LOPERAMIDE
Λοπεραμίδη
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα οπιοειδή και διάφορα άλλα, όπως η διφαινοξυλάτη και λοπεραμίδη. O όρος "οπιοειδή" (opioids), περιλαμβάνει όλες τις ουσίες φυσικές και συνθετικές, συμπεριλαμβανόμενων και ουσιών με δράση ανταγωνιστική της μορφίνης. H χρήση τους ως …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-IMODIUM
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Δόση έναρξης: 4 mg
- Τιτλοποίηση: 2 mg μετά από κάθε διαρροϊκή κένωση
-
Ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετώνΔόσηΑρχικώς 4 mg και ακολούθως 2 mg μετά από κάθε διαρροϊκή κένωσηΜέγ. δόση8 mgΜέγιστη ημερήσια δόση 8 mg.
-
Παιδιά 6-12 ετώνΔόσηΑρχικώς 2 mg και ακολούθως 2 mg μετά από κάθε διαρροϊκή κένωσηΗ χρήση υπό την καθοδήγηση γιατρού.
-
Παιδιά κάτω των 6 ετώνΔεν συνιστάται.
-
ΗλικιωμένοιΔεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΔεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΝα χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή λόγω ελαττωμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου. Δεν συνιστάται σε περιπτώσεις σοβαρής ηπατικής βλάβης. (βλέπε 4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την χρήση).
block
SPC-IMODIUM
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη λοπεραμίδη ή στα έκδοχα του σκευάσματος.
-
Οξεία ελκώδη κολίτιδα.
-
Βακτηριακή εντεροκολίτιδα που προκαλείται από διηθητικούς οργανισμούς συμπεριλαμβανομένων των Salmonella, Shigella και Campylobacter.
-
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα που συσχετίζεται με τη χρήση αντιβιοτικών.
-
Οξεία δυσεντερία, που χαρακτηρίζεται από αίμα στα κόπρανα και υψηλό πυρετό.
-
Περιπτώσεις που αναστολή της περισταλτικότητας πρέπει να αποφεύγεται.
-
Η χρήση του πρέπει να διακόπτεται όταν παρουσιάζονται δυσκοιλιότητα, κοιλιακή διάταση ή κλινικά φαινόμενα ατελούς ειλεού ή ενδείξεις τοξικού μεγακόλου.
warning
SPC-IMODIUM
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Συμπτωματική θεραπείαΣε περιπτώσεις που η διάρροια μπορεί να αντιμετωπισθεί αιτιολογικά, πρέπει να προτιμάται η αιτιολογική θεραπεία.
-
Απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτώνΗ θεραπεία αναπλήρωσης με χορήγηση κατάλληλων υγρών και ηλεκτρολυτών, είναι το πιο σημαντικό μέτρο.
-
Οξεία διάρροιαΑν δεν παρουσιασθεί κλινική βελτίωση μέσα σε 48 ώρες, η χορήγηση της υδροχλωρικής λοπεραμίδης πρέπει να διακοπεί και οι ασθενείς πρέπει να συμβουλευθούν τον γιατρό τους.
-
Ασθενείς με AIDSΠληθυσμόςασθενείς με AIDSΠρέπει να διακόψουν τη θεραπεία όταν εμφανισθούν πρώιμα σημεία κοιλιακής διάτασης. Υπάρχουν μεμονωμένες αναφορές τοξικού μεγακόλου σε ασθενείς με AIDS που είχαν λοιμώδη κολίτιδα οφειλόμενη σε ιούς και βακτήρια και έκαναν θεραπεία με υδροχλωρική λοπεραμίδη.
-
Νεφρική διαταραχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική διαταραχήΔεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης.
swap_horiz
SPC-IMODIUM
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κινιδίνη, Ριτοναβίρη (αναστολείς P-γλυκοπρωτεϊνης)παρακολούθησηΔιπλάσια έως τριπλάσια αύξηση των επιπέδων λοπεραμίδης στο πλάσμα.ΣύστασηΗ κλινική συσχέτιση είναι άγνωστη όταν η λοπεραμίδη χορηγείται στις συνιστώμενες δόσεις.
-
Ιτρακοναζόλη (αναστολέας CYP3A4 και P-γλυκοπρωτεϊνης)παρακολούθηση3-4 φορές αύξηση της συγκέντρωσης λοπεραμίδης στο πλάσμα.
-
Γεμφιμπροζίλη (αναστολέας CYP2C8)παρακολούθησηΠερίπου διπλάσια αύξηση της λοπεραμίδης στο πλάσμα.
-
Ιτρακοναζόλη, Γεμφιμπροζίληπαρακολούθηση4 φορές αύξηση μέγιστου επιπέδου λοπεραμίδης στο πλάσμα, 13 φορές αύξηση ολικής παρουσίας στο πλάσμα. Οι αυξήσεις δεν συσχετίζονταν με δράσεις στο ΚΝΣ.
-
Κετοκοναζόλη (αναστολέας CYP3A4 και P-γλυκοπρωτεϊνης)παρακολούθηση5 φορές αύξηση της συγκέντρωσης λοπεραμίδης στο πλάσμα. Η αύξηση δεν συσχετίζονταν με αυξημένα φαρμακοδυναμικά φαινόμενα.
-
Δεσμοπρεσίνη (από του στόματος)παρακολούθηση3 φορές αύξηση της συγκέντρωσης της δεσμοπρεσίνης στο πλάσμα, πιθανόν λόγω βραδύτερης γαστρεντερικής κινητικότητας.
-
Φάρμακα με παρόμοιες φαρμακολογικές ιδιότητεςπαρακολούθησηΜπορεί να ενισχύσουν τη δράση της λοπεραμίδης.
-
Φάρμακα που επιταχύνουν τον περισταλτισμό του εντέρουπαρακολούθησηΜπορεί να μειώσουν τη δράση της λοπεραμίδης.
sick
SPC-IMODIUM
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση (συμπεριλαμβανομένου αναφυλακτικού σοκ)
- Αναφυλακτοειδής αντίδραση
- Πονοκέφαλος
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Απώλεια συνείδησης
- Νάρκη
- Χαμηλό επίπεδο συνείδησης
- Αδυναμία συντονισμού των κινήσεων
- Μύση
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Μετεωρισμός
- Κοιλιακός πόνος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Ξηροστομία
- Άλγος στην άνω κοιλία
- Εμετός
- Δυσπεψία
- Ειλεός (συμπεριλαμβανομένου παραλυτικό ειλεό)
- Μεγάκολο (συμπεριλαμβανομένου τοξικού μεγάκολου)
- Γλωσσοδυνία
- Κοιλιακή διάταση
- Εξάνθημα
- Πομφολυγώδες εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένου συνδρόμου Stevens-Johnson, τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης και ερυθληματος)
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Κατακράτηση ούρων
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνάΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνάΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνάΠονοκέφαλοςΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνάΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνάΖάληΝευρικό σύστημα
-
ΑσυνήθηςΥπνηλίαΝευρικό σύστημα
-
ΑσυνήθηςΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΑσυνήθηςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΑσυνήθηςΞηροστομίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΑσυνήθηςΕμετόςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνάΚοιλιακή διάτασηΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΑσυνήθηςΕξάνθημαΔέρμα και υποδόριο ιστό
-
ΣπάνιαΥπερευαισθησίαΑνοσολογικό σύστημα
-
ΣπάνιαΑναφυλακτική αντίδραση (συμπεριλαμβανομένου αναφυλακτικού σοκ), αναφυλακτοειδής αντίδρασηΑνοσολογικό σύστημα
-
ΣπάνιαΑπώλεια συνείδησηςΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιαΝάρκηΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιαΧαμηλό επίπεδο συνείδησηςΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιαΑδυναμία συντονισμού των κινήσεωνΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιαΜύσηΟφθαλμών
-
ΣπάνιαΔυσπεψίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιαΕιλεός (συμπεριλαμβανομένου παραλυτικό ειλεό)Γαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιαΜεγάκολο (συμπεριλαμβανομένου τοξικού μεγάκολου)Γαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιαΓλωσσοδυνίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιαΠομφολυγώδες εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένου συνδρόμου Stevens-Johnson, τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης και ερυθληματος)Δέρμα και υποδόριο ιστό
-
ΣπάνιαΑγγειοοίδημαΔέρμα και υποδόριο ιστό
-
ΣπάνιαΚνίδωσηΔέρμα και υποδόριο ιστό
-
ΣπάνιαΚνησμόςΔέρμα και υποδόριο ιστό
-
ΣπάνιαΚατακράτηση ούρωνΝεφρικό και ουροποιητικό σύστημα
-
ΣπάνιαΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις στο σημείο εφαρμογής
pregnant_woman
SPC-IMODIUM
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΠαρ’ όλο που δεν υπάρχουν ενδείξεις για την υδροχλωρική λοπεραμίδη ότι έχει τερατογόνες ή εμβρυοτοξικές ιδιότητες, το αναμενόμενο θεραπευτικό όφελος πρέπει να σταθμίζεται έναντι των δυνητικών κινδύνων, πριν η υδροχλωρική λοπεραμίδη χορηγηθεί κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, ειδικότερα κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Σε περιπτώσεις παρατεταμένης χρήσης, λόγω των οπιοειδών ιδιοτήτων της, οι έγκυες πρέπει να λαμβάνουν υδροχλωρική λοπεραμίδη με μεγάλη προσοχή.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΠολύ μικρά ποσά του φαρμάκου εμφανίζονται στο μητρικό γάλα. Για το λόγο αυτό η υδροχλωρική λοπεραμίδη δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-IMODIUM
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Η λοπεραμίδη συνδέεται με τους υποδοχείς των οπιούχων στο εντερικό τοίχωμα. Κατά συνέπεια, αναστέλλει την απελευθέρωση της ακετυλχολίνης και των προσταγλανδινών, ελαττώνοντας έτσι την προωθητική περισταλτικότητα αυξανόμενου και του…
biotech
SPC-IMODIUM
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Η λοπεραμίδη απορροφάται εύκολα από το έντερο, και μεταβολίζεται στο ήπαρ, όπου συζεύγνυται και απεκκρίνεται μέσω της χολής. Ο χρόνος ημιζωής της λοπεραμίδης στον άνθρωπο είναι περίπου 11 ώρες με διακύμανση 9-14 ώρες. Μελέτες κατανομής…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-IMODIUM
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών: Αρχικώς 4 mg και ακολούθως 2 mg μετά από κάθε διαρροϊκή κένωση. Μέγιστη ημερήσια δόση 8 mg.
Παιδιά κάτω των 12 ετών: Η χρήση της υδροχλωρικής λοπεραμίδης σε παιδιά 6-12 ετών πρέπει να γίνεται υπό την καθοδήγηση γιατρού. Αρχικώς 2 mg και ακολούθως 2 mg μετά από κάθε διαρροϊκή κένωση. Δεν συνιστάται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών.
Ηλικιωμένοι: Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης στους ηλικιωμένους.
Νεφρική ανεπάρκεια: Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Ηπατική ανεπάρκεια: Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Η υδροχλωρική λοπεραμίδη πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς λόγω του ελαττωμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου. (βλέπε 4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την χρήση). Δεν συνιστάται σε περιπτώσεις σοβαρής ηπατικής βλάβης.
block
Αντενδείξεις
SPC-IMODIUM
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείκνυται σε άτομα με γνωστή υπερευαισθησία στη λοπεραμίδη ή στα έκδοχα του σκευάσματος. Δεν πρέπει να δίδεται σε ασθενείς
- με οξεία ελκώδη κολίτιδα, -με βακτηριακή εντεροκολίτιδα που προκαλείται από διηθητικούς οργανισμούς συμπεριλαμβανομένων των Salmonella, Shigella και Campylobacter,
- με ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα που συσχετίζεται με τη χρήση αντιβιοτικών.
- με οξεία δυσεντερία, που χαρακτηρίζεται από αίμα στα κόπρανα και υψηλό πυρετό. Γενικότερα, η υδροχλωρική λοπεραμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που αναστολή της περισταλτικότητας πρέπει να αποφεύγεται και η χρήση του πρέπει να διακόπτεται όταν παρουσιάζονται δυσκοιλιότητα, κοιλιακή διάταση ή κλινικά φαινόμενα ατελούς ειλεού ή ενδείξεις τοξικού μεγακόλου.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-IMODIUM
expand_more
Προειδοποιήσεις
Χρήση
Επειδή η θεραπεία της διάρροιας με υδροχλωρική λοπεραμίδη είναι μόνο συμπτωματική, σε περιπτώσεις που η διάρροια μπορεί να αντιμετωπισθεί αιτιολογικά, πρέπει να προτιμάται η αιτιολογική θεραπεία.
Σε ασθενείς με διάρροια, μπορεί να εμφανισθεί απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η θεραπεία αναπλήρωσης με χορήγηση κατάλληλων υγρών και ηλεκτρολυτών, είναι το πιο σημαντικό μέτρο.
Σε οξεία διάρροια, αν δεν παρουσιασθεί κλινική βελτίωση μέσα σε 48 ώρες, η χορήγηση της υδροχλωρικής λοπεραμίδης πρέπει να διακοπεί και οι ασθενείς πρέπει να συμβουλευθούν τον γιατρό τους.
Οι ασθενείς με AIDS που λαμβάνουν υδροχλωρική λοπεραμίδη για τη διάρροια, πρέπει να διακόψουν τη θεραπεία όταν εμφανισθούν πρώιμα σημεία κοιλιακής διάτασης. Υπάρχουν μεμονωμένες αναφορές τοξικού μεγακόλου σε ασθενείς με AIDS που είχαν λοιμώδη κολίτιδα οφειλόμενη σε ιούς και βακτήρια και έκαναν θεραπεία με υδροχλωρική λοπεραμίδη.
Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου μεταβολίζεται και οι μεταβολίτες του ή το αμεταβόλιστο φάρμακο απεκκρίνεται στα κόπρανα, δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική διαταραχή.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-IMODIUM
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις:
Είναι αναμενόμενο ότι φάρμακα με παρόμοιες φαρμακολογικές ιδιότητες μπορεί να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα της λοπεραμίδης.
Μη κλινικά δεδομένα έχουν δείξει ότι η λοπεραμίδη είναι ένα υπόστρωμα P-γλυκοπρωτεϊνης. Ταυτόχρονη χορήγηση λοπεραμίδης (εφάπαξ δόση 16mg) με κινιδίνη ή ριτοναβίρη, που είναι και οι δύο αναστολείς της P-γλυκοπρωτεϊνης, είχε ως αποτέλεσμα μια διπλάσια ως τριπλάσια αύξηση των επιπέδων της λοπεραμίδης στο πλάσμα. Η κλινική συσχέτιση αυτής της φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης με αναστολείς της P-γλυκοπρωτεϊνης, όταν η λοπεραμίδη χορηγείται στις συνιστώμενες δόσεις (2mg, μέχρι 16mg μέγιστη ημερήσια δόση), είναι άγνωστη.
Η ταυτόχρονη χορήγηση λοπεραμίδης (μια δόση 4 mg) και ιτρακοναζόλης, αναστολέα του CYP3A4, και της P-γλυκοπρωτεϊνης, οδήγησε σε 3 ως 4 φορές αύξηση της συγκέντρωσης της λοπεραμίδης στο πλάσμα. Στην ίδια μελέτη, η γεμφιμπροζίλη, αναστολέας του CYP2C8, αύξησε τη λοπεραμίδη κατά το διπλάσιο περίπου. Ο συνδυασμός ιτρακοναζόλης και γεμφιμπροζίλης οδήγησε στην αύξηση του μέγιστου επιπέδου λοπεραμίδης στο πλάσμα κατά 4 φορές και στην αύξηση της ολικής παρουσίας στο πλάσμα κατά 13 φορές. Οι αυξήσεις αυτές δεν συσχετίζονταν με δράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) όπως μετρήθηκαν σε ψυχοκινητικές δοκιμές (δηλ. υποκείμενη υπνηλία και Digit Symbol Submistution Test).
H ταυτόχρονη χορήγηση λοπεραμίδης (εφάπαξ δόση 16 mg) και κετοκοναζόλης, αναστολέα του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεϊνης, οδήγησε σε αύξηση κατά 5 φορές της συγκέντρωσης της λοπεραμίδης στο πλάσμα. Η αύξηση αυτή δεν συσχετίζονταν με αυξημένα φαρμακοδυαμικά φαινόμενα όπως μετρήθηκαν με οφθαλμομετρία.
Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να λαμβάνουν με προσοχή τη θεραπεία λόγω του μειωμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου. Θα πρέπει επίσης να παρακολουθούνται στενά για σημεία τοξικότητας από το ΚΝΣ (βλ. 4.2. Δοσολογία).
Ταυτόχρονη χορήγηση από του στόματος δεσμοπρεσίνης οδήγησε στην αύξηση κατά 3 φορές της συγκέντρωσης της δεσμοπρεσίνης στο πλάσμα, πιθανόν λόγω βραδύτερης γαστρεντερικής κινητικοτητας.
Αναμένεται ότι φάρμακα με παρόμοιες φαρμακολογικές ιδιότητες μπορεί να ενισχύσουν τη δράση της λοπεραμίδης και ότι φάρμακα που επιταχύνουν τον περισταλτισμό του εντέρου μπορεί να μειώσουν τη δράση της.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-IMODIUM
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η ασφάλεια της λοπεραμίδης αξιολογήθηκε σε 3076 ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών που συμμετείχαν σε 31 ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές υδροχλωρικής λοπεραμίδης για τη θεραπεία της διάρροιας. Από αυτές, 26 δοκιμές αφορούσαν οξεία διάρροια (Ν=2755) και 5 δοκιμές αφορούσαν χρόνια διάρροια (Ν=321).
Οι πιο συχνά αναφερόμενες (≥ 1%) ανεπιθύμητες ενέργειες στις δοκιμές της οξείας διάρροιας ήταν: δυσκοιλιότητα (2.7%), μετεωρισμός (1.7%), πονοκέφαλος (1.2%) και ναυτία (1.1%). Οι πιο συχνά αναφερόμενες (≥ 1%) ανεπιθύμητες ενέργειες στις δοκιμές της χρόνιας διάρροιας ήταν: μετεωρισμός (2.8%), δυσκοιλιότητα (2.2%), ναυτία (1.2%) και ζάλη (1.2%).
Ο πίνακας 1 περιλαμβάνει ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη χρήση υδροχλωρικής λοπεραμίδης είτε από κλινικές δοκιμές (σε οξεία διάρροια, χρόνια διάρροια ή και τα δύο) είτε την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.
Συχνότητες:
- Πολύ συχνά (
1/10)
- Συχνά (
1/100 έως <1/10)
- Ασυνήθης (
1/1000 έως <1/100)
- Σπάνια (
1/10000 έως <1/1000)
- Πολύ σπάνια (<1/10000)
| Σύστημα | Οξεία διάρροια (Ν=2755) | Χρόνια Διάρροια (Ν=321) | Οξεία και χρόνια διάρροια | Εμπειρία μετά την κυκλοφορία |
|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές ανοσολογικού συστήματος | ||||
| Υπερευαισθησία, αναφυλακτική αντίδραση (συμπεριλαμβανομένου αναφυλακτικού σοκ), αναφυλακτοειδής αντίδραση | Σπάνια | |||
| Διαταραχές νευρικού συστήματος | ||||
| Πονοκέφαλος | Συχνά | Συχνά | ||
| Ζάλη | Συχνά | Συχνά | ||
| Υπνηλία | Ασυνήθης | Συχνά | ||
| Απώλεια συνείδησης, νάρκη, χαμηλό επίπεδο συνείδησης, αδυναμία συντονισμού των κινήσεων | Σπάνια | |||
| Διαταραχές οφθαλμών | ||||
| Μύση | Σπάνια | |||
| Διαταραχές γαστρεντερικού συστήματος | ||||
| Δυσκοιλιότητα, ναυτία, μετεωρισμός | Συχνά | Συχνά | Συχνά | |
| Κοιλιακός πόνος, κοιλιακή δυσφορία, ξηροστομία | Ασυνήθης | Ασυνήθης | Ασυνήθης | |
| Άλγος στην άνω κοιλία, εμετός | Ασυνήθης | Ασυνήθης | ||
| Δυσπεψία | Σπάνια | |||
| Ειλεός (συμπεριλαμβανομένου παραλυτικό ειλεό), μεγάκολο (συμπεριλαμβανομένου τοξικού μεγάκολου), γλωσσοδυνία | Σπάνια | |||
| Κοιλιακή διάταση | Συχνά | Ασυνήθ ς | ||
| Διαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού | ||||
| Εξάνθημα | Ασυνήθης | Ασυνήθης | ||
| Πομφολυγώδες εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένου συνδρόμου Stevens-Johnson, τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης και ερυθληματος), αγγειοοίδημα, κνίδωση, κνησμός | Σπάνια | |||
| Διαταραχές νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος | ||||
| Κατακράτηση ούρων | Σπάνια | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στο σημείο εφαρμογής | ||||
| Κόπωση | Σπάνια |
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια της υδροχλωρικής λοπεραμίδης εκτιμήθηκε σε 607 ασθενείς ηλικίας από 10 ημερών ως 13 ετών που συμμετείχαν σε 13 ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες λοπεραμίδης για χρήση στην αντιμετώπιση της οξείας διάρροιας. Γενικά, το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στις κλινικές μελέτες της λοπεραμίδης σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω.
- Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών:
- Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ως εξής (βλ. λεπτομέρειες παρακάτω).
- Ελλάδα
- Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
- Μεσογείων 284
- GR-15562 Χολαργός, Αθήνα
- Τηλ: + 30 213 2040380/337
- Φαξ: + 30 210 6549585
- Ιστότοπος http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-IMODIUM
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-IMODIUM
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Η λοπεραμίδη συνδέεται με τους υποδοχείς των οπιούχων στο εντερικό τοίχωμα. Κατά συνέπεια, αναστέλλει την απελευθέρωση της ακετυλχολίνης και των προσταγλανδινών, ελαττώνοντας έτσι την προωθητική περισταλτικότητα αυξανόμενου και του χρόνου διάβασης του εντέρου. Η λοπεραμίδη αυξάνει τον τόνο του σφιγκτήρα του ορθού, ελαττώνοντας έτσι την ακράτεια και την έπειξη προς κένωση. Λόγω της μεγάλης χημικής συγγένειας προς το εντερικό τοίχωμα και του υψηλού μεταβολικού φαινομένου πρώτης διόδου, η λοπεραμίδη σχεδόν δεν φθάνει στην συστηματική κυκλοφορία.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-IMODIUM
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Η λοπεραμίδη απορροφάται εύκολα από το έντερο, και μεταβολίζεται στο ήπαρ, όπου συζεύγνυται και απεκκρίνεται μέσω της χολής.
Ο χρόνος ημιζωής της λοπεραμίδης στον άνθρωπο είναι περίπου 11 ώρες με διακύμανση 9-14 ώρες. Μελέτες κατανομής σε αρουραίους έδειξαν μια υψηλή συγγένεια για το εντερικό τοίχωμα με προτίμηση προς σύνδεση με τους υποδοχείς των επιμήκων λείων μυϊκών ινών. Η σύνδεση της λοπεραμίδης με τις πρωτεϊνες του πλάσματος είναι 95%, κυρίως με την αλβουμίνη. Η απέκκριση πραγματοποιείται κυρίως με οξειδωτική Ν-διμεθυλίωση, που είναι η κύρια μεταβολική οδός της λοπεραμίδης Η απέκκριση της αμεταβόλιστης λοπεραμίδης και των μεταβολιτών γίνεται κυρίως μέσω των κοπράνων.
ΕΟΦ · 1.4.2
Aνασταλτικά της εντερικής κινητικότητας
expand_more
Aνασταλτικά της εντερικής κινητικότητας
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα οπιοειδή και διάφορα άλλα, όπως η διφαινοξυλάτη και λοπεραμίδη. O όρος “οπιοειδή” (opioids), περιλαμβάνει όλες τις ουσίες φυσικές και συνθετικές, συμπεριλαμβανόμενων και ουσιών με δράση ανταγωνιστική της μορφίνης. H χρήση τους ως αντιδιαρροϊκών οφείλεται στην ανασταλτική τους δράση στην κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα και την πρόκληση δυσκοιλιότητας.
H λοπεραμίδη είναι παράγωγο της αλοπεριδόλης και από άποψη χημικής δομής μοιάζει με τη μεπεριδίνη. Στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις έχει σημαντικώς μικρότερη επίδραση στο KNΣ από εκείνη της αλοπεριδόλης ή μεπεριδίνης. O τρόπος δράσης της μοιάζει με εκείνον των οπιούχων, ενώ παραλλήλως μειώνει και τις εντερικές εκκρίσεις. Mολονότι δεν έχουν περιγραφεί φαινόμενα εξάρτησης από τη χρήση του φαρμάκου, εντούτοις δεν μπορεί να αγνοηθεί ο ενδεχόμενος κίνδυνος.
Στη χρήση της κωδεΐνης και των οπιούχων θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι που αναφέρονται στο ειδικό κεφάλαιο (βλ. 4.11). H κωδεΐνη προτιμάται των οπιούχων σε περιπτώσεις που απαιτείται περισσότερο μακροχρόνια χρήση γιατί προκαλεί δυσκολότερα εξάρτηση.
Γενικώς τα φάρμακα αυτά θα πρέπει να αποφεύγονται σε περιπτώσεις διάρροιας από ελκώδη κολίτιδα και οξεία μικροβιακή ή αμοιβαδική δυσεντερία γιατί ευνοούν την επιδείνωση των ελκωτικών βλαβών του εντέρου με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης τοξικού μεγακόλου. Eπίσης πρέπει να αποφεύγονται σε ηπατική ανεπάρκεια. Tα οπιούχα συνιστώνται κυρίως για νοσοκομειακή χρήση.
Στη χολορροϊκή διάρροια, που οφείλεται σε πλημμελή επαναπορρόφηση των χολικών αλάτων από τον τελικό ειλεό μπορεί να χορηγηθεί χολεστυραμίνη, η οποία τα δεσμεύει (κεφ. 1.8.1). Στη διάρροια που οφείλεται σε ενδοκρινικούς όγκους του παγκρέατος (όπως στα βιπώματα) μπορεί να χορηγηθεί το ορμονικό ανάλογο οκτρεοτίδη (κεφ. 6.7.1.1). Για τη διόρθωση των απωλειών από τις διάρροιες κυκλοφορούν στο εμπόριο διαλύματα δεξτρόζης και ηλεκτρολυτών τα οποία χορηγούνται ανάλογα με τις ανάγκες.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Τα εντερικά νευρικά κύτταρα συνθέτουν και απελευθερώνουν ενδογενή οπιοειδή πεπτίδια και άλλους νευροδιαβιβαστές, όπως η ακετυλοχολίνη και η ουσία P. Τα ενδογενή οπιοειδή συνδέονται με οπιοειδείς υποδοχείς που εκφράζονται σε αυτά τα νευρικά κύτταρα για να ρυθμίσουν τη γαστρεντερική σηματοδότηση, την κινητικότητα και την ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών. Η λοπεραμίδη δρα στον μ (μ)-οπιοειδή υποδοχέα που εκφράζεται στους κυκλικούς και διαμήκεις εντερικούς μύες. Η σύνδεση με τον υποδοχέα οδηγεί στην πρόσληψη G-πρωτεϊνικών υποδοχέων-κινασών και στην ενεργοποίηση κατωφερικών μοριακών αλυσιδώσεων που αναστέλλουν την εντερική νευρική δραστηριότητα. Αναστέλλοντας την εκτρεψιμότητα των εντερικών νευρικών κυττάρων, η λοπεραμίδη καταστέλλει την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών, την προσυναπτική και μετασυναπτική αναστολή της μετάδοσης διεγερτικών και ανασταλτικών κινητικών μονοπατιών, και των σεκρητοκινητικών μονοπατιών. Η λοπεραμίδη αναστέλλει την απελευθέρωση ακετυλοχολίνης και προσταγλανδινών, μειώνοντας έτσι την προωθητική περισταλτισμό και αυξάνοντας τον χρόνο εντερικής διέλευσης. Η λοπεραμίδη διεγείρει την εντερική απορρόφηση νερού και ηλεκτρολυτών αναστέλλοντας την καλμοδουλίνη. Η λοπεραμίδη μπορεί να συνδεθεί και να υπερπολώσει τα υποβλεννογόνια σεκρητοκινητικά νευρικά κύτταρα, προάγοντας ξηρά, σκληρά κόπρανα.
… Η παρούσα μελέτη διερευνά τον μηχανισμό της κεντρικής αναλγητικής δράσης της λοπεραμίδης. Ενήλικοι αρσενικοί αρουραίοι Sprague-Dawley υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση για τοποθέτηση καθετήρα. Μετά από δοκιμές αναφοράς, χορηγήθηκαν σε διαφορετικές ομάδες αρουραίων σταθερές ενδοραχιαίες δόσεις (1 μg, 3 μg, 10 μg και 30 μg) λοπεραμίδης και μορφίνης. Η αναλγησία συγκρίθηκε χρησιμοποιώντας την συσκευή Hargreaves για την απόσυρση της πατούσας στα 15 λεπτά, 30 λεπτά, 60 λεπτά, 90 λεπτά και 120 λεπτά. Επιπλέον, το CTOP, ένας ειδικός ανταγωνιστής των μ-οπιοειδών υποδοχέων, χορηγήθηκε συνδυαστικά με τη λοπεραμίδη για να εξεταστεί η αναλγησία που μεσολαβείται από τους μ-οπιοειδείς υποδοχείς από τη λοπεραμίδη. Επιπλέον, η νεφιρακετάμη, ένας ενεργοποιητής διαύλων ασβεστίου, χορηγήθηκε συνδυαστικά με τη λοπεραμίδη ή τη μορφίνη για να αξιολογηθεί η εμπλοκή των διαύλων Ca(2+) στη λοπεραμίδη. Η λοπεραμίδη παρουσίασε αναλγητικό αποτέλεσμα που ήταν συγκρίσιμο με τη μορφίνη. Ωστόσο, η λοπεραμίδη προκάλεσε παρατεταμένη αναλγησία και το αναλγητικό αποτέλεσμα ήταν σημαντικά καλύτερο στις 42 ώρες και 49 ώρες σε σύγκριση με τη μορφίνη. Το CTOP ανέτρεψε πλήρως την αναλγησία της λοπεραμίδης. Αν και η νεφιρακετάμη ανέτρεψε σημαντικά την αναλγησία της λοπεραμίδης, δεν είχε καμία επίδραση στην αναλγησία που προκαλείται από τη μορφίνη. Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι η λοπεραμίδη που χορηγείται ενδοραχιακά προκαλεί αναλγησία που μεσολαβείται μέσω των μ-οπιοειδών υποδοχέων και της επακόλουθης αναστολής των κατωφερικών διαύλων ασβεστίου.
Οι επιδράσεις του αντιδιαρροϊκού παράγοντα λοπεραμίδης στην δραστηριότητα των διαύλων ασβεστίου υψηλής τάσης (HVA) και στις αποκρίσεις που προκαλούνται από διεγερτικά αμινοξέα σε δύο παρασκευάσματα καλλιεργημένων νευρώνων ιππόκαμπου εξετάστηκαν. Σε νευρώνες ιππόκαμπου αρουραίου που φορτώθηκαν με τη βαφή fura-2 ευαίσθητη στο ασβέστιο, οι αυξήσεις της ενδοκυττάριας ελεύθερης συγκέντρωσης ασβεστίου ([Ca2+]i) που προκλήθηκαν από παροδική έκθεση σε μέσο που περιέχει 50 mM K+ [υψηλή εξωκυττάρια συγκέντρωση καλίου ([K+]o)] μεσολαβήθηκαν από ροή Ca2+ κυρίως μέσω διαύλων ευαίσθητων στη νιφεδιπίνη, με μικρότερες συνεισφορές από διαύλους ευαίσθητους στην ω-κοντοτοξίνη GVIA (ω-CgTx) και διαύλους που δεν ήταν ευαίσθητοι ούτε στη νιφεδιπίνη ούτε στην ω-CgTx. Η λοπεραμίδη ανέστειλε αναστρέψιμα τις αυξήσεις της [Ca2+]i που προκλήθηκαν από υψηλή [K+]o με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση, με IC50 0.9 +/- 0.2 μM. Στην υψηλότερη δοκιμασμένη συγκέντρωση (50 μM), η λοπεραμίδη εξάλειψε τις αυξήσεις της [Ca2+]i που προκλήθηκαν από υψηλή [K+]o, αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε διαφορετικά μόνο σε μέσο χωρίς Ca(2+) ή με τη συνδυασμένη χορήγηση νιφεδιπίνης, ω-CgTx και δηλητηρίου αράχνης tunnel web σε μέσο που περιέχει Ca(2+). Η δράση της λοπεραμίδης δεν ήταν ευαίσθητη στη ναλοξόνη ούτε μιμήθηκε από τη μορφίνη και παρατηρήθηκε σε συγκεντρώσεις σημαντικά χαμηλότερες από αυτές που απαιτούνται για την αναστολή της εισροής Ca2+ μέσω του ιοντοφόρου που ενεργοποιείται από υποδοχέα N-μεθυλ-D-ασπαρτικό (NMDA).
Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν σε καλλιεργημένους νευρώνες ιππόκαμπου ποντικού υπό ηλεκτροβραχυστική σύσφιξη ολικού κυττάρου. Τα ρεύματα διαύλων ασβεστίου ενεργοποιούμενα από τάση, που μεταφέρονται από ιόντα βαρίου (IBa), μπορούσαν να διακρίνου τα φαρμακολογικά σε ευαίσθητα στη νιφεδιπίνη (τύπου L) και ανθεκτικά στη νιφεδιπίνη, ευαίσθητα στην ω-CgTx (τύπου N) συστατικά. Η λοπεραμίδη (0.1-50 μM) προκάλεσε μια μείωση της μέγιστης IBa εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση με τιμή IC50 2.5 +/- 0.4 μM και, στην υψηλότερη δοκιμασμένη συγκέντρωση, μπορούσε να αναστείλει πλήρως την IBa απουσία οποιουδήποτε άλλου φαρμακολογικού παράγοντα. Η αναστολή που προκλήθηκε από τη λοπεραμίδη ήταν ταχείας έναρξης και λήξης, ήταν πλήρως αναστρέψιμη και δεν φάνηκε να σχετίζεται με τις γνωστές δράσεις καλμοδουλίνης ανταγωνιστές της λοπεραμίδης. Τα χαρακτηριστικά ρεύματος-τάσης της IBa ολικού κυττάρου δεν επηρεάστηκαν από τη λοπεραμίδη και η αναστολή δεν ήταν εξαρτώμενη από την τάση. Η λοπεραμίδη επίσης εξασθένισε τα ρεύματα που προκλήθηκαν από NMDA που καταγράφηκαν σε δυναμικό μεμβράνης -60 mV, με IC50 73 +/- 7 μM. Η αναστολή των ρευμάτων που προκλήθηκαν από NMDA δεν ήταν ανταγωνιστική, δεν ανατράπηκε από την αύξηση της εξωκυττάριας συγκέντρωσης γλυκίνης ή σπέρμίνης, και δεν επηρεάστηκε από αλλαγές στην αναμονή μεμβράνης.
Τα σταθερά ρεύματα που προκλήθηκαν από καινική και DL-άλφα-αμινο-3-υδροξυ-5-μεθυλισοξαζολπροπιονικό οξύ, αντίθετα, επηρεάστηκαν σχετικά λίγο από 100 μM λοπεραμίδη.
Η ενδοφλέβια έγχυση λοπεραμίδης προκάλεσε άμεση πτώση της αρτηριακής πίεσης και του καρδιακού ρυθμού σε αναισθητοποιημένους αρουραίους. Και οι δύο επιδράσεις αναστέλλονταν από τους οπιοειδείς ανταγωνιστές ναλοξόνη και MRZ 2266 BS. Η αμφοτερόπλευρη βαγοτομή ανέστειλε επίσης και τις δύο επιδράσεις, ενώ η ατροπίνη μείωσε μόνο τη βραδυκαρδία, αλλά ο συνδυασμός ατροπίνης και τερτατόλολης κατέστειλε τη βραδυκαρδία. Υψηλή δόση λοπεραμίδης προκάλεσε βραδυκαρδία σε αρουραίους με νωτιαίο μυελό. Αυτή η επίδραση προφυλάχθηκε από το MRZ 2266 BS αλλά όχι από τη ναλοξόνη. Συμπεραίνεται ότι η λοπεραμίδη μπορεί να προκαλέσει μια αντανακλαστική αντίδραση που μεσολαβείται από το πνευμονογαστρικό νεύρο, περιλαμβάνοντας πνευμονογαστρικούς και συμπαθητικούς μηχανισμούς, και μπορεί να διεγείρει καρδιακούς οπιοειδείς υποδοχείς, πιθανώς κάππα, με αποτέλεσμα βραδυκαρδία.
Η κινητικότητα στο έντερο είναι αποτέλεσμα χολινεργικής και μη χολινεργικής διφασικής διέγερσης της εντερικής μυϊκής στοιβάδας. Ο χολινεργικός μεσολαβητής, η ακετυλοχολίνη (ACh), είναι υπεύθυνος για την πρώτη φάση της περισταλτισμού, ενώ οι προσταγλανδίνες (PG) θεωρείται ότι μεσολαβούν τη δεύτερη φάση. Η λοπεραμίδη έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει την απελευθέρωση τόσο ACh όσο και PG από απομονωμένο ειλεό γουνοφορεμένου κουνελιού, καθώς και άμεση αναστολή της δράσης των PG σε λείες μυϊκές παρασκευές από αρουραίους. Το καθαρό αποτέλεσμα είναι η μείωση του αριθμού των περισταλτικών κυμάτων, του υγρού που εκτοξεύεται από κάθε κύμα και της συνολικής εντερικής κινητικότητας. Η λοπεραμίδη προκαλεί παρατεταμένη αναστολή της περισταλτικής δραστηριότητας του ειλεού γουνοφορεμένου κουνελιού in vitro σε δόσεις τόσο χαμηλές όσο 0.005 mg/L. Οι ανασταλτικές επιδράσεις εξαρτώνται από τη δόση, επηρεάζοντας τη δραστηριότητα τόσο των διαμήκων όσο και των κυκλικών μυών. Σε επίπεδα δόσης που αναστέλλουν την περισταλτική δραστηριότητα, η λοπεραμίδη ανταγωνίζεται τις σπασμογόνες επιδράσεις της ηλεκτρικής και νικοτινικής διέγερσης αυτής της παρασκευής. Επίσης, οι συσπάσεις που προκαλούνται από αγγειοτενσίνη-5-υδροξυτρυπταμίνη-, βραδυκινίνη-χλωριούχο βάριο- και ισταμίνη του παρασκευάσματος ειλεού γουνοφορεμένου κουνελιού αναστέλλονται από δόσεις 0.14 mg/L ή περισσότερο. Από την άλλη πλευρά, η λοπεραμίδη είναι αδρανής έναντι της 5-υδροξυτρυπταμίνης στο fundus αρουραίου, της επινεφρίνης στην σπλήνα κουνελιού, της ακετυλοχολίνης στο δωδεκαδάκτυλο κουνελιού και της ισοπροτερενόλης στο παρασκεύασμα ορθικού τυφλού κότας σε επίπεδα δόσης έως 10 mg/L. Μια μέτρια αρνητική ινότροπη επίδραση παρατηρείται στον καρδιακό μυ γάτας σε 3 και 10 mg/L, και μια μέτρια αρνητική χρονοτρόπη επίδραση παρατηρείται στον καρδιακό μυ γουνοφορεμένου κουνελιού σε 0.16 mg/L. Αυτός ο ανταγωνισμός θεωρείται μη ειδικός.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η λοπεραμίδη απορροφάται καλά από τον γαστρεντερικό σωλήνα· ωστόσο, υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, σχηματίζοντας μεταβολίτες που απεκκρίνονται στη χολή. Επομένως, ελάχιστη λοπεραμίδη φτάνει πράγματι στη συστηματική κυκλοφορία. Η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου είναι μικρότερη του 1%. Μετά από από του στόματος χορήγηση κάψουλας 2 mg λοπεραμίδης, οι συγκεντρώσεις της αμετάβλητης ουσίας στο πλάσμα ήταν κάτω από 2 ng/mL. Οι συγκεντρώσεις λοπεραμίδης στο πλάσμα είναι υψηλότερες περίπου πέντε ώρες μετά τη χορήγηση κάψουλας λοπεραμίδης από το στόμα και 2.5 ώρες μετά τη χορήγηση της υγρής μορφής του φαρμάκου.
Η λοπεραμίδη και οι μεταβολίτες της στη συστηματική κυκλοφορία υφίστανται χολική απέκκριση. Η απέκκριση της αμετάβλητης λοπεραμίδης και των μεταβολιτών της γίνεται κυρίως μέσω των κοπράνων. Μόνο το 1% μιας απορροφηθείσας δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
Η λοπεραμίδη έχει μεγάλο όγκο κατανομής. Παρόλο που είναι ιδιαίτερα λιπόφιλη, η λοπεραμίδη δεν διασχίζει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και γενικά δρα περιφερικά.
Tritium-labeled loperamide χορηγήθηκε από το στόμα σε οκτώ ομάδες πέντε αρσενικών αρουραίων Wistar (250 +/- 10 g) που νήστευαν, σε δοσολογία 1.25 mg/kg. Συλλέχθηκαν ούρα και κόπρανα για έως και 4 ημέρες. Οι αρουραίοι θανατώθηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές από 1 έως 96 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου για την εξέταση αίματος, οργάνων και ιστών. Σε έναν αρουραίο, η χολή διασωληνώθηκε για 48 ώρες. Η ραδιενεργή περιεκτικότητα κάθε δείγματος μετρήθηκε και τα κλάσματα που οφείλονταν στη λοπεραμίδη, στους μεταβολίτες και στη πτητική ραδιενέργεια προσδιορίστηκαν με την τεχνική αντίστροφης ισοτοπικής αραίωσης και λυοφιλίωσης. Μόνο το 5% του φαρμάκου και των μεταβολιτών του ανακτήθηκε από τα ούρα, ενώ ο κύριος όγκος απεκκρίθηκε με τα κόπρανα. Τα επίπεδα λοπεραμίδης στο πλάμα ήταν χαμηλά σε όλες τις χρονικές στιγμές. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις λοπεραμίδης στο πλάμα δεν υπερέβησαν το 0.22% της χορηγηθείσας δόσης, που αντιστοιχεί περίπου σε 75 mg/mL πλάσματος. Ο γαστρεντερικός σωλήνας περιείχε περίπου το 85% της λοπεραμίδης 1 ώρα μετά τη χορήγηση. Τα επίπεδα στον εγκέφαλο ήταν εξαιρετικά χαμηλά, ποτέ δεν υπερέβησαν τα 22 ng/g ιστού εγκεφάλου, ή το 0.005% της χορηγηθείσας δόσης. Δείχθηκε η ύπαρξη εντεροηπατικής κυκλοφορίας, αλλά η πρόσληψη του φαρμάκου στη γενική κυκλοφορία ήταν χαμηλή. Η διαφοροποίηση μεταξύ συνολικής ραδιενέργειας και μη πτητικής ραδιενέργειας κατέδειξε ότι η πλειονότητα της υπολειπόμενης ραδιενέργειας στους ιστούς οφειλόταν σε τριτιωμένο ύδωρ.
Τρεις άνδρες εθελοντές έλαβαν από το στόμα 2.0 mg 3H-λοπεραμίδης (ειδική δραστικότητα 64 mCi/mM) σε καψάκια ζελατίνης. Λήφθηκαν δείγματα αίματος, ούρων και κοπράνων ελέγχου πριν από τη χορήγηση. Συλλέχθηκε αίμα με ηπαρίνη 1, 2, 4, 8, 24, 72 και 168 ώρες μετά. Τα ούρα συλλέχθηκαν για επτά ημέρες και τα κόπρανα για οκτώ ημέρες. Η ραδιενεργή περιεκτικότητα κάθε δείγματος μετρήθηκε και τα κλάσματα που οφείλονταν στη λοπεραμίδη, στους μεταβολίτες και στη πτητική ραδιενέργεια προσδιορίστηκαν με την τεχνική αντίστροφης ισοτοπικής αραίωσης και λυοφιλίωσης. Η τύχη της 3H-λοπεραμίδης που χορηγήθηκε από το στόμα σε ανθρώπους φάνηκε να είναι παρόμοια με αυτήν στα αρουραίους. Το μέγιστο επίπεδο λοπεραμίδης στο πλάμα παρατηρήθηκε 4 ώρες μετά τη θεραπεία και ήταν λιγότερο από 2 ng/mL ή περίπου 0.3% της χορηγηθείσας δόσης. Περίπου το 1% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίθηκε αμετάβλητο με τα ούρα και 6% ως μη πτητικοί μεταβολίτες. Περίπου το 40% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίθηκε με τα κόπρανα, κυρίως εντός των πρώτων τεσσάρων ημερών· 30% αυτής της ποσότητας οφειλόταν σε αμετάβλητο φάρμακο.
Μελέτες κατανομής σε αρουραίους δείχνουν υψηλή συγγένεια για το τοίχωμα του εντέρου με προτίμηση για σύνδεση με υποδοχείς της διαμήκους μυϊκής στοιβάδας. Η δέσμευση της λοπεραμίδης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 95%, κυρίως στην αλβουμίνη. Μη κλινικά δεδομένα έχουν δείξει ότι η λοπεραμίδη είναι υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης.
/ΓΑΛΑ/ Μικρές ποσότητες λοπεραμίδης μπορεί να εμφανιστούν στο μητρικό γάλα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η λοπεραμίδη μεταβολίζεται εκτενώς. Η κύρια μεταβολική οδός είναι η οξειδωτική N-απομεθυλίωση που μεσολαβείται από CYP2C8 και CYP3A4, για τον σχηματισμό N-απομεθυλ-λοπεραμίδης. Οι CYP2B6 και CYP2D6 παίζουν δευτερεύοντα ρόλο στην N-απομεθυλίωση της λοπεραμίδης. Οι μεταβολίτες της λοπεραμίδης είναι φαρμακολογικά ανενεργοί.
Η λοπεραμίδη εξάγεται σχεδόν πλήρως από το ήπαρ, όπου μεταβολίζεται κυρίως, συζευγνύεται και απεκκρίνεται μέσω της χολής. Η οξειδωτική N-απομεθυλίωση είναι η κύρια μεταβολική οδός για τη λοπεραμίδη και μεσολαβείται κυρίως μέσω των CYP3A4 και CYP2C8. Λόγω αυτής της πολύ υψηλής επίδρασης πρώτης διόδου, οι συγκεντρώσεις της αμετάβλητης ουσίας στο πλάμα παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές.
Σε αντίθεση με τις επιδράσεις που μοιάζουν με Πάρκινσον που σχετίζονται με την μιτοχονδριακή νευροτοξίνη N-μεθυλ-4-φαινυλ-1,2,3,6-τετραϋδροπυριδίνη (MPTP) και τον νευροληπτικό παράγοντα αλοπεριδόλη, δεν υπάρχουν αναφορές για ανεπιθύμητες κεντρικές νευρικές επιδράσεις (ΚΝΣ) με το δομικά σχετιζόμενο παράγωγο N-υποκατεστημένης-4-αρυλπιπεριδιν-4-όλης και αντιδιαρροϊκό παράγοντα λοπεραμίδη. Αν και αυτή η διαφορά μπορεί να αποδοθεί στις ιδιότητες της λοπεραμίδης ως υποστρώματος της P-γλυκοπρωτεΐνης που την εμποδίζουν να προσπελάσει τον εγκέφαλο, μια εναλλακτική πιθανότητα είναι ότι ο μεταβολισμός της λοπεραμίδης στους ανθρώπους διαφέρει από αυτόν της MPTP και της αλοπεριδόλης και δεν περιλαμβάνει βιοενεργοποίηση σε νευροτοξικό πυριδινικό είδος. Στην τρέχουσα μελέτη, εξετάστηκε η βιοενεργοποίηση της λοπεραμίδης με ιδιαίτερη έμφαση στην ταυτοποίηση πυριδινικών μεταβολιτών. Παρατηρήθηκε εξαφάνιση της λοπεραμίδης εξαρτώμενη από NADPH τόσο σε μικροσώματα ήπατος αρουραίου όσο και ανθρώπου (ανθρώπινος t(1/2) = 13 λεπτά· αρουραίου t(1/2) = 22 λεπτά). Ο μεταβολισμός της λοπεραμίδης ήταν παρόμοιος σε ανθρώπους και αρουραίους και περιλάμβανε N-απελκυλίωση σε N-δεσμεθυλλοπεραμίδη (M3) ως την κύρια μεταβολική τύχη. Άλλες οδοί βιομετασχηματισμού της λοπεραμίδης περιλάμβαναν N- και C-υδροξυλίωση σε μεταβολίτες λοπεραμίδης-N-οξειδίου (M4) και καρβινολαμίδης (M2), αντίστοιχα. Επιπλέον, η δημιουργία ενός επιπλέον μεταβολίτη (M5) ήταν επίσης διακριτή σε μικροσώματα ήπατος ανθρώπου και αρουραίου. Η δομή του M5 αποδόθηκε στο πυριδινικό είδος (LPP(+)) βάσει σύγκρισης των χαρακτηριστικών χρωματογραφίας υγρών/φασματομετρίας μάζας-μάζας με το πυριδινικό που ελήφθη από τη λοπεραμίδη μέσω χημικής αντίδρασης. Ο μεταβολισμός της λοπεραμίδης σε ανθρώπινα μικροσώματα ήταν ευαίσθητος σε θεραπεία με κετοκοναζόλη και βουπροπιόνη, υποδηλώνοντας εμπλοκή των P4503A4 και -2B6. Η ανασυνδυασμένη P4503A4 καταλυσε όλες τις οδούς βιομετασχηματισμού της λοπεραμίδης σε ανθρώπινα μικροσώματα ήπατος, ενώ η P4502B6 ήταν υπεύθυνη μόνο για τις οδούς N-απελκυλίωσης και N-οξείδωσης. Το ευρύ περιθώριο ασφαλείας της λοπεραμίδης (σε σύγκριση με MPTP και αλοπεριδόλη) παρά τη μεταβολή σε ένα δυνητικά νευροτοξικό πυριδινικό είδος, πιθανώς προκύπτει από έναν συνδυασμό παραγόντων που περιλαμβάνουν ένα θεραπευτικό σχήμα που κανονικά περιορίζεται σε λίγες ημέρες και το γεγονός ότι η λοπεραμίδη και ίσως η LPP(+) είναι υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης και τους αρνείται η είσοδος στο ΚΝΣ. Οι διαφορές στο προφίλ ασφάλειας της αλοπεριδόλης και της λοπεραμίδης παρά την κοινή βιοενεργοποίηση υποστηρίζουν την άποψη ότι δεν θα προκαλέσουν όλες οι ενώσεις που υφίστανται βιοενεργοποίηση in vitro απαραίτητα τοξικολογική απόκριση in vivo.
Η λοπεραμίδη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την N-Δεσμεθυλλοπεραμίδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λοπεραμίδης είναι 10.8 ώρες με εύρος 9.1 έως 14.4 ώρες.
Ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λοπεραμίδης σε υγιείς ενήλικες είναι 10.8 ώρες (εύρος 9.1-14.4 ώρες).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
6X9OC3H4II
ΛΟΠΕΡΑΜΙΔΗ
Καθορισμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Οπιοειδής Αγωνιστής
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Οπιοειδείς Αγωνιστές
Η λοπεραμίδη είναι Οπιοειδής Αγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της λοπεραμίδης είναι ως Οπιοειδής Αγωνιστής.