METFORMIN(Μετφορμίνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 6.5 ώρες
- DrugBank: 6.2 ώρες
- PubChem: 6,2 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2
σε: Ενήλικες, ιδίως παχύσαρκους ασθενείς
Όταν η επιβαλλόμενη δίαιτα και άσκηση δεν αρκούν μόνες τους για την αποκατάσταση της γλυκαιμικής ισορροπίας. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλους από του στόματος λαμβανόμενους αντιδιαβητικούς παράγοντες, ή με ινσουλίνη.
-
Θεραπεία σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2
σε: Παιδιά άνω των 10 ετών και έφηβοι
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με ινσουλίνη.
- E11 Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος
- Δόση έναρξης: 500 mg ή 850 mg 2 ή 3 φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Ύστερα από 10 έως 15 ημέρες, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος. Αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει τη γαστροεντερική ανεκτικότητα.
-
Ενήλικες με κανονική νεφρική λειτουργία (GFR≥90 ml/min)Δόση500 mg ή 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης 2 ή 3 φορές την ημέραΜέγ. δόση3 g την ημέραΗ δόση προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος μετά 10-15 ημέρες. Αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει τη γαστροεντερική ανεκτικότητα.
-
ΗλικιωμένοιΛόγω του ενδεχόμενου μειωμένης νεφρικής λειτουργίας, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία. Απαιτείται τακτική εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (από 10 ετών και εφήβους)Δόση500 mg ή 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης μία φορά την ημέραΜέγ. δόση2 g την ημέραΗ δόση προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος μετά 10-15 ημέρες. Αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει επίσης τη γαστροεντερική ανεκτικότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη μετφορμίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Οποιοσδήποτε τύπος οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση).
-
Διαβητικό προκώμα.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR< 30 ml/min).
-
Οξείες καταστάσεις που ενδεχομένως συνοδεύονται από επηρεασμένη νεφρική λειτουργία όπως: Αφυδάτωση, βαριά λοίμωξη, καταπληξία.
-
Πάθηση η οποία μπορεί να προκαλέσει υποξία των ιστών (ειδικά οξεία πάθηση, ή επιδείνωση χρόνιας νόσου) όπως: συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καταπληξία.
-
Ηπατική ανεπάρκεια, οξεία δηλητηρίαση με οινόπνευμα, αλκοολισμός.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γαλακτική οξέωσησοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς με αφυδάτωση (σοβαρή διάρροια ή έμετο, πυρετό ή μειωμένη πρόσληψη υγρών)Η μετφορμίνη θα πρέπει προσωρινά να διακοπεί και προτείνεται να επικοινωνήσετε με έναν επαγγελματία υγείας.
-
Γαλακτική οξέωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία μετφορμίνηςΗ λήψη φαρμακευτικών προϊόντων που μπορούν να βλάψουν τη νεφρική λειτουργία (όπως τα αντιυπερτασικά, τα διουρητικά και τα ΜΣΑΦ) θα πρέπει να ξεκινάει με προσοχή.
-
Γαλακτική οξέωσησοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΣε περίπτωση εμφάνισης ύποπτων συμπτωμάτων (οξειδωτική δύσπνοια, κοιλιακό άλγος, μυϊκές κράμπες, ατονία και υποθερμία ακολουθούμενη από κώμα), ο ασθενής πρέπει να διακόψει τη χρήση μετφορμίνης και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα.
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείςΗ μετφορμίνη θα πρέπει προσωρινά να διακόπτεται αν παρουσιάζονται συνθήκες που μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργία.
-
Καρδιακή λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΗ μετφορμίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με μια τακτική παρακολούθηση της καρδιακής και της νεφρικής λειτουργίας.
-
Καρδιακή λειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με οξεία και ασταθή καρδιακή ανεπάρκειαΗ μετφορμίνη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών παραγόντωνΠληθυσμόςΑσθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε ενδοαγγειακή χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών παραγόντωνΗ μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απεικόνισης και να επανεισάγεται τουλάχιστον 48 ώρες μετά, με την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επανεκτιμηθεί και έχει βρεθεί σταθερή.
-
Χειρουργική επέμβασηΠληθυσμόςΑσθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση με ολική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησίαΗ μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται τη στιγμή της χειρουργικής επέμβασης. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά από τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της από στόματος διατροφής και με την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επανεκτιμηθεί και έχει βρεθεί σταθερή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιάΗ διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 θα πρέπει να έχει επιβεβαιωθεί πριν την έναρξη θεραπείας με μετφορμίνη.
-
Παιδιά ηλικίας 10-12 ετώνπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά μεταξύ 10 και 12 ετώνΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη συνταγογράφηση.
-
ΔίαιταΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠρέπει να συνεχίζουν τη δίαιτά τους με τακτική κατανομή των ποσοτήτων λήψης υδατανθράκων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι παχύσαρκοι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν την υποθερμιδική δίαιτα.
-
ΥπογλυκαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν μετφορμίνη σε συνδυασμό με ινσουλίνη ή άλλα από του στόματος αντιδιαβητικά (π.χ. σουλφονυλουρίες ή μεγλιτινίδια)Συνιστάται προσοχή.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν άναλο δίαιτα (νεφροπαθείς, καρδιοπαθείς)Δεν πρέπει να συνιστάται.
-
Περιεκτικότητα σε ισομαλτιτόληαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζηΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Περιεκτικότητα σε σακχαρόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΟινόπνευμααντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξείδωσης, ιδίως σε περιπτώσεις νηστείας, υποσιτισμού ή ηπατικής ανεπάρκειας.ΣύστασηΜη συνιστώμενος συνδυασμός.
-
Ιωδιούχοι σκιαγραφικοί παράγοντεςπροσοχήΑλληλεπίδραση με τη νεφρική λειτουργία και κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης.ΣύστασηΗ μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται πριν από, ή τη στιγμή της απεικονιστικής διαδικασίας και να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες με την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει επανεκτιμηθεί και έχει βρεθεί σταθερή.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία (π.χ. ΜΣΑΦ, αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, διουρητικά)προσοχήΑύξηση του κινδύνου γαλακτικής οξέωσης.ΣύστασηΑπαιτείται στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα με ενδογενή υπεργλυκαιμική δραστηριότητα (π.χ. γλυκοκορτικοειδή, συμπαθομιμητικά)παρακολούθησηΜπορεί να χρειάζεται συχνότερη παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος και προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.ΣύστασηΜπορεί να χρειάζεται συχνότερη παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας. Αν χρειαστεί, προσαρμόστε τη δοσολογία της μετφορμίνης κατά τη θεραπεία με το αντίστοιχο φάρμακο και κατά τη διακοπή του.
-
Αναστολείς της OCT1 (όπως η βεραπαμίλη)προσοχήΜείωση της αποτελεσματικότητας της μετφορμίνης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εάν χρειάζεται, μπορεί να εξετασθεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
Επαγωγείς του OCT1 (όπως η ριφαμπικίνη)προσοχήΑύξηση της γαστρεντερικής απορρόφησης και της αποτελεσματικότητας της μετφορμίνης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εάν χρειάζεται, μπορεί να εξετασθεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
Αναστολείς του OCT2 (όπως η σιμετιδίνη, η ντολυτεγκραβίρη, η ρανολαζίνη, η τριμεθοπρίμη, η βανδετανίμπη, η ισαβουκοναζόλη)προσοχήΜείωση της νεφρικής αποβολής της μετφορμίνης και αύξηση της συγκέντρωσής της στο πλάσμα.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εάν χρειάζεται, μπορεί να εξετασθεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
προσοχήΜεταβολή της αποτελεσματικότητας και της νεφρικής κάθαρσης της μετφορμίνης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εάν χρειάζεται, μπορεί να εξετασθεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γαλακτική οξείδωση
- Μείωση απορρόφησης της βιταμίνης Β12
- Διαταραχές γεύσης
- Γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, εμετός, διάρροια, κοιλιακό άλγος και απώλεια της όρεξης)
- Διαταραχές στις ηπατικές δοκιμασίες
- Ηπατίτιδα
- Δερματικές αντιδράσεις (ερύθημα, κνησμός, κνίδωση)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, εμετός, διάρροια, κοιλιακό άλγος, απώλεια της όρεξης)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔιαταραχές γεύσηςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΔερματικές αντιδράσεις (ερύθημα, κνησμός, κνίδωση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές στις ηπατικές δοκιμασίεςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΜείωση απορρόφησης της βιταμίνης Β12Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΌταν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, συνίσταται ο διαβήτης να μη θεραπεύεται με μετφορμίνη, αλλά να χρησιμοποιείται ινσουλίνη για τη διατήρηση των επιπέδων γλυκόζης του αίματος σε όσο το δυνατόν πιο φυσιολογικότερα επίπεδα, προκειμένου να μειώνεται ο κίνδυνος εμβρυϊκών δυσπλασιών.Περιορισμένος αριθμός δεδομένων δεν δείχνει αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις.
-
ΓαλουχίαΛόγω περιορισμένων διαθέσιμων στοιχείων, ο θηλασμός δε συνίσταται κατά τη θεραπεία με μετφορμίνη. Η απόφαση για το αν θα διακοπεί ο θηλασμός θα πρέπει να πραγματοποιείται λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού και το ενδεχόμενο κίνδυνο παρενεργειών για το παιδί.Η μετφορμίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε νεογνά/βρέφη που θηλάζουν.
-
ΓονιμότηταΗ γονιμότητα των αρρένων ή θήλεων αρουραίων παρέμεινε ανεπηρέαστη.Η γονιμότητα των αρρένων ή θήλεων αρουραίων παρέμεινε ανεπηρέαστη από τη μετφορμίνη όταν χορηγήθηκε σε δόσεις τόσο υψηλές όσο 600 mg/kg/ημέρα, το οποίο είναι περίπου τρεις φορές η μέγιστη συνιστώμενη ανθρώπινη ημερήσια δόση με βάση συγκρίσεις επιφάνειας σώματος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- γαλακτική οξέωση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Από του στόματος λαμβανόμενα αντιδιαβητικά. Διγουανίδη, κωδικός ATC: A10BA02.
Μηχανισμός δράσης
Η μετφορμίνη είναι ένα διγουανίδιο με αντι-υπεργλυκαιμικές ενέργειες, το οποίο μειώνει και τη βασική και τη μεταγευματική γλυκόζη του πλάσματος. Δε διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και κατά συνέπεια δε δημιουργεί υπογλυκαιμία. Η μετφορμίνη είναι δυνατόν να ενεργεί μέσω 3 μηχανισμών:
- Στο ήπαρ, μειώνοντας την παραγωγή ηπατικής γλυκόζης μέσω αναστολής της γλυκονεογένεσης και της γλυκογονόλυσης.
- Στους μυς, αυξάνοντας την ευαισθησία στην ινσουλίνη, βελτιώνοντας την περιφερική λήψη και χρήση γλυκόζης.
- Και καθυστερώντας την απορρόφηση της γλυκόζης από το έντερο. Η μετφορμίνη διεγείρει την ενδοκυτταρική σύνθεση του γλυκογόνου ενεργώντας επί της συνθετάσης γλυκογόνου. Η μετφορμίνη αυξάνει την ικανότητα μεταφοράς όλων των μέχρι σήμερα γνωστών τύπων μεμβρανικών μεταφορέων γλυκόζης (GLUTs).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε κλινικές μελέτες, η χρήση της μετφορμίνης συσχετίστηκε με είτε με τη σταθερότητα του βάρους ή με τη μέτρια απώλεια βάρους. Στον άνθρωπο, ανεξάρτητα από τη δράση της επί της γλυκαιμίας, η μετφορμίνη έχει ευεργετική επίδραση επί του λιπιδικού μεταβολισμού. Αυτό έχει αποδειχθεί σε θεραπευτικές δόσεις σε ελεγχόμενες μεσοπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες κλινικές μελέτες: η μετφορμίνη μειώνει τη συνολική χοληστερίνη, τη χοληστερίνη LDL και τα επίπεδα τριγλυκεριδίων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η προοπτική τυχαιοποιημένη μελέτη (UKPDS) έχει αποδείξει το μακροπρόθεσμο όφελος του εντατικού ελέγχου της γλυκόζης του αίματος σε ενήλικες ασθενείς στο διαβήτη τύπου 2. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων σε παχύσαρκους ασθενείς που θεραπεύτηκαν με μετφορμίνη ύστερα από αποτυχία με δίαιτα μόνο, έχει δείξει:
- Σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου οποιασδήποτε επιπλοκής που έχει σχέση με το διαβήτη.
- Σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου θνησιμότητας που έχει σχέση με το διαβήτη.
- Σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου γενικής θνησιμότητας.
- Σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου εμφράγματος του μυοκαρδίου. Το όφελος σχετικά με το κλινικό αποτέλεσμα δεν έχει επαληθευθεί όταν η μετφορμίνη χρησιμοποιείται σαν δευτερεύουσα θεραπεία σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία. Στο διαβήτη τύπου 1, ο συνδυασμός μετφορμίνης και ινσουλίνης έχει χρησιμοποιηθεί σε επιλεγμένους ασθενείς, αλλά το κλινικό όφελος αυτού του συνδυασμού δεν έχει επίσημα επαληθευθεί.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε περιορισμένο πληθυσμό παιδιών ηλικίας 10-16 ετών που λάμβαναν θεραπεία για 1 χρόνο έδειξαν μία παρόμοια απόκριση στη γλυκαιμική ρύθμιση με αυτή που έχει παρατηρηθεί σε ενήλικες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Ύστερα από χορήγηση από το στόμα δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται σε περίπου 2,5 ώρες (tmax). Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής μετφορμίνης ύστερα από χορήγηση δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης των 500 mg ή 850 mg είναι περίπου 50-60% στα υγιή άτομα. Ύστερα από χορήγηση δόσης από το στόμα, το μη απορροφημένο κλάσμα που ανακτάται στα κόπρανα είναι 20-30%. Ύστερα από χορήγηση από το στόμα, η απορρόφηση μετφορμίνης φθάνει σε κορεσμό και είναι ατελής. Θεωρείται ότι η φαρμακοκινητική της απορρόφησης μετφορμίνης είναι μη γραμμική. Στις συνιστώμενες δόσεις μετφορμίνης και τα συνήθη σχήματα δοσολογίας, οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 24 έως 48 ωρών και γενικά είναι μικρότερες από 1 μικρογραμμάριο/mL. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, τα μέγιστα επίπεδα μετφορμίνης στο πλάσμα (Cmax) δεν υπερέβησαν τα 5 μικρογραμμάρια/mL, ακόμα και σε μέγιστες δόσεις. Η τροφή μειώνει το βαθμό και καθυστερεί ελαφρώς την απορρόφηση της μετφορμίνης. Ύστερα από χορήγηση από το στόμα δόσης 850 mg, παρατηρήθηκε μείωση κατά 40% της μέγιστης τιμής συγκέντρωσης στο πλάσμα, μείωση κατά 25% στην AUC (περιοχή κάτω από την καμπύλη) και παράταση χρόνου 35 λεπτών για τη μέγιστη τιμή συγκέντρωσης στο πλάσμα. Η κλινική σχέση αυτών των αποτελεσμάτων είναι άγνωστη.
Κατανομή
Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες στο πλάσμα είναι αμελητέα. Η μετφορμίνη καταμερίζεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Η μέγιστη τιμή στο αίμα είναι μικρότερη από τη μέγιστη τιμή στο πλάσμα και εμφανίζεται περίπου την ίδια στιγμή. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια πιθανότατα αποτελούν δευτερεύοντα χώρο κατανομής. Ο μέσος όρος κατανομής (Vd) κυμαίνεται μεταξύ 63-276 L.
Βιομετασχηματισμός
Η μετφορμίνη απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Κανένας μεταβολίτης δεν έχει ταυτοποιηθεί στον άνθρωπο.
Αποβολή
Η κάθαρση της μετφορμίνης από τους νεφρούς είναι > 400 ml/min, δείχνοντας ότι η μετφορμίνη αποβάλλεται με σπειραματική διήθηση και σωληνοειδή απέκκριση. Ύστερα από χορήγηση δόσης από το στόμα, ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι περίπου 6.5 ώρες. Σε περίπτωση διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας, η νεφρική κάθαρση μειώνεται αναλογικά με την κάθαρση της κρεατινίνης και έτσι ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής παρατείνεται, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα μετφορμίνης στο πλάσμα.
Χαρακτηριστικά σε ειδικές ομάδες ασθενών
Νεφρική ανεπάρκεια Διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια είναι σπάνια συνεπώς δεν μπορεί να γίνει καμία αξιόπιστη εκτίμηση της συστηματικής έκθεσης στη μετφορμίνη σε αυτή την υποομάδα σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ως εκ τούτου, η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται κατά τις εκτιμήσεις της κλινικής αποτελεσματικότητας/ανοχής (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτη εφάπαξ δόσης: Μετά από εφάπαξ δόση υδροχλωρικής μετφορμίνης 500 mg, το φαρμακοκινητικό προφίλ σε παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρείται σε υγιείς ενήλικες. Μελέτη πολλαπλών δόσεων: Τα στοιχεία περιορίζονται σε μόνο μία μελέτη. Μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις μετφορμίνης 500 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες σε παιδιατρικούς ασθενείς, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) και η συστηματική έκθεση (AUC 0-t) μειώθηκαν περίπου κατά 33% και 40% αντίστοιχα, σε σύγκριση με διαβητικούς ενήλικες που λάμβαναν επαναλαμβανόμενες δόσεις 500 mg δύο φορές ημερησίως για 14 ημέρες. Καθώς η δόση για κάθε ασθενή ρυθμίζεται με βάση τη γλυκαιμική ρύθμιση, το γεγονός αυτό είναι περιορισμένης κλινικής σημασίας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση Ύστερα από χορήγηση από το στόμα δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται σε περίπου 2,5 ώρες (tmax). Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής μετφορμίνης ύστερα από χορήγηση δισκίου…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) · Πριν την έναρξη της θεραπείας και τακτικά μετά από αυτήν
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Τακτική | Σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Επίδραση στην ανάπτυξη και την εφηβεία | more_horizΆλλο / λοιπά | Προσεκτική παρακολούθηση | Παιδιά που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη, ιδίως όταν βρίσκονται στην προ-εφηβική ηλικία |
| Συνηθισμένες εργαστηριακές δοκιμές για την παρακολούθηση του διαβήτη | more_horizΆλλο / λοιπά | Τακτικά | — |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακή λειτουργία | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Τακτική | Σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Γενικές επιδράσεις Η ινσουλίνη είναι μια σημαντική ορμόνη που ρυθμίζει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Ο διαβήτης τύπου ΙΙ χαρακτηρίζεται από μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα όταν το πάγκρεας δεν μπορεί πλέον να αντισταθμίσει. Σε ασθενείς με διάγνωση διαβήτη τύπου 2, η ινσουλίνη αδυνατεί να ασκήσει επαρκή δράση στους ιστούς και τα κύτταρα (δηλ. αντίσταση στην ινσουλίνη) και μπορεί επίσης να υπάρχει έλλειψη ινσουλίνης. Η μετφορμίνη μειώνει την ηπατική παραγωγή γλυκόζης, μειώνει την εντερική απορρόφηση γλυκόζης και ενισχύει την ευαισθησία στην ινσουλίνη αυξάνοντας την περιφερική πρόσληψη και χρησιμοποίηση γλυκόζης. Σε αντίθεση με τα φάρμακα της κατηγορίας των σουλφονυλουριών, τα οποία οδηγούν σε υπερινσουλιναιμία, η έκκριση ινσουλίνης παραμένει αμετάβλητη με τη χρήση μετφορμίνης.
Επίδραση στα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας (FPG) και στην γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) Η HbA1c είναι ένα σημαντικό περιοδικό μέτρο γλυκαιμικού ελέγχου που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση διαβητικών ασθενών. Η γλυκόζη πλάσματος νηστείας είναι επίσης ένα χρήσιμο και σημαντικό μέτρο γλυκαιμικού ελέγχου. Σε κλινική δοκιμή 29 εβδομάδων σε ασθενείς με διάγνωση διαβήτη τύπου II, η μετφορμίνη μείωσε τα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας κατά μέσο όρο 59 mg/dL από την αρχική τιμή, σε σύγκριση με μέση αύξηση 6.3 mg/dL από την αρχική τιμή σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) μειώθηκε κατά περίπου 1.4% σε ασθενείς που έλαβαν μετφορμίνη και αυξήθηκε κατά 0.4% σε ασθενείς που έλαβαν μόνο εικονικό φάρμακο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Οι μηχανισμοί δράσης της μετφορμίνης είναι μοναδικοί σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες από του στόματος αντιυπεργλυκαιμικών φαρμάκων. Η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα μειώνοντας την ηπατική παραγωγή γλυκόζης (ονομάζεται επίσης γλυκονεογένεση), μειώνοντας την εντερική απορρόφηση γλυκόζης και αυξάνοντας την ευαισθησία στην ινσουλίνη μέσω της αύξησης της περιφερικής πρόσληψης και χρησιμοποίησης γλυκόζης. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η μετφορμίνη αναστέλλει τη δραστηριότητα του μιτοχονδριακού συμπλέγματος Ι, και από τότε έχει γενικά διατυπωθεί η υπόθεση ότι οι ισχυρές αντιδιαβητικές της επιδράσεις οφείλονται σε αυτόν τον μηχανισμό. Οι παραπάνω διαδικασίες οδηγούν σε μείωση της γλυκόζης στο αίμα, διαχειριζόμενες τον διαβήτη τύπου ΙΙ και ασκώντας θετικές επιδράσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο.
Μετά την κατάποση, ο οργανικός μεταφορέας κατιόντων-1 (OCT1) είναι υπεύθυνος για την πρόσληψη της μετφορμίνης από τα ηπατοκύτταρα (ηπατικά κύτταρα). Καθώς αυτό το φάρμακο είναι θετικά φορτισμένο, συσσωρεύεται στα κύτταρα και στα μιτοχόνδρια λόγω των δυναμικών της μεμβράνης κατά μήκος της κυτταρικής μεμβράνης, καθώς και της εσωτερικής μιτοχονδριακής μεμβράνης. Η μετφορμίνη αναστέλλει το μιτοχονδριακό σύμπλεγμα Ι, εμποδίζοντας την παραγωγή μιτοχονδριακής ATP, οδηγώντας σε αυξημένες αναλογίες ADP:ATP και AMP:ATP στον κυτταρόπλασμα. Αυτές οι αλλαγές ενεργοποιούν την AMP-ενεργοποιούμενη πρωτεϊνική κινάση (AMPK), ένα ένζυμο που παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού της γλυκόζης. Εκτός από αυτόν τον μηχανισμό, η AMPK μπορεί να ενεργοποιηθεί από έναν λυσοσωμικό μηχανισμό που περιλαμβάνει άλλους ενεργοποιητές.
Ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία, οι αυξήσεις στην αναλογία AMP:ATP αναστέλλουν επίσης το ένζυμο φρουκτόζη-1,6-διφωσφατάση, οδηγώντας στην αναστολή της γλυκονεογένεσης, ενώ ταυτόχρονα αναστέλλουν την αδενυλική κυκλάση και μειώνουν την παραγωγή κυκλικής αδενοσινο μονοφωσφορικής (cAMP), ενός παραγώγου της ATP που χρησιμοποιείται για σηματοδότηση κυττάρων. Η ενεργοποιημένη AMPK φωσφορυλιώνει δύο ισομορφές του ενζύμου ακετυλο-CoA καρβοξυλάσης, αναστέλλοντας έτσι τη σύνθεση λίπους και οδηγώντας σε οξείδωση λίπους, μειώνοντας τα ηπατικά λιπώδη αποθέματα και αυξάνοντας την ευαισθησία του ήπατος στην ινσουλίνη.
Στο έντερο, η μετφορμίνη αυξάνει τον αναερόβιο μεταβολισμό της γλυκόζης στα εντεροκύτταρα (εντερικά κύτταρα), οδηγώντας σε μειωμένη καθαρή πρόσληψη γλυκόζης και αυξημένη παροχή γαλακτικού στο ήπαρ. Πρόσφατες μελέτες έχουν επίσης εμπλέξει το έντερο ως πρωταρχική θέση δράσης της μετφορμίνης και προτείνουν ότι το ήπαρ μπορεί να μην είναι τόσο σημαντικό για τη δράση της μετφορμίνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους η μετφορμίνη μπορεί να παίξει ρόλο στο έντερο είναι η προώθηση του μεταβολισμού της γλυκόζης αυξάνοντας την ινκρετίνη (GLP-1) καθώς και η αύξηση της εντερικής χρησιμοποίησης της γλυκόζης.
Εκτός από την παραπάνω οδό, ο μηχανισμός δράσης της μετφορμίνης μπορεί να εξηγηθεί με άλλους τρόπους, και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της μελετάται εκτενώς τα τελευταία χρόνια.
Η μετφορμίνη χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία της υπεργλυκαιμίας. Ωστόσο, η θεραπεία με μετφορμίνη μπορεί να προκαλέσει ενδοηπατική χολόσταση και ηπατική βλάβη σε λίγους ασθενείς με διαβήτη τύπου II μέσω ενός άγνωστου μηχανισμού. Εδώ δείχνουμε ότι η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα της πρωτεΐνης SIRT1 σε πρωτογενή ηπατοκύτταρα και στο ήπαρ. Τόσο οι ποντικοί C57 άγριου τύπου που έλαβαν μετφορμίνη όσο και οι ποντικοί με ηπατική μετάλλαξη SIRT1 είχαν αυξημένα ηπατικά και ορού επιπέδα χολικών οξέων. Ωστόσο, η μετφορμίνη απέτυχε να αλλάξει τα συστηματικά επίπεδα χολικών οξέων σε ποντικούς με ηπατική μετάλλαξη SIRT1. Μοριακή μελέτη μηχανισμού υποδεικνύει ότι το SIRT1 αλληλεπιδρά άμεσα και αφωσφορυλιώνει το Foxa2 για να αναστείλει τη μεταγραφική του δραστηριότητα στην έκφραση γονιδίων που εμπλέκονται στη σύνθεση και μεταφορά χολικών οξέων. Η ηπατική μετάλλαξη SIRT1 αυξάνει τα επίπεδα ακετυλίωσης του Foxa2, η οποία προάγει τη σύνδεση του Foxa2 με γονίδια που εμπλέκονται στο μεταβολισμό των χολικών οξέων και την ενεργοποίησή τους, βλάπτοντας την ηπατική και συστηματική ομοιόσταση των χολικών οξέων. Τα δεδομένα μας υποδηλώνουν σαφώς ότι το ηπατικό SIRT1 μεσολαβεί τις επιδράσεις της μετφορμίνης στο συστηματικό μεταβολισμό των χολικών οξέων και η διαμόρφωση της δραστηριότητας του SIRT1 στο ήπαρ μπορεί να είναι μια ελκυστική προσέγγιση για τη θεραπεία ασθενειών που σχετίζονται με τα χολικά οξέα, όπως η χολόσταση.
Η μετφορμίνη είναι αντιυπεργλυκαιμική, όχι υπογλυκαιμική. Δεν προκαλεί απελευθέρωση ινσουλίνης από το πάγκρεας και δεν προκαλεί υπογλυκαιμία, ακόμη και σε μεγάλες δόσεις. Η μετφορμίνη δεν έχει σημαντικές επιδράσεις στην έκκριση γλυκαγόνης, κορτιζόλης, αυξητικής ορμόνης ή σωματοστατίνης. Η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης κυρίως μειώνοντας την ηπατική παραγωγή γλυκόζης και αυξάνοντας τη δράση της ινσουλίνης στον μυ και στον λιπώδη ιστό. … Μπορεί να μειώσει τη γλυκόζη πλάσματος μειώνοντας την απορρόφηση της γλυκόζης από το έντερο. /Άλας δεν προσδιορίστηκε/
Η μετφορμίνη ενισχύει την επίδραση της ινσουλίνης μέσω μη πλήρως κατανοητών μηχανισμών. Η μετφορμίνη δεν διεγείρει τα παγκρεατικά β-κύτταρα να αυξήσουν την έκκριση ινσουλίνης· η έκκριση ινσουλίνης πρέπει να υπάρχει για να λειτουργήσει σωστά η μετφορμίνη. Υποτίθεται ότι η μετφορμίνη μειώνει την ηπατική παραγωγή γλυκόζης και βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη αυξάνοντας την περιφερική πρόσληψη και χρησιμοποίηση γλυκόζης. /Άλας δεν προσδιορίστηκε/
Τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 (T2DM) έχουν μειωμένη οστική πυκνότητα και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων λόγω αλλοιωμένης διαφοροποίησης των μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων (MSC) στον μυελό των οστών. Αυτό οδηγεί σε μετατόπιση της ισορροπίας της διαφοροποίησης μακριά από το σχηματισμό οστού (οστεογένεση) προς την ανάπτυξη λιποκυττάρων (αδιπογένεση). Το ευρέως χρησιμοποιούμενο αντιδιαβητικό φάρμακο, η μετφορμίνη, ενεργοποιεί τον οστεογονικό μεταγραφικό παράγοντα Runt-related transcription factor 2 (Runx2), ο οποίος μπορεί να καταστείλει την αδιπογένεση, οδηγώντας σε βελτίωση της υγείας των οστών. Εδώ διερευνούμε την εμπλοκή του μεταβολικού ενζύμου, AMP-activated protein kinase (AMPK), σε αυτές τις προστατευτικές δράσεις της μετφορμίνης. Οι αντι-αδιπογονικές δράσεις της μετφορμίνης παρατηρήθηκαν σε πολυπληθείς MSC C3H10T1/2, στις οποίες η μετφορμίνη άσκησε αμοιβαίο έλεγχο πάνω στις δραστηριότητες του Runx2 και του αδιπογονικού μεταγραφικού παράγοντα, PPARγ, οδηγώντας στην καταστολή της αδιπογένεσης. Αυτές οι επιδράσεις φάνηκαν να είναι ανεξάρτητες από την ενεργοποίηση της AMPK, αλλά μάλλον μέσω της καταστολής της οδού σηματοδότησης mTOR/p70S6K. Η βασική δραστηριότητα AMPK και mTOR/p70S6K φάνηκε να είναι απαραίτητη για την αδιπογένεση, όπως αποδείχθηκε από τη χρήση του αναστολέα AMPK, ένωση C. Αυτή η παρατήρηση υποστηρίχθηκε περαιτέρω χρησιμοποιώντας κύτταρα εμβρύων ποντικού με έλλειψη AMPK (MEFs), όπου η αδιπογένεση, όπως αξιολογήθηκε από τη μειωμένη συσσώρευση λίπους και την έκφραση του αδιπογονικού μεταγραφικού παράγοντα, C/EBPβ, φάνηκε να απαιτεί απόλυτα την AMPK. Η περαιτέρω ενεργοποίηση της AMPK σε MEFs άγριου τύπου, είτε με μετφορμίνη είτε με τον ειδικό ενεργοποιητή AMPK, A769662, συνδέθηκε επίσης με την καταστολή της αδιπογένεσης. Φαίνεται, επομένως, ότι η βασική δραστηριότητα της AMPK απαιτείται για την αδιπογένεση και ότι η μετφορμίνη μπορεί να αναστείλει την αδιπογένεση μέσω AMPK-εξαρτώμενων ή ανεξάρτητων μηχανισμών, ανάλογα με το κυτταρικό πλαίσιο.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση
Απορρόφηση απλού δισκίου Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ενός δισκίου μετφορμίνης 500 mg που χορηγήθηκε σε κατάσταση νηστείας είναι περίπου 50%-60%. Μελέτες με εφάπαξ δόση που χρησιμοποίησαν από του στόματος δόσεις μετφορμίνης 500 έως 1500 mg και 850 έως 2550 mg δείχνουν έλλειψη αναλογικότητας της δόσης με αύξηση της δόσης μετφορμίνης, η οποία αποδίδεται στη μειωμένη απορρόφηση παρά σε αλλαγές στην απέκκριση.
Συνήθεις κλινικές δόσεις και σχήματα δοσολογίας μετφορμίνης, οι σταθερές συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 24-48 ωρών και συνήθως μετρώνται <1 μg/mL.
Απορρόφηση δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης, η Cmax επιτυγχάνεται με διάμεση τιμή 7 ωρών και εύρος μεταξύ 4 και 8 ωρών. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι περίπου 20% χαμηλότερες σε σύγκριση με την ίδια δόση απλής μετφορμίνης, ωστόσο, η έκταση της απορρόφησης και των δύο μορφών (όπως μετράται από την περιοχή κάτω από την καμπύλη - AUC), είναι παρόμοιες.
Επίδραση τροφής Η τροφή μειώνει την απορρόφηση της μετφορμίνης, όπως αποδεικνύεται από περίπου 40% χαμηλότερη μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax), 25% χαμηλότερη περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης έναντι χρόνου στο πλάσμα (AUC), και 35 λεπτά αύξηση στον χρόνο για τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Tmax) μετά την κατάποση δισκίου μετφορμίνης 850 mg με τροφή, σε σύγκριση με την ίδια δόση που χορηγήθηκε κατά τη νηστεία.
Παρόλο που η έκταση της απορρόφησης της μετφορμίνης (μετρούμενη από την περιοχή κάτω από την καμπύλη - AUC) από το δισκίο μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης αυξάνεται κατά περίπου 50% όταν χορηγείται με τροφή, δεν παρατηρείται καμία επίδραση τροφής στην Cmax και Tmax της μετφορμίνης. Τα γεύματα υψηλής και χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά ασκούν παρόμοιες επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Κατανομή & Απέκκριση
Αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται ουσιαστικά από τους νεφρούς. Η νεφρική κάθαρση της μετφορμίνης είναι περίπου 3,5 φορές υψηλότερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, γεγονός που δείχνει ότι η νεφρική σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης. Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 90% της απορροφούμενης μετφορμίνης απεκκρίνεται από τους νεφρούς εντός των πρώτων 24 ωρών μετά την κατάποση.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής (V/F) της μετφορμίνης μετά από μία από του στόματος δόση μετφορμίνης 850 mg ήταν κατά μέσο όρο 654 ± 358 L.
Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 3,5 φορές μεγαλύτερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, υποδεικνύοντας ότι η σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης. Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 90% του απορροφούμενου φαρμάκου απεκκρίνεται μέσω της νεφρικής οδού εντός των πρώτων 24 ωρών.
Η μετφορμίνη απορροφάται αργά και ατελώς από το γαστρεντερικό σωλήνα, κυρίως από το λεπτό έντερο· η απορρόφηση ολοκληρώνεται εντός 6 ωρών. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου σε κατάσταση νηστείας αναφέρεται περίπου στο 50-60% με δόσεις υδροχλωρικής μετφορμίνης 0,5-1,5 g· η δέσμευση του φαρμάκου στο τοίχωμα του εντέρου μπορεί να εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ της ποσότητας του φαρμάκου που απορροφήθηκε (όπως προσδιορίζεται από την απέκκριση του αμετάβλητου φαρμάκου στα ούρα και τα κόπρανα) και της ποσότητας που είναι βιοδιαθέσιμη σε ορισμένες μελέτες. Σε μελέτες εφάπαξ δόσης με συμβατικά δισκία υδροχλωρικής μετφορμίνης δόσεων 0,5-1,5 g ή 0,85-2,55 g, οι συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα δεν αυξήθηκαν ανάλογα με την αύξηση των δόσεων, υποδεικνύοντας μια ενεργή διαδικασία κορεσμένης απορρόφησης. Ομοίως, σε μελέτες εφάπαξ δόσης με σκεύασμα δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης (Glumetza) σε δόσεις 0,5-2,5 g, οι συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα δεν αυξήθηκαν ανάλογα με την αύξηση των δόσεων. Σε σταθερή κατάσταση μετά τη χορήγηση σκευάσματος δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης (Glucophage XR), η AUC και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα δεν ήταν ανάλογες της δόσης εντός του εύρους 0,5-2 g. Ωστόσο, περιορισμένα δεδομένα από μελέτες σε ζώα και σε καλλιέργειες ανθρώπινων εντερικών κυττάρων υποδηλώνουν ότι η διαμεμβρανική μεταφορά της μετφορμίνης στο έντερο μπορεί να συμβαίνει μέσω ενός παθητικού, μη κορεσμένου μηχανισμού, πιθανώς μέσω παρακυτταρικής οδού. Σε αρκετές μελέτες με άλλο σκεύασμα δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης (Fortamet) χρησιμοποιώντας δόσεις 1-2,5 g, η έκθεση στη μετφορμίνη ήταν ανάλογη της δόσης.
Μετά τη χορήγηση από του στόματος υδροχλωρικής μετφορμίνης (0,5-1,5 g) ως συμβατικά δισκία σε υγιή άτομα ή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται τριφασικά. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων υδροχλωρικής μετφορμίνης (500 mg δύο φορές ημερησίως για 7-14 ημέρες) ως συμβατικά δισκία σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με διαβήτη τύπου 2, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρέμειναν αμετάβλητες, αλλά οι ελάχιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου ήταν υψηλότερες από ό,τι στη χορήγηση εφάπαξ δόσης, υποδεικνύοντας κάποια συσσώρευση του φαρμάκου σε ένα περιφερικό διαμέρισμα. Δεν φαίνεται να παρατηρείται συσσώρευση μετφορμίνης μετά από επαναλαμβανόμενες από του στόματος δόσεις του φαρμάκου ως δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης. Ο κύριος χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης στο πλάσμα της μετφορμίνης ανέρχεται κατά μέσο όρο σε περίπου 6,2 ώρες· το 90% του φαρμάκου απομακρύνεται εντός 24 ωρών σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μείωση των συγκεντρώσεων μετφορμίνης στο πλάσμα είναι βραδύτερη μετά από από του στόματος από ό,τι μετά από ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου, υποδεικνύοντας ότι η ταχύτητα απέκκρισης περιορίζεται από την απορρόφηση.
Τα δεδομένα απέκκρισης στα ούρα και δεδομένα από ολόκληρο το αίμα υποδεικνύουν βραδύτερο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής απέκκρισης 8-20 ωρών (π.χ., 17,6 ώρες)1 υποδεικνύοντας ότι η ερυθροκυτταρική μάζα μπορεί να είναι ένα διαμέρισμα κατανομής.
Η μετφορμίνη κατανέμεται γρήγορα σε ζώα και ανθρώπους σε περιφερικούς ιστούς και υγρά του σώματος, ιδιαίτερα στο γαστρεντερικό σωλήνα· το φάρμακο φαίνεται επίσης να κατανέμεται αργά στα ερυθροκύτταρα και σε ένα βαθύ διαμέρισμα ιστών (πιθανώς γαστρεντερικούς ιστούς). Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις φαρμάκου στους ιστούς (τουλάχιστον 10 φορές η συγκέντρωση στο πλάσμα) παρατηρούνται στο γαστρεντερικό σωλήνα (π.χ., οισοφάγος, στομάχι, δωδεκαδάκτυλο, νήστιδα, ειλεός), με χαμηλότερες συγκεντρώσεις (δύο φορές η συγκέντρωση στο πλάσμα) να παρατηρούνται στον νεφρό, στο ήπαρ και στον ιστό των σιελογόνων αδένων. Το φάρμακο κατανέμεται στους σιελογόνους αδένες με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 9 ωρών. Οι συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο σάλιο είναι δέκα φορές χαμηλότερες από αυτές στο πλάσμα και μπορεί να είναι υπεύθυνες για τη μεταλλική γεύση που αναφέρεται σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο. Οποιαδήποτε τοπική επίδραση της μετφορμίνης στην απορρόφηση της γλυκόζης στο γαστρεντερικό σωλήνα μπορεί να σχετίζεται με τις σχετικά υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο γαστρεντερικό σωλήνα σε σύγκριση με αυτές σε άλλους ιστούς. Δεν είναι γνωστό εάν η μετφορμίνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό ή τον πλακούντα στους ανθρώπους ή εάν το φάρμακο κατανέμεται στο ανθρώπινο γάλα· ωστόσο, σε θηλάζουσες αρουραίους, η μετφορμίνη κατανέμεται στο μητρικό γάλα σε επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά στο πλάσμα.
Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 3,5 φορές μεγαλύτερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, υποδεικνύοντας ότι η σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης. Μετά από μία εφάπαξ δόση 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης από του στόματος, η νεφρική κάθαρση ήταν κατά μέσο όρο 552, 491 ή 412 mL/λεπτό σε μη διαβητικούς ενήλικες, διαβητικούς ενήλικες ή υγιείς ηλικιωμένους, αντίστοιχα. Η νεφρική δυσλειτουργία οδηγεί σε αυξημένες μέγιστες συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα, παρατεταμένο χρόνο για τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και μειωμένο όγκο κατανομής. Η νεφρική κάθαρση μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (όπως μετράται από μειώσεις στην κάθαρση της κρεατινίνης) και, προφανώς λόγω μειωμένης νεφρικής λειτουργίας με την ηλικία, σε ηλικιωμένους. Σε ηλικιωμένους, η μειωμένη νεφρική και πλασματική κάθαρση της μετφορμίνης οδηγεί επίσης σε αυξημένες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα· ο όγκος κατανομής παραμένει ανεπηρέαστος.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗ (12 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης με εφάπαξ δόση μετφορμίνης σε φυσιολογικά άτομα δείχνουν ότι η μετφορμίνη απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα και δεν υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό (δεν έχουν ταυτοποιηθεί μεταβολίτες σε ανθρώπους) ούτε χολική απέκκριση.
Η μετφορμίνη δεν μεταβολίζεται στο ήπαρ ή στο γαστρεντερικό σωλήνα και δεν απεκκρίνεται μέσω της χολής· δεν έχουν ταυτοποιηθεί μεταβολίτες του φαρμάκου σε ανθρώπους.
Η μετφορμίνη δεν μεταβολίζεται. Οδός Απέκκρισης: Μελέτες εφάπαξ ενδοφλέβιας χορήγησης σε φυσιολογικά άτομα αποδεικνύουν ότι η μετφορμίνη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα και δεν υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό (δεν έχουν ταυτοποιηθεί μεταβολίτες σε ανθρώπους) ούτε χολική απέκκριση. Περίπου το 90% του φαρμάκου απεκκρίνεται εντός 24 ωρών σε άτομα με υγιή νεφρική λειτουργία. Η νεφρική κάθαρση της μετφορμίνης είναι περίπου 3,5 φορές μεγαλύτερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, υποδεικνύοντας ότι η σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Χρόνος ημίσειας ζωής: 6,2 ώρες. Διάρκεια δράσης 8-12 ώρες.
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της μετφορμίνης στο πλάσμα είναι 6,2 ώρες στο πλάσμα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης στο αίμα είναι περίπου 17,6 ώρες, υποδεικνύοντας ότι η ερυθροκυτταρική μάζα μπορεί να είναι ένα διαμέρισμα κατανομής.
Ο κύριος χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της μετφορμίνης στο πλάσμα ανέρχεται κατά μέσο όρο σε περίπου 6,2 ώρες…
Το φάρμακο κατανέμεται στους σιελογόνους αδένες με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 9 ωρών.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
9100L32L2N
ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Biguanide
Χημική Δομή [CS] - Biguanides
Η μετφορμίνη είναι ένα Biguanide.
ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗ
Biguanides [CS]· Biguanide [EPC]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α A10BA02ΣΔ τύπου 2 — Χωρίς εγκατεστημένη ΚΑ νόσο / καρδιακή ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: ρύθμιση γλυκόζης, έλεγχος συμπτωμάτων & σωματικού βάρους
Δοσολογία: Τιτλοποίηση — eGFR 60-89 έως 3000 mg, 45-60 έως 2000 mg, 30-45 έως 1000 mg, < 30 αντένδειξη · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β A10BA02ΣΔ τύπου 2 — Με αθηροσκληρωτική ΚΑ νόσο / ΚΑ ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: μείωση καρδιονεφρικού κινδύνου — ανεξάρτητα από την HbA1c
Δοσολογία: Επίτευξη γλυκαιμικού στόχου ή χορήγηση μετφορμίνης · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΙΝΣ A10BA02Ινσουλινοθεραπεία στον ΣΔ τύπου 2
- Αδυναμία επίτευξης HbA1c ≤ 7% με μη ενέσιμη αγωγή
- HbA1c > 9% + καταβολικά συμπτώματα υπό μονοθεραπεία μετφορμίνης → βασική ινσουλίνη
Δοσολογία: Βασική: ανάλογο μακράς δράσης × 1 ή NPH × 1-2 · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΙΝΣ A10BA02Ινσουλινοθεραπεία στον ΣΔ τύπου 2
- Αδυναμία επίτευξης HbA1c ≤ 7% με μη ενέσιμη αγωγή
- HbA1c > 9% + καταβολικά συμπτώματα υπό μονοθεραπεία μετφορμίνης → βασική ινσουλίνη
Δοσολογία: Επί αποτυχίας → 2η/3η γευματική δόση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΣΔ1 A10BA02ΣΔ τύπου 1
- Απόλυτη έλλειψη ενδογενούς ινσουλίνης — αναπλήρωση
Δοσολογία: — · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΠΑΙΔ A10BA02ΣΔ σε παιδιά & εφήβους
- ΣΔτ1 (> 90% του παιδικού/εφηβικού ΣΔ) ή ΣΔτ2
Δοσολογία: 500-1000 mg × 1, τιτλοποίηση, μέγιστη 1000 mg × 2 · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΚΥΗ A10BA02ΣΔ κατά την κύηση
- ΣΔ κύησης ή προϋπάρχων ΣΔ σε εγκυμοσύνη
Δοσολογία: — · Κύηση
Απόσυρση / Deprescribing
Αντιυπεργλυκαιμικά