Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J02AC02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ITRACONAZOLE

Ιτρακοναζόλη

Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …

Chemical structure of ITRACONAZOLE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Καψάκια: Ενδημικές μυκητιάσεις: ιστοπλάσμωση, βλαστομύκωση, παρακοκκιδιοϊδομύκωση. Συστηματικές μυκητιάσεις: Πνευμονική και εξωπνευμονική ασπεργίλλωση, συστηματική καντιντίαση, κρυπτοκοκκικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της κρυπτοκοκκικής μηνιγγίτιδας) σε…
medication
SPC-SPORANOX

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από στόματος (καψάκια)
Χορήγηση:
Αμέσως μετά από ένα πλήρες γεύμα
Δόση έναρξης:
200 mg
Τιτλοποίηση:
Σε ορισμένες κατηγορίες ανοσοκατεσταλμένων ασθενών, οι δόσεις ίσως χρειασθεί να αυξηθούν. Σε περίπτωση διεισδυτικής ή διάχυτης νόσου (Ασπεργίλλωση, Καντιντίαση), αύξηση της δόσης σε 200 mg δις ημερησίως.
  • Αιδοιοκολπική καντιντίαση οξεία ή υποτροπιάζουσα
    Δόση200 mg, δις ημερησίως ή 200 mg άπαξ ημερησίως
    Διάρκεια θεραπείας: 1 ημέρα ή 3 ημέρες (να αποκλεισθεί εγκυμοσύνη)
  • Ποικιλόχρους πιτυρίαση
    Δόση200 mg εφάπαξ
    Διάρκεια θεραπείας: 7 ημέρες
  • Δερματομυκητίαση
    Δόση200 mg εφάπαξ ή 100 mg εφάπαξ
    Διάρκεια θεραπείας: 7 ημέρες ή 15 ημέρες. Περιοχές με υπερκεράτωση όπως tinea pedis (πέλματα) και tinea manus (παλάμες) απαιτούν επιπρόσθετη θεραπεία 200 mg δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες, ή 100 mg ημερησίως, για 30 ημέρες.
  • Καντιντίαση στοματο-φαρυγγικής κοιλότητας σε ασθενείς HIV (+)
    Δόση100 mg εφάπαξ
    Διάρκεια θεραπείας: 15 ημέρες
  • Μυκητιασική κερατίτις
    Δόση200 mg εφάπαξ
    Διάρκεια θεραπείας: 21 ημέρες. Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.
  • Ονυχομυκητίαση
    Δόση200 mg εφάπαξ ή 200 mg 2 φορές ημερησίως μία εβδομάδα ανά μήνα
    Διάρκεια θεραπείας: 3 μήνες (χέρια), 3-4 μήνες (πόδια).
  • Ασπεργίλλωση
    Δόση200 mg άπαξ ημερησίως
    Διάρκεια θεραπείας: 2-5 μήνες. Αύξηση της δόσης σε 200 mg δις ημερησίως σε περίπτωση διεισδυτικής ή διάχυτης νόσου. Ισχύει για περιπτώσεις επιθετικής και διάσπαρτης νόσου σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
  • Καντιντίαση
    Δόση100-200 mg άπαξ ημερησίως
    Διάρκεια θεραπείας: 3 εβδομάδες-7 μήνες. Σε περίπτωση διεισδυτικής ή διάχυτης νόσου αύξηση της δόσης σε 200 mg δις ημερησίως.
  • Μη-μηνιγγική κρυπτοκόκκωση
    Δόση200 mg άπαξ ημερησίως
    Διάρκεια θεραπείας: 2 μήνες-1 έτος. Δεν είναι φάρμακο πρώτης επιλογής. Για θεραπεία συντήρησης: (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
  • Μηνιγγίτιδα από κρυπτόκοκκο
    Δόση200 mg δις ημερησίως
    Διάρκεια θεραπείας: 2 μήνες-1 έτος. Δεν είναι φάρμακο πρώτης επιλογής. Για θεραπεία συντήρησης: (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
  • Ιστοπλάσμωση
    Δόση200 mg άπαξ ημερησίως ή 200 mg, δις ημερησίως
    Διάρκεια θεραπείας: 8 μήνες
  • Λεμφοδερματική και Δερματική Σποροτρίχωση
    Δόση100 mg άπαξ ημερησίως
    Διάρκεια θεραπείας: 3-12 μήνες
  • Λοίμωξη από παρακοκκιδιοϊδομύκητες
    Δόση100 mg άπαξ ημερησίως
    Διάρκεια θεραπείας: 6 μήνες. Δεν διατίθενται δεδομένα για την αποτελεσματικότητα των καψακίων SPORANOX, σε αυτή τη δοσολογία, για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από παρακοκκιδιοϊδομύκητες σε ασθενείς με AIDS.
  • Χρωμομύκωση
    Δόση100-200 mg άπαξ ημερησίως
    Διάρκεια θεραπείας: 6 μήνες
  • Βλαστομυκητίαση
    Δόση100 mg εφάπαξ ή 200 mg, 2 φορές την ημέρα
    Διάρκεια θεραπείας: 6 μήνες. Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.
  • Ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς (γενικά)
    Σε ορισμένες κατηγορίες ανοσοκατεσταλμένων ασθενών, όπως ουδετεροπενικοί, ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση ή ασθενείς με AIDS, η βιοδιαθεσιμότητα της από στόματος χορηγούμενης ιτρακοναζόλης, μπορεί να μειωθεί. Συνεπώς, οι δόσεις ίσως χρειασθεί να αυξηθούν.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η χρήση δεν συνιστάται εκτός εάν προσδιοριστεί ότι το δυνητικό όφελος υπερτερεί των πιθανών κινδύνων. (Βλέπε παράγραφο 4.4).
  • Ηλικιωμένοι
    Η χρήση συνιστάται μόνο εάν προσδιοριστεί ότι το δυνητικό όφελος υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων. Γενικά, συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη η επιλογή της δόσης, αντικατοπτρίζοντας τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας και συνυπάρχουσας νόσου ή άλλης φαρμακευτικής θεραπείας. (Βλέπε παράγραφο 4.4).
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα. Συνιστάται προσοχή.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα. Η έκθεση της ιτρακοναζόλης μπορεί να είναι χαμηλότερη. Συνιστάται προσοχή και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης.
block
SPC-SPORANOX

Αντενδείξεις

expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην ιτρακοναζόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Συγχορήγηση ενός αριθμού υποστρωμάτων του CYP3A4 με τα καψάκια SPORANOX.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι υποστρώματα του CYP3A4.
  • Ένδειξη κοιλιακής δυσλειτουργίας όπως συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ) ή ιστορικό ΣΚΑ
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ΣΚΑ ή ιστορικό ΣΚΑ
  • Χρήση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης
    ΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες
warning
SPC-SPORANOX

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Καρδιακές επιδράσεις
    Προσοχή
    Τα καψάκια SPORANOX δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας εκτός εάν το όφελος υπερτερεί σαφώς του κινδύνου. Αυτή η εξατομικευμένη αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου πρέπει να λαμβάνει υπόψη παράγοντες όπως τη βαρύτητα της ένδειξης, το δοσολογικό σχήμα (π.χ. τη συνολική ημερήσια δόση), και τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Σε αυτούς τους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονται καρδιακή νόσος, όπως η ισχαιμική νόσος και η βαλβιδοπάθεια, σημαντική πνευμονοπάθεια, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και νεφρική ανεπάρκεια και άλλες οιδηματώδεις διαταραχές. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και συμπτώματα της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Εάν αυτά τα σημεία ή συμπτώματα εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η θεραπεία με τα καψάκια SPORANOX πρέπει να διακόπτεται.
  • Αλληλεπιδράσεις με αναστολείς διαύλων ασβεστίου
    Προσοχή
    Χρειάζεται προσοχή κατά τη συγχορήγηση ιτρακοναζόλης και αναστολέων διαύλων ασβεστίου, εξαιτίας του αυξημένου κινδύνου για εμφάνιση ΣΚΑ.
  • Δυνητικές αλληλεπιδράσεις
    Προσοχή
    Η συγχορήγηση συγκεκριμένων φαρμάκων με την ιτρακοναζόλη μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολές της αποτελεσματικότητας της ιτρακοναζόλης και/ή του συγχορηγούμενου φαρμάκου, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες και/ή αιφνίδιο θάνατο.
  • Διασταυρούμενη υπερευαισθησία
    Προσοχή
    Πρέπει να δίνεται προσοχή στη συνταγογράφηση των καψακίων SPORANOX σε ασθενείς με υπερευαισθησία σε άλλες αζόλες.
  • Νευροπάθεια
    Παρακολούθηση
    Αν εμφανισθεί νευροπάθεια που μπορεί να αποδίδεται στη χρήση των καψακίων SPORANOX, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.
  • Απώλεια ακοής
    Παρακολούθηση
    Η απώλεια ακοής συνήθως υποχωρεί με τη διακοπή της θεραπείας, αλλά μπορεί να επιμείνει σε ορισμένους ασθενείς.
  • Διασταυρούμενη αντοχή
    Προσοχή
    Συνιστάται ο έλεγχος της ευαισθησίας των στελεχών πριν την έναρξη της θεραπείας με ιτρακοναζόλη.
  • Μετάβαση σε διαφορετική μορφή σκευάσματος SPORANOX
    Προσοχή
    Τα καψάκια SPORANOX και το πόσιμο διάλυμα SPORANOX δεν συνιστάται να χρησιμοποιούνται κατ' εναλλαγή.
  • Ηπατικές επιδράσεις
    Προσοχή
    Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με SPORANOX θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας. Θα πρέπει να δίδεται οδηγία στους ασθενείς να αναφέρουν έγκαιρα στον ιατρό τους σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν ηπατίτιδα όπως ανορεξία, ναυτία, έμετο, κόπωση, κοιλιακό άλγος ή σκουρόχρωμα ούρα. Σε αυτούς τους ασθενείς η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και θα πρέπει να διενεργείται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας. Αποθαρρύνεται έντονα η θεραπεία με SPORANOX σε ασθενείς με αυξημένα ή μη φυσιολογικά επίπεδα ηπατικών ενζύμων ή με ενεργό ηπατοπάθεια, ή οι οποίοι έχουν εμφανίσει ηπατική τοξικότητα με άλλα φάρμακα, εκτός εάν υπάρχει σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή κατάσταση για την οποία το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Συνιστάται παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας σε ασθενείς με προϋπάρχουσες διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας ή σε εκείνους που έχουν εμφανίσει ηπατική τοξικότητα με άλλα φάρμακα.
  • Μειωμένη γαστρική οξύτητα
    Προσοχή
    Συνιστάται η χορήγηση των καψακίων SPORANOX μαζί με όξινο ρόφημα (όπως μη διαιτητικό αναψυκτικό τύπου Cola). Η αντιμυκητιασική δράση πρέπει να παρακολουθείται και η δόση της ιτρακοναζόλης να αυξάνεται όπως κρίνεται απαραίτητο.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Προσοχή
    Δε συνιστάται η χρήση των καψακίων SPORANOX σε παιδιατρικούς ασθενείς εκτός αν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων.
  • Ηλικιωμένοι
    Προσοχή
    Η χρήση των καψακίων SPORANOX στους ασθενείς αυτούς συνιστάται, μόνο εάν το δυνητικό όφελος υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων. Σε γενικές γραμμές, συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη η επιλογή της δόσης για ηλικιωμένους ασθενείς, αποτυπώνοντας τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας, άλλης συν-νοσηρότητας ή άλλης φαρμακευτικής θεραπείας.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Προσοχή
    Συνιστάται προσοχή όταν αυτό το φάρμακο χορηγείται σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης.
  • Ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς
    Προσοχή
    Σε ορισμένους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς (όπως ουδετεροπενικοί, ασθενείς με AIDS ή ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση) η από στόματος βιοδιαθεσιμότητα των καψακίων SPORANOX μπορεί να είναι μειωμένη.
  • Ασθενείς με άμεσα απειλητικές για τη ζωή συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις
    Προσοχή
    Τα καψάκια SPORANOX δε συνιστώνται για την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με άμεσα απειλητικές για τη ζωή συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις λόγω των ιδιοτήτων φαρμακοκινητικής (βλέπε παράγραφο 5.2).
  • Ασθενείς με AIDS
    Παρακολούθηση
    Σε ασθενείς με AIDS οι οποίοι έχουν λάβει θεραπεία για την αντιμετώπιση συστηματικής μυκητιασικής λοίμωξης όπως σποροτρίχωση, βλαστομυκητίαση, ιστοπλάσμωση ή κρυποτοκόκκωση (μηνιγγική ή μη μηνιγγική) και οι οποίοι θεωρείται ότι διατρέχουν κίνδυνο υποτροπής, ο θεράπων ιατρός θα πρέπει να αξιολογήσει την ανάγκη για θεραπεία συντήρησης.
  • Κυστική ίνωση
    Παρακολούθηση
    Αν κάποιος ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία με καψάκια SPORANOX, πρέπει να ληφθεί υπόψη η μετάβαση σε εναλλακτική θεραπεία.
  • Διαταραχές του μεταβολισμού των υδατανθράκων
    Αντενδείκνυται
    Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-SPORANOX

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Φάρμακα που μειώνουν τη γαστρική οξύτητα
    Προσοχή
    Μειωμένη απορρόφηση της ιτρακοναζόλης
    ΣύστασηΧορήγηση με όξινο ρόφημα, χορήγηση τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά τη λήψη των καψακίων SPORANOX, παρακολούθηση της αντιμυκητιασικής δράσης και αύξηση της δόσης της ιτρακοναζόλης αν κρίνεται απαραίτητο.
  • Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, εφαβιρένζη)
    Μη συνιστώμενο
    Μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα της ιτρακοναζόλης
    ΣύστασηΑποφυγή χρήσης 2 εβδομάδες πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν του κινδύνου. Συνιστάται παρακολούθηση της αντιμυκητιασικής δράσης και αύξηση της δόσης της ιτρακοναζόλης όπως κρίνεται απαραίτητο.
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. σιπροφλοξασίνη, κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη)
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα της ιτρακοναζόλης
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για σημεία ή συμπτώματα αυξημένων ή παρατεταμένων φαρμακολογικών επιδράσεων, μείωση της δόσης της ιτρακοναζόλης όπως κρίνεται απαραίτητο. Μέτρηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα όταν χρειάζεται.
  • Φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 και παρατείνουν το διάστημα QT
    Αντενδείκνυται
    Κίνδυνος κοιλιακών ταχυαρρυθμιών (torsade de pointes)
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • λεβακετυλομεθ αδό-λη, μεθαδόνη
    Μη συνιστώμενο
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • αλφεντανύλη, βουπρενορφίνη ενδοφλέβια, υπογλώσσια, οξυκωδόνη, σουφαιντανύλη
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Αντενδείκνυται
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Αντενδείκνυται (σε σοβαρή νεφρική/ηπατική δυσλειτουργία) / Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Μη συνιστώμενο
    Μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα της ιτρακοναζόλης / Αυξημένες συγκεντρώσεις ριφαμπουτίνης
  • Μη συνιστώμενο
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • apixaban, ριβαροξαμπάνη, κουμαρίνες, σιλοσταζόλη, δαβιγατράνη
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα της ιτρακοναζόλης / Αυξημένες συγκεντρώσεις καρβαμαζεπίνης
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • αλοφαντρίνη
    Αντενδείκνυται
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • πραζικαντέλη
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • αστεμιζόλη, μιζολαστίνη, τερφεναδίνη
    Αντενδείκνυται
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, κίνδυνος καρδιακών αρρυθμιών
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (διυδροεργοταμίνη, εργομητρίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργονοβίνη)
    Αντενδείκνυται
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, κίνδυνος εργοτισμού
  • ελετριπτάνη
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Μη συνιστώμενο
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • βορτεζομίμπη, βουσουλφάνη, δοσεταξέλη, ερλοτινίμπη, γεφιτινίμπη, ιματινίμπη, ιξαβεπιλόνη, λαπατινίμπη, πονατινίμπη, τριμετρεξάτη, αλκαλοειδή της Vinca
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • λουρασιδόνη, μιδαζολάμη από στόματος, πιμοζίδη, σερτινδόλη, τριαζολάμη
    Αντενδείκνυται
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, αυξημένοι κίνδυνοι (π.χ. καρδιακές αρρυθμίες, καταστολή)
  • αλπραζολάμη, αριπιπραζόλη, βροτιζολάμη, βουσπιρόνη, αλοπεριδόλη, μιδαζολάμη ενδοφλέβια, περοσπιρόνη, κουετιαπίνη, ραμελτεόνη, ρισπεριδόνη
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Μη συνιστώμενο
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Αντενδείκνυται
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • άλλες διυδροπυριδίνες, βεραπαμίλη
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • ιβαπραδίνη, ρανολαζίνη
    Μη συνιστώμενο
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • σιλντεναφίλη (για πνευμονική υπέρταση)
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Αντενδείκνυται
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, κίνδυνος υπερκαλιαιμίας και υπότασης
  • σιζαπρίδη
    Αντενδείκνυται
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, κίνδυνος καρδιακών αρρυθμιών
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Μη συνιστώμενο
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Αντενδείκνυται
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, κίνδυνος μυοπάθειας
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Μη συνιστώμενο
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • φεσοτεροδίνη (σε νεφρική/ηπατική δυσλειτουργία)
    Μη συνιστώμενο
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • δαριφενασίνη, βαρδεναφίλη, ιμιδαφενακίνη, οξυβουτινίνη, σιλδεναφίλη (για στυτική δυσλειτουργία), σολιφενακίνη, τανταλαφίλη, τολτεροδίνη
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • κολχικίνη (σε νεφρική/ηπατική δυσλειτουργία)
    Μη συνιστώμενο
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, κίνδυνος τοξικότητας
  • κονιβαπτάνη, τολβαπτάνη
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • αλιτρετινοΐνη (από στόματος), σινακαλσέτη, μοζαβαπτάνη
    Χρήση με προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
  • Χρήση με προσοχή
    Μειωμένες συγκεντρώσεις της μελοξικάμης στο πλάσμα
    ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιδράσεων ή των ανεπιθύμητων ενεργειών. Προσαρμογή της δοσολογίας της μελοξικάμης εάν είναι απαραίτητο.
sick
SPC-SPORANOX

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Ιγμορίτιδα
  • Λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού
  • Ρινίτιδα
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Λευκοπενία
  • Κοκκιοκυτταροπενία
  • Θρομβοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία
  • Ορονοσία
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπερκαλιαιμία
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπομαγνησιαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Κεφαλαλγία
  • Παραισθησία
  • Υπαισθησία
  • Δυσγευσία
  • Τρόμος
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Οπτικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης διπλωπίας και θαμπής όρασης)
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Παροδική ή μόνιμη απώλεια ακοής
  • Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
  • Ανεπάρκεια της αριστερής κοιλίας
  • Ταχυκαρδία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Δύσπνοια
  • Πνευμονικό οίδημα
  • Δυσφωνία
  • Βήχας
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Δυσκοιλιότητα
  • Δυσπεψία
  • Μετεωρισμός
  • Παγκρεατίτιδα
  • Γαστρεντερική διαταραχή
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
  • Σοβαρή ηπατοτοξικότητα (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων περιπτώσεων θανατηφόρου οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)
  • Υπερχολερυθριναιμία
  • Ηπατική ανεπάρκεια
  • Ηπατίτιδα
  • Ίκτερος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Κνίδωση
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
  • Αλωπεκία
  • Φωτοευαισθησία
  • Ερυθηματώδες εξάνθημα
  • Υπεριδρωσία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Πολυουρία
  • Νεφρική δυσλειτουργία
  • Ακράτεια ούρων
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Διαταραχές εμμήνου ρύσης
  • Στυτική δυσλειτουργία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Οίδημα
  • Γενικευμένο οίδημα
  • Οίδημα προσώπου
  • Θωρακικό άλγος
  • Πυρεξία
  • Άλγος
  • Κόπωση
  • Ρίγη
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
  • Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
  • Μη φυσιολογική ανάλυση ούρων
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπέρταση
  • Υπόταση
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Συγχυτική κατάσταση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυαλγία
  • Αρθραλγία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ιγμορίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Ρινίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Λευκοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Υπερευαισθησία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ορονοσία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Υπαισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Δυσγευσία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Τρόμος
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Οπτικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης διπλωπίας και θαμπής όρασης)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Παροδική ή μόνιμη απώλεια ακοής
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Σπάνιες
  • Εμβοές
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Σπάνιες
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Δύσπνοια
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Σπάνιες
  • Κοιλιακό άλγος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Ναυτία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Δυσπεψία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Σοβαρή ηπατοτοξικότητα (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων περιπτώσεων θανατηφόρου οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Υπερχολερυθριναιμία
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αλωπεκία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Φωτοευαισθησία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Πολυουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • Διαταραχές εμμήνου ρύσης
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Σπάνιες
  • Οίδημα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Σπάνιες
  • Κοκκιοκυτταροπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Θρομβοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπεργλυκαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υπερκαλιαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υποκαλιαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υπομαγνησιαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Υπνηλία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιακές διαταραχές
  • Ανεπάρκεια της αριστερής κοιλίας
    Καρδιακές διαταραχές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές διαταραχές
  • Υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
  • Πνευμονικό οίδημα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Δυσφωνία
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Βήχας
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Γαστρεντερική διαταραχή
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ηπατίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ίκτερος
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ερυθηματώδες εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Υπεριδρωσία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Μυαλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Αρθραλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Ακράτεια ούρων
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Γενικευμένο οίδημα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Οίδημα προσώπου
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Πυρεξία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Άλγος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Κόπωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Ρίγη
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
    Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Παρακλινικές εξετάσεις
  • Μη φυσιολογική ανάλυση ούρων
    Παρακλινικές εξετάσεις
  • Κεφαλαλγία (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    3,0%
  • Έμετος (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    3,0%
  • Κοιλιακό άλγος (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    2,4%
  • Διάρροια (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    2,4%
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    1,2%
  • Υπόταση (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
    Αγγειακές διαταραχές
    1,2%
  • Ναυτία (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    1,2%
  • Κνίδωση (σε παιδιατρικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    1,2%
pregnant_woman
SPC-SPORANOX

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    εκτός από περιπτώσεις που είναι απειλητικές για τη ζωή, εφόσον το δυνητικό όφελος στη μητέρα υπερέχει της δυνητικής βλάβης στο έμβρυο
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Ανατρέξτε στην παράγραφο 5.3 για πληροφορίες σχετικά με την ιτρακοναζόλη που αφορούν στη γονιμότητα σε ζώα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η ιτρακοναζόλη αλληλεπιδρά με τη 14-α μεθυλδεμάση, ένα κυτοχρώματος P-450 ένζυμο που είναι απαραίτητο για τη μετατροπή του lanosterol σε ergosterol. Καθώς το ergosterol αποτελεί βασικό συστατικό της μυκητιακής μεμβράνης, η αναστολή της σύνθεσής του οδηγεί σε…
monitor_heart
SPC-SPORANOX

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση, παράγωγα τριαζόλης, κωδικός ΑΤC: J02AC02 ### Μηχανισμός δράσης Η ιτρακοναζόλη επηρεάζει τη σύνθεση της εργοστερόλης σε κύτταρα μυκήτων. Η εργοστερόλη είναι ένα ζωτικής σημασίας συστατικό…

biotech
SPC-SPORANOX

Φαρμακοκινητική

expand_more

Γενικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε 2 έως 5 ώρες μετά από στόματος χορήγηση. Λόγω μη γραμμικής φαρμακοκινητικής, η ιτρακοναζόλη συσσωρεύεται στο πλάσμα κατά τη διάρκεια…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Ο ιτρακοναζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που εμπλέκεται στο μεταβολισμό του ιτρακοναζόλης. Ενώ ο ιτρακοναζόλη μπορεί να μεταβολιστεί σε πάνω από 30 μεταβολίτες, ο κύριος μεταβολίτης είναι ο…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Κόπρανα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-SPORANOX
expand_more

Για να επιτευχθεί βέλτιστη απορρόφηση, τα καψάκια SPORANOX πρέπει να χορηγούνται αμέσως μετά από ένα πλήρες γεύμα. Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα.

Ενδείξεις

Ένδειξη
Αιδοιοκολπική καντιντίαση οξεία ή υποτροπιάζουσα
Ποικιλόχρους πιτυρίαση
Δερματομυκητίαση
Καντιντίαση στοματο-φαρυγγικής κοιλότητας σε ασθενείς HIV (+)
Μυκητιασική κερατίτις
Ονυχομυκητίαση

Συστήματα Μυκητιάσεις

Ένδειξη
Ασπεργίλλωση
Καντιντίαση
Μη-μηνιγγική κρυπτοκόκκωση
Μηνιγγίτιδα από κρυπτόκοκκο
Ιστοπλάσμωση
Λεμφοδερματική και Δερματική Σποροτρίχωση
Λοίμωξη από παρακοκκιδιοϊδομύκητες
Χρωμομύκωση
Βλαστομυκητίαση

Ειδικοί Πληθυσμοί

  • Παιδιατρικός πληθυσμός: Η χρήση δεν συνιστάται εκτός εάν το δυνητικό όφελος υπερτερεί των πιθανών κινδύνων.
  • Ηλικιωμένοι: Συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη η επιλογή της δόσης, αντικατοπτρίζοντας τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας και συνυπάρχουσας νόσου ή άλλης φαρμακευτικής θεραπείας.
  • Ηπατική δυσλειτουργία: Συνιστάται προσοχή.
  • Νεφρική δυσλειτουργία: Συνιστάται προσοχή και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης.
block

Αντενδείξεις

SPC-SPORANOX
expand_more
• Τα καψάκια SPORANOX αντενδείκνυνται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην ιτρακοναζόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα. • Η συγχορήγηση ενός αριθμού υποστρωμάτων του CYP3A4 με τα καψάκια SPORANOX αντενδείκνυται. Αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα, λόγω της συγχορήγησης με ιτρακοναζόλη, μπορούν να αυξήσουν ή να παρατείνουν τόσο τις θεραπευτικές όσο και τις ανεπιθύμητες ενέργειες σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσαν να υπάρξουν δυνητικά σοβαρές καταστάσεις. Για παράδειγμα, οι αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ορισμένων από τα φάρμακα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε παράταση του διαστήματος QT και κοιλιακές ταχυαρρυθμίες συμπεριλαμβανομένης της εμφάνισης κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes), μίας δυνητικά θανατηφόρου αρρυθμίας. Συγκεκριμένα παραδείγματα παρατίθενται στην παράγραφο 4.5. • Τα καψάκια SPΟRANOX δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με ένδειξη κοιλιακής δυσλειτουργίας όπως συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ) ή ιστορικό ΣΚΑ με εξαίρεση τη θεραπεία απειλητικών για τη ζωή ή άλλων σοβαρών λοιμώξεων. (Βλέπε παράγραφο 4.4) • Τα καψάκια SPORANOX δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (εκτός από περιπτώσεις που είναι απειλητικές για τη ζωή). (Βλέπε παράγραφο 4.6) Οι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία και χρησιμοποιούν SPORANOX πρέπει να λαμβάνουν αντισυλληπτικές προφυλάξεις. Η αποτελεσματική αντισύλληψη πρέπει να συνεχίζεται ως την έμμηνο ρύση που θα ακολουθήσει μετά το τέλος της θεραπείας με SPORANOX.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-SPORANOX
expand_more
Καρδιακές επιδράσεις Σε μία μελέτη του SPORANOX I.V. με υγιείς εθελοντές, παρατηρήθηκε παροδική ασυμπτωματική μείωση του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας, η οποία υποχώρησε πριν από την επόμενη έγχυση. Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων με τα από στόματος χορηγούμενα σκευάσματα δεν είναι γνωστή. Έχει αποδειχθεί ότι η ιτρακοναζόλη έχει αρνητική ινότροπο δράση και το SPORANOX έχει συσχετισθεί με αναφορές συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Η καρδιακή ανεπάρκεια αναφέρθηκε πιο συχνά σε αυθόρμητες αναφορές με συνολική ημερήσια δόση 400 mg συγκριτικά με τις περιπτώσεις με χαμηλότερες συνολικές ημερήσιες δόσεις, υποδεικνύοντας ότι ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας μπορεί να αυξηθεί με τη συνολική ημερήσια δόση της ιτρακοναζόλης. Τα καψάκια SPORANOX δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας εκτός εάν το όφελος υπερτερεί σαφώς του κινδύνου. Αυτή η εξατομικευμένη αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου πρέπει να λαμβάνει υπόψη παράγοντες όπως τη βαρύτητα της ένδειξης, το δοσολογικό σχήμα (π.χ. τη συνολική ημερήσια δόση), και τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Σε αυτούς τους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονται καρδιακή νόσος, όπως η ισχαιμική νόσος και η βαλβιδοπάθεια, σημαντική πνευμονοπάθεια, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και νεφρική ανεπάρκεια και άλλες οιδηματώδεις διαταραχές. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και συμπτώματα της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Εάν αυτά τα σημεία ή συμπτώματα εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η θεραπεία με τα καψάκια SPORANOX πρέπει να διακόπτεται. Οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου μπορεί να έχουν αρνητική ινότροπο δράση, η οποία μπορεί να είναι προσθετική σε αυτή της ιτρακοναζόλης. Επιπρόσθετα, η ιτρακοναζόλη μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό των αναστολέων διαύλων ασβεστίου. Επομένως χρειάζεται προσοχή κατά τη συγχορήγηση ιτρακοναζόλης και αναστολέων διαύλων ασβεστίου, εξαιτίας του αυξημένου κινδύνου για εμφάνιση ΣΚΑ. Δυνητικές αλληλεπιδράσεις Η συγχορήγηση συγκεκριμένων φαρμάκων με την ιτρακοναζόλη μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολές της αποτελεσματικότητας της ιτρακοναζόλης και/ή του συγχορηγούμενου φαρμάκου, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες και/ή αιφνίδιο θάνατο. Τα φάρμακα που αντενδείκνυνται, δεν συνιστώνται ή συνιστώνται με προσοχή σε συνδυασμό με την ιτρακοναζόλη παρουσιάζονται στην παράγραφο 4.5. Διασταυρούμενη υπερευαισθησία Οι πληροφορίες σχετικά με τη διασταυρούμενη υπερευαισθησία μεταξύ της ιτρακοναζόλης και άλλων αντιμυκητιασικών παραγόντων της ομάδας των αζολών είναι περιορισμένες. Πρέπει να δίνεται προσοχή στη συνταγογράφηση των καψακίων SPORANOX σε ασθενείς με υπερευαισθησία σε άλλες αζόλες. Νευροπάθεια Αν εμφανισθεί νευροπάθεια που μπορεί να αποδίδεται στη χρήση των καψακίων SPORANOX, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται. Απώλεια ακοής Έχει αναφερθεί παροδική ή μόνιμη απώλεια ακοής σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ιτρακοναζόλη. Αρκετές από αυτές τις αναφορές περιελάμβαναν ταυτόχρονη χορήγηση κινιδίνης, η οποία αντενδείκνυται (βλέπε παραγράφους 4.3 Αντενδείξεις και 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης, Φάρμακα των οποίων οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν από την ιτρακοναζόλη). Η απώλεια ακοής συνήθως υποχωρεί με τη διακοπή της θεραπείας, αλλά μπορεί να επιμείνει σε ορισμένους ασθενείς. Διασταυρούμενη αντοχή Στη συστηματική καντιντίαση, εάν υπάρχει υποψία ανθεκτικών στη φλουκοναζόλη στελεχών Candida, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι αυτά είναι ευαίσθητα στην ιτρακοναζόλη. Ως εκ τούτου, συνιστάται ο έλεγχος της ευαισθησίας των στελεχών πριν την έναρξη της θεραπείας με ιτρακοναζόλη. Μετάβαση σε διαφορετική μορφή σκευάσματος SPORANOX Τα καψάκια SPORANOX και το πόσιμο διάλυμα SPORANOX δεν συνιστάται να χρησιμοποιούνται κατ’ εναλλαγή. Αυτό συμβαίνει, διότι κατά τη χορήγηση ίδιας δόσης φαρμάκου η έκθεση στο φάρμακο με το πόσιμο διάλυμα είναι μεγαλύτερη σε σύγκριση με τα καψάκια. Ηπατικές επιδράσεις Με τη χρήση του SPORANOX, έχουν εμφανισθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις σοβαρής ηπατοτοξικότητας, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων περιπτώσεων θανατηφόρας οξείας ηπατικής ανεπάρκειας. Οι περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνουν ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο, που αντιμετωπίστηκαν για συστηματικές ενδείξεις, είχαν άλλες σημαντικές ιατρικές παθήσεις ή/και λάμβαναν άλλα ηπατοτοξικά φάρμακα. Ορισμένοι ασθενείς δεν είχαν εμφανείς παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο. Ορισμένες από τις περιπτώσεις αυτές παρατηρήθηκαν εντός του πρώτου μήνα θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που εμφανίστηκαν εντός της πρώτης εβδομάδας. Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με SPORANOX θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας. Θα πρέπει να δίδεται οδηγία στους ασθενείς να αναφέρουν έγκαιρα στον ιατρό τους σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν ηπατίτιδα όπως ανορεξία, ναυτία, έμετο, κόπωση, κοιλιακό άλγος ή σκουρόχρωμα ούρα. Σε αυτούς τους ασθενείς η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και θα πρέπει να διενεργείται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας. Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την από στόματος χρήση της ιτρακοναζόλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση του φαρμάκου στο συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας κατά τη λήψη ιτρακοναζόλης. Κατά την απόφαση έναρξης θεραπείας με άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4, συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη ο παρατεταμένος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ιτρακοναζόλης που παρατηρήθηκε σε κλινική δοκιμή από στόματος χορηγούμενης εφάπαξ δόσης με καψάκια ιτρακοναζόλης σε κιρρωτικούς ασθενείς. Αποθαρρύνεται έντονα η θεραπεία με SPORANOX σε ασθενείς με αυξημένα ή μη φυσιολογικά επίπεδα ηπατικών ενζύμων ή με ενεργό ηπατοπάθεια, ή οι οποίοι έχουν εμφανίσει ηπατική τοξικότητα με άλλα φάρμακα, εκτός εάν υπάρχει σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή κατάσταση για την οποία το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Συνιστάται παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας σε ασθενείς με προϋπάρχουσες διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας ή σε εκείνους που έχουν εμφανίσει ηπατική τοξικότητα με άλλα φάρμακα. (Βλέπε παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες - Ειδικοί πληθυσμοί, Ηπατική δυσλειτουργία.) Μειωμένη γαστρική οξύτητα Η απορρόφηση της ιτρακοναζόλης από τα καψάκια SPORANOX διαταράσσεται υπό συνθήκες μειωμένης γαστρικής οξύτητας. Σε ασθενείς με μειωμένη γαστρική οξύτητα, είτε λόγω κάποιου νοσήματος (π.χ. ασθενείς με αχλωρυδρία) είτε λόγω συγχορηγούμενου φαρμάκου (π.χ. ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που μειώνουν τη γαστρική οξύτητα), συνιστάται η χορήγηση των καψακίων SPORANOX μαζί με όξινο ρόφημα (όπως μη διαιτητικό αναψυκτικό τύπου Cola). Η αντιμυκητιασική δράση πρέπει να παρακολουθείται και η δόση της ιτρακοναζόλης να αυξάνεται όπως κρίνεται απαραίτητο. (Βλέπε παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις - Φάρμακα που μπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα και 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες - Απορρόφηση). Παιδιατρικός πληθυσμός Τα κλινικά στοιχεία για τη χρήση των καψακίων SPORANOX σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένα. Δε συνιστάται η χρήση των καψακίων SPORANOX σε παιδιατρικούς ασθενείς εκτός αν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων. Ηλικιωμένοι Τα κλινικά δεδομένα για τη χρήση των καψακίων SPORANOX σε ηλικιωμένους ασθενείς είναι περιορισμένα. Η χρήση των καψακίων SPORANOX στους ασθενείς αυτούς συνιστάται, μόνο εάν το δυνητικό όφελος υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων. Σε γενικές γραμμές, συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη η επιλογή της δόσης για ηλικιωμένους ασθενείς, αποτυπώνοντας τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας, άλλης συν- νοσηρότητας ή άλλης φαρμακευτικής θεραπείας. Νεφρική δυσλειτουργία Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα αναφορικά με τη χρήση της από στόματος χορηγούμενης ιτρακοναζόλης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η έκθεση στην ιτρακοναζόλη μπορεί να είναι χαμηλότερη σε ορισμένους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Συνιστάται προσοχή όταν αυτό το φάρμακο χορηγείται σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών και μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης. Ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς Σε ορισμένους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς (όπως ουδετεροπενικοί, ασθενείς με AIDS ή ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση) η από στόματος βιοδιαθεσιμότητα των καψακίων SPORANOX μπορεί να είναι μειωμένη. Ασθενείς με άμεσα απειλητικές για τη ζωή συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις Τα καψάκια SPORANOX δε συνιστώνται για την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με άμεσα απειλητικές για τη ζωή συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις λόγω των ιδιοτήτων φαρμακοκινητικής (βλέπε παράγραφο 5.2). Ασθενείς με AIDS Σε ασθενείς με AIDS οι οποίοι έχουν λάβει θεραπεία για την αντιμετώπιση συστηματικής μυκητιασικής λοίμωξης όπως σποροτρίχωση, βλαστομυκητίαση, ιστοπλάσμωση ή κρυποτοκόκκωση (μηνιγγική ή μη μηνιγγική) και οι οποίοι θεωρείται ότι διατρέχουν κίνδυνο υποτροπής, ο θεράπων ιατρός θα πρέπει να αξιολογήσει την ανάγκη για θεραπεία συντήρησης. Κυστική ίνωση Σε ασθενείς με κυστική ίνωση, παρατηρήθηκε διακύμανση στα θεραπευτικά επίπεδα της ιτρακοναζόλης, με δοσολογία πόσιμου διαλύματος σταθερής κατάστασης χρησιμοποιώντας 2,5 mg/kg δύο φορές την ημέρα. Οι συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση άνω των 250 ng/ml, επετεύχθησαν σε περίπου 50% των ατόμων ηλικίας άνω των 16 ετών, αλλά σε κανέναν από τους ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 16 ετών. Αν κάποιος ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία με καψάκια SPORANOX, πρέπει να ληφθεί υπόψη η μετάβαση σε εναλλακτική θεραπεία. Διαταραχές του μεταβολισμού των υδατανθράκων Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-SPORANOX
expand_more

Η ιτρακοναζόλη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του CYP3A4. Άλλες ουσίες που είτε έχουν κοινή μεταβολική οδό είτε τροποποιούν τη δράση του CYP3A4 μπορεί να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της ιτρακοναζόλης. Παρομοίως, η ιτρακοναζόλη μπορεί να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική άλλων ουσιών που έχουν κοινή μεταβολική οδό. Η ιτρακοναζόλη είναι ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 και αναστολέας της P-γλυκοπρωτεΐνης.

Φάρμακα που μπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα

  • Φάρμακα που μειώνουν τη γαστρική οξύτητα (π.χ. φάρμακα εξουδετέρωσης της γαστρικής οξύτητας, όπως το υδροξείδιο του αργιλίου, ή καταστολείς της έκκρισης οξέων όπως οι ανταγωνιστές των H υποδοχέων και αναστολείς των αντλιών πρωτονίων): Διαταράσσουν την απορρόφηση. Συνιστάται προσεκτική χρήση, χορήγηση με όξινο ρόφημα, χορήγηση τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά τη λήψη των καψακίων SPORANOX, και παρακολούθηση της αντιμυκητιασικής δράσης.
  • Ισχυροί επαγωγείς του ενζύμου CYP3A4: Μειώνουν τη βιοδιαθεσιμότητα της ιτρακοναζόλης. Παραδείγματα: αντιβακτηριακά (ισονιαζίδη, ριφαμπουτίνη, ριφαμπικίνη), αντιεπιληπτικά (καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη), αντι-ιικά (εφαβιρένζη, νεβιραπίνη). Δεν συνιστάται η χορήγηση. Αποφυγή χρήσης 2 εβδομάδες πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν του κινδύνου. Συνιστάται παρακολούθηση και αύξηση της δόσης της ιτρακοναζόλης όπως κρίνεται απαραίτητο.

Φάρμακα που μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα

  • Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4: Αυξάνουν τη βιοδιαθεσιμότητα. Παραδείγματα: αντιβακτηριακά (σιπροφλοξασίνη, κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη), αντι-ιικά (δαρουναβίρη ενισχυμένη με ριτοναβίρη, φοσαμπρεναβίρη ενισχυμένη με ριτοναβίρη, ινδιναβίρη, ριτοναβίρη, τελαπρεβίρη). Συνιστάται χρήση με προσοχή, στενή παρακολούθηση για σημεία ή συμπτώματα αυξημένων ή παρατεταμένων φαρμακολογικών επιδράσεων και μείωση της δόσης της ιτρακοναζόλης όπως κρίνεται απαραίτητο. Μέτρηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα όταν χρειάζεται.

Φάρμακα των οποίων οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν από την ιτρακοναζόλη

Η ιτρακοναζόλη και ο κύριος μεταβολίτης της, η υδροξυ-ιτρακοναζόλη, μπορούν να αναστείλουν το μεταβολισμό φαρμάκων που μεταβολίζονται από το CYP3A4 και μπορούν να αναστείλουν τη μεταφορά φαρμάκων από την P-γλυκοπρωτεΐνη, το οποίο μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των φαρμάκων και/ή των ενεργών μεταβολιτών τους.

  • Φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 και παρατείνουν το διάστημα QT: Αντενδείκνυνται με την ιτρακοναζόλη, καθώς ο συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε κοιλιακές ταχυαρρυθμίες συμπεριλαμβανομένων επεισοδίων κοιλιακής αρρυθμίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes).

Κατηγορίες αλληλεπιδρώντων φαρμάκων:

  • ‘Μη ενδεικνυόμενο’: Δεν πρέπει να συγχορηγείται.
  • ‘Μη συνιστώμενο’: Συνιστάται η αποφυγή χρήσης, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και μείωση/διακοπή δοσολογίας εάν χρειάζεται. Μέτρηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα όταν χρειάζεται.
  • ‘Χρήση με προσοχή’: Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση, μείωση δοσολογίας όπως κρίνεται απαραίτητο. Μέτρηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα όταν χρειάζεται.

Πίνακας αλληλεπιδράσεων:

Φαρμακευτική κατηγορία Μη ενδεικνυόμενο Μη συνιστώμενο Χρήση με προσοχή
Άλφα αποκλειστές ταμσουλοσίνη
Αναλγητικά λεβακετυλομεθ αδό-λη (λεβομεθαδύλη), μεθαδόνη φαιντανύλη αλφεντανύλη, βουπρενορφίνη ενδοφλέβια και υπογλώσσια, οξυκωδόνη, σουφαιντανύλη
Αντιαρρυθμικά δισοπυραμίδη, δοφετιλίδη, δρονεδαρόνη, κινιδίνη διγοξίνη
Αντιβακτηριακά τελιθρομυκίνη, σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ριφαμπουτίνη α τελιθρομυκίνη
Αντιπηκτικά και αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα τικαγρελόρη apixaban, ριβαροξαμπάνη κουμαρίνες, σιλοσταζόλη, δαβιγατράνη
Αντιεπιληπτικά καρβαμαζεπίνη α
Αντιδιαβητικά ρεπαγλινίδη, σαξαγλιπτίνη
Ανθελμινθικά και φάρμακα κατά των πρωτοζώων αλοφαντρίνη πραζικαντέλη
Αντιισταμινικά αστεμιζόλη, μιζολαστίνη, τερφεναδίνη βιλαστίνη, εβαστίνη
Φάρμακα κατά της ημικρανίας αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας, όπως διυδροεργοταμί νη, εργομητρίνη (εργονοβίνη), εργοταμίνη, μεθυλεργομητρί νη (μεθυλεργονοβίνη) ελετριπτάνη
Αντινεοπλασματικά ιρινοτεκάνη αξιτινίμπη, dabrafenib,δασατινίμ πη, ibrutinib,νιλοτινίμπη, σουνιτινίμπη, τραβεκτεδίνη βορτεζομίμπη, βουσουλφάνη, δοσεταξέλη, ερλοτινίμπη, γεφιτινίμπη, ιματινίμπη, ιξαβεπιλόνη, λαπατινίμπη, πονατινίμπη, τριμετρεξάτη, αλκαλοειδή της Vinca
Αντιψυχωσικά, αγχολυτικά και υπνωτικά λουρασιδόνη, μιδαζολάμη από στόματος, πιμοζίδη, σερτινδόλη, τριαζολάμη αλπραζολάμη, αριπιπραζόλη, βροτιζολάμη, βουσπιρόνη, αλοπεριδόλη, μιδαζολάμη ενδοφλέβια, περοσπιρόνη, κουετιαπίνη, ραμελτεόνη, ρισπεριδόνη
Αντι-ιικά σιμεπρεβίρη μαραβιρόκη, ινδιναβίρη β , ριτοναβίρη β , σακουιναβίρη
Βήτα αποκλειστές ναδολόλη
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου βεπριδίλη, φελοδιπίνη, λερκανιδιπίνη, νισολδιπίνη άλλες διυδροπυριδίνες, βεραπαμίλη
Διάφορα καρδιαγγειακά φάρμακα ιβαπραδίνη, ρανολαζίνη αλισκιρένη, σιλντεναφίλη, για τη θεραπεία της πνευμονικής υπέρτασης μποζεντάνη, ριοσιγουάτη
Διουρητικά επλερενόνη
Γαστρεντερικά φάρμακα σιζαπρίδη δομπεριδόνη απρεπιτάντη
Ανοσοκατασταλτικά everolimus βουδεσονίδη, σικλεσονίδη, κυκλοσπορίνη, δεξαμεθαζόνη, φλουτικαζόνη, μεθυλπρεδνιζολόνη, ραπαμυκίνη (γνωστή επίσης ως sirolimus), τακρόλιμους, temsιρολιμους
Φάρμακα για τη ρύθμιση των λιπιδίων λοβαστατίνη, σιμβαστατίνη ατορβαστατίνη
Φάρμακα του αναπνευστικού σαλμετερόλη
SSRI, τρικυκλικά και σχετικά αντικαταθλιπτικά ρεβοξετίνη
Ουρολογικά φάρμακα φεσοτεροδίνη σε άτομα με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δαριφενασίνη, βαρδεναφίλη φεσοτεροδίνη. ιμιδαφενακίνη, οξυβουτινίνη, σιλδεναφίλη για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας, σολιφενακίνη, τανταλαφίλη, τολτεροδίνη
Άλλα κολχικίνη, σε άτομα με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία κολχικίνη κονιβαπτάνη, τολβαπτάνη αλιτρετινοΐνη (από στόματος μορφή), σινακαλσέτη, μοζαβαπτάνη

α: Βλέπε επίσης στα Φάρμακα που μπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα β: Βλέπε επίσης στα Φάρμακα που μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα

Φάρμακα των οποίων οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να μειωθούν από την ιτρακοναζόλη

  • Μελοξικάμη: Η συγχορήγηση μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της μελοξικάμης στο πλάσμα. Συνιστάται προσεκτική χρήση και παρακολούθηση.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-SPORANOX
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κεφαλαλγία, κοιλιακό άλγος και ναυτία. Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, καρδιακή ανεπάρκεια/συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια/πνευμονικό οίδημα, παγκρεατίτιδα, σοβαρή ηπατοτοξικότητα (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων περιπτώσεων οξείας ηπατικής ανεπάρκειας) και σοβαρές δερματικές αντιδράσεις. (Βλέπε παράγραφο 4.4 για περισσότερες πληροφορίες).

Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

  • Όχι συχνές: Ιγμορίτιδα, λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού, ρινίτιδα

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

  • Σπάνιες: Λευκοπενία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

  • Όχι συχνές: Υπερευαισθησία*
  • Σπάνιες: Ορονοσία, αγγειονευρωτικό οίδημα, αναφυλακτοειδής αντίδραση

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

  • Σπάνιες: Υπερτριγλυκεριδαιμία

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

  • Συχνές: Κεφαλαλγία
  • Σπάνιες: Παραισθησία, υπαισθησία, δυσγευσία, τρόμος

Οφθαλμικές διαταραχές

  • Σπάνιες: Οπτικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης διπλωπίας και θαμπής όρασης)

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου

  • Σπάνιες: Παροδική ή μόνιμη απώλεια ακοής*, εμβοές

Καρδιακές διαταραχές

  • Σπάνιες: Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια*

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

  • Σπάνιες: Δύσπνοια

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος

  • Συχνές: Κοιλιακό άλγος, ναυτία
  • Όχι συχνές: Διάρροια, έμετος, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, μετεωρισμός
  • Σπάνιες: Παγκρεατίτιδα

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

  • Όχι συχνές: Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
  • Σπάνιες: Σοβαρή ηπατοτοξικότητα (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων περιπτώσεων θανατηφόρου οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)*, υπερχολερυθριναιμία

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

  • Όχι συχνές: Κνίδωση, εξάνθημα, κνησμός
  • Σπάνιες: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση, πολύμορφο ερύθημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, αλωπεκία, φωτοευαισθησία

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

  • Σπάνιες: Πολυουρία

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού

  • Όχι συχνές: Διαταραχές εμμήνου ρύσης
  • Σπάνιες: Στυτική δυσλειτουργία

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

  • Σπάνιες: Οίδημα

Παρακλινικές εξετάσεις

  • Σπάνιες: Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος

  • βλέπε παράγραφο 4.4.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοπενία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Αναφυλακτοειδής αντίδραση

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Υπεργλυκαιμία, υπερκαλιαιμία, υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία

Ψυχιατρικές διαταραχές: Συγχυτική κατάσταση

Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Περιφερική νευροπάθεια*, ζάλη, υπνηλία

Καρδιακές διαταραχές: Καρδιακή ανεπάρκεια, ανεπάρκεια της αριστερής κοιλίας, ταχυκαρδία

Αγγειακές διαταραχές: Υπέρταση, υπόταση

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου: Πνευμονικό οίδημα, δυσφωνία, βήχας

Διαταραχές του γαστρεντερικού: Γαστρεντερική διαταραχή

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Ηπατική ανεπάρκεια*, ηπατίτιδα, ίκτερος

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Ερυθηματώδες εξάνθημα, υπεριδρωσία

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: Μυαλγία, αρθραλγία

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: Νεφρική δυσλειτουργία, ακράτεια ούρων

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: Γενικευμένο οίδημα, οίδημα προσώπου, θωρακικό άλγος, πυρεξία, άλγος, κόπωση, ρίγη

Παρακλινικές εξετάσεις: Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος, αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος, αυξημένη ουρία αίματος, αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, μη φυσιολογική ανάλυση ούρων

Παιδιατρικός πληθυσμός

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κεφαλαλγία (3,0%), έμετος (3,0%), κοιλιακό άλγος (2,4%), διάρροια (2,4%), μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία (1,2%), υπόταση (1,2%), ναυτία (1,2%) και κνίδωση (1,2%). Η επίπτωση είναι υψηλότερη στους παιδιατρικούς ασθενείς.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-SPORANOX
expand_more

Εγκυμοσύνη

Τα καψάκια SPORANOX δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός από περιπτώσεις που είναι απειλητικές για τη ζωή, εφόσον το δυνητικό όφελος στη μητέρα υπερέχει της δυνητικής βλάβης στο έμβρυο (βλ. Αντενδείξεις).

Σε μελέτες σε ζώα η ιτρακοναζόλη έδειξε τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του SPORANOX κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Κατά την εμπειρία μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις συγγενών ανωμαλιών. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνονται σκελετικές δυσπλασίες, δυσπλασίες του ουροποιογεννητικού συστήματος, καρδιαγγειακές και οφθαλμικές δυσπλασίες καθώς και χρωμοσωμικές και πολλαπλές δυσπλασίες. Δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση με το SPORANOX.

Επιδημιολογικά δεδομένα από έκθεση σε SPORANOX κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης - κυρίως σε ασθενείς που λάμβαναν βραχύχρονη θεραπεία για αιδοιοκολπική καντιντίαση - δεν έδειξαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης δυσπλασιών σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου που δεν είχε εκτεθεί σε γνωστά τερατογόνα. Έχει αποδειχθεί ότι η ιτρακοναζόλη διαπερνά τον πλακούντα σε μοντέλο αρουραίων.

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία και χρησιμοποιούν καψάκια SPORANOX πρέπει να λαμβάνουν αντισυλληπτικές προφυλάξεις. Η αποτελεσματική αντισύλληψη πρέπει να συνεχίζεται ως την έμμηνο ρύση που θα ακολουθήσει μετά το τέλος της θεραπείας με SPORANOX.

Θηλασμός

Ένα πολύ μικρό ποσοστό ιτρακοναζόλης απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αντισταθμίζονται τα αναμενόμενα οφέλη της θεραπείας με καψάκια SPORANOX έναντι του ενδεχόμενου κινδύνου από το θηλασμό. Σε περίπτωση που υπάρχει αμφιβολία, η ασθενής δεν πρέπει να θηλάζει.

Γονιμότητα

Ανατρέξτε στην παράγραφο 5.3 για πληροφορίες σχετικά με την ιτρακοναζόλη που αφορούν στη γονιμότητα σε ζώα.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-SPORANOX
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση, παράγωγα τριαζόλης, κωδικός ΑΤC: J02AC02

Μηχανισμός δράσης

Η ιτρακοναζόλη επηρεάζει τη σύνθεση της εργοστερόλης σε κύτταρα μυκήτων. Η εργοστερόλη είναι ένα ζωτικής σημασίας συστατικό της κυτταρικής μεμβράνης για τους μύκητες. Η διαταραχή της σύνθεσής της τελικά καταλήγει σε αντιμυκητιασική δράση.

Φαρμακοδυναμική (ΦΔ)/Φαρμακοκινητική (ΦΚ) σχέση

Η ΦΔ/ΦΚ σχέση για την ιτρακοναζόλη και για τις τριαζόλες γενικά, είναι ελάχιστα κατανοητή.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Μικροβιολογία

Η ιτρακοναζόλη, ένα τριαζολικό παράγωγο, έχει ευρύ φάσμα δράσης.

  • Όρια ευαισθησίας (CLSI για Candida spp.): ευαίσθητα ≤0,125, ευαίσθητα, δοσοεξαρτώμενα 0,25 - 0,5 και ανθεκτικά ≥1 μg/ml.
  • Όρια ευαισθησίας (EUCAST για Aspergillus spp.): ευαίσθητα ≤ 1 mg/l, ανθεκτικά > 2 mg/l.

Η ιτρακοναζόλη αναστέλλει την ανάπτυξη ενός ευρέος φάσματος παθογόνων για τον άνθρωπο μυκήτων σε συγκεντρώσεις συνήθως ≤ 1 μg/ml, συμπεριλαμβανομένων:

  • Candida spp. (συμπεριλαμβανομένων Candida albicans, Candida tropicalis, Candida parapsilosis και Candida dubliniensis)
  • Aspergillus spp.
  • Blastomyces dermatitidis
  • Cladosporium spp.
  • Coccidioides immitis
  • Cryptococcus neoformans
  • Geotrichum spp.
  • Histoplasma spp. (συμπεριλαμβανομένων H. capsulatum)
  • Paracoccidioides brasiliensis
  • Penicillium marneffei
  • Sporothrix schenckii
  • Trichosporon spp.
  • Epidermophyton floccosum, Fonsecaea spp., Malassezia spp., Microsporum spp., Pseudallescheria boydii, Trichophyton spp. και ποικίλων άλλων ζυμομυκήτων και μυκήτων.

Λιγότερο ευαίσθητα είδη: Candida krusei, Candida glabrata και Candida guillermondii.

Μη αναστελλόμενα είδη: Zymomycetes (π.χ. Rhizopus spp., Rhizomucor spp., Mucor spp., και Absidia spp.), Fusarium spp., Scedosporium spp. και Scopulariopsis spp.

Ανθεκτικότητα: Η ανθεκτικότητα στις αζόλες φαίνεται να αναπτύσσεται αργά και είναι συχνά το αποτέλεσμα αρκετών γενετικών μεταλλάξεων. Έχουν αναφερθεί ανθεκτικά στην ιτρακοναζόλη στελέχη του Aspergillus fumigatus.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-SPORANOX
expand_more

Γενικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε 2 έως 5 ώρες μετά από στόματος χορήγηση. Λόγω μη γραμμικής φαρμακοκινητικής, η ιτρακοναζόλη συσσωρεύεται στο πλάσμα κατά τη διάρκεια πολλαπλής χορήγησης δόσεων. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης επιτυγχάνονται γενικά εντός 15 ημερών. Η τελική ημίσεια ζωή κυμαίνεται από 16 έως 28 ώρες μετά από εφάπαξ δόση και αυξάνεται σε 34 έως 42 ώρες με επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Οι συγκεντρώσεις μειώνονται σε σχεδόν μη ανιχνεύσιμη συγκέντρωση εντός 7 έως 14 ημερών μετά τη διακοπή. Η μέση συνολική κάθαρση είναι 278 ml/min.

Απορρόφηση

Η ιτρακοναζόλη απορροφάται γρήγορα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του αμετάβλητου φαρμάκου στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε 2 έως 5 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 55% και είναι μέγιστη όταν τα καψάκια λαμβάνονται αμέσως μετά από ένα πλήρες γεύμα. Η απορρόφηση μειώνεται σε άτομα με μειωμένη γαστρική οξύτητα. Η χορήγηση με όξινο ποτό (όπως μη διαιτητικό αναψυκτικό τύπου cola) αυξάνει την απορρόφηση σε αυτές τις περιπτώσεις.

Κατανομή

Το 99,8% της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνες (99,6% με αλβουμίνη). Ο όγκος κατανομής είναι μεγάλος (>700 L), υποδηλώνοντας εκτεταμένη κατανομή στους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις στους ιστούς (πνεύμονες, νεφροί, ήπαρ, οστά, στομάχι, σπλήνας, μύες) είναι δύο με τρεις φορές υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η πρόσληψη σε κεράτινους ιστούς (δέρμα) είναι έως και τέσσερις φορές υψηλότερη.

Μεταβολισμός

Η ιτρακοναζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που εμπλέκεται. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η υδροξυ-ιτρακοναζόλη, με συγκρίσιμη in vitro αντιμυκητιασική δράση.

Απέκκριση

Απεκκρίνεται κυρίως με τη μορφή ανενεργών μεταβολιτών με τα ούρα (35%) και με τα κόπρανα (54%) μέσα σε μια εβδομάδα. Η νεφρική απέκκριση της ιτρακοναζόλης και του δραστικού μεταβολίτη είναι λιγότερο από 1% της ενδοφλέβιας δόσης. Η απέκκριση του αμετάβλητου φαρμάκου με τα κόπρανα κυμαίνεται από 3% έως 18%.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Ηπατική δυσλειτουργία: Μειωμένη Cmax (47%) και διπλάσια αύξηση της ημίσειας ζωής (37 ± 17 ώρες έναντι 16 ± 5 ωρών) σε κιρρωτικούς ασθενείς. Η ολική έκθεση (AUC) ήταν παρόμοια.
  • Νεφρική δυσλειτουργία: Περιορισμένα δεδομένα. Η έκθεση (AUC) μπορεί να είναι ελαφρώς μειωμένη. Η αιμοδιύλιση ή η συνεχής περιτοναϊκή διύλιση δεν έδειξαν σημαντική επίδραση. Η ημίσεια ζωή ήταν παρόμοια, αλλά η AUC μειώθηκε σε μέτρια/σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός: Περιορισμένα δεδομένα. Οι φαινόμενες κάθαρση και όγκος κατανομής σχετίζονται με το σωματικό βάρος.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

21 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

99,8%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

55%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Κόπρανα
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
55283
Μοριακός τύπος
C35H38Cl2N8O4
Μοριακό βάρος
705.6
IUPAC
2-butan-2-yl-4-[4-[4-[4-[[(2R,4S)-2-(2,4-dichlorophenyl)-2-(1,2,4-triazol-1-ylmethyl)-1,3-dioxolan-4-yl]methoxy]phenyl]piperazin-1-yl]phenyl]-1,2,4-triazol-3-one
InChIKey
VHVPQPYKVGDNFY-ZPGVKDDISA-N
Κατάταξη MeSH

Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν ή να αναπαραχθούν. Διαφέρουν από τους ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ ΒΙΟΚΤΟΝΟΥΣ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.

Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΣΤΕΡΟΛΗ 14-ΔΕΜΕΘΥΛΑΣΗ. Μια ποικιλία ΑΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που προέρχονται από αζόλες δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.

Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.

Σχετικά Εργαλεία

Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →