες θεραπείες: κορτικοστεροειδή, χηµειοθεραπεία, αναστολείς αγγειογένεσης, ακτινοθεραπεία στο κεφάλι και το λαιµό - Ανεπαρκής στοµατική υγεινή, περιοδοντική νόσος, ανεπαρκώς τοποθετηµένη οδοντοστοιχία, ιστορικό οδοντικής νόσου, επεµβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες π.χ. εξαγωγή oδόντος Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να προτρέπονται να διατηρούν καλή στοµατική υγειινή, να κάνουν τακτικούς οδοντιατρικούς ελέγχους και να αναφέρουν αµέσως οποιαδήποτε στοµατικά συµπτώµατα όπως οδοντική κινητικότητα, πόνος ή πρήξιµο, ή µη επούλωση των ελκών ή έκκριση κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Osagrand. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, επεµβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες θα πρέπει να γίνονται µόνο µετά από προσεκτική θεώρηση και θα πρέπει να αποφεύγονται πολύ κοντά στη χορήγηση του Osagrand. Το πλάνο διαχείρισης ασθενών οι οποίοι αναπτύσσουν οστεονέκρωση της γνάθου θα πρέπει να γίνεται σε στενή συνεργασία µεταξύ του θεράποντος γιατρού και του οδοντιάτρου ή του στοµατικού χειρουργού µε ειδίκευση στην οστεονέκρωση της γνάθου. Προσωρινή διακοπή της θεραπείας µε Osagrand θα πρέπει να εξετάζεται µέχρι την υποχώρηση της κατάστασης και µέχρι οι συνεισφέροντες παράγοντες κινδύνου να µετριασθούν, όπου είναι δυνατόν.
-
Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρουΟστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου αναφέρθηκε με τη χρήση διφωσφονικών αλάτων, κυρίως σε περιπτώσεις μακροχρόνιας θεραπείας. Στους πιθανούς παράγοντες κινδύνου οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου περιλαμβάνονται η χρήση στεροειδών και η χημειοθεραπεία, ή/και τοπικοί παράγοντες κινδύνου όπως κάποια λοίμωξη ή τραυματισμός. Σε ασθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά άλατα και παρουσιάζουν συμπτώματα στο αυτί, όπως χρόνιες λοιμώξεις του αυτιού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου.
-
Άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστούΆτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου οστού έχουν αναφερθεί με θεραπεία με διφωσφονικά, κυρίως σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία για την οστεοπόρωση. Αυτά τα εγκάρσια ή μικρά λοξά κατάγματα μπορούν να συμβούν οπουδήποτε κατά μήκος του μηριαίου οστού, από ακριβώς κάτω από τον ελάσσονα τροχαντήρα μέχρι και ακριβώς επάνω από το υπερκονδύλιο κύρτωμα. Αυτά τα κατάγματα συμβαίνουν μετά από μικρό ή καθόλου τραυματισμό και μερικοί ασθενείς βιώνουν πόνο στο μηρό ή στη βουβωνική χώρα, που συνδέεται συχνά με απεικονιστικά ευρήματα των καταγμάτων κόπωσης, εβδομάδες ή και μήνες πριν παρουσιάσουν πλήρες κάταγμα μηριαίου. Τα κατάγματα είναι συχνά αμφοτερόπλευρα, ως εκ τούτου το αντίπλευρο μηριαίο οστό πρέπει να εξεταστεί σε ασθενείς που έλαβαν διφωσφονικά και που έχουν υποστεί κάταγμα του μηριαίου άξονα. Πτωχή επούλωση των καταγμάτων αυτών έχει επίσης αναφερθεί. Η διακοπή των διφωσφονικών σε ασθενείς που υπάρχει υποψία ότι έχουν άτυπο κάταγμα μηριαίου οστού θα πρέπει να εκτιμηθεί εν αναμονή της αξιολόγησης του ασθενούς, με βάση την εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου οφέλους. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με διφωσφονικά οι ασθενείς πρέπει να ευαισθητοποιούνται ώστε να αναφέρουν οποιοδήποτε πόνο στο μηρό, στο ισχίο ή στη βουβωνική χώρα και κάθε ασθενής που παρουσιάζει αυτά τα συμπτώματα πρέπει να αξιολογείται για ατελές κάταγμα του μηριαίου οστού.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης κάτω των 30 ml/minΛόγω της περιορισμένης κλινικής εμπειρίας, τo ιβανδρονικό οξύ δεν συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης κάτω των 30 ml/min (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Δυσανεξία στη γαλακτόζηΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-OSAGRAND
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Τρόφιμα (συμπεριλαμβανομένων προϊόντων που περιέχουν ασβέστιο, γάλα) και άλλα πολυσθενή κατιόντα (όπως αργίλιο, μαγνήσιο, σίδηρος)Μειώνουν την απορρόφηση του ιβανδρονικού οξέος.ΣύστασηΝηστεία τουλάχιστον 6 ώρες πριν και 1 ώρα μετά τη λήψη του ιβανδρονικού οξέος.
-
Συμπληρώματα ασβεστίου, αντιόξινα και άλλα από του στόματος φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν πολυσθενή κατιόνταΠαρεμβαίνουν στην απορρόφηση του ιβανδρονικού οξέος.ΣύστασηΛήψη τουλάχιστον 6 ώρες πριν και 1 ώρα μετά τη λήψη του ιβανδρονικού οξέος.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ, ΜΣΑΦΣχετίζονται με ερεθισμό του γαστρεντερικού σωλήνα.ΣύστασηΠροσοχή κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης.
-
Αναστολείς H2 ή αναστολείς αντλίας πρωτονίωνΜικρή αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας του ιβανδρονικού οξέος.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
sick
SPC-OSAGRAND
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Παρόξυνση βρογχικού άσθματος
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Φλεγμονή οφθαλμών
- Οισοφαγίτιδα
- Γαστρίτιδα
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Κοιλιακό Άλγος
- Ναυτία
- Οισοφαγίτιδα, συμπεριλαμβανομένων εξελκώσεων ή στενώσεων του οισοφάγου και δυσφαγίας
- Έμετος
- Μετεωρισμός
- Δωδεκαδακτυλίτιδα
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Οίδημα προσώπου
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Δερματίτιδα πομφολυγώδης
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυϊκές κράμπες
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Οσφυαλγία
- Άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου οστού
- Οστεονέκρωση της γνάθου
- Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου
- Γριππώδης συνδρομή
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΠαρόξυνση βρογχικού άσθματοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑντίδραση υπερευαισθησίαςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδραση/καταπληξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΦλεγμονή οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΚοιλιακό ΆλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΟισοφαγίτιδα, συμπεριλαμβανομένων εξελκώσεων ή στενώσεων του οισοφάγου και δυσφαγίαςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΔωδεκαδακτυλίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΟίδημα προσώπουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΔερματίτιδα πομφολυγώδηςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκές κράμπεςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΆτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου οστούΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΟστεονέκρωση της γνάθουΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΟστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρουΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-OSAGRAND
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεται
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεται
-
ΓονιμότηταΑποφεύγεται
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-OSAGRAND
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-OSAGRAND
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-OSAGRAND
expand_more
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 1 επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 150 mg μία φορά τον μήνα. Κατά προτίμηση, το δισκίο θα πρέπει να λαμβάνεται την ίδια ημερομηνία κάθε μήνα. Το Osagrand θα πρέπει να λαμβάνεται μετά από ολονύκτια νηστεία (τουλάχιστον 6 ωρών) και 1 ώρα πριν από την πρώτη ημερήσια λήψη τροφής ή υγρού (εκτός από νερό) (βλ. αλληλεπιδράσεις) ή οποιουδήποτε άλλου από του στόματος φαρμακευτικού προϊόντος ή συμπληρώματος (συμπεριλαμβανομένου του ασβεστίου). Σε περίπτωση που μία δόση παραλειφθεί, οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να λαμβάνουν ένα δισκίο Osagrand 150 mg το επόμενο πρωί από τη στιγμή που θα συνειδητοποιήσουν την παράλειψη, εκτός εάν ο χρόνος έως την επόμενη προγραμματισμένη δόση είναι λιγότερος από 7 ημέρες. Στη συνέχεια, οι ασθενείς θα πρέπει να συνεχίσουν να παίρνουν τη δόση τους μία φορά τον μήνα στην αρχικώς προγραμματισμένη ημερομηνία. Εάν η επόμενη προγραμματισμένη δόση είναι εντός 7 ημερών, οι ασθενείς θα πρέπει να περιμένουν έως την επόμενη δόση τους και κατόπιν να συνεχίσουν να παίρνουν ένα δισκίο μία φορά το μήνα σύμφωνα με το αρχικό πρόγραμμα. Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να λαμβάνουν 2 δισκία εντός της ίδιας εβδομάδας. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν συμπληρώματα ασβεστίου ή/και βιταμίνης D, εάν η διατροφική πρόσληψη είναι ανεπαρκής (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και αλληλεπιδράσεις). H βέλτιστη διάρκεια για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης με διφωσφωνικά δεν έχει τεκμηριωθεί. Η ανάγκη για συνέχιση της θεραπείας θα πρέπει να επανεκτιμάται περιοδικά με βάση τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους από το Osagrand σε ατομικό επίπεδο για κάθε ασθενή, ιδιαίτερα μετά από 5 ή περισσότερα έτη χρήσης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία To ιβανδρονικό οξύ δεν συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης κάτω των 30 ml/min λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία με κάθαρση κρεατινίνης ισούται ή υπερβαίνει τα 30 ml/min.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Πληθυσμός ηλικιωμένων (>65 ετών) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχει σχετική χρήση του ιβανδρονικού οξέος στα παιδιά κάτω των 18 ετών και το ιβανδρονικό οξύ δεν έχει μελετηθεί στον πληθυσμό αυτό (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Τρόπος χορήγησης Για χορήγηση από το στόμα.
- Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με ένα ποτήρι νερό (180 έως 240 ml), ενώ η ασθενής κάθεται ή στέκεται σε όρθια θέση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται νερό με υψηλή συγκέντρωση ασβεστίου. Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με πιθανά υψηλά επίπεδα ασβεστίου στο νερό βρύσης (σκληρό νερό), συνιστάται η χρήση εμφιαλωμένου νερού με χαμηλή περιεκτικότητα σε μέταλλα.
- Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να ξαπλώνουν για 1 ώρα μετά τη λήψη του Osagrand.
- Το νερό είναι το μόνο υγρό που πρέπει να λαμβάνεται με το Osagrand.
- Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να μασούν ή να πιπιλίζουν το δισκίο λόγω του ενδεχομένου πρόκλησης στοματοφαρυγγικής εξέλκωσης.
block
Αντενδείξεις
SPC-OSAGRAND
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Υπασβεστιαιμία
- Ανωμαλίες του οισοφάγου που καθυστερούν την κένωση του οισοφάγου, όπως στένωση ή αχαλασία
- Ανικανότητα ενός ατόμου να στέκεται ή να κάθεται σε όρθια θέση για τουλάχιστον 60 λεπτά
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-OSAGRAND
expand_more
Προειδοποιήσεις
Υπασβεστιαιμία
Υφιστάμενη υπασβεστιαιμία θα πρέπει να διορθώνεται πριν από την έναρξη της θεραπείας με ιβανδρονικό οξύ. Άλλες διαταραχές των οστών και του μεταβολισμού των μεταλλικών αλάτων θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D είναι σημαντική για όλες τις ασθενείς.
Ερεθισμός του γαστρεντερικού σωλήνα
Τα από του στόματος χορηγούμενα διφωσφονικά μπορεί να προκαλέσουν τοπικό ερεθισμό στον βλεννογόνο του ανώτερου γαστρεντερικού. Εξαιτίας αυτών των ενδεχόμενων ερεθιστικών επιδράσεων και του ενδεχομένου επιδείνωσης της υποκείμενης νόσου, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χορήγηση του ιβανδρονικού οξέος σε ασθενείς με ενεργά προβλήματα από το ανώτερο γαστρεντερικό (π.χ. γνωστό οισοφάγο Barrett, δυσφαγία, άλλες οισοφαγικές νόσοι, γαστρίτιδα, δωδεκαδακτυλίτιδα ή έλκη). Ανεπιθύμητες ενέργειες όπως οισοφαγίτιδα, οισοφαγικά έλκη και οισοφαγικές διαβρώσεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με από του στόματος χορηγούμενα διφωσφονικά, οι οποίες σε μερικές περιπτώσεις ήταν σοβαρές και απαιτούσαν εισαγωγή σε νοσοκομείο, ενώ σπανίως συνοδεύονταν από αιμορραγία ή ακολουθούνταν από οισοφαγική στένωση ή διάτρηση. Ο κίνδυνος σοβαρών ανεπιθύμητων συμβαμάτων στον οισοφάγο εμφανίζεται μεγαλύτερος σε ασθενείς που δεν συμμορφώνονται με τις δοσολογικές οδηγίες ή/και συνεχίζουν να λαμβάνουν από του στόματος διφωσφονικά μετά την εκδήλωση συμπτωμάτων που υποδηλώνουν ερεθισμό του οισοφάγου. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και να μπορούν να συμμορφώνονται με τις δοσολογικές οδηγίες (βλ. παράγραφο 4.2). Οι γιατροί θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση για το ενδεχόμενο εμφάνισης σημείων ή συμπτωμάτων που αποτελούν ένδειξη πιθανής οισοφαγικής αντίδρασης, ενώ οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να διακόψουν τη λήψη ιβανδρονικού οξέος και να αναζητήσουν ιατρική φροντίδα εάν αναπτύξουν δυσφαγία, οδυνοφαγία, οπισθοστερνικό άλγος ή πρωτοεμφανιζόμενο ή επιδεινούμενο προκάρδιο άλγος. Αν και δεν παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου έχουν υπάρξει αναφορές γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών, κάποια από τα οποία ήταν σοβαρά και με επιπλοκές, με τη χρήση από του στόματος διφωσφονικών. Επειδή αμφότερα τα Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φαρμακευτικά προϊόντα και τα διφωσφονικά έχουν συσχετισθεί με ερεθισμό του γαστρεντερικού, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση.
Οστεονέκρωση της γνάθου
Έχει αναφερθεί πολύ σπάνια οστεονέκρωση της γνάθου µετά την κυκλοφορία σε ασθενείς που ελάµβαναν Osagrand για οστεοπόρωση (βλέπε παράγραφο 4.8). Η έναρξη της θεραπείας ή µίας νέας φάσης θεραπείας θα πρέπει να καθυστερήσει σε ασθενείς µε µη επουλωµένες ανοιχτές βλάβες των µαλακών µορίων στο στόµα. Συνιστάται µία οδοντιατρική εξέταση µε προληπτική οδοντιατρική και µία ατοµική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου πριν τη θεραπεία µε Osagrand σε ασθενείς µε συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Οι ακόλουθοι παράγοντες κινδύνου θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν όταν εκτιµάται ο κίνδυνος ασθενούς να αναπτύξει οστεονέκρωση της γνάθου:
- ∆ραστικότητα φαρµακευτικού προϊόντος η οποία αναστέλλει την απορρόφηση του οστού (υψηλότερος κίνδυνος για εξαιρετικά δραστικές ενώσεις), οδός χορήγησης (υψηλότερος κίνδυνος για παρεντερική χορήγηση) και αθροιστική δόση της θεραπείας για την απορρόφηση του οστού
- Καρκίνος, καταστάσεις συνοσηρότητας (π.χ. αναιµία, διαταραχές της πηκτικότητας, λοίµωξη), κάπνισµα
- Ταυτόχρονες θεραπείες: κορτικοστεροειδή, χηµειοθεραπεία, αναστολείς αγγειογένεσης, ακτινοθεραπεία στο κεφάλι και το λαιµό
- Ανεπαρκής στοµατική υγεινή, περιοδοντική νόσος, ανεπαρκώς τοποθετηµένη οδοντοστοιχία, ιστορικό οδοντικής νόσου, επεµβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες π.χ. εξαγωγή oδόντος Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να προτρέπονται να διατηρούν καλή στοµατική υγειινή, να κάνουν τακτικούς οδοντιατρικούς ελέγχους και να αναφέρουν αµέσως οποιαδήποτε στοµατικά συµπτώµατα όπως οδοντική κινητικότητα, πόνος ή πρήξιµο, ή µη επούλωση των ελκών ή έκκριση κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Osagrand. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, επεµβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες θα πρέπει να γίνονται µόνο µετά από προσεκτική θεώρηση και θα πρέπει να αποφεύγονται πολύ κοντά στη χορήγηση του Osagrand. Το πλάνο διαχείρισης ασθενών οι οποίοι αναπτύσσουν οστεονέκρωση της γνάθου θα πρέπει να γίνεται σε στενή συνεργασία µεταξύ του θεράποντος γιατρού και του οδοντιάτρου ή του στοµατικού χειρουργού µε ειδίκευση στην οστεονέκρωση της γνάθου. Προσωρινή διακοπή της θεραπείας µε Osagrand θα πρέπει να εξετάζεται µέχρι την υποχώρηση της κατάστασης και µέχρι οι συνεισφέροντες παράγοντες κινδύνου να µετριασθούν, όπου είναι δυνατόν.
Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου
Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου αναφέρθηκε με τη χρήση διφωσφονικών αλάτων, κυρίως σε περιπτώσεις μακροχρόνιας θεραπείας. Στους πιθανούς παράγοντες κινδύνου οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου περιλαμβάνονται η χρήση στεροειδών και η χημειοθεραπεία, ή/και τοπικοί παράγοντες κινδύνου όπως κάποια λοίμωξη ή τραυματισμός. Σε ασθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά άλατα και παρουσιάζουν συμπτώματα στο αυτί, όπως χρόνιες λοιμώξεις του αυτιού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου.
Άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστού
Άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου οστού έχουν αναφερθεί με θεραπεία με διφωσφονικά, κυρίως σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία για την οστεοπόρωση. Αυτά τα εγκάρσια ή μικρά λοξά κατάγματα μπορούν να συμβούν οπουδήποτε κατά μήκος του μηριαίου οστού, από ακριβώς κάτω από τον ελάσσονα τροχαντήρα μέχρι και ακριβώς επάνω από το υπερκονδύλιο κύρτωμα. Αυτά τα κατάγματα συμβαίνουν μετά από μικρό ή καθόλου τραυματισμό και μερικοί ασθενείς βιώνουν πόνο στο μηρό ή στη βουβωνική χώρα, που συνδέεται συχνά με απεικονιστικά ευρήματα των καταγμάτων κόπωσης, εβδομάδες ή και μήνες πριν παρουσιάσουν πλήρες κάταγμα μηριαίου. Τα κατάγματα είναι συχνά αμφοτερόπλευρα, ως εκ τούτου το αντίπλευρο μηριαίο οστό πρέπει να εξεταστεί σε ασθενείς που έλαβαν διφωσφονικά και που έχουν υποστεί κάταγμα του μηριαίου άξονα. Πτωχή επούλωση των καταγμάτων αυτών έχει επίσης αναφερθεί. Η διακοπή των διφωσφονικών σε ασθενείς που υπάρχει υποψία ότι έχουν άτυπο κάταγμα μηριαίου οστού θα πρέπει να εκτιμηθεί εν αναμονή της αξιολόγησης του ασθενούς, με βάση την εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου οφέλους. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με διφωσφονικά οι ασθενείς πρέπει να ευαισθητοποιούνται ώστε να αναφέρουν οποιοδήποτε πόνο στο μηρό, στο ισχίο ή στη βουβωνική χώρα και κάθε ασθενής που παρουσιάζει αυτά τα συμπτώματα πρέπει να αξιολογείται για ατελές κάταγμα του μηριαίου οστού.
Νεφρική δυσλειτουργία
Λόγω της περιορισμένης κλινικής εμπειρίας, τo ιβανδρονικό οξύ δεν συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης κάτω των 30 ml/min (βλ. παράγραφο 4.4 και παράγραφο 5.2).
Δυσανεξία στη γαλακτόζη
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-OSAGRAND
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-OSAGRAND
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν είναι η αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία, τα άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστού, η οστεονέκρωση της γνάθου, ο ερεθισμός του γαστρεντερικού σωλήνα, η φλεγμονή των οφθαλμών (βλέπε «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» και Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αρθραλγία και γριππώδες σύνδρομο. Τα συμπτώματα αυτά συσχετίζονται, συνήθως, με την πρώτη δόση, έχουν γενικά μικρή διάρκεια, είναι ήπια ή μέτρια σε ένταση, και συνήθως υποχωρούν κατά τη συνέχιση της θεραπείας, χωρίς να απαιτούνται μέτρα αποκατάστασης (ανατρέξετε στην παράγραφο «Γριππώδης συνδρομή»).
Στον πίνακα 1 παρουσιάζεται μία πλήρης λίστα των γνωστών ανεπιθύμητων ενεργειών. Η ασφάλεια της από του στόματος θεραπείας με ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως αξιολογήθηκε σε 1.251 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία σε 4 κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο με τη μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών να προέρχονται από την πιλοτική μελέτη καταγμάτων διάρκειας τριών ετών (MF 4411). Σε μελέτη διάρκειας 2 ετών σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση (BM 16549) η συνολική ασφάλεια του ιβανδρονικού οξέος 150 mg μια φορά το μήνα και ιβανδρονικού οξέος 2,5 mg ημερησίως ήταν παρόμοιες. Το συνολικό ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν 22,7% και 25,0% για το ιβανδρονικό οξύ 150 mg μια φορά το μήνα μετά από ένα και δύο έτη αντίστοιχα. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν διεκόπη η θεραπεία. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται σύμφωνα με την κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRA και κατηγορία συχνότητας εμφάνισης. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως ακολούθως: πολύ συχνές (>1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), άγνωστες (δεν είναι δυνατή η αξιολόγησή τους από τα διαθέσιμα στοιχεία). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα ή ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως στις μελέτες Φάσης ΙΙΙ BM 16549 και MF 4411 και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία.
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες αντιδράσεις |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | Παρόξυνση βρογχικού άσθματος |
| Σπάνιες | Αντίδραση υπερευαισθησίας | |
| Πολύ σπάνιες | Αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία*† | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές | Ζάλη | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Σπάνιες | Φλεγμονή οφθαλμών*† |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού* | Συχνές | Οισοφαγίτιδα, Γαστρίτιδα, Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, Δυσπεψία, Διάρροια, Κοιλιακό Άλγος, Ναυτία |
| Όχι συχνές | Οισοφαγίτιδα, συμπεριλαμβανομένων εξελκώσεων ή στενώσεων του οισοφάγου και δυσφαγίας, Έμετος, Μετεωρισμός | |
| Σπάνιες | Δωδεκαδακτυλίτιδα | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Εξάνθημα |
| Σπάνιες | Αγγειοοίδημα, Οίδημα προσώπου, Κνίδωση | |
| Πολύ σπάνιες | Σύνδρομο Stevens-Johnson†, Πολύμορφο ερύθημα†, Δερματίτιδα πομφολυγώδης† | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές | Αρθραλγία, Μυαλγία, Μυοσκελετικός πόνος, Μυϊκές κράμπες, Μυοσκελετική δυσκαμψία |
| Όχι συχνές | Οσφυαλγία | |
| Σπάνιες | Άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου οστού † | |
| Πολύ σπάνιες | Οστεονέκρωση της γνάθου*†, Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου (ανεπιθύμητη ενέργεια των διφωσφονικών αλάτων)† | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Γριππώδης συνδρομή* |
| Όχι συχνές | Κόπωση |
*Βλ. επιπλέον πληροφορίες παρακάτω †Προσδιορίστηκαν από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό Ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με πεπτικό έλκος χωρίς πρόσφατη αιμορραγία ή νοσηλεία, καθώς και ασθενείς με δυσπεψία ή παλινδρόμηση που ελεγχόταν με φαρμακευτική αγωγή, συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη της χορηγούμενης μία φορά τον μήνα θεραπείας. Στις ασθενείς αυτές, δεν σημειώθηκε οποιαδήποτε διαφορά στην επίπτωση ανεπιθύμητων συμβαμάτων από το ανώτερο γαστρεντερικό με το δοσολογικό σχήμα των 150 mg μία φορά τον μήνα σε σύγκριση με το δοσολογικό σχήμα των 2,5 mg ημερησίως.
Γριππώδης συνδρομή Η γριππώδης συνδρομή περιλαμβάνει συμβάματα που αναφέρθηκαν ως αντίδραση οξείας φάσης ή συμπτώματα που περιλάμβαναν μυαλγία, αρθραλγία, πυρετό, ρίγη, κόπωση, ναυτία, απώλεια όρεξης ή οστικό άλγος.
Οστεονέκρωση της γνάθου Περιπτώσεις οστεονέκρωσης της γνάθου έχουν αναφερθεί, κυρίως σε καρκινοπαθείς υπό θεραπεία µε φαρµακευτικά προϊόντα τα οποία αναστέλλουν την απορρόφηση του οστού, όπως ιβανδρονικό οξύ (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Περιπτώσεις οστεονέκρωσης της γνάθου έχουν αναφερθεί για το ιβανδρονικό οξύ µετά την κυκλοφορία.
Φλεγμονή του οφθαλμού Συμβάματα φλεγμονής του οφθαλμού όπως ραγοειδίτιδα, επισκληρίτιδα και σκληρίτιδα έχουν αναφερθεί με ιβανδρονικό οξύ. Σε κάποιες περιπτώσεις, τα συμβάματα αυτά δεν υποχώρησαν μέχρι τη διακοπή του ιβανδρονικού οξέος.
Αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία Περιπτώσεις αναφυλακτικής αντίδρασης/καταπληξίας, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων γεγονότων, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με ιβανδρονικό οξύ χορηγούμενο ενδοφλεβίως.
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http:// www. eof. gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-OSAGRAND
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Το ιβανδρονικό οξύ προορίζεται για χρήση μόνο από μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και δεν πρέπει να λαμβάνεται από γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση του ιβανδρονικού οξέος σε εγκύους. Μελέτες σε επίμυες έχουν καταδείξει κάποια αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Το ιβανδρονικό οξύ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν το ιβανδρονικό οξύ απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε θηλάζοντες επίμυες έχουν καταδείξει την παρουσία χαμηλών επιπέδων ιβανδρονικού οξέος στο γάλα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Το ιβανδρονικό οξύ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα από την επίδραση του ιβανδρονικού οξέος σε ανθρώπους. Σε μελέτες αναπαραγωγής σε επίμυες, χορηγούμενο από τη στοματική οδό, το ιβανδρονικό οξύ ελάττωσε τη γονιμότητα. Σε μελέτες σε επίμυες χρησιμοποιώντας την ενδοφλέβια οδό, το ιβανδρονικό οξύ σε υψηλές ημερήσιες δόσεις ελάττωσε τη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-OSAGRAND
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία παθήσεων των οστών, διφωσφονικά, Κωδικός ATC: M05BA06.
Μηχανισμός δράσης
Το ιβανδρονικό οξύ είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό διφωσφονικό που ανήκει στην ομάδα των διφωσφονικών που περιέχουν άζωτο, τα οποία δρουν εκλεκτικά στον οστίτη ιστό και αναστέλλουν ειδικά τη δραστηριότητα των οστεοκλαστών, χωρίς άμεση επίδραση στον σχηματισμό των οστών. Δεν επηρεάζει τη στρατολόγηση των οστεοκλαστών. Το ιβανδρονικό οξύ οδηγεί σε προοδευτική καθαρή αύξηση της οστικής μάζας και μειωμένη επίπτωση καταγμάτων, μέσω της μείωσης της αυξημένης οστικής εναλλαγής προς προεμμηνοπαυσιακά επίπεδα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η φαρμακοδυναμική δράση του ιβανδρονικού οξέος είναι η αναστολή της οστικής απορρόφησης. In vivo, το ιβανδρονικό οξύ προλαμβάνει την πειραματικά προκαλούμενη οστική καταστροφή που προκαλείται από τη διακοπή της λειτουργίας των γονάδων, από ρετινοειδή, όγκους ή εκχυλίσματα όγκων. Σε νεαρούς (ταχέως αναπτυσσόμενους) επίμυες, η ενδογενής οστική απορρόφηση αναστέλλεται επίσης, οδηγώντας σε αύξηση της φυσιολογικής οστικής μάζας σε σύγκριση με πειραματόζωα που δεν έχουν λάβει θεραπεία. Σε μοντέλα πειραματόζωων επιβεβαιώθηκε ότι το ιβανδρονικό οξύ είναι ένας εξαιρετικά ισχυρός αναστολέας της οστεοκλαστικής δραστηριότητας. Σε αναπτυσσόμενους επίμυες, δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε ένδειξη πλημμελούς επιμετάλλωσης, ακόμη και σε δόσεις μεγαλύτερες κατά 5.000 φορές από την απαιτούμενη δόση για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης. Tόσο το σχήμα ημερήσιας όσο και το σχήμα διαλείπουσας (με παρατεταμένα διαστήματα χωρίς τη χορήγηση φαρμάκου) μακροχρόνιας χορήγησης σε επίμυες, σκύλους και πιθήκους σχετίστηκαν με σχηματισμό νέου οστού φυσιολογικής ποιότητας και διατηρούμενης ή αυξημένης μηχανικής ισχύος, ακόμη και σε δόσεις εντός του τοξικού εύρους. Στους ανθρώπους, η αποτελεσματικότητα τόσο της ημερήσιας όσο και της διαλείπουσας χορήγησης, με διάλειμμα 9-10 εβδομάδων χωρίς δόση ιβανδρονικού οξέος επιβεβαιώθηκε σε μία κλινική μελέτη (MF 4411), στην οποία το ιβανδρονικό οξύ επέδειξε αποτελεσματικότητα κατά των καταγμάτων. Σε μοντέλα πειραματόζωων, το ιβανδρονικό οξύ προκάλεσε βιοχημικές μεταβολές, ενδεικτικές δοσοεξαρτώμενης αναστολής της οστικής απορρόφησης, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής των βιοχημικών δεικτών αποδόμησης του οστικού κολλαγόνου στα ούρα (όπως δεοξυπυριδινολίνη και διασταυρούμενα Ν-τελοπεπτίδια κολλαγόνου τύπου Ι (NTX)). Σε μία μελέτη βιοϊσοδυναμίας Φάσης 1 που διεξήχθη σε 72 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λάμβαναν 150 mg από του στόματος κάθε 28 ημέρες για ένα σύνολο τεσσάρων δόσεων, αναστολή της CTX ορού μετά την πρώτη δόση παρατηρήθηκε ήδη 24 ώρες μετά τη δόση (διάμεση αναστολή 28%), ενώ η διάμεση μέγιστη αναστολή (69%) παρατηρήθηκε 6 ημέρες αργότερα. Μετά την τρίτη και την τέταρτη δόση, η διάμεση μέγιστη αναστολή 6 ημέρες μετά τη δόση ήταν 74%, με μείωση της διάμεσης αναστολής σε 56% να παρατηρείται 28 ημέρες μετά την τέταρτη δόση. Χωρίς επιπρόσθετη δοσολογία, παρατηρείται απώλεια της καταστολής των βιοχημικών δεικτών οστικής απορρόφησης.
Κλινική αποτελεσματικότητα Ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου, για παράδειγμα, η χαμηλή οστική πυκνότητα (BMD), η ηλικία, η ύπαρξη προηγούμενων καταγμάτων, το οικογενειακό ιστορικό καταγμάτων, ο υψηλός ρυθμός οστικής εναλλαγής και ο χαμηλός δείκτης μάζας σώματος θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν για να αναγνωρίζονται οι γυναίκες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων.
Ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα
Οστική πυκνότητα (BMD) Σε μία διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη διάρκειας δύο ετών (BM 16549) μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με οστεοπόρωση (T-score BMD οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης κάτω από -2,5 SD κατά την έναρξη της μελέτης), το ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά το μήνα αποδείχθηκε ότι είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικό με το ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως στην αύξηση της BMD. Αυτό καταδείχτηκε τόσο στην αρχική ανάλυση στο ένα έτος όσο και στην επιβεβαιωτική ανάλυση στο τελικό σημείο των δύο ετών (Πίνακας 2).
Πίνακας 2: Μέση σχετική μεταβολή της BMD στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, το ολικό ισχίο, τον αυχένα του μηριαίου οστού και τον τροχαντήρα από την έναρξη της μελέτης μετά από ένα έτος (αρχική ανάλυση) και δύο έτη θεραπείας (Κατά το Πρωτόκολλο Πληθυσμός) στη μελέτη BM 16549.
| Δεδομένα ενός έτους στη μελέτη BM 16549 | Δεδομένα δύο ετών στη μελέτη BM 16549 | |
|---|---|---|
| Μέση σχετική μεταβολή από την έναρξη% [95% CI] | Ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως (N=318) | |
| BMD οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης Ο2-Ο4 | 3,9 [3,4, 4,3] | 4,9 [4,4, 5,3] |
| BMD ολικού ισχίου | 2,0 [1,7, 2,3] | 3,1 [2,8, 3,4] |
| BMD αυχένα μηριαίου | 1,7 [1,3, 2,1] | 2,2 [1,9, 2,6] |
| BMD τροχαντήρα | 3,2 [2,8, 3,7] | 4,6 [4,2, 5,1] |
Επιπροσθέτως, το ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα αποδείχθηκε ανώτερο του ιβανδρονικού οξέος 2,5 mg ημερησίως ως προς τις αυξήσεις της BMD στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης σε μία προοπτικά προγραμματισμένη ανάλυση στο ένα έτος, p=0,002, και στα δύο έτη, p<0,001. Στο ένα έτος (αρχική ανάλυση), 91,3% (p=0,005) των ασθενών που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα παρουσίασαν αύξηση της BMD στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης μεγαλύτερη ή ίση με την τιμή κατά την έναρξη της μελέτης (ανταποκριθείσες ως προς την BMD), σε σύγκριση με το 84,0% των ασθενών που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως. Στα δύο έτη, 93,5% (p=0,004) και 86,4% των ασθενών που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα ή ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως, αντίστοιχα, ήταν ανταποκριθείσες. Για την BMD ολικού ισχίου, 90,0% (p<0,001) των ασθενών που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα και 76,7% των ασθενών που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως παρουσίασαν στο ένα έτος αυξήσεις της BMD ολικού ισχίου μεγαλύτερες ή ίσες με τις τιμές κατά την έναρξη της μελέτης. Στα δύο έτη, 93,4% (p<0,001) των ασθενών που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα και 78,4%, των ασθενών που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως παρουσίασαν αυξήσεις της BMD ολικού ισχίου μεγαλύτερες ή ίσες με τις τιμές κατά την έναρξη της μελέτης. Όταν ληφθεί υπ’ όψιν ένα αυστηρότερο κριτήριο, το οποίο συνδυάζει την BMD στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και το ολικό ισχίο, το 83,9% (p<0,001) και το 65,7% των ασθενών που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα ή ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως, αντίστοιχα, ανταποκρίθηκαν στο ένα έτος. Στα δύο έτη, 87,1% (p<0,001) και 70,5% των ασθενών ικανοποίησαν το κριτήριο αυτό στα σκέλη των 150 mg μηνιαίως και των 2,5 mg ημερησίως, αντίστοιχα.
Βιοχημικοί δείκτες οστικής εναλλαγής Κλινικά σημαντικές μειώσεις των επιπέδων CTX ορού παρατηρήθηκαν σε όλα τα χρονικά σημεία μέτρησης, δηλ. κατά τους μήνες 3, 6, 12 και 24. Μετά από ένα έτος (αρχική ανάλυση), η διάμεση σχετική μεταβολή από την έναρξη ήταν -76% για το ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα και -67% για το ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως. Στα δύο έτη, η διάμεση σχετική μεταβολή ήταν -68% και -62%, στα σκέλη των 150 mg μηνιαίως και των 2,5 mg ημερησίως, αντίστοιχα. Στο ένα έτος, 83,5% (p= 0,006) των ασθενών που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα και 73,9% των ασθενών που λάμβαναν ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως ταυτοποιήθηκαν ως ανταποκριθείσες (ορίστηκε ως μείωση ≥50% από την έναρξη). Στα δύο έτη, 78,7% (p=0,002) και 65,6% των ασθενών ταυτοποιήθηκαν ως ανταποκριθείσες στα σκέλη των 150 mg μηνιαίως και των 2,5 mg ημερησίως, αντίστοιχα. Με βάση τα αποτελέσματα της μελέτης BM 16549, το ιβανδρονικό οξύ 150 mg μία φορά τον μήνα αναμένεται να είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικό στην πρόληψη των καταγμάτων με το ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως.
Ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως Στην αρχική τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μελέτη καταγμάτων διάρκειας τριών ετών (MF 4411), καταδείχθηκε μία στατιστικά σημαντική και κλινικά σχετική μείωση στην επίπτωση νέων ακτινογραφικών, μορφομετρικών και κλινικών σπονδυλικών καταγμάτων (Πίνακας 3). Σε αυτή τη μελέτη, το ιβανδρονικό οξύ αξιολογήθηκε σε από του στόματος δόσεις 2,5 mg ημερησίως και 20 mg με διαλείπουσα χορήγηση ως διερευνούμενο δοσολογικό σχήμα. Το ιβανδρονικό οξύ χορηγείτο 60 λεπτά πριν από την πρώτη ημερήσια λήψη τροφής ή υγρού (περίοδος νηστείας μετά τη δόση) Στη μελέτη εντάχθηκαν γυναίκες ηλικίας 55 έως 80 ετών, οι οποίες ήταν για 5 τουλάχιστον έτη μετεμμηνοπαυσιακές, με BMD οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης από 2 έως 5 SD κάτω από τη προεμμηνοπαυσιακή μέση τιμή (T-score) σε έναν τουλάχιστον σπόνδυλο [Ο1-Ο4] και οι οποίες είχαν υποστεί ένα έως τέσσερα προϋπάρχοντα σπονδυλικά κατάγματα. Όλες οι ασθενείς λάμβαναν καθημερινά 500 mg ασβεστίου και 400 IU βιταμίνης D. Η αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε σε 2.928 ασθενείς. Το ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg χορηγούμενο ημερησίως επέδειξε στατιστικά σημαντική και κλινικά σχετική μείωση της επίπτωσης νέων σπονδυλικών καταγμάτων. Αυτό το δοσολογικό σχήμα μείωσε την εμφάνιση νέων ακτινογραφικών σπονδυλικών καταγμάτων κατά 62% (p=0,0001) στο διάστημα των τριών ετών της διάρκειας της μελέτης. Μία μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 61% παρατηρήθηκε μετά από 2 έτη (p=0,0006). Δεν επιτεύχθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά (p=0,056) μετά από 1 έτος θεραπείας. Η επίδραση κατά των καταγμάτων ήταν σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένδειξη εξασθένησης της δράσης με την πάροδο του χρόνου. Η επίπτωση των κλινικών σπονδυλικών καταγμάτων των ασθενών μειώθηκε επίσης σημαντικά κατά 49% (p=0,011). Η ισχυρή επίδραση στα σπονδυλικά κατάγματα απεικονίσθηκε περαιτέρω από μία στατιστικά σημαντική μείωση της απώλειας ύψους σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p<0,0001).
Πίνακας 3: Αποτελέσματα από τη μελέτη καταγμάτων διάρκειας 3 ετών MF 4411 (%, 95% CI)
| Εικονικό φάρμακο (N=974) | Ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως (N=977) | Μείωση του σχετικού κινδύνου | |
|---|---|---|---|
| Νέα μορφομετρικά σπονδυλικά κατάγματα | 62% | ||
| Επίπτωση νέων μορφομετρικών σπονδυλικών καταγμάτων | 9,56% (7,5, 11,7) | 4,68% (3,2, 6,2) | |
| Μείωση του σχετικού κινδύνου κλινικών σπονδυλικών καταγμάτων: | 49% | ||
| Επίπτωση κλινικών σπονδυλικών καταγμάτων | 5,33% (3,73, 6,92) | 2,75% (1,61, 3,89) | |
| BMD - μέση μεταβολή σε σχέση με την έναρξη της BMD στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης στο έτος 3 | 1,26% (0,8, 1,7) | 6,54% (6,1, 7,0) | |
| BMD - μέση μεταβολή σε σχέση με την έναρξη της BMD στο ολικό ισχίο στο έτος 3 | -0,69% (-1,0, -0,4) | 3,36% (3,0, 3,7) |
Η θεραπευτική επίδραση του ιβανδρονικού οξέος αξιολογήθηκε περαιτέρω σε μία ανάλυση του υποπληθυσμού ασθενών, οι οποίες κατά την έναρξη της μελέτης, είχαν T-score BMD στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης κάτω από -2,5. Η μείωση του κινδύνου σπονδυλικών καταγμάτων συνάδει σε μεγάλο βαθμό με εκείνη που παρατηρήθηκε στο συνολικό πληθυσμό.
Πίνακας 4: Αποτελέσματα από τη μελέτη καταγμάτων διάρκειας 3 ετών MF 4411 (%, 95% CI) για ασθενείς με T-score BMD στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης κάτω από -2,5 κατά την έναρξη της μελέτης
| Εικονικό φάρμακο (N=587) | Ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg ημερησίως (N=575) | Μείωση Σχετικού Κινδύνου | |
|---|---|---|---|
| Νέα μορφομετρικά σπονδυλικά κατάγματα | 59% | ||
| Επίπτωση νέων μορφομετρικών σπονδυλικών καταγμάτων | 12,54% (9,53, 15,55) | 5,36% (3,31, 7,41) | |
| Μείωση του σχετικού κινδύνου κλινικών σπονδυλικών καταγμάτων: | 50% | ||
| Επίπτωση κλινικών σπονδυλικών καταγμάτων | 6,97% (4,67, 9,27) | 3,57% (1,89, 5,24) | |
| BMD - μέση μεταβολή σε σχέση με την έναρξη της BMD στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης στο έτος 3 | 1,13% (0,6, 1,7) | 7,01% (6,5, 7,6) | |
| BMD - μέση μεταβολή σε σχέση με την έναρξη της BMD στο ολικό ισχίο στο έτος 3 | -0,70% (-1,1, -0,2) | 3,59% (3,1, 4,1) |
Στο συνολικό πληθυσμό ασθενών της μελέτης MF4411, δεν παρατηρήθηκε μείωση των μη σπονδυλικών καταγμάτων. Ωστόσο, η ημερήσια χορήγηση ιβανδρονικού οξέος φάνηκε να είναι αποτελεσματική σε έναν υποπληθυσμό υψηλού κινδύνου (BMD T-score < -3,0 στον αυχένα του μηριαίου), όπου παρατηρήθηκε μία μείωση κατά 69% του κινδύνου εμφάνισης μη σπονδυλικών καταγμάτων. Η ημερήσια θεραπεία με 2,5 mg είχε ως αποτέλεσμα προοδευτικές αυξήσεις της BMD σε σημεία του σκελετού εντός και εκτός σπονδυλικής στήλης. Στα τρία έτη η αύξηση της BMD στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 5,3% και 6,5% σε σχέση με την έναρξη της μελέτης. Οι αυξήσεις στο ισχίο σε σχέση με την έναρξη της μελέτης ήταν 2,8% στον αυχένα του μηριαίου, 3,4% στο ολικό ισχίο και 5,5% στον τροχαντήρα. Οι βιοχημικοί δείκτες οστικής εναλλαγής (όπως CTX ούρων και Οστεοκαλσίνη ορού) παρουσίασαν το αναμενόμενο πρότυπο καταστολής στα προεμμηνοπαυσιακά επίπεδα, με τη μέγιστη καταστολή να επιτυγχάνεται εντός μίας περιόδου 3-6 μηνών. Μία κλινικά σημαντική μείωση των βιοχημικών δεικτών οστικής απορρόφησης κατά 50% παρατηρήθηκε ήδη από τον πρώτο μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας με ιβανδρονικό οξύ 2,5 mg. Μετά τη διακοπή της θεραπείας, παρατηρείται επιστροφή στους παθολογικούς προθεραπευτικούς ρυθμούς αυξημένης οστικής απορρόφησης που σχετίζονται με τη μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση. Στην ιστολογική ανάλυση οστικών βιοψιών μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών, μετά από δύο και τρία έτη θεραπείας, παρατηρήθηκαν οστά φυσιολογικής ποιότητας και καμία ένδειξη ελλείμματος επιμετάλλωσης.
Παιδιατρικός πληθυσμός (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2) Το ιβανδρονικό οξύ δεν έχει μελετηθεί στον παιδιατρικό πληθυσμό, επομένως δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα αποτελεσματικότητας ή ασφάλειας γι΄αυτό τον πληθυσμό ασθενών.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-OSAGRAND
expand_more
Φαρμακοκινητική
Οι κύριες φαρμακολογικές επιδράσεις του ιβανδρονικού οξέος στα οστά δεν σχετίζονται άμεσα με τις πραγματικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα, όπως καταδείχτηκε σε διάφορες μελέτες σε πειραματόζωα και ανθρώπους.
Απορρόφηση Η απορρόφηση του ιβανδρονικού οξέος στην ανώτερη γαστρεντερική οδό είναι ταχεία μετά την από του στόματος χορήγηση και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται με δοσοεξαρτώμενο τρόπο για από του στόματος λήψη έως και 50 mg, με μεγαλύτερες από τις δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις να έχουν παρατηρηθεί πάνω από αυτή τη δόση. Οι μέγιστες παρατηρούμενες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 0,5 έως 2 ωρών (διάμεση τιμή 1 ώρα) σε κατάσταση νηστείας και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν περίπου 0,6%. Ο βαθμός απορρόφησης περιορίζεται κατά τη λήψη μαζί με τροφή ή υγρά (εκτός από νερό). Η βιοδιαθεσιμότητα μειώνεται κατά 90% περίπου όταν το ιβανδρονικό οξύ χορηγείται με ένα συνηθισμένο πρόγευμα σε σύγκριση με τη βιοδιαθεσιμότητα που παρατηρείται σε άτομα σε κατάσταση νηστείας. Δεν υφίσταται σημαντική μείωση της βιοδιαθεσιμότητας, υπό την προϋπόθεση ότι το ιβανδρονικό οξύ λαμβάνεται 60 λεπτά πριν από την πρώτη ημερήσια λήψη τροφής. Τόσο η βιοδιαθεσιμότητα όσο και οι αυξήσεις της BMD μειώνονται όταν λαμβάνεται τροφή ή υγρό σε διάστημα μικρότερο των 60 λεπτών μετά τη λήψη του ιβανδρονικού οξέος.
Κατανομή Μετά την αρχική συστηματική έκθεση, το ιβανδρονικό οξύ συνδέεται ταχέως με τα οστά ή απεκκρίνεται στα ούρα. Στους ανθρώπους, ο διαφαινόμενος τελικός όγκος κατανομής είναι τουλάχιστον 90 l και η ποσότητα της δόσης που φθάνει στα οστά υπολογίζεται ότι είναι 40-50% της δόσης που βρίσκεται στην κυκλοφορία. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι περίπου 85% - 87% (προσδιορισθείσα in vitro σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις) και συνεπώς υπάρχει μικρό ενδεχόμενο αλληλεπιδράσεων με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα λόγω εκτόπισης.
Βιομετασχηματισμός Δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολισμού του ιβανδρονικού οξέος σε πειραματόζωα ή στους ανθρώπους.
Αποβολή Το απορροφηθέν κλάσμα του ιβανδρονικού οξέος απομακρύνεται από την κυκλοφορία μέσω οστικής απορρόφησης (υπολογίζεται ότι είναι 40-50% στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες) και το υπόλοιπο απομακρύνεται αμετάβλητο από τους νεφρούς. Το μη απορροφηθέν κλάσμα του ιβανδρονικού οξέος απομακρύνεται αμετάβλητο στα κόπρανα. Το εύρος των παρατηρούμενων διαφαινόμενων χρόνων ημίσειας ζωής είναι μεγάλο, ο διαφαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής εν γένει κυμαίνεται μεταξύ 10 και 72 ωρών. Καθώς οι υπολογισθείσες τιμές συναρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της μελέτης, τη δόση που χρησιμοποιήθηκε και την ευαισθησία της ανάλυσης, ο πραγματικός τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι πιθανότατα σημαντικά μεγαλύτερος, όπως και για τα άλλα διφωσφονικά. Τα αρχικά επίπεδα στο πλάσμα μειώνονται ταχέως, φθάνοντας το 10% των μέγιστων τιμών εντός 3 και 8 ωρών μετά την ενδοφλέβια ή την από του στόματος χορήγηση, αντίστοιχα. Η ολική κάθαρση του ιβανδρονικού οξέος είναι χαμηλή, με τις μέσες τιμές να κυμαίνονται μεταξύ 84 και 160 ml/min. Η νεφρική κάθαρση (περίπου 60 ml/min σε υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες) αντιστοιχεί σε 50-60% της ολικής κάθαρσης και σχετίζεται με την κάθαρση της κρεατινίνης. Η διαφορά μεταξύ διαφαινόμενης ολικής και νεφρικής κάθαρσης θεωρείται ότι αντανακλά την απορρόφηση από τα οστά. Η οδός απέκκρισης φαίνεται να μην περιλαμβάνει γνωστά οξεϊκά ή βασικά συστήματα μεταφοράς τα οποία συμμετέχουνν στην απέκκριση άλλων δραστικών ουσιών. Επιπροσθέτως, το ιβανδρονικό οξύ δεν αναστέλλει τα μείζονα ηπατικά ισοένζυμα Ρ450 στους ανθρώπους και δεν επάγει το σύστημα του ηπατικού κυτοχρώματος Ρ450 στους επίμυες.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές κλινικές καταστάσεις
Φύλο Η βιοδιαθεσιμότητα και η φαρμακοκινητική του ιβανδρονικού οξέος είναι παρόμοιες σε άνδρες και γυναίκες.
Φυλή Δεν υπάρχουν ενδείξεις οποιασδήποτε κλινικά σχετικής διαφοράς μεταξύ Ασιατών και Καυκάσιων ως προς την κατανομή του ιβανδρονικού οξέος. Υπάρχουν ελάχιστα διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς αφρικανικής καταγωγής.
Νεφρική δυσλειτουργία Η νεφρική κάθαρση του ιβανδρονικού οξέος σε ασθενείς με διάφορους βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας σχετίζεται γραμμικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CLcr ίση ή μεγαλύτερη από 30 ml/min), όπως καταδείχτηκε στη μελέτη BM 16549, όπου η πλειοψηφία των ασθενών είχε ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (CLcr μικρότερη από 30 ml/min) που λάμβαναν καθημερινά από του στόματος 10 mg ιβανδρονικού οξέος για 21 ημέρες παρουσίασαν 2-3 φορές υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ενώ η ολική κάθαρση του ιβανδρονικού οξέος ήταν 44 ml/min. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 0,5 mg, η ολική κάθαρση, η νεφρική κάθαρση και η μη νεφρική κάθαρση μειώθηκαν κατά 67%, 77% και 50%, αντίστοιχα, σε άτομα με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, αλλά δεν σημειώθηκε μείωση της ανεκτικότητας σχετιζόμενη με την αύξηση της έκθεσης. Λόγω της περιορισμένης κλινικής πείρας, το ιβανδρονικό οξύ δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η φαρμακοκινητική του ιβανδρονικού οξέος δεν αξιολογήθηκε σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που αντιμετωπιζόταν με τρόπο διαφορετικό από την αιμοκάθαρση. Η φαρμακοκινητική του ιβανδρονικού οξέος σε αυτούς τους ασθενείς είναι άγνωστη, και το ιβανδρονικό οξύ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κάτω από αυτές τις συνθήκες.
Ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα για το ιβανδρονικό οξύ σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Το ήπαρ δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην κάθαρση του ιβανδρονικού οξέος το οποίο δεν μεταβολίζεται, αλλά απομακρύνεται μέσω νεφρικής απέκκρισης και πρόσληψης από τα οστά. Συνεπώς. δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική βλάβη.
Πληθυσμός ηλικιωμένων (βλ. Δοσολογία) Σε μία ανάλυση πολλαπλών μεταβλητών, η ηλικία δεν βρέθηκε να αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα για οποιαδήποτε από τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους που μελετήθηκαν. Ο μόνος παράγοντας που θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν με την πάροδο της ηλικίας είναι η έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο για τη νεφρική βλάβη)
Παιδιατρικός πληθυσμός (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις) Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση του ιβανδρονικού οξέος σε αυτές τις ηλικιακές ομάδες.
ΕΟΦ · 10.7.2
Διφωσφονικά
expand_more
Διφωσφονικά
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ιμπανδρονάτη είναι μια δισφωσφονική ένωση που περιέχει άζωτο, η οποία χρησιμοποιείται για τη θεραπεία και την πρόληψη της οστεοπόρωσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Ο θεραπευτικός δείκτης είναι ευρύς, καθώς οι υπερδοσολογίες δεν είναι ιδιαίτερα τοξικές και η διάρκεια δράσης είναι μεγάλη, με τον χρόνο ημίσειας ζωής να φτάνει έως και τις 157 ώρες. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών από το ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα, την υποκαλιαιμία, τον μυοσκελετικό πόνο, την οστεονέκρωση της γνάθου, τα άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστού και τη σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Οι διφωσφονικές ενώσεις εισέρχονται στα οστά όπου δεσμεύονται στην υδροξυαπατίτη. Η οστική απορρόφηση από τους οστεοκλάστες προκαλεί τοπική οξίνιση, απελευθερώνοντας τη διφωσφονική ένωση, η οποία εισέρχεται στον οστεοκλάστη μέσω ενδοκυττάρωσης με ρεύμα ρευστού. Τα ενδοκυτταρικά κυστίδια οξινίζονται, απελευθερώνοντας τις διφωσφονικές ενώσεις στον κυτταρόπλασμα των οστεοκλαστών, όπου δρουν. Οι οστεοκλάστες μεσολαβούν στην απορρόφηση των οστών. Όταν οι οστεοκλάστες δεσμεύονται στα οστά, σχηματίζουν ποδοσώματα, δακτυλιοειδείς δομές F-ακτίνης. Η διαταραχή των ποδοσωμάτων προκαλεί την αποκόλληση των οστεοκλαστών από τα οστά, εμποδίζοντας την οστική απορρόφηση. Οι διφωσφονικές ενώσεις που περιέχουν άζωτο, όπως η ιμπανδρονάτη, είναι γνωστό ότι προκαλούν απόπτωση στα αιμοποιητικά κυτταρικά καρκινώματα, αναστέλλοντας τα συστατικά της μεβαλονικής οδού: φαρνεζυλ διφωσφορική συνθάση, φαρνεζυλ διφωσφορική και γερανυλ-γερανυλ διφωσφορική. Αυτά τα συστατικά είναι απαραίτητα για την μετα-μεταφραστική πρεnυλίωση των πρωτεϊνών που συνδέονται με GTP, όπως η Rap1. Η έλλειψη πρεnυλίωσης αυτών των πρωτεϊνών παρεμβαίνει στη λειτουργία τους και, στην περίπτωση της Rap1, οδηγεί σε απόπτωση. Η ιμπανδρονάτη ενεργοποιεί επίσης την κασπάση-3, η οποία συμβάλλει στην απόπτωση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος ιμπανδρονάτη έχει βιοδιαθεσιμότητα 0.63%. Σε μελέτη σε υγιείς άνδρες, μια από του στόματος δόση 10mg είχε Tmax 1.1±0.6h και Cmax 4.1±2.6ng/mL. Ο Tmax είναι περίπου 1 ώρα, ενώ ο Cmax ποικίλλει ανάλογα με τη δόση. Μια ενδοφλέβια δόση 2mg ιμπανδρονάτης έχει AUC 316ngh/mL, μια ενδοφλέβια δόση 4mg ιμπανδρονάτης έχει AUC 581ngh/mL και μια ενδοφλέβια δόση 6mg ιμπανδρονάτης έχει AUC 908ng*h/mL.
Η ιμπανδρονάτη αποβάλλεται κυρίως μέσω των νεφρών και το μη απορροφηθέν φάρμακο αποβάλλεται αμετάβλητο στα κόπρανα.
Ο φαινομενικός τελικός όγκος κατανομής της ιμπανδρονάτης είναι 90-368L σε υγιείς υποκείμενους και 103L σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπενία.
Η συνολική κάθαρση της ιμπανδρονάτης είναι 84-160mL/min.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συγγένεια Πρωτεϊνών
Η συγγένεια της ιμπανδρονάτης με τις πρωτεΐνες του ορού ποικίλλει από 85.7-99.5% σε συγκέντρωση 0.5-10ng/mL, αλλά είναι γενικά 86% σε εύρος συγκεντρώσεων 20-2000ng/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ιμπανδρονάτη δεν μεταβολίζεται σε ανθρώπους.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολισμού της ιμπανδρονάτης σε ανθρώπους.
Οδός Απέκκρισης: Η ιμπανδρονάτη αποβάλλεται μέσω νεφρικής απέκκρισης. Η μη απορροφηθείσα ιμπανδρονάτη αποβάλλεται αμετάβλητη στα κόπρανα.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 10-60 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ιμπανδρονάτης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες κυμαίνεται από 37-157 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ή/και ευνοούν την ΟΓΑΝΟΠΟΙΗΣΗ και την ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ των Οστών. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ των Οστών και για τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΟΣΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ, όπως η Οστεοπόρωση.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
UMD7G2653W
IBANDRONIC ACID
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Διφωσφονική
Χημική Δομή [CS] - Διφωσφονικά
Το ιβαδρονικό οξύ είναι ένα Διφωσφονικό.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ή/και ευνοούν την ΟΓΑΝΟΠΟΙΗΣΗ και την ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ των Οστών. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ των Οστών και για τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΟΣΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ, όπως η Οστεοπόρωση.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Pharm-Postmenopausal M05BA06Φαρμακευτική αγωγή — Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςΜετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ένδειξη θεραπείαςΔοσολογία: 150 mg PO/μήνα ή 3 mg IV/3 μήνες · Πενταετία