LEVOBUPIVACAINE
Λεβοβουπιβακαΐνη
### Μηχανισμός δράσης H levobupivacaine είναι ένα μακράς διαρκείας τοπικό αναισθητικό και αναλγητικό.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενέσιμο διάλυμα (επισκληρίδιος, ενδορραχιαία, περιφερικά νεύρα, περιβολβική, τοπική διήθηση)
- Χορήγηση: Ελάχιστο μεσοδιάστημα μεταξύ διακοπτόμενων ενέσεων: 15 λεπτά. Ρυθμός ένεσης εφάπαξ δόσης: 7,5-30 mg/min (σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις). Διάρκεια χορήγησης (γενική): όχι πάνω από 24 ώρες.
- Τιτλοποίηση: Η εφάπαξ δόση πρέπει να ενίεται αργά και σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, με ρυθμό 7,5-30 mg/min.
-
ΕνήλικεςΜέγιστη εφάπαξ δόση: 150 mg. Μέγιστη δόση σε 24ωρο: 400 mg. Για χειρουργική αναισθησία με εφάπαξ επισκληρίδιο ένεση: 10-20 ml (50-150 mg) συγκέντρωσης 5,0-7,5 mg/ml. Για τοπική διήθηση: 1-60 ml (2,5-150 mg max) συγκέντρωσης 2,5 mg/ml.
-
ΜαιευτικήΜέγ. δόση150 mgΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται συγκεντρώσεις διαλύματος μεγαλύτερες των 5,0 mg/ml (βλ. Αντενδείξεις). Για επισκληρίδιο αργή ένεση για Καισαρική Τομή: 15-30 ml (75-150 mg) συγκέντρωσης 5,0 mg/ml. Για αναλγησία κατά τον Τοκετό (Εφάπαξ επισκληρίδιος χορήγηση): 6-10 ml (15-25 mg) συγκέντρωσης 2,5 mg/ml. Για αναλγησία κατά τον Τοκετό (Επισκληρίδιος έγχυση): 4-10 ml/h (5-12,5 mg/h) συγκέντρωσης 1,25 mg/ml. Η δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 12,5 mg/ώρα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<12 ετών)Δόση1,25 mg/kg/θέσηΓια αναλγησία (λαγονοβουβωνικός/λαγονοϋπογάστριος αποκλεισμός): 0,5 ml/kg/πλευρά (1,25 mg/kg/πλευρά) συγκέντρωσης 2,5 mg/ml, ή 0,25 ml/kg/πλευρά (1,25 mg/kg/πλευρά) συγκέντρωσης 5,0 mg/ml. Η μέγιστη δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με το μέγεθος, τον οργανισμό και τη φυσική κατάσταση του ασθενούς / παιδιού. Δε διατίθενται δεδομένα για τον παιδιατρικό πληθυσμό ηλικίας <6 μηνών.
-
Εξασθενημένοι, ηλικιωμένοι ή οξέως πάσχοντες ασθενείςΠρέπει να λαμβάνουν ελαττωμένες δόσεις levobupivacaine, ανάλογα με τη φυσική τους κατάσταση.
-
Ασθενείς με μετεγχειρητικό πόνοΗ δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 18,75 mg/ώρα. Για έγχυση: 10-15 ml/h (12,5-18,75 mg/h) συγκέντρωσης 1,25 mg/ml, ή 5-7,5 ml/h (12,5-18,75 mg/h) συγκέντρωσης 2,5 mg/ml. Κατά τον έλεγχο του μετεγχειρητικού πόνου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δόση που χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν οπιοειδή για αντιμετώπιση του πόνουΗ δόση της levobupivacaine πρέπει να μειώνεται και να επιλέγεται κατά προτίμηση μικρότερη συγκέντρωση (π.χ. 1,25 mg/ml).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γενικές αντενδείξεις που ισχύουν για την περιοχική αναισθησία
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ενδοφλέβια περιοχική αναισθησία (αναισθησία Bier)
-
Σοβαρή υπόταση όπως καρδιογενές ή υποογκαιμικό σοκ
-
Χρήση του διαλύματος συγκέντρωσης 7,5 mg/mlΠληθυσμόςΜαιευτική
-
Παρατραχηλικός αποκλεισμόςΠληθυσμόςΜαιευτική
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Χορήγηση τοπικής/περιοχικής αναισθησίαςΠρέπει να εκτελείται σε καλά εξοπλισμένους χώρους και από ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό με εμπειρία σε αυτές τις αναισθητικές τεχνικές και ικανό να διαγνώσει και να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια.
-
Οξείες αλλεργικές αντιδράσεις, καρδιαγγειακές επιδράσεις και νευρολογική βλάβη
-
Διαταραχή της καρδιαγγειακής λειτουργίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρές καρδιακές αρρυθμίεςΧρήση με προσοχή
-
ΧονδρόλυσηΗ ενδοαρθρική συνεχής έγχυση δεν αποτελεί εγκεκριμένη ένδειξη για τη levobupivacaine.
-
Προϋπάρχουσες νόσοι του ΚΝΣΑπαιτείται κλινική εκτίμηση για τη χορήγηση επισκληριδίου ή ενδορραχιαίας αναισθησίας.
-
Επισκληρίδιος Αναισθησία (γενικά)Χορήγηση πυκνών διαλυμάτων (0,5-0,75%) σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις από 3 έως 5 ml, με επαρκή μεσοδιαστήματα μεταξύ των δόσεων.
-
Σοβαρή βραδυκαρδία, υπόταση, αναπνευστική καταστολή, καρδιακή ανακοπή
-
Δοκιμαστική χορήγησηΣυνιστάται μία δοκιμαστική χορήγηση 3-5 ml λιδοκαΐνης με αδρεναλίνη σε περίπτωση χορήγησης μεγάλης δόσης σε επισκληρίδιο αναισθησία.
-
Αναρρόφηση σύριγγαςΑναρροφήσεις της σύριγγας θα πρέπει να γίνονται πριν και κατά τη διάρκεια κάθε πρόσθετης ένεσης σε συνεχείς (διαλείπουσες) τεχνικές με καθετήρα. Συνιστάται αρχικά μία δοκιμαστική δόση για παρακολούθηση των επιδράσεων προτού χορηγηθεί η πλήρης δόση.
-
Υπόταση και βραδυκαρδία (κατά την επισκληρίδιο αναισθησία)Σε όλους τους ασθενείς πρέπει να υπάρχει εγκατεστημένη ενδοφλέβια γραμμή. Πρέπει να διασφαλιστεί η ύπαρξη κατάλληλων ενδοφλεβίων υγρών, αγγειοσυσπαστικών, αναισθητικών με αντιεπιληπτικές ιδιότητες, μυοχαλαρωτικών και ατροπίνης, καθώς και εξοπλισμός και εξειδικευμένη γνώση των τεχνικών ανανήψεως (βλ. Υπερδοσολογία).
-
Σύνδρομο ιππουρίδας και νευροτοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν επισκληρίδια αναλγησία για >24 ώρεςΠρέπει να εξετάζεται προσεκτικά η έγχυση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 24 ωρών και να χρησιμοποιείται μόνο όταν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί σαφώς του κινδύνου.
-
Πρόληψη ενδοαγγειακής ή ενδοραχιαίας έγχυσηςΑναρρόφηση αίματος ή εγκεφαλονωτιαίου υγρού (όπου εφαρμόζεται) πριν την έγχυση, τόσο πριν από την αρχική δόση όσο και πριν από όλες τις επόμενες. Μια αρνητική αναρρόφηση δεν διασφαλίζει την αποφυγή.
-
Συνταγογράφηση με άλλα τοπικά αναισθητικά ή δομικά συγγενείς παράγοντεςπροσοχήΗ levobupivacaine πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, δεδομένου ότι τα τοξικά αποτελέσματα αυτών των φαρμάκων είναι αθροιστικά.
-
Μείζονες περιοχικοί νευρικοί αποκλεισμοίΟ ασθενής θα πρέπει να λάβει ενδοφλέβια υγρά μέσω εγκατεστημένου καθετήρα. Να χορηγηθεί η ελάχιστη δόση. Αποφυγή ταχείας έγχυσης μεγάλου όγκου. Χορήγηση σταδιακά αυξανόμενων δόσεων.
-
Χρήση στην περιοχή κεφαλής και αυχένα (συμπεριλαμβανομένης της οπισθοβολβικής περιοχής, οδοντοειδούς και αστεροειδούς γαγγλίου)Οι διαδικασίες έγχυσης απαιτούν τη μέγιστη προσοχή. Άμεσα διαθέσιμα εξοπλισμός ανάνηψης και εκπαιδευμένα άτομα στην αντιμετώπιση ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Οπισθοβολβικοί αποκλεισμοί (αναπνευστική ανακοπή)Οι γιατροί πρέπει να γνωρίζουν τους κινδύνους. Να διασφαλιστεί η άμεση πρόσβαση σε εξοπλισμό, φάρμακα και προσωπικό για την επαρκή αντιμετώπιση της αναπνευστικής ανακοπής ή καταστολής, σπασμών, καρδιακής διέγερσης ή καταστολής.
-
Εξασθενημένοι, ηλικιωμένοι ή οξέως πάσχοντες ασθενείςπροσοχήΗ levobupivacaine θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή (βλ. Δοσολογία).
-
Ηπατική ανεπάρκεια / μειωμένη ηπατική αιμάτωσηπροσοχήΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατοπάθεια ή με μειωμένη ηπατική αιμάτωση π.χ. αλκοολικοί και ασθενείς με κίρρωση του ήπατος (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Περιεκτικότητα σε νάτριο (3,6 mg/ml)Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τους ασθενείς υπό ελεγχόμενη δίαιτα νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς CYP3A4 (π.χ. ketoconazole)προσοχήΕπηρεασμός του μεταβολισμού της levobupivacaine
-
Αναστολείς CYP1A2 (π.χ. methylxanthines)προσοχήΕπηρεασμός του μεταβολισμού της levobupivacaine
-
Αντι-αρρυθμικοί παράγοντες με τοπική αναισθητική δράση (π.χ. mexiletine) ή αντι-αρρυθμικοί παράγοντες τάξης ΙΙΙπροσοχήΑθροιστική τοξική δράσηΣύστασηΗ levobupivacaine πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Υπερευαισθησία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Σπασμοί
- Απώλεια συνείδησης
- Υπνηλία
- Συγκοπή
- Παραισθησία
- Παραπληγία
- Παράλυση
- Υπαισθησία στόματος
- Σύνδρομο ιππουρίδας (cauda equina syndrome) (περιλαμβάνει παραισθησία, αδυναμία ή παράλυση κάτω άκρων, απώλεια ελέγχου εντέρου/ουροδόχου κύστης, πριαπισμό)
- Παρατεταμένη αδυναμία ή διαταραχή αισθητικότητας
- Νευρολογική βλάβη (τραυματισμός σπονδυλικής στήλης/νεύρων, σύνδρομο προσθίας νωτιαίας αρτηρίας, ένεση ερεθιστικού παράγοντα/μη στείρου διαλύματος)
- Θαμπή όραση
- Βλεφαρόπτωση
- Μύση
- Ενόφθαλμος
- Παροδικό σύνδρομο Horner (βλεφαρόπτωση, μύση, ενόφθαλμος, ετερόπλευρη εφίδρωση και/ή έξαψη)
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Καρδιακή ανακοπή
- Κοιλιακή ταχυαρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Μειωμένη καρδιακή παροχή
- Υπόταση
- Έξαψη
- Αναπνευστική ανακοπή
- Οίδημα λάρυγγα
- Άπνοια
- Πταρμός
- Ναυτία
- Έμετος
- Απώλεια ελέγχου σφιγκτήρα
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Υπερίδρωση
- Ανιδρωσία
- Ερύθημα
- Οσφυαλγία
- Μυϊκές δεσμιδώσεις
- Μυϊκή αδυναμία
- Δυσλειτουργία ουροδόχου κύστης
- Σύνδρομο δυσχέρειας του εμβρύου
- Πριαπισμός
- Πυρεξία
- Μεταβολή στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Πόνος κατά τη διαδικασία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος κατά τη διαδικασίαΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΣύνδρομο δυσχέρειας του εμβρύουΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΝευρολογική βλάβη (τραυματισμός σπονδυλικής στήλης/νεύρων, σύνδρομο προσθίας νωτιαίας αρτηρίας, ένεση ερεθιστικού παράγοντα/μη στείρου διαλύματος)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΆγνωστεςΆπνοιαΑναπνευστικό
-
ΆγνωστεςΈξαψηΑγγειακές
-
ΆγνωστεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΆγνωστεςΑναπνευστική ανακοπήΑναπνευστικό
-
ΆγνωστεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
ΆγνωστεςΑνιδρωσίαΔέρμα
-
ΆγνωστεςΑπώλεια ελέγχου σφιγκτήραΓαστρεντερικό
-
ΆγνωστεςΑπώλεια συνείδησηςΝευρικό
-
ΆγνωστεςΒλεφαρόπτωσηΟφθαλμικές
-
ΆγνωστεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΆγνωστεςΔυσλειτουργία ουροδόχου κύστηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΆγνωστεςΕνόφθαλμοςΟφθαλμικές
-
ΆγνωστεςΕρύθημαΔέρμα
-
ΆγνωστεςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΆγνωστεςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
ΆγνωστεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΆγνωστεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΆγνωστεςΚοιλιακή ταχυαρρυθμίαΚαρδιά
-
ΆγνωστεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΆγνωστεςΜειωμένη καρδιακή παροχήΚαρδιά
-
ΆγνωστεςΜεταβολή στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
ΆγνωστεςΜυϊκές δεσμιδώσειςΜυοσκελετικό
-
ΆγνωστεςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
ΆγνωστεςΜύσηΟφθαλμικές
-
Πολύ ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΆγνωστεςΟίδημα λάρυγγαΑναπνευστικό
-
ΆγνωστεςΠαράλυσηΝευρικό
-
ΆγνωστεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΆγνωστεςΠαραπληγίαΝευρικό
-
ΆγνωστεςΠαρατεταμένη αδυναμία ή διαταραχή αισθητικότηταςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΆγνωστεςΠαροδικό σύνδρομο Horner (βλεφαρόπτωση, μύση, ενόφθαλμος, ετερόπλευρη εφίδρωση και/ή έξαψη)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΆγνωστεςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
ΆγνωστεςΠταρμόςΑναπνευστικό
-
ΆγνωστεςΣπασμοίΝευρικό
-
ΆγνωστεςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΆγνωστεςΣύνδρομο ιππουρίδας (cauda equina syndrome) (περιλαμβάνει παραισθησία, αδυναμία ή παράλυση κάτω άκρων, απώλεια ελέγχου εντέρου/ουροδόχου κύστης, πριαπισμό)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΆγνωστεςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΆγνωστεςΥπαισθησία στόματοςΝευρικό
-
ΆγνωστεςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
ΆγνωστεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΆγνωστεςΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκννυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΓια χρήση σε παρατραχηλικό αποκλεισμό στη μαιευτική, καθώς και το διάλυμα συγκέντρωσης 7,5 mg/ml σε μαιευτική χρήση.
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν πρέπει να χορηγείται στην αρχή της εγκυμοσύνης παρά μόνο αν κρίνεται απολύτως απαραίτητο, λόγω έλλειψης κλινικών δεδομένων για το πρώτο τρίμηνο και πιθανής εμβρυοτοξικότητας σε ζώα.
-
ΓαλουχίαΑσφαλέςΟ θηλασμός είναι εφικτός μετά την τοπική αναισθησία, καθώς η levobupivacaine είναι πιθανό να εκκρίνεται σε μικρή ποσότητα στο μητρικό γάλα.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
H levobupivacaine είναι ένα μακράς διαρκείας τοπικό αναισθητικό και αναλγητικό. Αποκλείει τη νευρική αγωγιμότητα στα αισθητικά και κινητικά νεύρα, κυρίως επιδρώντας στους ευαίσθητους στις μεταβολές του δυναμικού διαύλους νατρίου στην κυτταρική μεμβράνη, αλλά επίσης αποκλείει τους διαύλους καλίου και ασβεστίου. Eπιπλέον, η levobupivacaine παρεμβαίνει στη μεταβίβαση και αγωγή του ερεθίσματος σε άλλους ιστούς, έτσι η επίδραση στο καρδιαγγειακό και κεντρικό νευρικό σύστημα είναι πολύ σημαντική για την εμφάνιση κλινικών ανεπιθυμήτων ενεργειών.
Η δόση της levobupivacaine εκφράζεται σαν βάση, ενώ η δόση του ρακεμικού μίγματος bupivacaine εκφράζεται ως υδροχλωρικό άλας. Αποδίδεται περίπου 13% περισσότερο δραστικό συστατικό στα διαλύματα levobupivacaine συγκρινόμενα με εκείνα της bupivacaine. Σε κλινικές μελέτες, στις ίδιες ονομαστικές συγκεντρώσεις, η levobupivacaine έδειξε παρόμοια κλινική δράση με τη bupivacaine.
Σε μελέτη κλινικής φαρμακολογίας όπου χρησιμοποιήθηκε το μοντέλο αναισθησίας του ωλένιου νεύρου, η levobupivacaine ήταν ισοδύναμης ισχύος με τη bupivacaine.
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία για την ασφάλεια της θεραπείας με levobupivacaine για περιόδους που υπερβαίνουν τις 24 ώρες.
Απορρόφηση
H συγκέντρωση της levobupivacaine στο πλάσμα μετά τη θεραπευτική χορήγηση, εξαρτάται από τη δόση και καθώς η απορρόφηση από το σημείο χορήγησης επηρεάζεται από την αγγειοβρίθεια του ιστού, από την οδό χορήγησης. Η εμπειρία από τις κλινικές μελέτες δείχνει έναρξη επαρκούς αισθητικού αποκλεισμού για χειρουργική επέμβαση εντός 10-15 λεπτών από την επισκληρίδιο χορήγηση, με χρόνο αποδρομής που κυμαίνεται σε ένα εύρος 6-9 ωρών.
Κατανομή
Σε μελέτες στον άνθρωπο, οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες κατανομής της levobupivacaine μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, είναι ουσιαστικά ίδιες με αυτές της bupivacaine.
H σύνδεση της levobupivacaine με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στον άνθρωπο αξιολογήθηκε in vitro και βρέθηκε μεγαλύτερη από 97% σε συγκεντρώσεις μεταξύ 0,1 και 1,0 μg/ml. Ο όγκος κατανομής μετά την ενδοφλέβια χορήγηση ήταν 67 λίτρα.
Βιομετασχηματισμός
Η levobupivacaine μεταβολίζεται εκτενώς και δεν ανιχνεύεται ακέραιη levobupivacaine στα ούρα ή τα κόπρανα. Η 3-hydroxylevobupivacaine, ένας μείζονας μεταβολίτης της levobupivacaine, απεκκρίνεται στα ούρα με τη μορφή γλυκουρονικού οξέως και συζευγμένων θειϊκών εστέρων. In vitro μελέτες έδειξαν ότι τα ισοένζυμα CYP3A4 και CYP1A2 μεσολαβούν στο μεταβολισμό της levobupivacaine σε desbutyl-levobupivacaine και 3-hydroxylevobupivacaine αντίστοιχα. Οι μελέτες αυτές δείχνουν ότι ο μεταβολισμός της levobupivacaine και της bupivacaine είναι παρόμοιος.
Δεν υπάρχουν στοιχεία για in vivo μετατροπή της levobupivacaine σε ρακεμικό μίγμα.
Αποβολή
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η ανάκτηση της levobupivacaine ήταν ποσοτική με συνολικό μέσο όρο 95%, εκ του οποίου η ανάκτηση στα ούρα ήταν 71% και στα κόπρανα 24% σε 48 ώρες.
Η μέση τιμή κάθαρσης στο πλάσμα και η τελική ημιπερίοδος ζωής της levobupivacaine μετά από ενδοφλέβια έγχυση ήταν 39 λίτρα/ώρα και 1,3 ώρες, αντίστοιχα.
Σε μελέτη κλινικής φαρμακολογίας στην οποία χορηγήθηκαν 40 mg levobupivacaine με ενδοφλέβια χορήγηση, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής ήταν περίπου 80+22 λεπτά, η μέγιστη συγκέντρωση Cmax ήταν 1,4+0,2 μg/ml και η περιοχή κάτω από την καμπύλη AUC ήταν 70+27 μgmin/ml.
Γραμμικότητα
Η μέση μέγιστη συγκέντρωση Cmax και η περιοχή κάτω από την καμπύλη AUC (0-24h) της levobupivacaine ήταν περίπου δοσοεξαρτώμενες μετά από επισκληρίδιο χορήγηση 75 mg (0,5%) και 112.5 mg (0,75%), καθώς και μετά από τις δόσεις των 1 mg/kg (0,25%) και 2 mg/kg (0,5%) που χρησιμοποιήθηκαν για την αναισθησία του βραχιόνιου πλέγματος. Μετά από επισκληρίδιο χορήγηση 112,5 mg (0,75%) η μέση μέγιστη συγκέντρωση Cmax και η περιοχή κάτω από την καμπύλη AUC ήταν 0,58 μg/ml και 3,56 μgh/ml, αντίστοιχα.
Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν σχετικά στοιχεία για τους ασθενείς που πάσχουν από ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπάρχουν στοιχεία για ασθενείς που πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια. Η levobupivacaine μεταβολίζεται εκτενώς και η αναλλοίωτη levobupivacaine δεν απεκκρίνεται στα ούρα.
Μηχανισμός δράσης H levobupivacaine είναι ένα μακράς διαρκείας τοπικό αναισθητικό και αναλγητικό. Αποκλείει τη νευρική αγωγιμότητα στα αισθητικά και κινητικά νεύρα, κυρίως επιδρώντας στους ευαίσθητους στις μεταβολές του δυναμικού διαύλους νατρίου στην…
Απορρόφηση H συγκέντρωση της levobupivacaine στο πλάσμα μετά τη θεραπευτική χορήγηση, εξαρτάται από τη δόση και καθώς η απορρόφηση από το σημείο χορήγησης επηρεάζεται από την αγγειοβρίθεια του ιστού, από την οδό χορήγησης. Η εμπειρία από τις κλινικές…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αναπνευστικό σύστημα | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | Συνεχώς | Αποκλεισμοί στην περιοχή κεφαλής και αυχένα |
| Ραχιαίος αποκλεισμός | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | — | Μετά δοκιμαστική χορήγηση λιδοκαΐνης με αδρεναλίνη (ενδορραχιαία) |
| Επιδράσεις δόσης | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Μετά αρχική δοκιμαστική δόση επισκληριδίου |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Κατά τη διάρκεια επισκληριδίου αναισθησίας με levobupivacaine |
| Συνεχώς | Οφθαλμικός αποκλεισμός |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακός ρυθμός | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | — | Μετά δοκιμαστική χορήγηση λιδοκαΐνης με αδρεναλίνη (ενδοαγγειακή) |
| Κυκλοφορικό σύστημα | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Συνεχώς | Αποκλεισμοί στην περιοχή κεφαλής και αυχένα |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λεβομπουπιβακαΐνη, ένας τοπικός αναισθητικός παράγοντας, ενδείκνυται για την παραγωγή τοπικής ή περιοχικής αναισθησίας ή αναλγησίας για χειρουργική επέμβαση, για διαδικασίες στοματικής χειρουργικής, για διαγνωστικές και θεραπευτικές διαδικασίες και για μαιευτικές διαδικασίες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Οι τοπικοί αναισθητικοί παράγοντες, όπως η λεβομπουπιβακαΐνη, αποκλείουν τη γένεση και την αγωγή νευρικών ερεθισμάτων, πιθανώς αυξάνοντας το κατώφλι για ηλεκτρική διέγερση στο νεύρο, επιβραδύνοντας τη διάδοση του νευρικού ερεθίσματος και μειώνοντας τον ρυθμό αύξησης του δυναμικού ενέργειας. Γενικά, η εξέλιξη της αναισθησίας σχετίζεται με τη διάμετρο, τη μυελίνωση και την ταχύτητα αγωγιμότητας των επηρεαζόμενων νευρικών ινών. Συγκεκριμένα, το φάρμακο συνδέεται με το ενδοκυτταρικό τμήμα των διαύλων νατρίου και αποκλείει την είσοδο νατρίου στα νευρικά κύτταρα, η οποία εμποδίζει την εκπόλωση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η πλασματική συγκέντρωση της λεβομπουπιβακαΐνης μετά από θεραπευτική χορήγηση εξαρτάται από τη δόση, αλλά και από τη διαδρομή χορήγησης, επειδή η απορρόφηση από τον τόπο χορήγησης επηρεάζεται από την αγγείωση του ιστού. Οι μέγιστες τιμές στο αίμα επιτεύχθηκαν περίπου 30 λεπτά μετά από επισκληρίδιο χορήγηση, και δόσεις έως 150 mg οδήγησαν σε μέσες τιμές Cmax έως 1,2 µg/mL.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η ανάκτηση της ραδιοσημασμένης δόσης λεβομπουπιβακαΐνης ήταν ουσιαστικά ποσοτική, με μέσο όρο 95% να ανακτάται στα ούρα και τα κόπρανα εντός 48 ωρών. Από αυτό το 95%, περίπου 71% ήταν στα ούρα ενώ 24% ήταν στα κόπρανα.
66,91 ±18,23 L [μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 40 mg σε υγιείς εθελοντές]
39,06 ±13,29 L/h [μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 40 mg σε υγιείς εθελοντές]
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
97%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λεβομπουπιβακαΐνη μεταβολίζεται εκτενώς χωρίς να ανιχνεύεται αμετάβλητη λεβομπουπιβακαΐνη στα ούρα ή στα κόπρανα. Μελέτες in vitro με χρήση [14C] λεβομπουπιβακαΐνης έδειξαν ότι η ισομορφή CYP3A4 και η ισομορφή CYP1A2 μεσολαβούν στο μεταβολισμό της λεβομπουπιβακαΐνης σε δεσβουτυλο λεβομπουπιβακαΐνη και 3-υδροξυ λεβομπουπιβακαΐνη, αντίστοιχα. In vivo, η 3-υδροξυ λεβομπουπιβακαΐνη φαίνεται να υφίσταται περαιτέρω μετασχηματισμό σε γλυκουρονιδικά και θειικά συζεύγματα. Η μεταβολική αντιστροφή της λεβομπουπιβακαΐνης σε R(+)-μπουπιβακαΐνη δεν ήταν εμφανής τόσο in vitro όσο και in vivo.
Η λεβομπουπιβακαΐνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν την N-(2,6-Διμεθυλφαινυλ)πιπεριδίνη-2-καρβοξαμίδη.
Η λεβομπουπιβακαΐνη μεταβολίζεται εκτενώς χωρίς να ανιχνεύεται αμετάβλητη λεβομπουπιβακαΐνη στα ούρα ή στα κόπρανα. Μελέτες in vitro με χρήση [14C] λεβομπουπιβακαΐνης έδειξαν ότι η ισομορφή CYP3A4 και η ισομορφή CYP1A2 μεσολαβούν στο μεταβολισμό της λεβομπουπιβακαΐνης σε δεσβουτυλο λεβομπουπιβακαΐνη και 3-υδροξυ λεβομπουπιβακαΐνη, αντίστοιχα. In vivo, η 3-υδροξυ λεβομπουπιβακαΐνη φαίνεται να υφίσταται περαιτέρω μετασχηματισμό σε γλυκουρονιδικά και θειικά συζεύγματα. Η μεταβολική αντιστροφή της λεβομπουπιβακαΐνης σε R(+)-μπουπιβακαΐνη δεν ήταν εμφανής τόσο in vitro όσο και in vivo.
Διαδρομή Απέκκρισης: Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η ανάκτηση της ραδιοσημασμένης δόσης λεβομπουπιβακαΐνης ήταν ουσιαστικά ποσοτική, με μέσο όρο 95% να ανακτάται στα ούρα και τα κόπρανα εντός 48 ωρών. Από αυτό το 95%, περίπου 71% ήταν στα ούρα ενώ 24% ήταν στα κόπρανα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
3,3 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που αποκλείουν την αγωγή των νεύρων όταν εφαρμόζονται τοπικά στον νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με έναν νευρικό κορμό, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν τόσο αισθητική όσο και κινητική παράλυση στην νευρούμενη περιοχή. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, κ.ά., Goodman and Gilman’s The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8η έκδ.) Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των εξαρτώμενων από την τάση διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που αποκλείουν την αγωγή των νεύρων όταν εφαρμόζονται τοπικά στον νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με έναν νευρικό κορμό, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν τόσο αισθητική όσο και κινητική παράλυση στην νευρούμενη περιοχή. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, κ.ά., Goodman and Gilman’s The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8η έκδ.) Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των εξαρτώμενων από την τάση διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.