IDARUBICIN
Ιδαρουβικίνη
Τα κυτταροτοξικά αντιβιοτικά είναι συνήθως φυσικά προϊόντα στελεχών του στρεπτομύκητα. Ενσωματώνονται και δρουν βλαπτικά στο DNA και RNA του κυττάρου όπως η ακτινοβολία και γι' αυτό και θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZACORIST
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλεβίως (IV)
- Χορήγηση: Αργή χορήγηση σε διάστημα 5 έως 10 λεπτών.
- Δόση έναρξης: 12 mg/m²/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η χορήγηση δεύτερου σχήματος μείωση της δόσης κατά 25% σε περίπτωση σοβαρής βλεννογονίτιδας.
-
Ενήλικες (ΑΝLL/AML)Δόση12 mg/m²/ημέραΕνδοφλεβίως για 3 ημέρες σε συνδυασμό με cytarabine.
-
Ενήλικες (ANLL, μονοχημειοθεραπεία ή συνδυασμός)Δόση8 mg/m²/ημέραΕνδοφλεβίως για 5 ημέρες.
-
Ενήλικες (ALL, μονοχημειοθεραπεία)Δόση12mg/m²/ημέραΕνδοφλεβίως για 3 ημέρες.
-
Παιδιά (ALL, μονοχημειοθεραπεία)Δόση10mg/m²/ημέραΕνδοφλεβίως για 3 ημέρες.
-
Ασθενείς με σοβαρή βλεννογονίτιδαΗ χορήγηση δεύτερου σχήματος πρέπει να καθυστερεί μέχρι την ανάρρωση. Συνιστάται μείωση της δόσης κατά 25%.
-
Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαΜείωση της δόσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με επίπεδα χολερυθρίνης και/ή κρεατινίνης ορού μεγαλύτερα του 2,0mg/dl. Η idarubicin αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική και/ή νεφρική διαταραχή.
block
SPC-ZACORIST
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
υπερευαισθησία στην idarubicin ή σε κάποιο από τα έκδοχα του προϊόντος, σε άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενεδιόνες
-
σοβαρή νεφρική διαταραχή
-
σοβαρή ηπατική διαταραχή
-
μη ελεγχόμενες λοιμώξεις
-
σοβαρή ανεπάρκεια του μυοκαρδίου
-
πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
σοβαρές αρρυθμίες
-
επίμονη μυελοκαταστολή
-
προηγούμενη θεραπεία με μέγιστες αθροιστικές δόσεις idarubicin και/ή άλλες ανθρακυκλίνες και ανθρακενεδιόνες
-
Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπεία με το φάρμακο
warning
SPC-ZACORIST
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΓενικάΗ idarubicin πρέπει να χορηγείται μόνον υπό την επίβλεψη ιατρών με εμπειρία στη χρήση χημειοθεραπείας. Αυτό εξασφαλίζει την άμεση και αποτελεσματική θεραπεία σοβαρών επιπλοκών της νόσου και/ή της αγωγής (π.χ. αιμορραγία, μαζικές λοιμώξεις). Οι ασθενείς πρέπει να έχουν ανακάμψει από οξεία τοξικότητα προηγούμενης κυτταροτοξικής θεραπείας (όπως στοματίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) πριν την έναρξη της θεραπείας με idarubicin.
-
Καρδιακή ΛειτουργίαΗ καρδιοτοξικότητα αποτελεί έναν κίνδυνο από τη θεραπεία με ανθρακυκλίνες που μπορεί να εκδηλωθεί με πρώιμα (δηλ. οξέα) ή όψιμα (δηλ. καθυστερημένα) συμβάματα. Πρώιμα (δηλ. Οξέα) Συμβάματα: Η πρώιμη καρδιοτοξικότητα της idarubicin συνίσταται κυρίως από φλεβοκομβική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ), όπως μη-ειδικές μεταβολές του κύματος ST-T. Έχουν επίσης αναφερθεί ταχυαρρυθμίες, περιλαμβανομένων των έκτακτων κοιλιακών συστολών και της κοιλιακής ταχυκαρδίας, της βραδυκαρδίας καθώς και του κολποκοιλιακού και σκελικού αποκλεισμού. Οι δράσεις αυτές συνήθως δεν οδηγούν σε εμφάνιση καθυστερημένης καρδιοτοξικότητας, σπάνια είναι κλινικής σημασίας και γενικά δεν αποτελούν αιτία διακοπής της θεραπείας με idarubicin. Όψιμα (δηλ. Καθυστερημένα) Συμβάματα: Καθυστερημένη καρδιοτοξικότητα συνήθως εμφανίζεται αργά κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή εντός 2 έως 3 μηνών από το τέλος της θεραπείας. Ωστόσο ακόμη πιο καθυστερημένα συμβάματα έχουν αναφερθεί αρκετούς μήνες έως χρόνια μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Καθυστερημένη καρδιομυοπάθεια εκδηλώνεται με μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) και/ή σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF) όπως δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, εξαρτώμενο οίδημα, καρδιομεγαλία, ηπατομεγαλία, ολιγουρία, ασκίτη, υπερζωκοτική συλλογή και ρυθμός καλπασμού. Έχουν επίσης αναφερθεί υποξείες δράσεις όπως περικαρδίτιδα/μυοκαρδίτιδα. Η απειλητική για τη ζωή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) είναι η πλέον σοβαρή μορφή επαγόμενης από ανθρακυκλίνες καρδιομυοπάθειας και αντιπροσωπεύει την αθροιστική δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου. Δεν έχουν καθοριστεί τα όρια αθροιστικής δόσης για την ενδοφλέβια (IV) και την από στόματος χορηγούμενη idarubicin. Ωστόσο, έχει αναφερθεί καρδιομυοπάθεια σχετιζόμενη με την idarubicin στο 5% των ασθενών που έλαβαν αθροιστικά IV δόσεις της τάξεως των 150 έως 290 mg/m. Διαθέσιμα στοιχεία από ασθενείς που έλαβαν από του στόματος αθροιστικές δόσεις συνολικά έως 400 mg/m υποδεικνύουν ότι υπάρχει μικρή πιθανότητα καρδιοτοξικότητας. Η καρδιακή λειτουργία πρέπει να αξιολογηθεί πριν οι ασθενείς υποβληθούν σε θεραπεία με idarubicin και πρέπει να παρακολουθείται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πρόκλησης σοβαρής καρδιακής δυσλειτουργίας. Ο κίνδυνος μπορεί να μειωθεί με τακτική παρακολούθηση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άμεση διακοπή της idarubicin με το πρώτο σημείο δυσλειτουργίας.
-
Καρδιακή ΛειτουργίαΗ κατάλληλη ποσοτική μέθοδος για επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της καρδιακής λειτουργίας (αξιολόγηση του LVEF) περιλαμβάνει Διερευνητικό σπινθηρογράφημα πολλαπλών θυρών (MUGA scan) ή ηχοκαρδιογράφημα (ECHO). Συνιστάται μία αρχική αξιολόγηση με ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και είτε με ραδιοϊσοτοπική κοιλιογραφία ισορροπίας (MUGA scan) είτε με υπερηχοκαρδιογράφημα (ECHO), ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιοτοξικότητα. Η αξιολόγηση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) πρέπει να επαναλαμβάνεται με ραδιοϊσοτοπική κοιλιογραφία ισορροπίας (MUGA scan) ή με υπερηχοκαρδιογράφημα (ECHO) ιδίως σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλότερη αθροιστική δόση ανθρακυκλίνης. Η τεχνική που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση πρέπει να είναι ίδια καθ’ όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης. Οι παράγοντες κινδύνου καρδιοτοξικότητας περιλαμβάνουν ενεργή ή μη καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωρακίου/ περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες, και ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων με την ικανότητα να καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικά φάρμακα (π.χ trastuzumab). Οι ανθρακυκλίνες συμπεριλαμβανομένου του idarubicin δεν πρέπει να χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες εκτός και αν η καρδιακή λειτουργία παρακολουθείται στενά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες μετά από διακοπή άλλων καρδιοτοξικών παραγόντων, ιδιαιτέρως αυτών με μεγάλους χρόνους ημιζωής όπως το trastuzumab, είναι δυνατόν να βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο να αναπτύξουν καρδιοτοξικότητα. Ο χρόνος ημιζωής του trastuzumab είναι περίπου 28,5 ημέρες και μπορεί να παραμείνει στην κυκλοφορία έως 24 εβδομάδες. Για τον λόγο αυτό, οι γιατροί πρέπει να αποφεύγουν την θεραπεία με ανθρακυκλίνες για διάστημα μέχρι 24 εβδομάδες μετά την διακοπή αγωγής με trastuzumab, εφόσον αυτό είναι δυνατό. Σε περίπτωση που χρησιμοποιηθούν ανθρακυκλίνες πριν το διάστημα αυτό συνιστάται στενή παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας του ασθενούς. Η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρή σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές αθροιστικές δόσεις και σε αυτούς που έχουν παράγοντες κινδύνου. Ωστόσο, μπορεί να παρουσιαστεί καρδιοτοξικότητα με τη λήψη idarubicin σε χαμηλότερες αθροιστικές δόσεις ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου ή όχι. Σε βρέφη και παιδιά φαίνεται να υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθησία σε επαγόμενη από ανθρακυκλίνες καρδιοτοξικότητα και πρέπει να γίνεται αξιολόγηση της καρδιακής λειτουργίας ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε μακροχρόνια βάση. Είναι πιθανόν η τοξικότητα της idarubicin και των άλλων ανθρακυκλινών ή ανθρακενεδιονών να είναι αθροιστική.
-
Αιματολογική τοξικότηταΗ idarubicin είναι ένα ισχυρό κατασταλτικό του μυελού των οστών. Σοβαρή μυελοκαταστολή προκαλείται σε όλους τους ασθενείς στους οποίους χορηγείται μία θεραπευτική δόση αυτού του παράγοντα.. Απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση της αιματολογικής κατάστασης κατά τη διάρκεια κάθε κύκλου θεραπείας με idarubicin, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων. Μία δοσοεξαρτώμενη αναστρέψιμη λευκοπενία και/ή κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία) είναι η κυρίαρχη εκδήλωση της αιματολογικής τοξικότητας της idarubicin και είναι η πλέον συχνή οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα αυτού του φαρμάκου. Η λευκοπενία και η ουδετεροπενία είναι συνήθως σοβαρές. Μπορεί ακόμη να παρουσιαστούν θρομβοπενία και αναιμία. Τα ουδετερόφιλα και τα αιμοπετάλια φθάνουν συνήθως στο ναδίρ εντός 10 έως 14 ημερών μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Ωστόσο γενικά η αιματολογική κατάσταση επανέρχεται στα φυσιολογικά επίπεδα κατά τη διάρκεια της 3ης εβδομάδας. Οι κλινικές επιπτώσεις της σοβαρής μυελοκαταστολής περιλαμβάνουν πυρετό, λοιμώξεις, σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία των ιστών ή θάνατο.
-
Δευτεροπαθής ΛευχαιμίαΔευτεροπαθής λευχαιμία με ή χωρίς προλευχαιμική φάση έχει αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν ανθρακυκλίνες συμπεριλαμβανομένης της idarubicin. Η δευτεροπαθής λευχαιμία είναι περισσότερο συχνή όταν αυτά τα φάρμακα χορηγούνται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που προκαλούν βλάβη στο DNA, όταν οι ασθενείς έχουν λάβει εντατική θεραπεία με κυτταροτοξικά φάρμακα ή όταν οι δόσεις των ανθρακυκλινών έχουν αυξηθεί κλιμακωτά. Αυτές οι λευχαιμίες μπορεί να έχουν λανθάνουσα περίοδο 1 έως 3 έτη.
-
ΓαστρεντερικόΗ idarubicin προκαλεί έμετο. Βλεννογονίτιδα (κυρίως στοματίτιδα, λιγότερο συχνά οισοφαγίτιδα) εμφανίζεται γενικά σύντομα μετά τη χορήγηση του φαρμάκου και, αν είναι σοβαρή, μπορεί να εξελιχθεί εντός ολίγων ημερών σε εξελκώσεις βλεννογόνου. Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν από αυτήν την ανεπιθύμητη ενέργεια μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας. Περιστασιακά, έχουν παρατηρηθεί επεισόδια σοβαρών γαστρεντερικών συμβαμάτων (όπως διάτρηση ή αιμορραγία) σε ασθενείς που λαμβάνουν idarubicin από του στόματος και είχαν οξεία λευχαιμία ή ιστορικό άλλων παθολογικών διαταραχών ή είχαν λάβει φάρμακα που είναι γνωστά ότι οδηγούν σε γαστρεντερικές επιπλοκές. Ο ιατρός πρέπει να σταθμίσει το όφελος της από του στόματος idarubicin έναντι του κινδύνου σε ασθενείς με ενεργή γαστρεντερική νόσο με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας και/ή διάτρησης.
-
Ηπατική και/ή Νεφρική ΛειτουργίαΚαθώς η διαταραγμένη ηπατική και/ή νεφρική λειτουργία μπορεί να επηρεάσουν την κατανομή της idarubicin, πρέπει να αξιολογείται η λειτουργία του ήπατος και των νεφρών με καθιερωμένες κλινικές εργαστηριακές δοκιμασίες (χρησιμοποιώντας τη χολερυθρίνη και την κρεατινίνη του ορού ως δείκτες) τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε μερικές κλινικές δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, η θεραπεία αντενδείκνυτο εάν τα επίπεδα χολερυθρίνης και/ή κρεατινίνης στον ορό υπερέβαιναν τα 2,0 mg/dl. Με άλλες ανθρακυκλίνες εφαρμόζεται γενικά μείωση της δόσης κατά 50% εάν τα επίπεδα της χολερυθρίνης βρίσκονται μεταξύ 1,2 και 2,0 mg/dl.
-
Επίδραση στη θέση της ένεσηςΜπορεί να προκληθεί φλεβοσκλήρυνση από ένεση σε μικρό αγγείο ή από προηγούμενες ενέσεις στην ίδια φλέβα. Ο κίνδυνος για φλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδα στη θέση της ένεσης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί αν ακολουθηθεί η διαδικασία χορήγησης που συνιστάται (Βλ. Δοσολογία).
-
ΕξαγγείωσηΗ εξαγγείωση της idarubicin κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας ένεσης μπορεί να προκαλέσει τοπικό πόνο, σοβαρές βλάβες των ιστών (σχηματισμό φυσαλίδων, σοβαρή κυτταρίτιδα) και νέκρωση. Εάν παρουσιαστούν σημεία ή συμπτώματα εξαγγείωσης κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης της idarubicin, η έγχυση του φαρμάκου πρέπει να σταματήσει αμέσως.
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΗ idarubicin μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία ως αποτέλεσμα του εκτεταμένου καταβολισμού της πουρίνης που συνοδεύει την ταχεία - επαγόμενη από το φάρμακο - λύση των νεοπλαστικών κυττάρων («σύνδρομο λύσης όγκου»). Τα επίπεδα του ουρικού οξέος, του καλίου, του φωσφορικού ασβεστίου και της κρεατινίνης πρέπει να αξιολογούνται μετά την αρχική θεραπεία. Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων καθώς και η προφύλαξη με αλλοπουρινόλη προκειμένου να προληφθεί η υπερουριχαιμία μπορεί να ελαχιστοποιήσουν πιθανές επιπλοκές του συνδρόμου λύσης όγκου.
-
Ανοσοκατασταλτική Επίδραση/ Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΗ χορήγηση εμβολίων ζώντων ή ζώντων-εξασθενημένων οργανισμών σε ανοσοκατεσταλμένους από χημειοθεραπευτικούς παράγοντες ασθενείς περιλαμβανομένης της idarubicin, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Ο εμβολιασμός με εμβόλια ζώντων οργανισμών πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν idarubicin. Εμβόλια νεκρών ή απενεργοποιημένων οργανισμών μπορούν να χορηγηθούν ωστόσο, η ανταπόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη.
-
Αναπαραγωγικό σύστημαΣυνιστάται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με idarubicin hydrochloride να λαμβάνουν αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και, εάν αυτό κριθεί κατάλληλο και υπάρχει η δυνατότητα, να αναζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος, εξαιτίας της πιθανότητα μη-αναστρέψιμης στειρότητας οφειλόμενης στη θεραπεία.
-
ΆλλαΌπως και με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, θρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμενα περιλαμβανομένης της πνευμονικής εμβολής έχουν αναφερθεί κατά τη χρήση της idarubicin.
swap_horiz
SPC-ZACORIST
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλοι μυελοκατασταλτικοί παράγοντεςΑθροιστική τοξικότητα (μυελού των οστών/αιματολογικό, γαστρεντερικό σύστημα).
-
Άλλα δυνητικά καρδιοτοξικά φάρμακαΑπαιτείται παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας.
-
Άλλοι παράγοντες με καρδιακή δράση (π.χ. αναστολείς διαύλων ασβεστίου)Απαιτείται παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας.
-
ΑκτινοθεραπείαΑθροιστική μυελοκατασταλτική δράση εάν γίνεται ταυτόχρονα ή εντός 2-3 εβδομάδων πριν τη θεραπεία με idarubicin.
sick
SPC-ZACORIST
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Έκδηλη μυεολοκαταστολή
- Μείωση λευκοκυττάρων
- Μείωση αιμοπεταλίων
- Θάνατοι λόγω λοιμώξεων
- Θάνατοι λόγω αιμορραγιών
- Πυρετός
- Λοιμώξεις
- Σηψαιμία
- Σηπτική καταπληξία
- Αιμορραγία
- Υποξία των ιστών
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΛοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣηψαιμίαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Δευτεροπαθείς λευχαιμίες (οξεία μυελογενής λευχαιμία και μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη-καθοριζόμενα
-
ΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΟυδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΑναφυλαξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΑφυδάτωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΥπερουριχαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Εγκεφαλικές αιμορραγίεςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
Σκελικός αποκλεισμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΜυοκαρδίτιδαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΠερικαρδίτιδαΚαρδιακές διαταραχές
-
Φλεβοκομβική ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΤαχυαρρυθμίεςΚαρδιακές διαταραχές
-
ΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Έμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
ΑιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
ΕξάψειςΑγγειακές διαταραχές
-
ΦλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
ΚαταπληξίαΑγγειακές διαταραχές
-
ΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
ΘρομβοεμβολήΑγγειακές διαταραχές
-
Κοιλιακό άλγος ή αίσθημα καύσουΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Κολίτιδα (περιλαμβανομένης της εντεροκολίτιδας/ουδετεροπενικής εντεροκολίτιδας με διάτρηση)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Διαβρώσεις/εξελκώσειςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΟισοφαγίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήναΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Βλεννογονίτιδα/στοματίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Ερύθημα των άκρωνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Υπερευαισθησία ερεθισμένου δέρματος («αντίδραση από αναμνηστική ακτινοβολία»)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Τοπική τοξικότηταΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Εξάνθημα/κνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μεταβολές του δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Υπερμελάγχρωση δέρματος και ονύχωνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Κόκκινη χρώση των ούρων για 1-2 ημέρες μετά τη χορήγησηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Ασυμπτωματικές μειώσεις του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίαςΈρευνες
-
Μη φυσιολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημαΈρευνες
-
Αύξηση των ηπατικών ενζύμων και της χολερυθρίνηςΈρευνες
pregnant_woman
SPC-ZACORIST
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΆρρενες που υποβάλλονται σε θεραπεία με idarubicin πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές αντισυλληπτικές μεθόδους.
-
ΚύησηΗ idarubicin πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνον εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το κύημα/έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΟι μητέρες πρέπει να μην θηλάζουν κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας τους με το φάρμακο αυτό.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZACORIST
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZACORIST
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZACORIST
expand_more
Δοσολογία
Η idarubicin ενέσιμο διάλυμα πρέπει να χορηγείται μόνο ενδοφλεβίως (IV). Συνιστάται η αργή χορήγηση με σωλήνα συνεχούς ροής ενδοφλέβιας έγχυσης χλωριούχου νατρίου 0,9% ή δεξτρόζης 5%, σε διάστημα 5 έως 10 λεπτών. Η δοσολογία υπολογίζεται συνήθως με βάση την επιφάνεια του σώματος (mg/m²).
- Σε περιπτώσεις ΑΝLL/AML σε ενήλικες, το δοσολογικό σχήμα που προτείνεται είναι 12 mg/m²/ημέρα ενδοφλεβίως για διάστημα 3 ημερών σε συνδυασμό με cytarabine. Άλλο δοσολογικό σχήμα που έχει χρησιμοποιηθεί στην ANLL ως μονοχημειοθεραπεία ή και σε συνδυασμό είναι 8 mg/m²/ημέρα ενδοφλεβίως για διάστημα 5 ημερών.
- Ως μονοχημειοθεραπεία στην ALL, η συνιστώμενη δόση είναι 12mg/m²/ημέρα ενδοφλεβίως για διάστημα 3 ημερών σε ενήλικες και 10mg/m²/ημέρα ενδοφλεβίως για διάστημα 3 ημερών σε παιδιά.
Η χορήγηση δεύτερου σχήματος στους ασθενείς που έχουν εμφανίσει σοβαρή βλεννογονίτιδα πρέπει να καθυστερεί μέχρι την ανάρρωση αυτών από τη συγκεκριμένη τοξικότητα και συνιστάται μείωση της δόσης κατά 25%.
Τροποποιήσεις του δοσολογικού σχήματος Ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Ενώ δεν μπορούν να γίνουν ειδικές συστάσεις επί του δοσολογικού σχήματος με βάση τις περιορισμένες πληροφορίες που υπάρχουν για ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μείωση της δόσης σε ασθενείς με επίπεδα χολερυθρίνης και/ή κρεατινίνης ορού μεγαλύτερα του 2,0mg/dl (Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η idarubicin δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική και/ή νεφρική διαταραχή (Βλ. Αντενδείξεις).
block
Αντενδείξεις
SPC-ZACORIST
expand_more
Αντενδείξεις
- υπερευαισθησία στην idarubicin ή σε κάποιο από τα έκδοχα του προϊόντος, σε άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενεδιόνες
- σοβαρή νεφρική διαταραχή
- σοβαρή ηπατική διαταραχή
- μη ελεγχόμενες λοιμώξεις
- σοβαρή ανεπάρκεια του μυοκαρδίου
- πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
- σοβαρές αρρυθμίες
- επίμονη μυελοκαταστολή
- προηγούμενη θεραπεία με μέγιστες αθροιστικές δόσεις idarubicin και/ή άλλες ανθρακυκλίνες και ανθρακενεδιόνες (Βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπεία με το φάρμακο (Βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZACORIST
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικά: Η idarubicin πρέπει να χορηγείται μόνον υπό την επίβλεψη ιατρών με εμπειρία στη χρήση χημειοθεραπείας. Αυτό εξασφαλίζει την άμεση και αποτελεσματική θεραπεία σοβαρών επιπλοκών της νόσου και/ή της αγωγής (π.χ. αιμορραγία, μαζικές λοιμώξεις). Οι ασθενείς πρέπει να έχουν ανακάμψει από οξεία τοξικότητα προηγούμενης κυτταροτοξικής θεραπείας (όπως στοματίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) πριν την έναρξη της θεραπείας με idarubicin.
Καρδιακή Λειτουργία: Η καρδιοτοξικότητα αποτελεί έναν κίνδυνο από τη θεραπεία με ανθρακυκλίνες που μπορεί να εκδηλωθεί με πρώιμα (δηλ. οξέα) ή όψιμα ( δηλ. καθυστερημένα) συμβάματα.
-
Πρώιμα (δηλ. Οξέα) Συμβάματα: Η πρώιμη καρδιοτοξικότητα της idarubicin συνίσταται κυρίως από φλεβοκομβική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ), όπως μη-ειδικές μεταβολές του κύματος ST-T. Έχουν επίσης αναφερθεί ταχυαρρυθμίες, περιλαμβανομένων των έκτακτων κοιλιακών συστολών και της κοιλιακής ταχυκαρδίας, της βραδυκαρδίας καθώς και του κολποκοιλιακού και σκελικού αποκλεισμού. Οι δράσεις αυτές συνήθως δεν οδηγούν σε εμφάνιση καθυστερημένης καρδιοτοξικότητας, σπάνια είναι κλινικής σημασίας και γενικά δεν αποτελούν αιτία διακοπής της θεραπείας με idarubicin.
-
Όψιμα (δηλ. Καθυστερημένα) Συμβάματα: Καθυστερημένη καρδιοτοξικότητα συνήθως εμφανίζεται αργά κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή εντός 2 έως 3 μηνών από το τέλος της θεραπείας. Ωστόσο ακόμη πιο καθυστερημένα συμβάματα έχουν αναφερθεί αρκετούς μήνες έως χρόνια μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Καθυστερημένη καρδιομυοπάθεια εκδηλώνεται με μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) και/ή σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF) όπως δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, εξαρτώμενο οίδημα, καρδιομεγαλία, ηπατομεγαλία, ολιγουρία, ασκίτη, υπερζωκοτική συλλογή και ρυθμός καλπασμού. Έχουν επίσης αναφερθεί υποξείες δράσεις όπως περικαρδίτιδα/μυοκαρδίτιδα. Η απειλητική για τη ζωή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) είναι η πλέον σοβαρή μορφή επαγόμενης από ανθρακυκλίνες καρδιομυοπάθειας και αντιπροσωπεύει την αθροιστική δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου.
Δεν έχουν καθοριστεί τα όρια αθροιστικής δόσης για την ενδοφλέβια (IV) και την από στόματος χορηγούμενη idarubicin. Ωστόσο, έχει αναφερθεί καρδιομυοπάθεια σχετιζόμενη με την idarubicin στο 5% των ασθενών που έλαβαν αθροιστικά IV δόσεις της τάξεως των 150 έως 290 mg/m . Διαθέσιμα στοιχεία από ασθενείς που έλαβαν από του στόματος αθροιστικές δόσεις συνολικά έως 400 mg/m υποδεικνύουν ότι υπάρχει μικρή πιθανότητα καρδιοτοξικότητας.
Η καρδιακή λειτουργία πρέπει να αξιολογηθεί πριν οι ασθενείς υποβληθούν σε θεραπεία με idarubicin και πρέπει να παρακολουθείται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πρόκλησης σοβαρής καρδιακής δυσλειτουργίας. Ο κίνδυνος μπορεί να μειωθεί με τακτική παρακολούθηση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άμεση διακοπή της idarubicin με το πρώτο σημείο δυσλειτουργίας.
Η κατάλληλη ποσοτική μέθοδος για επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της καρδιακής λειτουργίας (αξιολόγηση του LVEF) περιλαμβάνει Διερευνητικό σπινθηρογράφημα πολλαπλών θυρών (MUGA scan) ή ηχοκαρδιογράφημα (ECHO). Συνιστάται μία αρχική αξιολόγηση με ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και είτε με ραδιοϊσοτοπική κοιλιογραφία ισορροπίας (MUGA scan) είτε με υπερηχοκαρδιογράφημα (ECHO), ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιοτοξικότητα. Η αξιολόγηση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) πρέπει να επαναλαμβάνεται με ραδιοϊσοτοπική κοιλιογραφία ισορροπίας (MUGA scan) ή με υπερηχοκαρδιογράφημα (ECHO) ιδίως σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλότερη αθροιστική δόση ανθρακυκλίνης. Η τεχνική που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση πρέπει να είναι ίδια καθ’ όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης.
Οι παράγοντες κινδύνου καρδιοτοξικότητας περιλαμβάνουν ενεργή ή μη καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωρακίου/ περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες, και ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων με την ικανότητα να καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικά φάρμακα (π.χ trastuzumab).
Οι ανθρακυκλίνες συμπεριλαμβανομένου του idarubicin δεν πρέπει να χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες εκτός και αν η καρδιακή λειτουργία παρακολουθείται στενά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες μετά από διακοπή άλλων καρδιοτοξικών παραγόντων, ιδιαιτέρως αυτών με μεγάλους χρόνους ημιζωής όπως το trastuzumab, είναι δυνατόν να βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο να αναπτύξουν καρδιοτοξικότητα. Ο χρόνος ημιζωής του trastuzumab είναι περίπου 28,5 ημέρες και μπορεί να παραμείνει στην κυκλοφορία έως 24 εβδομάδες. Για τον λόγο αυτό, οι γιατροί πρέπει να αποφεύγουν την θεραπεία με ανθρακυκλίνες για διάστημα μέχρι 24 εβδομάδες μετά την διακοπή αγωγής με trastuzumab, εφόσον αυτό είναι δυνατό. Σε περίπτωση που χρησιμοποιηθούν ανθρακυκλίνες πριν το διάστημα αυτό συνιστάται στενή παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας του ασθενούς.
Η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρή σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές αθροιστικές δόσεις και σε αυτούς που έχουν παράγοντες κινδύνου. Ωστόσο, μπορεί να παρουσιαστεί καρδιοτοξικότητα με τη λήψη idarubicin σε χαμηλότερες αθροιστικές δόσεις ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου ή όχι.
Σε βρέφη και παιδιά φαίνεται να υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθησία σε επαγόμενη από ανθρακυκλίνες καρδιοτοξικότητα και πρέπει να γίνεται αξιολόγηση της καρδιακής λειτουργίας ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε μακροχρόνια βάση.
Είναι πιθανόν η τοξικότητα της idarubicin και των άλλων ανθρακυκλινών ή ανθρακενεδιονών να είναι αθροιστική.
Αιματολογική τοξικότητα. Η idarubicin είναι ένα ισχυρό κατασταλτικό του μυελού των οστών. Σοβαρή μυελοκαταστολή προκαλείται σε όλους τους ασθενείς στους οποίους χορηγείται μία θεραπευτική δόση αυτού του παράγοντα.. Απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση της αιματολογικής κατάστασης κατά τη διάρκεια κάθε κύκλου θεραπείας με idarubicin, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων. Μία δοσοεξαρτώμενη αναστρέψιμη λευκοπενία και/ή κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία) είναι η κυρίαρχη εκδήλωση της αιματολογικής τοξικότητας της idarubicin και είναι η πλέον συχvή οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα αυτού του φαρμάκου. Η λευκοπενία και η ουδετεροπενία είναι συνήθως σοβαρές. Μπορεί ακόμη να παρουσιαστούν θρομβοπενία και αναιμία. Τα ουδετερόφιλα και τα αιμοπετάλια φθάνουν συνήθως στο ναδίρ εντός 10 έως 14 ημερών μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Ωστόσο γενικά η αιματολογική κατάσταση επανέρχεται στα φυσιολογικά επίπεδα κατά τη διάρκεια της 3ης εβδομάδας. Οι κλινικές επιπτώσεις της σοβαρής μυελοκαταστολής περιλαμβάνουν πυρετό, λοιμώξεις, σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία των ιστών ή θάνατο.
Δευτεροπαθής Λευχαιμία. Δευτεροπαθής λευχαιμία με ή χωρίς προλευχαιμική φάση έχει αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν ανθρακυκλίνες συμπεριλαμβανομένης της idarubicin. Η δευτεροπαθής λευχαιμία είναι περισσότερο συχνή όταν αυτά τα φάρμακα χορηγούνται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που προκαλούν βλάβη στο DNA, όταν οι ασθενείς έχουν λάβει εντατική θεραπεία με κυτταροτοξικά φάρμακα ή όταν οι δόσεις των ανθρακυκλινών έχουν αυξηθεί κλιμακωτά. Αυτές οι λευχαιμίες μπορεί να έχουν λανθάνουσα περίοδο 1 έως 3 έτη.
Γαστρεντερικό. Η idarubicin προκαλεί έμετο. Βλεννογονίτιδα (κυρίως στοματίτιδα, λιγότερο συχνά οισοφαγίτιδα) εμφανίζεται γενικά σύντομα μετά τη χορήγηση του φαρμάκου και, αν είναι σοβαρή, μπορεί να εξελιχθεί εντός ολίγων ημερών σε εξελκώσεις βλεννογόνου. Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν από αυτήν την ανεπιθύμητη ενέργεια μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας. Περιστασιακά, έχουν παρατηρηθεί επεισόδια σοβαρών γαστρεντερικών συμβαμάτων (όπως διάτρηση ή αιμορραγία) σε ασθενείς που λαμβάνουν idarubicin από του στόματος και είχαν οξεία λευχαιμία ή ιστορικό άλλων παθολογικών διαταραχών ή είχαν λάβει φάρμακα που είναι γνωστά ότι οδηγούν σε γαστρεντερικές επιπλοκές. Ο ιατρός πρέπει να σταθμίσει το όφελος της από του στόματος idarubicin έναντι του κινδύνου σε ασθενείς με ενεργή γαστρεντερική νόσο με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας και/ή διάτρησης,
Ηπατική και/ή Νεφρική Λειτουργία. Καθώς η διαταραγμένη ηπατική και/ή νεφρική λειτουργία μπορεί να επηρεάσουν την κατανομή της idarubicin, πρέπει να αξιολογείται η λειτουργία του ήπατος και των νεφρών με καθιερωμένες κλινικές εργαστηριακές δοκιμασίες (χρησιμοποιώντας τη χολερυθρίνη και την κρεατινίνη του ορού ως δείκτες) τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε μερικές κλινικές δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, η θεραπεία αντενδείκνυτο εάν τα επίπεδα χολερυθρίνης και/ή κρεατινίνης στον ορό υπερέβαιναν τα 2,0 mg/dl. Με άλλες ανθρακυκλίνες εφαρμόζεται γενικά μείωση της δόσης κατά 50% εάν τα επίπεδα της χολερυθρίνης βρίσκονται μεταξύ 1,2 και 2,0 mg/dl.
Επίδραση στη θέση της ένεσης. Μπορεί να προκληθεί φλεβοσκλήρυνση από ένεση σε μικρό αγγείο ή από προηγούμενες ενέσεις στην ίδια φλέβα. Ο κίνδυνος για φλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδα στη θέση της ένεσης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί αν ακολουθηθεί η διαδικασία χορήγησης που συνιστάται (Βλ. Δοσολογία).
Εξαγγείωση. Η εξαγγείωση της idarubicin κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας ένεσης μπορεί να προκαλέσει τοπικό πόνο, σοβαρές βλάβες των ιστών (σχηματισμό φυσαλίδων, σοβαρή κυτταρίτιδα) και νέκρωση. Εάν παρουσιαστούν σημεία ή συμπτώματα εξαγγείωσης κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης της idarubicin, η έγχυση του φαρμάκου πρέπει να σταματήσει αμέσως.
Σύνδρομο λύσης όγκου. Η idarubicin μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία ως αποτέλεσμα του εκτεταμένου καταβολισμού της πουρίνης που συνοδεύει την ταχεία - επαγόμενη από το φάρμακο - λύση των νεοπλαστικών κυττάρων («σύνδρομο λύσης όγκου»). Τα επίπεδα του ουρικού οξέος, του καλίου, του φωσφορικού ασβεστίου και της κρεατινίνης πρέπει να αξιολογούνται μετά την αρχική θεραπεία. Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων καθώς και η προφύλαξη με αλλοπουρινόλη προκειμένου να προληφθεί η υπερουριχαιμία μπορεί να ελαχιστοποιήσουν πιθανές επιπλοκές του συνδρόμου λύσης όγκου.
Ανοσοκατασταλτική Επίδραση/ Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις. Η χορήγηση εμβολίων ζώντων ή ζώντων-εξασθενημένων οργανισμών σε ανοσοκατεσταλμένους από χημειοθεραπευτικούς παράγοντες ασθενείς περιλαμβανομένης της idarubicin, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Ο εμβολιασμός με εμβόλια ζώντων οργανισμών πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν idarubicin. Εμβόλια νεκρών ή απενεργοποιημένων οργανισμών μπορούν να χορηγηθούν ωστόσο, η ανταπόκριση σε τέτοια εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη.
Αναπαραγωγικό σύστημα. Συνιστάται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με idarubicin hydrochloride να λαμβάνουν αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και, εάν αυτό κριθεί κατάλληλο και υπάρχει η δυνατότητα, να αναζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος, εξαιτίας της πιθανότητα μη-αναστρέψιμης στειρότητας οφειλόμενης στη θεραπεία.
Άλλα. Όπως και με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, θρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμενα περιλαμβανομένης της πνευμονικής εμβολής έχουν αναφερθεί κατά τη χρήση της idarubicin.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZACORIST
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZACORIST
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες (δεν καταγράφονται με σειρά συχνότητας) έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με idarubicin.
- Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: λοίμωξη, σηψαιμία
- Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη-καθοριζόμενα: δευτεροπαθείς λευχαιμίες (οξεία μυελογενής λευχαιμία και μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο)
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: αναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: αναφυλαξία
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: ανορεξία, αφυδάτωση, υπερουριχαιμία
- Διαταραχές νευρικού συστήματος: εγκεφαλικές αιμορραγίες
- Καρδιακές διαταραχές: κολποκοιλιακός αποκλεισμός, σκελικός αποκλεισμός, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μυοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδα, φλεβοκομβική ταχυκαρδία, ταχυαρρυθμίες, βραδυκαρδία, έμφραγμα μυοκαρδίου
- Αγγειακές διαταραχές: αιμορραγία, εξάψεις, φλεβίτιδα, καταπληξία, θρομβοφλεβίτιδα, θρομβοεμβολή
- Διαταραχές του γαστρεντερικού: κοιλιακό άλγος ή αίσθημα καύσου, κολίτιδα (περιλαμβανομένης της εντεροκολίτιδας/ουδετεροπενικής εντεροκολίτιδας με διάτρηση), διάρροια, διαβρώσεις/εξελκώσεις, οισοφαγίτιδα, αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, βλεννογονίτιδα/στοματίτιδα, ναυτία, έμετος
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: ερύθημα των άκρων, αλωπεκία, υπερευαισθησία ερεθισμένου δέρματος («αντίδραση από αναμνηστική ακτινοβολία»), τοπική τοξικότητα, εξάνθημα/κνησμός, μεταβολές του δέρματος, υπερμελάγχρωση δέρματος και ονύχων, κνίδωση
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: κόκκινη χρώση των ούρων για 1-2 ημέρες μετά τη χορήγηση
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: πυρετός
- Έρευνες: ασυμπτωματικές μειώσεις του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας, μη φυσιολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημα, αύξηση των ηπατικών ενζύμων και της χολερυθρίνης
Αιμοποιητικό Σύστημα Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που οφείλεται στην αγωγή με idarubicin είναι η έκδηλη μυεολοκαταστολή. Ο αριθμός των λευκοκυττάρων και αιμοπεταλίων φθάνουν συνήθως στο ναδίρ εντός 10 έως 14 ημερών μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Ο αριθμός των κυττάρων επανέρχεται στα φυσιολογικά επίπεδα κατά τη διάρκεια της 3ης εβδομάδας. Κατά την διάρκεια της φάσης σοβαρής μυελοκαταστολής έχουν αναφερθεί θάνατοι λόγω λοιμώξεων και/ή αιμορραγιών. Οι κλινικές επιπτώσεις της μυελοκαταστολής περιλαμβάνουν πυρετό, λοιμώξεις, σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία των ιστών και μπορούν να οδηγήσουν σε θάνατο. Σε περίπτωση εμφάνισης εμπύρετης ουδετεροπενίας συνιστάται ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή.
Καρδιοτοξικότητα Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) που απειλεί τη ζωή είναι η πιο σοβαρή μορφή της καρδιομυοπάθειας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες και αντιπροσωπεύει την αθροιστική δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZACORIST
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γονιμότητα
Διαταραγμένη γονιμότητα. Η idarubicin μπορεί να προκαλέσει χρωμοσωμική βλάβη στα άνδρες. Για αυτό το λόγο, άρρενες που υποβάλλονται σε θεραπεία με idarubicin πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές αντισυλληπτικές μεθόδους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κύηση
Η εμβρυοτοξική δράση της idarubicin έχει δειχθεί σε μελέτες in vitro και in vivo. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Πρέπει να δίδεται συμβουλή στις γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν να αποφύγουν να μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η idarubicin πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνον εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το κύημα/έμβρυο. Η ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για τον πιθανό κίνδυνο για το κύημα/έμβρυο. Πρέπει να καθοδηγούνται οι γονείς που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, να ζητήσουν προηγουμένως τη συμβουλή γενετιστή εάν αυτό κριθεί κατάλληλο και υπάρχει η δυνατότητα.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν η idarubicin ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να δίδεται συμβουλή στις μητέρες να μην θηλάζουν κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας τους με το φάρμακο αυτό.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZACORIST
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZACORIST
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία, η idarubicin αποβάλλεται από τη συστηματική κυκλοφορία με τελικό χρόνο ημιζωής στο πλάσμα που κυμαίνεται από 11 μέχρι 25 ώρες και μεταβολίζεται εκτεταμένα στο δραστικό μεταβολίτη, την idarubicinol, η οποία αποβάλλεται βραδύτερα με χρόνο ημιζωής στο πλάσμα που κυμαίνεται από 41 μέχρι 69 ώρες. Το φάρμακο απεκκρίνεται από τη χολή και από τους νεφρούς, κυρίως σε μορφή idarubicinol. Οι μελέτες αναφορικά με τη συγκέντρωση του φαρμάκου σε κύτταρα (εμπύρηνα κύτταρα αίματος και μυελού των οστών) σε ασθενείς με λευχαιμία έδειξαν ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις της idarubicin στα κύτταρα επιτυγχάνονται μερικά λεπτά μετά την ένεση. Οι συγκεντρώσεις της idarubicin και της idarubicinol στα εμπύρηνα κύτταρα του αίματος και του μυελού των οστών είναι περισσότερο από εκατονταπλάσιες των συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Οι ταχύτητες απομάκρυνσης της idarubicin από το πλάσμα και από τα κύτταρα είναι σχεδόν συγκρίσιμες με τελικό χρόνο ημιζωής περίπου 15 ωρών. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της idarubicinol στα κύτταρα ήταν περίπου 72 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία: Η φαρμακοκινητική της idarubicin σε ασθενείς με ηπατική και/ή νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει αξιολογηθεί πλήρως. Αναμένεται ότι σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, ο μεταβολισμός της idarubicin μπορεί να επηρεασθεί και να οδηγήσει σε υψηλότερα συστηματικά επίπεδα φαρμάκου. Η διάθεση της idarubicin μπορεί να επηρεασθεί επίσης από τη νεφρική δυσλειτουργία. Επομένως, πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης σε ασθενείς με ηπατική και/ή νεφρική δυσλειτουργία (Βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις) και η idarubicin αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική και/ή νεφρική ανεπάρκεια (Βλ. Αντενδείξεις).
ΕΟΦ · 8.3
Κυτταροτοξικά αντιβιοτικά
expand_more
Κυτταροτοξικά αντιβιοτικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH:
- Χημικές ουσίες, παραγόμενες από μικροοργανισμούς, που αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA:
- ZRP63D75JW
- IDARUBICIN
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Τοποϊσομεράσης Ανθρακυκλίνης
- Χημική Δομή [CS] - Ανθρακυκλίνες
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Τοποϊσομεράσης
Η ινταρουμπικίνη είναι ένας Αναστολέας Τοποϊσομεράσης Ανθρακυκλίνης. Ο μηχανισμός δράσης της ινταρουμπικίνης είναι ως Αναστολέας Τοποϊσομεράσης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH:
- Χημικές ουσίες, παραγόμενες από μικροοργανισμούς, που αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.