ISOTRETINOIN
Ισοτρετινοΐνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σκευάσματα κατά της ακμής, Ρετινοειδή για τη θεραπεία της ακμής, κωδικός ATC: D10BA01 ### Μηχανισμός δράσης Η **ισοτρετινοΐνη** είναι ένα στερεοϊσομερές του all-trans ρετινοϊκού οξέος (τρετινοΐνη).
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
L70 Ακμή
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ακμή με κίνδυνο μόνιμων ουλών · Οζώδης ακμή · Συρρέουσα ακμή
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ISOTRETINOIN/BAILLEUL
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: μαζί με τροφή μία ή δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 0,5 mg/kg την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δόση πρέπει να αυξάνεται σε έως και 1 mg/kg/ημέρα ή έως ότου ο ασθενής να λαμβάνει τη μέγιστη ανεκτή δόση. Για τους περισσότερους ασθενείς, η δόση κυμαίνεται από 0,5 - 1,0 mg/kg την ημέρα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της προεφηβικής ακμής και δεν συνιστάται σε παιδιά ηλικίας μικρότερων των 12 ετών, λόγω έλλειψης δεδομένων σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια.
-
Ενήλικες συμπεριλαμβανομένων των εφήβων και των ηλικιωμένωνΔόση0,5 - 1,0 mg/kg την ημέραΜέγ. δόση1 mg/kg την ημέραΑθροιστική δόση θεραπείας 120-150 mg/kg. Διάρκεια κύκλου θεραπείας 16-24 εβδομάδων.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια)Δόση10 mg/ημέρα (αρχική δόση), μπορεί να αυξηθεί έως 1 mg/kg/ημέραΗ δόση πρέπει να αυξάνεται έως τη μέγιστη ανεκτή δόση.
-
Ασθενείς με δυσανεξίαΘεραπεία με χαμηλότερη δόση και, συνεπώς, για μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας και με υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής. Η δόση πρέπει να συνεχίζεται με την υψηλότερη ανεκτή δόση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Κύηση
-
Θηλασμός
-
Γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίαςΠληθυσμόςΓυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας εκτός εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Αλλεργία στα φιστίκια ή στη σόγια
-
Ηπατική ανεπάρκεια
-
Υπερβολικά αυξημένες τιμές λιπιδίων αίματος
-
Υπερβιταμίνωση Α
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με τετρακυκλίνες
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Τερατογόνος δράσηαντένδειξηΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΑυστηρή αντένδειξη εκτός αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης
-
Πρόγραμμα Πρόληψης Κύησης - ΑντισύλληψηπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΧρήση τουλάχιστον μίας μεθόδου αντισύλληψης υψηλής αποτελεσματικότητας ή δύο συμπληρωματικών εξαρτώμενων από τον χρήστη, για 1 μήνα πριν, καθ' όλη τη διάρκεια και 1 μήνα μετά τη θεραπεία.
-
Κύηση κατά τη θεραπείαπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκεςΔιακοπή θεραπείας και παραπομπή σε ειδικό στην τερατολογία
-
Κύηση μετά τη διακοπή της θεραπείαςπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκεςΥπάρχει κίνδυνος για σοβαρές διαμαρτίες διαπλάσεως του εμβρύου έως 1 μήνα μετά τη διακοπή
-
Μεταφορά φαρμάκουπροσοχήΠληθυσμόςΆνδρες ασθενείςΝα μην μοιράζονται το φάρμακο με κανέναν, ιδίως με γυναίκες
-
Διάθεση φαρμάκουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΕπιστροφή μη χρησιμοποιημένων καψακίων στον φαρμακοποιό στο τέλος της θεραπείας
-
Δωρεά αίματοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΔεν πρέπει να δωρίζουν αίμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά τη διακοπή
-
Ψυχιατρικές διαταραχές (κατάθλιψη, άγχος, αυτοκτονικός ιδεασμός)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς (ιδιαίτερη προσοχή σε ιστορικό κατάθλιψης)Παρακολούθηση για σημεία κατάθλιψης, παραπομπή για κατάλληλη θεραπεία
-
Έκθεση σε ήλιο/UVπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΑποφυγή έντονου ηλιακού φωτός ή υπεριωδών ακτίνων. Χρήση αντιηλιακού με SPF τουλάχιστον 15
-
Δερματικές επεμβάσεις (απόξεση, λέιζερ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΑποφυγή για 5-6 μήνες μετά τη θεραπεία
-
Αποτρίχωση με κερίπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΑποφυγή για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη θεραπεία
-
Ταυτόχρονη χρήση τοπικών κερατολυτικών ή απολεπιστικώνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΑποφυγή λόγω πιθανής αύξησης τοπικού ερεθισμού
-
Ξηροδερμία/Ξηρότητα χειλιώνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΧρήση ενυδατικής δερματικής αλοιφής/κρέμας και μαλακτικού για τα χείλη από την έναρξη της θεραπείας
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (EM, SJS, TEN)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΕνημέρωση για συμπτώματα, στενή παρακολούθηση. Διακοπή θεραπείας αν υποψία
-
Αναφυλακτικές αντιδράσεις/αλλεργική αγγειίτιδαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΔιακοπή θεραπείας και προσεκτική παρακολούθηση
-
Χρωστικές (Ponceau 4R, Sunset Yellow FCF)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΜπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις
-
Ξηροφθαλμία, δυσανεξία φακών επαφής, περιορισμένη νυχτερινή όρασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΧρήση λιπαντικής οφθαλμικής αλοιφής/δακρύων. Μπορεί να απαιτηθεί χρήση γυαλιών. Παραπομπή σε οφθαλμολόγο αν δυσκολίες στην όραση, μπορεί να απαιτηθεί διακοπή.
-
Μυαλγία, αρθραλγία, αυξημένη CPK, ραβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς (ιδιαίτερα με έντονη σωματική δραστηριότητα)Παρακολούθηση, προσοχή
-
ΙερολαγονίτιδαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κλινικά σημείαΠεραιτέρω αξιολόγηση (π.χ. MRI) αν κλινικά σημεία. Βελτιώνεται μετά διακοπή
-
Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρτασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΆμεση διακοπή του Isotretinoin/Ισοτρετινοΐνη εάν αναπτυχθεί. Συσχέτιση με ταυτόχρονη χρήση τετρακυκλινών
-
Ηπατικά ένζυμα (αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΕάν επίμονη, κλινικά σημαντική αύξηση, μείωση δόσης ή διακοπή θεραπείας
-
Μειωμένη νεφρική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργίαΈναρξη με χαμηλή δόση, τιτλοποίηση έως τη μέγιστη ανεκτή δόση
-
Μεταβολισμός λιπιδίων (υπερτριγλυκεριδαιμία)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΔιακοπή αν η υπερτριγλυκεριδαιμία δεν μπορεί να ελεγχθεί ή αν εμφανιστούν συμπτώματα παγκρεατίτιδας (>800 mg/dl ή 9 mmol/L)
-
Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (τοπική ειλεΐτιδα)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΆμεση διακοπή εάν εμφανιστεί σοβαρή (αιμορραγική) διάρροια
-
Δυσανεξία στην φρουκτόζη (λόγω σορβιτόλης)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (HFI)Δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο
-
Ασθενείς υψηλού κινδύνου (διαβήτης, παχυσαρκία, αλκοολισμός, διαταραχή μεταβολισμού λιπιδίων)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβήτη, παχυσαρκία, αλκοολισμό ή διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίωνΜπορεί να απαιτούνται συχνότεροι έλεγχοι λιπιδίων ορού και/ή γλυκόζης αίματος
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Βιταμίνη ΑαντένδειξηΚίνδυνος ανάπτυξης υπερβιταμίνωσης ΑΣύστασηΔεν πρέπει να λαμβάνεται ως ταυτόχρονη θεραπεία.
-
ΤετρακυκλίνεςαντένδειξηΠεριστατικά καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης (ψευδοόγκος εγκεφάλου)ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη θεραπεία.
-
Τοπικοί κερατολυτικοί ή απολεπιστικοί παράγοντεςπροσοχήΠιθανή αύξηση του τοπικού ερεθισμούΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Gram θετική (βλεννογονοδερματική) βακτηριακή λοίμωξη
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Θρομβοκυττάρωση
- Λεμφαδενοπάθεια
- Ουδετεροπενία
- Ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων αυξημένη
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Υπερευαισθησία
- Αλλεργική δερματική αντίδραση
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Υπερουριχαιμία
- Κατάθλιψη
- Επιδεινωθείσα κατάθλιψη
- Άγχος
- Μεταβολές της διάθεσης
- Αυτοκτονία
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Ψυχωσική διαταραχή
- Μη φυσιολογική συμπεριφορά
- Επιθετικές τάσεις
- Κεφαλαλγία
- Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση
- Σπασμοί
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Βλεφαρίτιδα
- Επιπεφυκίτιδα
- Ξηροφθαλμία
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Καταρράκτης
- Θολερότητα κερατοειδούς
- Κερατοειδίτιδα
- Φωτοφοβία
- Διαταραχές όρασης
- Θαμπή όραση
- Οίδημα της οπτικής θηλής (ως σημείο καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης)
- Αχρωματοψία (ελλείμματα οπτικής αντίληψης χρωμάτων)
- Δυσανεξία των φακών επαφής
- Περιορισμένη νυκτερινή όραση
- Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
- Αγγειίτιδα (για παράδειγμα κοκκιωμάτωση Wegener, αλλεργική αγγειίτιδα)
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Επίσταξη
- Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
- Βράγχος φωνής
- Ξηρότητα φάρυγγα
- Βρογχόσπασμος (ιδιαίτερα σε ασθενείς με άσθμα)
- Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
- Κολίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
- Αιμορραγική διάρροια
- Ναυτία
- Ειλεΐτιδα
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
- Αυξημένη χοληστερόλη αίματος
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
- Ηπατίτιδα
- Κνησμός
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Δερματίτιδα
- Χειλίτιδα
- Ξηροδερμία
- Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- Υπερτρίχωση
- Παρονυχία
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Υπέρχρωση δέρματος
- Αυξημένη εφίδρωση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Εντοπισμένη απολέπιση
- Ευθραυστότητα δέρματος (κίνδυνος τραύματος από τριβή)
- Κεραυνοβόλος ακμή
- Ακμή επιδεινωθείσα (αναζωπύρωση ακμής)
- Ερύθημα (προσώπου)
- Διαταραχή τριχοφυΐας
- Δυστροφία όνυχα
- Πυογόνο κοκκίωμα
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Αρθρίτιδα
- Τενοντίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Οσφυαλγία (ιδιαίτερα σε παιδιά και εφήβους ασθενείς)
- Ασβέστωση (ασβεστοποίηση συνδέσμων και τενόντων)
- Πρόωρη σύγκλειση των επιφύσεων
- Εξόστωση (υπερόστωση)
- Οστική πυκνότητα μειωμένη
- Ιερολαγονίτιδα
- Σπειραματονεφρίτιδα
- Ουρηθρίτιδα
- Αιματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της στυτικής δυσλειτουργίας και μειωμένης γενετήσιας ορμής
- Γυναικομαστία
- Αιδοιοκολπική ξηρότητα
- Κοκκιώδης ιστός (αυξημένος σχηματισμός)
- Αίσθημα κακουχίας
- Τριγλυκερίδια αίματος αυξημένα
- Υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη μειωμένη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςGram θετική (βλεννογονοδερματική) βακτηριακή λοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕντοπισμένη απολέπισηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕυθραυστότητα δέρματος (κίνδυνος τραύματος από τριβή)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΘρομβοκυττάρωσηΑίμα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΞηρότητα ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγία (ιδιαίτερα σε παιδιά και εφήβους ασθενείς)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΤαχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων αυξημένηΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΤριγλυκερίδια αίματος αυξημέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΥψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη μειωμένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΧειλίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη χοληστερόλη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣυχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑλλεργική δερματική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΕπιδεινωθείσα κατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΕπιθετικές τάσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΜεταβολές της διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΈκπτωση ακουστικής οξύτηταςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδα (για παράδειγμα κοκκιωμάτωση Wegener, αλλεργική αγγειίτιδα)Αγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑιμορραγική διάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑκμή επιδεινωθείσα (αναζωπύρωση ακμής)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΑσβέστωση (ασβεστοποίηση συνδέσμων και τενόντων)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΑυτοκτονίαΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑχρωματοψία (ελλείμματα οπτικής αντίληψης χρωμάτων)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΒράγχος φωνήςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμος (ιδιαίτερα σε ασθενείς με άσθμα)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχή τριχοφυΐαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΔυσανεξία των φακών επαφήςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΔυστροφία όνυχαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΕιλεΐτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕξόστωση (υπερόστωση)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΕρύθημα (προσώπου)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΖάληΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΘολερότητα κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΚαλοήθης ενδοκρανιακή υπέρτασηΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΚερατοειδίτιδαΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΚεραυνοβόλος ακμήΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΚοκκιώδης ιστός (αυξημένος σχηματισμός)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΜη φυσιολογική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΞηρότητα φάρυγγαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα της οπτικής θηλής (ως σημείο καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΟστική πυκνότητα μειωμένηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαρονυχίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠεριορισμένη νυκτερινή όρασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠρόωρη σύγκλειση των επιφύσεωνΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠυογόνο κοκκίωμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΣπειραματονεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤενοντίτιδαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπέρχρωση δέρματοςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπερτρίχωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΦλεγμονώδης νόσος του εντέρουΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑιδοιοκολπική ξηρότηταΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΙερολαγονίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΟυρηθρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της στυτικής δυσλειτουργίας και μειωμένης γενετήσιας ορμήςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ κύηση αποτελεί απόλυτη αντένδειξη για τη θεραπεία με Isotretinoin/Ισοτρετινοΐνη (βλ. Αντενδείξεις). Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη ένα μήνα πριν την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως ένα μήνα μετά τη θεραπεία. Εάν παρόλες αυτές τις προφυλάξεις σημειωθεί κύηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Isotretinoin/Ισοτρετινοΐνη ή στο μήνα που ακολουθεί, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος πολύ βαριάς και σοβαρής δυσπλασίας του εμβρύου. Οι εμβρυϊκές δυσμορφίες που σχετίζονται με την έκθεση στην ισοτρετινοΐνη περιλαμβάνουν ανωμαλίες του κεντρικού νευρικού συστήματος (υδροκέφαλος, δυσπλασία/ανωμαλίες της παρεγκεφαλίδας, μικροκεφαλία), δυσμορφία του προσώπου, λυκόστομα, διαμαρτίες του έξω ωτός (απουσία έξω ωτός, μικροί ή απόντες εξωτερικοί ακουστικοί πόροι), ανωμαλίες οφθαλμών (μικροφθαλμία), καρδιαγγειακές ανωμαλίες (δυσπλασίες του κώνου και του στελέχους της πνευμονικής αρτηρίας όπως τετραλογία Fallot, μετάθεση των μεγάλων αγγείων, ελλείμματα διαφράγματος), ανωμαλία του θύμου αδένα και ανωμαλίες παραθυρεοειδών αδένων. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος αυτόματης αποβολής. Εάν μια γυναίκα που λαμβάνει Isotretinoin/Ισοτρετινοΐνη μείνει έγκυος, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και η ασθενής πρέπει να παραπέμπεται σε γιατρό με εξειδίκευση ή εμπειρία στην τερατολογία για αξιολόγηση και λήψη συμβουλών.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ ισοτρετινοΐνη είναι σε μεγάλο βαθμό λιπόφιλη, συνεπώς η διέλευση της ισοτρετινοΐνης στο μητρικό γάλα είναι πολύ πιθανή. Λόγω της πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών στο παιδί που εκτίθεται μέσω του μητρικού γάλακτος, η χρήση ισοτρετινοΐνης αντενδείκνυται σε θηλάζουσες μητέρες (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΗ ισοτρετινοΐνη, σε θεραπευτικές δοσολογίες, δεν επηρεάζει τον αριθμό, την κινητικότητα και τη μορφολογία του σπέρματος και δεν θέτει σε κίνδυνο το σχηματισμό και την ανάπτυξη του εμβρύου εκ μέρους του άνδρα που λαμβάνει ισοτρετινοΐνη.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- βαριάς μορφής κεφαλαλγία
- ναυτία
- έμετο
- υπνηλία
- ευερεθιστότητα
- κνησμό
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σκευάσματα κατά της ακμής, Ρετινοειδή για τη θεραπεία της ακμής, κωδικός ATC: D10BA01
Μηχανισμός δράσης
Η ισοτρετινοΐνη είναι ένα στερεοϊσομερές του all-trans ρετινοϊκού οξέος (τρετινοΐνη). Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της ισοτρετινοΐνης δεν έχει ακόμη λεπτομερώς διευκρινισθεί, έχει όμως τεκμηριωθεί πως η παρατηρούμενη βελτίωση της κλινικής εικόνας της βαριάς ακμής συσχετίζεται με την καταστολή της δραστηριότητας των σμηγματογόνων αδένων και την ιστολογικώς εξακριβωμένη μείωση του μεγέθους των σμηγματογόνων αδένων. Επιπλέον, έχει τεκμηριωθεί η δερματική αντιφλεγμονώδης δράση της ισοτρετινοΐνης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η υπερκερατινοποίηση της επιθηλιακής στοιβάδας της τριχοσμηγματογόνου μονάδας οδηγεί σε απόπτωση των κερατινοκυττάρων στον πόρο και την έμφραξή του από την κερατίνη και το υπερβολικό σμήγμα. Ακολουθεί ο σχηματισμός φαγέσωρα και, σταδιακά, φλεγμονώδεις αλλοιώσεις. Η ισοτρετινοΐνη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των σμηγματογόνων κυττάρων και φαίνεται ότι δρα στην ακμή ρυθμίζοντας εκ νέου το κανονικό πρόγραμμα διαφοροποίησης. Το σμήγμα είναι ένα κύριο υπόστρωμα για την ανάπτυξη του Propionibacterium acnes κι έτσι η μειωμένη παραγωγή σμήγματος αναστέλλει το βακτηριακό αποικισμό του πόρου.
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της ισοτρετινοΐνης από τη γαστρεντερική οδό είναι μεταβλητή και γραμμική ως προς τη δόση στο θεραπευτικό εύρος. Δεν έχει προσδιορισθεί η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ισοτρετινοΐνης, δεδομένου ότι η ουσία δεν είναι διαθέσιμη ως ενδοφλέβιο σκεύασμα για ανθρώπινη χρήση, η εξαγωγή όμως συμπερασμάτων από μελέτες σε σκύλους θα υποδείκνυε μία αρκετά χαμηλή και μεταβλητή συστηματική βιοδιαθεσιμότητα. Όταν η ισοτρετινοΐνη λαμβάνεται μαζί με τροφή, η βιοδιαθεσιμότητα διπλασιάζεται σε σύγκριση με τη λήψη της υπό συνθήκες νηστείας.
Κατανομή
Η ισοτρετινοΐνη δεσμεύεται εκτενώς με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κατά κύριο λόγο με τη λευκωματίνη (99,9%). Ο όγκος κατανομής της ισοτρετινοΐνης στον άνθρωπο δεν έχει προσδιορισθεί, δεδομένου ότι η ισοτρετινοΐνη δεν είναι διαθέσιμη ως ενδοφλέβιο σκεύασμα για ανθρώπινη χρήση. Στους ανθρώπους, υπάρχουν διαθέσιμες ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με την κατανομή της ισοτρετινοΐνης στους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις της ισοτρετινοΐνης στην επιδερμίδα αντιστοιχούν μόνο στο ήμισυ των συγκεντρώσεων στον ορό. Οι συγκεντρώσεις της ισοτρετινοΐνης στο πλάσμα είναι περίπου 1,7 φορές εκείνων στο ολικό αίμα, λόγω της χαμηλής διείσδυσης της ισοτρετινοΐνης στα ερυθροκύτταρα.
Βιομετασχηματισμός
Μετά την από στόματος χορήγηση της ισοτρετινοΐνης, έχουν ταυτοποιηθεί στο πλάσμα τρεις κύριοι μεταβολίτες: 4-οξο-ισοτρετινοΐνη, τρετινοΐνη (all-trans ρετινοϊκό οξύ) και 4-οξο-τρετινοΐνη. Οι μεταβολίτες αυτοί έχουν παρουσιάσει βιολογική δραστικότητα σε αρκετές in vitro δοκιμασίες. Σε μία κλινική μελέτη καταδείχθηκε ότι η 4-οξο-ισοτρετινοΐνη διαθέτει σημαντική συνεισφορά στη δραστικότητα της ισοτρετινοΐνης (μείωση του ρυθμού έκκρισης σμήγματος, παρά την απουσία επίδρασης στα επίπεδα ισοτρετινοΐνης και τρετινοΐνης στο πλάσμα). Άλλοι ήσσονος σημασίας μεταβολίτες περιλαμβάνουν συζευγμένα γλυκουρονίδια. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η 4-οξο-ισοτρετινοΐνη, οι συγκεντρώσεις της οποίας στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 2,5 φορές υψηλότερες εκείνων της μητρικής ουσίας. Η ισοτρετινοΐνη και η τρετινοΐνη (all-trans ρετινοϊκό οξύ) μεταβολίζονται με τρόπο αμφίδρομο (μετατρέπονται η μία στην άλλη) και ο μεταβολισμός της τρετινοΐνης συνδέεται κατ’ αυτόν τον τρόπο με εκείνον της ισοτρετινοΐνης. Έχει υπολογιστεί ότι το 20-30% μίας δόσης ισοτρετινοΐνης μεταβολίζεται μέσω ισομερίωσης. Η εντεροηπατική κυκλοφορία μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ισοτρετινοΐνης στον άνθρωπο. Σε in vitro μελέτες μεταβολισμού έχει καταδειχθεί η συμμετοχή αρκετών ενζύμων του CYP στο μεταβολισμό της ισοτρετινοΐνης προς 4-οξο-ισοτρετινοΐνη και τρετινοΐνη. Καμία μεμονωμένη ισομορφή δεν φαίνεται να διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο. Η ισοτρετινοΐνη και οι μεταβολίτες της δεν επηρεάζουν σημαντικά τη δραστικότητα του CYP.
Αποβολή
Μετά την από στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης ισοτρετινοΐνης ανακτήθηκαν περίπου ίσα κλάσματα δόσης στα ούρα και τα κόπρανα. Μετά την από στόματος χορήγηση ισοτρετινοΐνης, ο χρόνος ημίσειας ζωή τελικής αποβολής του αμετάβλητου φαρμάκου σε ασθενείς με ακμή έχει διάμεση τιμή 19 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τελικής αποβολής της 4-οξο-ισοτρετινοΐνης είναι μεγαλύτερος, με διάμεση τιμή τις 29 ώρες. Η ισοτρετινοΐνη είναι ένα φυσιολογικά απαντώμενο ρετινοειδές και οι ενδογενείς συγκεντρώσεις ρετινοειδούς επιτυγχάνονται εντός περίπου δύο εβδομάδων μετά το τέλος της θεραπείας με ισοτρετινοΐνη.
Ηπατική δυσλειτουργία
Καθώς η ισοτρετινοΐνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, οι πληροφορίες για τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ισοτρετινοΐνης σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών είναι περιορισμένες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η νεφρική ανεπάρκεια δεν περιορίζει σημαντικά την κάθαρση της ισοτρετινοΐνης ή της 4-οξο-ισοτρετινοΐνης από το πλάσμα.
- Μηχανισμός δράσης: Η ισοτρετινοΐνη μειώνει αισθητά την παραγωγή σμήγματος και συρικνώνει τους σμηγματογόνους αδένες. Σταθεροποιεί την κερατινοποίηση και αποτρέπει το σχηματισμό κομοδόνων. Μειώνει επίσης τη φλεγμονή σε μέτρια-σοβαρή φλεγμονώδη ακμή. Ο…
Απορρόφηση Η απορρόφηση της ισοτρετινοΐνης από τη γαστρεντερική οδό είναι μεταβλητή και γραμμική ως προς τη δόση στο θεραπευτικό εύρος. Δεν έχει προσδιορισθεί η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ισοτρετινοΐνης, δεδομένου ότι η ουσία δεν είναι διαθέσιμη ως…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Τεστ κύησης
· Πριν την έναρξη, μηνιαία κατά τη διάρκεια, 1 μήνα μετά τη διακοπή
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
- Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) · Πριν τη θεραπεία, 1 μήνα μετά την έναρξη, μετά ανά 3 μήνες (ή συχνότερα κλινική ένδειξη)
- Λιπίδια ορού · Πριν τη θεραπεία, 1 μήνα μετά την έναρξη, μετά ανά 3 μήνες (ή συχνότερα κλινική ένδειξη)
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Συχνότεροι έλεγχοι | Διαβήτης, παχυσαρκία, αλκοολισμός ή διαταραχή μεταβολισμού λιπιδίων |
| Λιπίδια ορού | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | Συχνότεροι έλεγχοι | Διαβήτης, παχυσαρκία, αλκοολισμός ή διαταραχή μεταβολισμού λιπιδίων |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση (κατάθλιψη) | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Συνεχής παρακολούθηση | Όλοι οι ασθενείς (ιστορικό κατάθλιψης) |
| Οφθαλμολογική γνωμάτευση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Εφόσον απαιτείται | Δυσκολίες στην όραση |
| Κλινική παρακολούθηση (δερματικές αντιδράσεις) | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | Στενή παρακολούθηση | — |
| Συμμόρφωση με αντισύλληψη | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Μηνιαία | Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αξιολόγηση ιερολαγονίτιδας (MRI) | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | Εφόσον απαιτείται | Κλινικά σημεία ιερολαγονίτιδας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
-
Τι είναι: Ισοτρετινοΐνη είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της σοβαρής ακμής. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιείται και για την πρόληψη ορισμένων κακοήθειων του δέρματος. Πρόκειται για ρετινοειδές, δηλαδή προέρχεται από τη βιταμίνη Α και απαντά σε μικρές ποσότητες φυσικά στον οργανισμό. Η ισοτρετινοΐνη δεσμεύεται και ενεργοποιεί τους πυρηνικούς υποδοχείς οξέος ρετινοϊκού (RAR), προκαλώντας ρύθμιση της κυτταρικής προετοιμασίας (που αφορά τον πολλαπλασιασμό) και διαφοροποίησης. Επιπλέον εμφανίζει ανοσοτροποποιητικές και αντιφλεγμονώδεις αποκρίσεις και αναστέλλει την ορνιθίνη αποκαρβοξυλάση, με αποτέλεσμα τη μείωση της σύνθεσης πολυαμινών και της κερατινοποίησης.
-
Κύριος μηχανισμός δράσης: Επίδραση σε μοριακό επίπεδο με τη μείωση της παραγωγής σμήγματος και τη συρρίκνωση των σμηγματογόνων αδένων, σταθεροποίηση της κερατινοποίησης και αποτροπή σχηματισμού κομοδόνων. Μειώνει επίσης τη φλεγμονή σε μέτρια-σοβαρή φλεγμονώδη ακμή. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης αγνοείται, αλλά γνωστό είναι ότι αλλάζει τη μεταγραφή του DNA.
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες (γενικά): Τερατογόνοτητα. Επίσης μπορεί να προκαλέσει μυκοκοταδερματικές παρενέργειες όπως χειλίτιδα, ξηροδερμία και ξηροφθαλμία.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Δήλωση ένδειξης: Για τη θεραπεία της σοβαρής, επίμονης κομβώδους ακμής.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Φαρμακολογία: Η ισοτρετινοΐνη, ρετινοειδές, χρησιμοποιείται στη θεραπεία της σοβαρής επίμονης κομβώδους ακμής. Οι κόμβοι είναι φλεγμονώδεις βλάβες με διάμετρο 5 mm ή μεγαλύτερη. Οι κόμβοι μπορεί να γίνουν πυώδεις ή αιμορραγικοί. “Σοβαρή” ορισμός σημαίνει κατά πλάτος πολλοί κόμβοι αντί για λίγους ή ορισμένους. Η κλινική βελτίωση συνδέεται με μείωση της έκκρισης σμήγματος. Η μείωση της έκκρισης σμήγματος είναι προσωρινή και σχετίζεται με την δόση και τη διάρκεια της θεραπείας με Accutane, και αντικατοπτρίζει μείωση στο μέγεθος των σμηγματογόνων αδένων και αναστολή διαφοροποίησης των σμηγματογόνων αδένων.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Μηχανισμός δράσης: Η ισοτρετινοΐνη μειώνει αισθητά την παραγωγή σμήγματος και συρικνώνει τους σμηγματογόνους αδένες. Σταθεροποιεί την κερατινοποίηση και αποτρέπει το σχηματισμό κομοδόνων. Μειώνει επίσης τη φλεγμονή σε μέτρια-σοβαρή φλεγμονώδη ακμή. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης είναι άγνωστος, ωστόσο γνωρίζεται ότι αλλάζει τη μεταγραφή του DNA.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
- Ημιζωή: 17-50 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Πρωτεϊνική δέσμευση: 99.9%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
- Οδός απέκκρισης: Μεταβολίτες της ισοτρετινοΐνης μεταβολίζονται σε συνενώσεις, οι οποίες τελικά εκκρίνονται στα ούρα και στα κόπρανα. Οι μεταβολίτες και οι συνενώσεις εκκρίνονται τελικά στα κόπρανα και στα ούρα σε σχετικά ίσα ποσά (συνολικά 65%-83%).
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- Καθαρισμός (Clearance): 96 ± 6.27 L/ώρα [Παιδιατρικοί ασθενείς, 12–15 ετών με σοβαρή επίμονη κομβώδη ακμή]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
- Τοξικότητα: Η ισοτρετινοΐνη είναι τερατογόνος. Προκαλεί επίσης μυκοκονο-κερατοδερματικές παρενέργειες, όπως χειλίτιδα, ξηροδερμία και ξηροφθαλμία.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η ισοτρετινοΐνη παράγει τα αποτελέσματά της μέσω της τροποποίησης της προόδου μέσω του κυτταρικού κύκλου, της κυτταρικής διαφοροποίησης, της επιβίωσης και της απόπτωσης. Αυτές οι δράσεις μειώνουν την παραγωγή σμήγματος, εμποδίζοντας την απόφραξη των πόρων και την ανάπτυξη των βακτηρίων που προκαλούν ακμή. Η ισοτρετινοΐνη και η 4-οξο-ισοτρετινοΐνη μειώνουν σημαντικά την παραγωγή σμήγματος. Η ισοτρετινοΐνη έχει μικρή ή καθόλου συγγένεια για τις πρωτεΐνες δέσμευσης ρετινόλης (RBPs) και τους πυρηνικούς υποδοχείς ρετινοϊκού οξέος (RARs). Η τρετινοΐνη και η 4-οξο-τρετινοΐνη δεσμεύονται στον υποδοχέα RAR-γ, ο οποίος θεωρείται ότι αποτελεί μέρος της δράσης της ισοτρετινοΐνης στη θεραπεία της ακμής. Η ισοτρετινοΐνη προκαλεί απόπτωση στα σεβοκύτταρα, οδηγώντας σε μείωση της παραγωγής σμήγματος. Η ισοτρετινοΐνη μειώνει επίσης το σχηματισμό φαγεσώρων μειώνοντας την υπερκεράτωση μέσω άγνωστου μηχανισμού. Η ισοτρετινοΐνη δεν σκοτώνει άμεσα τα βακτήρια, αλλά μειώνει το μέγεθος των σμηγματογόνων πόρων και καθιστά το μικροπεριβάλλον λιγότερο φιλόξενο για τα βακτήρια που προκαλούν ακμή. Μπορεί επίσης να ενισχύσει τους ανοσολογικούς μηχανισμούς και να τροποποιήσει τη χημειοταξία των μονοκυττάρων για τη μείωση της φλεγμονής. Υπάρχουν προκαταρκτικά στοιχεία που υποδηλώνουν ότι η ισοτρετινοΐνη μπορεί να αλληλεπιδρά με το FoxO1, το οποίο μπορεί να εξηγήσει έναν σημαντικό αριθμό από τις ανεξήγητες δράσεις της ισοτρετινοΐνης.
Αυτή η εργασία ανασκοπεί την τερατογένεση της ισοτρετινοΐνης σε σχέση με τις πτυχές της διακύμανσης των ειδών, της τοξικοκινητικής και του μεταβολισμού. Τα μη ευαίσθητα είδη (αρουραίος, ποντικός) αποβάλλουν το φάρμακο γρήγορα μέσω αποτοξίνωσης προς τη β-γλυκουρονιδάση. Η πλακουντιακή μεταφορά είναι περιορισμένη σε αυτά τα είδη. Από την άλλη πλευρά, στα ευαίσθητα είδη (πρωτεύοντα), το φάρμακο μεταβολίζεται κυρίως στην ενεργό 13-cis-4-οξο-ρετινοϊκή οξύ. Η πλακουντιακή μεταφορά είναι πιο εκτεταμένη εδώ. Οι β-γλυκουρονιδάσες έδειξαν περιορισμένη πλακουντιακή μεταφορά σε όλα τα εξεταζόμενα είδη. Αυτοί οι μεταβολίτες παρουσίαζαν πολύ χαμηλές, αν υπήρχαν, μετρήσιμες συγκεντρώσεις στον άνθρωπο. Το 13-cis-ρετινοϊκό οξύ δεν δεσμεύεται σημαντικά σε κυτταρικές πρωτεΐνες δέσμευσης ρετινοειδών ή πυρηνικούς υποδοχείς και παρουσιάζει χαμηλή κατανομή στους ιστούς και πλακουντιακή μεταφορά. Η πρόσβασή του στον πυρήνα μπορεί να είναι εκτεταμένη. Λόγω του μεγάλου χρόνου ημίσειας ζωής του 13-cis-ρετινοϊκού οξέος, η συνεχής ισομερείωση οδηγεί σε σημαντικά επίπεδα περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου όλων-trans-ρετινοϊκού οξέος στον ποντικό, τον πίθηκο και τον άνθρωπο. Το σχηματιζόμενο all-trans-ρετινοϊκό οξύ κατανέμεται εκτενώς διαμέσου του πλακούντα και μπορεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα που συμβάλλει στην τερατογόνο δράση του 13-cis-ρετινοϊκού οξέος. Η ισομερείωση δεν μπορεί να εξηγήσει τις τερατογόνες επιδράσεις του 13-cis-ρετινοϊκού οξέος στον αρουραίο και το κουνέλι. Συμπεραίνεται ότι η υψηλή τερατογόνος δραστηριότητα της ισοτρετινοΐνης σε ευαίσθητα είδη (άνθρωπος, πίθηκος) σχετίζεται με την αργή απέκκριση του 13-cis-ισομερούς, τον μεταβολισμό στο 4-οξο-παράγωγο, την αυξημένη πλακουντιακή μεταφορά, τη συνεχή ισομερείωση και τη σημαντική έκθεση του ιστού-στόχου σε all-trans-ρετινοϊκό οξύ, και την έλλειψη δέσμευσης σε κυτταροπλασματικές πρωτεΐνες δέσμευσης ρετινοειδών που θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν σε εύκολη πρόσβαση στον πυρήνα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Οι ασθενείς φτάνουν σε μέγιστη συγκέντρωση 74-511ng/mL μετά από 1-4 ώρες μετά από από του στόματος δόση 100mg. Η ισοτρετινοΐνη απορροφάται καλύτερα με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και η βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να διαφέρει από μάρκα σε μάρκα. Μετά από από του στόματος δόση 40mg, οι νηστικοί εθελοντές έφτασαν σε μέγιστη συγκέντρωση 314ng/mL σε 2,9 ώρες με περιοχή κάτω από την καμπύλη 4055ng/mLhr. Οι εθελοντές που έλαβαν γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και από του στόματος δόση 40mg έφτασαν σε μέγιστη συγκέντρωση 395ng/mL σε 6,4 ώρες με περιοχή κάτω από την καμπύλη 6095ng/mLmL.
Η ισοτρετινοΐνη και οι μεταβολίτες της συζεύγονται και απεκκρίνονται στα ούρα και τα κόπρανα σε παρόμοιες ποσότητες. Το 53-74% μιας από του στόματος δόσης αποβάλλεται ως αμετάβλητη ισοτρετινοΐνη στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής στους ανθρώπους είναι άγνωστος επειδή δεν υπάρχει ενδοφλέβιο σκεύασμα. Σε μια μελέτη παιδιατρικών ασθενών με νευροβλάστωμα, ο όγκος κατανομής βρέθηκε να είναι 85L. Ο όγκος κατανομής βρέθηκε επίσης να είναι 2432mL/kg σε ινδικά χοιρίδια και 1716mL/kg σε παχύσαρκους αρουραίους.
Η κάθαρση της ισοτρετινοΐνης είναι 15,9L/h σε παιδιατρικούς ασθενείς με νευροβλάστωμα. Η κάθαρση είναι επίσης 21,3mL/min/kg σε ινδικά χοιρίδια και 7,2mL/min/kg σε παχύσαρκους αρουραίους.
Μετά από από του στόματος χορήγηση ισοτρετινοΐνης, υπάρχει εμφανής χρόνος καθυστέρησης περίπου 0,5-2 ωρών πριν το φάρμακο εμφανιστεί στη συστηματική κυκλοφορία. Ο χρόνος καθυστέρησης πιστεύεται ότι οφείλεται στη διάλυση της κάψουλας και την επακόλουθη διάλυση του φαρμάκου στα γαστρεντερικά περιεχόμενα. Η απορρόφηση του φαρμάκου μετά από αυτόν τον χρόνο καθυστέρησης είναι ταχεία. Η πραγματική βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορηγούμενης ισοτρετινοΐνης δεν έχει προσδιοριστεί σε ανθρώπους, αλλά μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι περίπου το 25% μιας από του στόματος δόσης του φαρμάκου φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία ως αμετάβλητη ισοτρετινοΐνη. Η χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα που παρατηρείται σε ζώα μπορεί να οφείλεται σε βιοαποδόμηση του φαρμάκου στον αυλό του γαστρεντερικού σωλήνα ή/και μεταβολισμό του φαρμάκου κατά την απορρόφηση (στο βλεννογόνο του γαστρεντερικού) και την πρώτη διέλευση από το ήπαρ. Τρόφιμα ή/και γάλα αυξάνουν την απορρόφηση της ισοτρετινοΐνης από το γαστρεντερικό. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο αίμα της ισοτρετινοΐνης καθυστερούν ελαφρώς και αυξάνονται σημαντικά, και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο αίμα (AUC) του φαρμάκου είναι περίπου 1,5-2 φορές μεγαλύτερη όταν η ισοτρετινοΐνη χορηγείται 1 ώρα πριν, ταυτόχρονα με, ή 1 ώρα μετά από γεύμα, σε σύγκριση με τη χορήγηση του φαρμάκου σε νηστική κατάσταση. Λόγω της υψηλής λιποφιλικότητάς του, η από του στόματος απορρόφηση της ισοτρετινοΐνης ενισχύεται όταν το φάρμακο χορηγείται με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Σε μια διασταυρούμενη μελέτη 74 υγιών ενηλίκων που έλαβαν μία εφάπαξ δόση ισοτρετινοΐνης 80mg (ως δύο κάψουλες 40mg) σε νηστική και χορτασμένη κατάσταση, τόσο η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση όσο και η συνολική περιοχή κάτω από την πλασματική καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) του φαρμάκου διπλασιάστηκαν όταν η ισοτρετινοΐνη χορηγήθηκε αμέσως μετά από ένα τυποποιημένο γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, σε σύγκριση με τη χορήγηση σε νηστική κατάσταση. Επειδή ο παρατηρούμενος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του φαρμάκου παρέμεινε αμετάβλητος, υποδηλώνεται ότι η τροφή φαίνεται να αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της ισοτρετινοΐνης χωρίς να αλλοιώνει τη διάθεσή της. Ο χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση αυξήθηκε επίσης με την τροφή και μπορεί να σχετίζεται με μια μεγαλύτερη φάση απορρόφησης. Κατά συνέπεια, οι κατασκευαστές συνιστούν οι κάψουλες ισοτρετινοΐνης να χορηγούνται πάντα με τροφή.
Ο αρμονικός μέσος χρόνος αποβολής για την ταυτόχρονη ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση ισοτρετινοΐνης ήταν περίπου 5,5 ώρες. Η μέση κάθαρση αίματος, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, και η εγγενής κάθαρση, μετά από από του στόματος χορήγηση, ήταν 5,19 και 6,63 mL/min/kg, αντίστοιχα. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα απορρόφησης ήταν περίπου 21%, υποδεικνύοντας μια συνολική επίδραση πρώτης διέλευσης περίπου 80%. Η ανάλυση του περιεχομένου του εντέρου για τη συνολική (14)C-δραστηριότητα υποδηλώνει ότι ένα κλάσμα της δόσης ισοτρετινοΐνης βιολογικά ή χημικά διασπάστηκε στον αυλό του εντέρου πριν την απορρόφηση.
Οι κλινικές δόσεις ισοτρετινοΐνης κυμαίνονται από 0,5 έως 8 mg/kg/ημέρα, με οξείες παρενέργειες να εμφανίζονται μετά από δόσεις 1 mg/kg/ημέρα ή μεγαλύτερες. Οι πλασματικές συγκεντρώσεις ισοτρετινοΐνης μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις κορυφώνονται μεταξύ 2 έως 4 ωρών και παρουσιάζουν χρόνους ημίσειας ζωής αποβολής 10 έως 20 ωρών. Οι καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου στο αίμα της ισοτρετινοΐνης μετά από σχήμα εφάπαξ ή πολλαπλής δόσης περιγράφονται καλά από ένα γραμμικό μοντέλο με διφασικά χαρακτηριστικά διάθεσης. … Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα ρετινοειδή παράγουν μέγιστο αποτέλεσμα σε περίπου 8 εβδομάδες (στην υψηλότερη ανεκτή δόση), με αργή υποτροπή των συμπτωμάτων που συνήθως εμφανίζεται εντός μερικών εβδομάδων μετά τη διακοπή της θεραπείας, εκτός από τη θεραπεία της κυστικής ακμής με ισοτρετινοΐνη. Η διατήρηση ή η διαλείπουσα δοσολογία συνήθως οδηγεί σε παράταση της ύφεσης.
Μια μελέτη περίπτωσης που αφορά τη διάθεση του 13-cis-ρετινοϊκού οξέος σε εμβρυϊκούς ιστούς από μια γυναίκα που έλαβε ακούσια 40 mg/ημέρα ισοτρετινοΐνης από την 8η έως την 28η ημέρα κύησης συζητήθηκε. Όταν η κύηση τερματίστηκε την 31η ημέρα, μεταξύ 72 και 80 ωρών μετά την τελευταία δόση ισοτρετινοΐνης, ελήφθησαν δείγματα μητρικού ορού. Οι συγκεντρώσεις ρετινοειδών στον μητρικό ορό, τον εμβρυϊκό ιστό και 6 δείγματα πλακουντιακού ιστού μετρήθηκαν αργότερα με χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στους ανθρώπους, η πρόσληψη ισοτρετινοΐνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης οδηγεί σε υψηλές ενδοπλακουντιακές και εμβρυϊκές συγκεντρώσεις all-trans-ρετινοϊκού οξέος, σε αντίθεση με ό,τι είχε προηγουμένως ανακαλυφθεί σε πειράματα σε ποντικούς. Συμπεράστηκε ότι η μεταβολική ενεργοποίηση της ισοτρετινοΐνης στο all-trans ισομερές θα μπορούσε να είναι υπεύθυνη για την τερατογένεση της ισοτρετινοΐνης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το 13-cis-Retinoic acid (11 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η ισοτρετινοΐνη, ή 13-cis-ρετινοϊκό οξύ, μπορεί να υποστεί αναστρέψιμη ισομερείωση cis-trans σε all-trans-ρετινοϊκό οξύ. Η ισοτρετινοΐνη υφίσταται 4-υδροξυλίωση σε 4-υδροξυ-13-cis-ρετινοϊκό οξύ, το οποίο οξειδώνεται στον κύριο μεταβολίτη 4-οξο-13-cis-ρετινοϊκό οξύ. Το all-trans-ρετινοϊκό οξύ υφίσταται 4-υδροξυλίωση σε 4-υδροξυ-all-trans-ρετινοϊκό οξύ, το οποίο οξειδώνεται σε 4-οξο-all-trans-ρετινοϊκό οξύ. Το 4-οξο-13-cis-ρετινοϊκό οξύ μπορεί να υποστεί αναστρέψιμη ισομερείωση cis-trans σε 4-οξο-all-trans-ρετινοϊκό οξύ.
… Σε εθελοντές και ασθενείς, ένας κύριος μεταβολίτης στο αίμα της ισοτρετινοΐνης είναι η 4-οξο-ισοτρετινοΐνη, η οποία αποβάλλεται πιο αργά από την ισοτρετινοΐνη και μπορεί να συμμετέχει στην τερατογένεση.
Αυτή η εργασία ανασκοπεί την τερατογένεση της ισοτρετινοΐνης σε σχέση με τις πτυχές της διακύμανσης των ειδών, της τοξικοκινητικής και του μεταβολισμού. Τα μη ευαίσθητα είδη (αρουραίος, ποντικός) αποβάλλουν το φάρμακο γρήγορα μέσω αποτοξίνωσης προς τη β-γλυκουρονιδάση. Η πλακουντιακή μεταφορά είναι περιορισμένη σε αυτά τα είδη. Από την άλλη πλευρά, στα ευαίσθητα είδη (πρωτεύοντα), το φάρμακο μεταβολίζεται κυρίως στην ενεργό 13-cis-4-οξο-ρετινοϊκή οξύ. Η πλακουντιακή μεταφορά είναι πιο εκτεταμένη εδώ. Οι β-γλυκουρονιδάσες έδειξαν περιορισμένη πλακουντιακή μεταφορά σε όλα τα εξεταζόμενα είδη. Αυτοί οι μεταβολίτες παρουσίαζαν πολύ χαμηλές, αν υπήρχαν, μετρήσιμες συγκεντρώσεις στον άνθρωπο. Το 13-cis-ρετινοϊκό οξύ δεν δεσμεύεται σημαντικά σε κυτταρικές πρωτεΐνες δέσμευσης ρετινοειδών ή πυρηνικούς υποδοχείς και παρουσιάζει χαμηλή κατανομή στους ιστούς και πλακουντιακή μεταφορά. Η πρόσβασή του στον πυρήνα μπορεί να είναι εκτεταμένη. Λόγω του μεγάλου χρόνου ημίσειας ζωής του 13-cis-ρετινοϊκού οξέος, η συνεχής ισομερείωση οδηγεί σε σημαντικά επίπεδα περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου όλων-trans-ρετινοϊκού οξέος στον ποντικό, τον πίθηκο και τον άνθρωπο. Το σχηματιζόμενο all-trans-ρετινοϊκό οξύ κατανέμεται εκτενώς διαμέσου του πλακούντα και μπορεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα που συμβάλλει στην τερατογόνο δράση του 13-cis-ρετινοϊκού οξέος. Η ισομερείωση δεν μπορεί να εξηγήσει τις τερατογόνες επιδράσεις του 13-cis-ρετινοϊκού οξέος στον αρουραίο και το κουνέλι. Συμπεραίνεται ότι η υψηλή τερατογόνος δραστηριότητα της ισοτρετινοΐνης σε ευαίσθητα είδη (άνθρωπος, πίθηκος) σχετίζεται με την αργή απέκκριση του 13-cis-ισομερούς, τον μεταβολισμό στο 4-οξο-παράγωγο, την αυξημένη πλακουντιακή μεταφορά, τη συνεχή ισομερείωση και τη σημαντική έκθεση του ιστού-στόχου σε all-trans-ρετινοϊκό οξύ, και την έλλειψη δέσμευσης σε κυτταροπλασματικές πρωτεΐνες δέσμευσης ρετινοειδών που θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν σε εύκολη πρόσβαση στον πυρήνα.
Η ισοτρετινοΐνη μεταβολίζεται στο ήπαρ από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P-450 (CYP), κυρίως από τα ισοένζυμα CYP2C8, CYP2C9, CYP3A4 και CYP2B6, σε διάφορους μεταβολίτες (π.χ., 4-οξο-ισοτρετινοΐνη, ρετινοϊκό οξύ (τρετινοΐνη) και 4-οξο-ρετινοϊκό οξύ (4-οξο-τρετινοΐνη)). Το ρετινοϊκό οξύ και το 13-cis-ρετινοϊκό οξύ είναι γεωμετρικά ισομερή και εμφανίζουν αναστρέψιμη αλληλομετατροπή, και η χορήγηση ενός ισομερούς θα οδηγήσει στην παραγωγή του άλλου. Η ισοτρετινοΐνη επίσης οξειδώνεται μη αναστρέψιμα σε 4-οξο-ισοτρετινοΐνη, η οποία σχηματίζει το δικό της γεωμετρικό ισομερές, την 4-οξο-τρετινοΐνη. Όλοι αυτοί οι μεταβολίτες έχουν ρετινοειδή δραστηριότητα που είναι μεγαλύτερη από αυτή της μητρικής ένωσης σε ορισμένα in vitro μοντέλα. Ωστόσο, η κλινική σημασία αυτών των μοντέλων είναι άγνωστη. Η ταυτόχρονη χορήγηση τροφής έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει την έκταση του σχηματισμού όλων των μεταβολιτών στο πλάσμα σε σύγκριση με τη χορήγηση ισοτρετινοΐνης σε νηστική κατάσταση. Επιπλέον, η έκθεση των ασθενών στην 4-οξο-ισοτρετινοΐνη σε κατάσταση ισορροπίας υπό νηστικές και χορτασμένες συνθήκες ήταν περίπου 3,4 φορές υψηλότερη από αυτήν της ισοτρετινοΐνης.
Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι οι κύριες ισομορφές P450 που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της ισοτρετινοΐνης είναι οι 2C8, 2C9, 3A4 και 2B6. Η ισοτρετινοΐνη και οι μεταβολίτες της μεταβολίζονται περαιτέρω σε συζεύγματα, τα οποία στη συνέχεια απεκκρίνονται στα ούρα και τα κόπρανα.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για το 13-cis-Retinoic acid (6 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η ισοτρετινοΐνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την (2Z,4E,6Z,8E)-6-υδροξυ-3,7-διμεθυλ-9-(2,6,6-τριμεθυλοκυκλοεξεν-1-υλ)νώνα-2,4,6,8-τετραενοϊκό οξύ.
Ήπαρ Χρόνος ημίσειας ζωής: 0,5-2 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 7-39 ώρες με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 20 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής του 4-οξο-13-cis-ρετινοϊκού οξέος κυμαίνεται από 17-50 ώρες με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 25 ώρες.
Μετά από από του στόματος χορήγηση δόσης 80mg (14)C-ισοτρετινοΐνης ως υγρό εναιώρημα, η (14)C-δραστηριότητα στο αίμα μειώθηκε με χρόνο ημίσειας ζωής 90 ωρών.
Μετά από εφάπαξ δόση 80 mg από του στόματος ισοτρετινοΐνης σε 74 υγιείς ενήλικες εθελοντές υπό χορτασμένες συνθήκες, οι μέσοι +/- SD χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής της ισοτρετινοΐνης και της 4-οξο-ισοτρετινοΐνης ήταν 21 +/- 8,2 ώρες και 24 +/- 5,3 ώρες, αντίστοιχα.
Οι συγκεντρώσεις στο αίμα της ισοτρετινοΐνης μειώνονται διφασικά. Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής στην αρχική φάση είναι κατά μέσο όρο 0,5 ώρες και ο χρόνος ημίσειας ζωής στην τελική φάση είναι κατά μέσο όρο 10-20 ώρες (εύρος: 7-39 ώρες).
… Η πλασματική συγκέντρωση της ισοτρετινοΐνης μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις κορυφώνεται μεταξύ 2 έως 4 ωρών και παρουσιάζει χρόνους ημίσειας ζωής αποβολής 10 έως 20 ωρών …
Για περισσότερα δεδομένα Βιολογικού Χρόνου Ημίσειας Ζωής (Πλήρη) για το 13-cis-Retinoic acid (6 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη δερματικών διαταραχών ή για τη συνήθη φροντίδα του δέρματος.
Ένας παράγοντας που προκαλεί την παραγωγή φυσικών ελαττωμάτων στο αναπτυσσόμενο έμβρυο.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
EH28UP18IF
ΙΣΟΤΡΕΤΙΝΟΪΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ρετινοειδές
Χημική Δομή [CS] - Ρετινοειδή
Η ισοτρετινοΐνη είναι ένα Ρετινοειδές.
ΙΣΟΤΡΕΤΙΝΟΪΝΗ
Ρετινοειδή [CS]. Ρετινοειδές [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη δερματικών διαταραχών ή για τη συνήθη φροντίδα του δέρματος.
Ένας παράγοντας που προκαλεί την παραγωγή φυσικών ελαττωμάτων στο αναπτυσσόμενο έμβρυο.