METFORMIN
Μετφορμίνη
Tα διγουανίδια φαινφορμίνη και μετφορμίνη έχουν διαφορετικό τρόπο δράσης από εκείνον των σουλφονυλουριών. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής αν και στερούνται της ινσουλινοτρόπου δράσης των σουλφονυλουριών έχουν, εντούτοις, ανάγκη της παρουσίας λειτουργικών β-κυττάρων των νησίδων του …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-GLYCOFREN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: Κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος
- Δόση έναρξης: 500 mg ή 850 mg
- Τιτλοποίηση: Αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει τη γαστροεντερική ανεκτικότητα. Προσαρμογή μετά από 10-15 ημέρες ανάλογα με τις μετρήσεις γλυκόζης.
-
Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR ≥90 ml/min)Δόση500 mg ή 850 mg 2 ή 3 φορές την ημέραΧορηγείται κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος. Η δόση προσαρμόζεται μετά από 10-15 ημέρες ανάλογα με τις μετρήσεις γλυκόζης. Η αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει την ανεκτικότητα.
-
Ενήλικες (μέγιστη δόση)Μέγ. δόση3 g την ημέρα σε 3 διαιρεμένες δόσεις
-
Μετάβαση από άλλο αντιδιαβητικόΔιακόπτεται το άλλο φάρμακο και ξεκινά η αγωγή με υδροχλωρική μετφορμίνη στην αναφερόμενη δόση.
-
Συνδυασμός με ινσουλίνη (Ενήλικες)ΔόσηΑρχική δόση 1 δισκίο 2-3 φορές την ημέραΗ δόση ινσουλίνης προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις γλυκόζης.
-
ΗλικιωμένοιΗ δόση προσαρμόζεται ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία. Απαιτείται τακτική εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (GFR 60-89 ml/min)Μέγ. δόση3000 mgΜείωση της δόσης μπορεί να εξετάζεται σε σχέση με την έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (GFR 45-59 ml/min)Μέγ. δόση2000 mgΟι παράγοντες που ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης πρέπει να ανασκοπούνται πριν την έναρξη.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (GFR 30-44 ml/min)Μέγ. δόση1000 mgΗ δόση έναρξης είναι το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30 ml/min)Η μετφορμίνη αντενδείκνυται.
-
Παιδιά από 10 ετών και έφηβοι (μονοθεραπεία και συνδυασμός με ινσουλίνη)Δόση500 mg η 850 mg μία φορά την ημέραΧορηγείται κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος. Η δόση προσαρμόζεται μετά από 10-15 ημέρες ανάλογα με τις μετρήσεις γλυκόζης. Η αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει την ανεκτικότητα.
-
Παιδιά από 10 ετών και έφηβοι (μέγιστη δόση)Μέγ. δόση2 g την ημέρα σε 2 ή 3 δόσεις
block
SPC-GLYCOFREN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην υδροχλωρική μετφορμίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Οποιοσδήποτε τύπος οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση)
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςGFR <30 ml/min
-
Οξείες καταστάσεις που ενδεχομένως συνοδεύονται από επηρεασμένη νεφρική λειτουργία όπως αφυδάτωση, βαρεία λοίμωξη, καταπληξία.
-
Οξεία ή χρόνια πάθηση η οποία μπορεί να προκαλέσει υποξία των ιστών όπως καρδιακή ή αναπνευστική ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καταπληξία.
-
Ηπατική ανεπάρκεια, οξεία δηλητηρίαση με οινόπνευμα, αλκοολισμός.
warning
SPC-GLYCOFREN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γαλακτική οξέωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας ή καρδιοαναπνευστική νόσο ή σηψαιμία.Σε περίπτωση αφυδάτωσης (σοβαρή διάρροια ή έμετος, πυρετός ή μειωμένη πρόσληψη υγρών), η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και συνιστάται η επικοινωνία με έναν επαγγελματία υγείας.
-
Αλληλεπίδραση με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνηΦαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορούν να επηρεάσουν έντονα τη νεφρική λειτουργία (όπως αντιυπερτασικά, διουρητικά και ΜΣΑΦ) πρέπει να αρχίζουν με προσοχή.
-
Κίνδυνος γαλακτικής οξέωσηςΟι ασθενείς ή/και οι φροντιστές πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η γαλακτική οξέωση χαρακτηρίζεται από οξειδωτική δύσπνοια, κοιλιακό πόνο, μυϊκές κράμπες, εξασθένηση και υποθερμία συνοδευόμενη από κώμα. Σε περίπτωση πιθανολογούμενων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να σταματήσει να παίρνει μετφορμίνη και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα.
-
Διαχείριση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσωνΗ μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι τουλάχιστον 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
-
Νεφρική λειτουργίαΟ GFR πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά διαστήματα στη συνέχεια. Η μετφορμίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με GFR <30 ml/min και πρέπει να διακόπτεται προσωρινά υπό την παρουσία συνθηκών που μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργία.
-
Χειρουργική επέμβασηΗ μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται κατά τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης υπό γενική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναιθησία. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της σίτισης από του στόματος και υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ διάγνωση σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 θα πρέπει να έχει επιβεβαιωθεί πριν ξεκινήσει η θεραπεία με υδροχλωρική μετφορμίνη. Καμία επίδραση της υδροχλωρικής μετφορμίνης στην ανάπτυξη και στην εφηβεία δεν έχει ανιχνευθεί κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων κλινικών μελετών διάρκειας ενός έτους αλλά δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροχρόνια στοιχεία σε αυτά τα ειδικά σημεία. Επομένως, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της επίδρασης της υδροχλωρικής μετφορμίνης σε αυτές τις παραμέτρους, σε παιδιά που λαμβάνουν θεραπεία με υδροχλωρική μετφορμίνη, ιδιαίτερα όταν αυτά βρίσκονται στην προ-εφηβική ηλικία.
-
Παιδιά ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετώνΜόνο 15 άτομα ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετών συμπεριλήφθηκαν στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε παιδιά και εφήβους. Αν και η αποτελεσματικότατα και η ασφάλεια της υδροχλωρικής μετφορμίνης σε αυτά τα παιδιά δεν διέφερε από την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια σε μεγαλύτερα παιδιά και έφηβους, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφείται σε παιδιά μεταξύ 10 και 12.
-
Άλλες προφυλάξειςΌλοι οι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν τη δίαιτά τους με τακτική κατανομή των ποσοτήτων υδατανθράκων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι παχύσαρκοι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν την δίαιτα περιορισμού ενέργειας. Οι συνηθισμένες εργαστηριακές δοκιμές για παρακολούθηση του διαβήτη πρέπει να γίνονται τακτικά. Η υδροχλωρική μετφορμίνη από μόνη της δεν προκαλεί υπογλυκαιμία, ωστόσο συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ινσουλίνη ή άλλα αντιδιαβητικά από του στόματος (π.χ. σουλφονυλουρίες ή μεγλιτινίδες).
swap_horiz
SPC-GLYCOFREN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΟινοπνευματώδηΑντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε περιπτώσεις νηστείας, υποσιτισμού ή ηπατικής δυσλειτουργίας.
-
Ιωδιωμένα σκιαγραφικά μέσαΝεφρική ανεπάρκεια, συσσώρευση μετφορμίνης, αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης.ΣύστασηΔιακοπή της μετφορμίνης πριν ή κατά τη διάρκεια της απεικόνισης. Επανέναρξη όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά, εφόσον η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και είναι σταθερή.
-
ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των επιλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης (COX) II, αναστολέων ACE, ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ και διουρητικών (ιδίως της αγκύλης)Αρνητική επίδραση στη νεφρική λειτουργία, αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη ή χρήση.
-
Γλυκοκορτικοειδή (συστηματική και τοπική οδός χορήγησης) και συμπαθομιμητικάΕγγενής υπεργλυκαιμική δραστηριότητα.ΣύστασηΠιο συχνή παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος, ιδιαίτερα κατά την έναρξη. Ρύθμιση της δόσης μετφορμίνης εάν είναι απαραίτητο.
sick
SPC-GLYCOFREN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γαλακτική οξέωση
- Μείωση απορρόφησης βιταμίνης Β12
- Διαταραχές γεύσεως
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Απώλεια της όρεξης
- Ερύθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Διαταραχές στις ηπατικές δοκιμασίες
- Ηπατίτιδα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΓαλακτική οξέωση
-
Πολύ σπάνιεςΜείωση απορρόφησης της βιταμίνης Β12 με μείωση των επιπέδων της στον ορό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές γεύσεως
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑπώλεια της όρεξηςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΕρύθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΚνησμόςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές στις ηπατικές δοκιμασίεςΉπαρ και χοληφόρα
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ και χοληφόρα
pregnant_woman
SPC-GLYCOFREN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΌταν η ασθενής προγραμματίζει να μείνει έγκυος και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, συνιστάται ο διαβήτης να μην αντιμετωπίζεται με μετφορμίνη, αλλά με ινσουλίνη έτσι ώστε να διατηρούνται τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα όσο το δυνατόν πιο κοντά στα φυσιολογικά, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος δυσπλασιών του εμβρύου.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ απόφαση για το αν θα διακοπεί ο θηλασμός θα πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού και το δυνητικό κίνδυνο για αρνητικές επιπτώσεις στο παιδί.
-
ΓονιμότηταΑσφαλές
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-GLYCOFREN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Από του στόματος λαμβανόμενα αντιδιαβητικά. Διγουανίδη, κωδικός ATC: A10BA02. ### Μηχανισμός δράσης Η υδροχλωρική μετφορμίνη είναι ένα διγουανίδιο με αντι-υπεργλυκαιμικές δράσεις, το οποίο μειώνει και τη…
biotech
SPC-GLYCOFREN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική Απορρόφηση: Ύστερα από χορήγηση δόσης υδροχλωρικής μετφορμίνης από το στόμα, μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax), επιτυγχάνεται σε περίπου 2,5 ώρες (Tmax). Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής μετφορμίνης ύστερα από χορήγηση…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GLYCOFREN
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες
- Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR ≥90 ml/min)
- Μονοθεραπεία και συνδυασμός με άλλους από του στόματος λαμβανόμενους αντιδιαβητικούς παράγοντες:
- Η συνήθης δοσολογία είναι 500 mg ή 850 mg υδροχλωρική μετφορμίνη 2 ή 3 φορές την ημέρα χορηγούμενο κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος.
- Ύστερα από 10 έως 15 ήμερες, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος. Αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει τη γαστροεντερική ανεκτικότητα.
- Η μέγιστη συνιστώμενη δόση υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι 3 g την ημέρα, χορηγόμενη σε 3 διαιρεμένες δόσεις.
- Αν πρόκειται για μετάβαση από άλλο από του στόματος λαμβανόμενο αντιδιαβητικό φάρμακο: Διακόπτεται το άλλο φάρμακο και ξεκινά η αγωγή με υδροχλωρική μετφορμίνη στη δόση που αναφέρεται παραπάνω.
- Μονοθεραπεία και συνδυασμός με άλλους από του στόματος λαμβανόμενους αντιδιαβητικούς παράγοντες:
- Συνδυασμός με ινσουλίνη:
- Η υδροχλωρική μετφορμίνη και η ινσουλίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμένη θεραπεία για να επιτύχουν καλύτερο έλεγχο της γλυκόζης του αίματος.
- Η υδροχλωρική μετφορμίνη δίδεται στη συνήθη αρχική δόση του ενός δισκίου 2-3 φορές την ημέρα, ενώ η δόση ινσουλίνης προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος.
- Ηλικιωμένα άτομα:
- Λόγω του ενδεχόμενου μειωμένης νεφρικής λειτουργίας σε ηλικιωμένους ασθενείς, η δόση υδροχλωρικής μετφορμίνης πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία. Απαιτείται τακτική εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία
Ο GFR πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας με προϊόντα που περιέχουν μετφορμίνη και τουλάχιστον ετησίως στη συνέχεια. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο περαιτέρω εξέλιξης της νεφρικής δυσλειτουργίας και στους ηλικιωμένους, η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πιο συχνά, π.χ. κάθε 3-6 μήνες.
| GFR mL/min | Συνολική μέγιστη ημερήσια δόση (να διαιρείται σε 2-3 ημερήσιες δόσεις) | Πρόσθετες παρατηρήσεις |
|---|---|---|
| 60-89 | 3000 mg | Μείωση της δόσης μπορεί να εξετάζεται σε σχέση με την έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. |
| 45-59 | 2000 mg | Οι παράγοντες που ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) πρέπει να ανασκοπούνται πριν εξεταστεί η έναρξη της μετφορμίνης. |
| 30-44 | 1000 mg | Η δόση έναρξης είναι το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης. |
| <30 | - | Η μετφορμίνη αντενδείκνυται. |
Παιδιατρικός πληθυσμός
- Μονοθεραπεία και συνδυασμός με ινσουλίνη
- Το GLYCOFREN επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο μπορεί να χορηγείται σε παιδιά από 10 ετών και εφήβους.
- Η συνηθισμένη αρχική δοσολογία είναι 500 mg η 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης μία φορά την ημέρα χορηγούμενη κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος.
- Ύστερα από 10 έως 15 ημέρες, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τις μετρήσεις της γλυκόζης του αίματος. Αργή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει τη γαστροεντερική ανεκτικότητα.
- Η μέγιστη συνιστώμενη δόση υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι 2 g την ημέρα χορηγούμενη σε 2 ή 3 δόσεις.
block
Αντενδείξεις
SPC-GLYCOFREN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην υδροχλωρική μετφορμίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Οποιοσδήποτε τύπος οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση)
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR <30 ml/min)
- Οξείες καταστάσεις που ενδεχομένως συνοδεύονται από επηρεασμένη νεφρική λειτουργία όπως:
- αφυδάτωση
- βαρεία λοίμωξη
- καταπληξία
- Οξεία ή χρόνια πάθηση η οποία μπορεί να προκαλέσει υποξία των ιστών όπως:
- καρδιακή ή αναπνευστική ανεπάρκεια
- πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
- καταπληξία.
- Ηπατική ανεπάρκεια, οξεία δηλητηρίαση με οινόπνευμα, αλκοολισμός.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GLYCOFREN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γαλακτική οξέωση: Η γαλακτική οξέωση, μια πολύ σπάνια αλλά σοβαρή μεταβολική επιπλοκή, εμφανίζεται συχνότερα σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας ή καρδιοαναπνευστική νόσο ή σηψαιμία. Συσσώρευση μετφορμίνης συμβαίνει σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και αυξάνει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Σε περίπτωση αφυδάτωσης (σοβαρή διάρροια ή έμετος, πυρετός ή μειωμένη πρόσληψη υγρών), η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και συνιστάται η επικοινωνία με έναν επαγγελματία υγείας. Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορούν να επηρεάσουν έντονα τη νεφρική λειτουργία (όπως αντιυπερτασικά, διουρητικά και ΜΣΑΦ) πρέπει να αρχίζουν με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη. Άλλοι παράγοντες κινδύνου για γαλακτική οξέωση είναι υπερβολική πρόσληψη οινοπνευματωδών, ηπατική ανεπάρκεια, ανεπαρκώς ελεγχόμενος διαβήτης, κέτωση, παρατεταμένη νηστεία και οποιεσδήποτε καταστάσεις που συνδέονται με υποξία, καθώς και η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να προκαλέσουν γαλακτική οξέωση (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η γαλακτική οξέωση χαρακτηρίζεται από οξειδωτική δύσπνοια, κοιλιακό πόνο, μυϊκές κράμπες, εξασθένηση και υποθερμία συνοδευόμενη από κώμα. Σε περίπτωση πιθανολογούμενων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να σταματήσει να παίρνει μετφορμίνη και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα. Τα διαγνωστικά εργαστηριακά ευρήματα είναι μειωμένο pH του αίματος (<7,35), αυξημένα επίπεδα γαλακτικού στο πλάσμα (>5 mmol/l) και αυξημένο χάσμα ανιόντων και αναλογία γαλακτικού/πυροσταφυλικού. Διαχείριση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσων: Η ενδοαγγειακή χορήγηση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσων μπορεί να οδηγήσει σε νεφροπάθεια επαγόμενη από σκιαγραφικό, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση μετφορμίνης και αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι τουλάχιστον 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή, βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις. Νεφρική λειτουργία: Ο GFR πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά διαστήματα στη συνέχεια, βλ. Δοσολογία. Η μετφορμίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με GFR <30 ml/min και πρέπει να διακόπτεται προσωρινά υπό την παρουσία συνθηκών που μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργία, βλ. Αντενδείξεις. Χειρουργική επέμβαση: Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται κατά τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης υπό γενική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναιθησία. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της σίτισης από του στόματος και υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή. Παιδιατρικός πληθυσμός: Η διάγνωση σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 θα πρέπει να έχει επιβεβαιωθεί πριν ξεκινήσει η θεραπεία με υδροχλωρική μετφορμίνη. Καμία επίδραση της υδροχλωρικής μετφορμίνης στην ανάπτυξη και στην εφηβεία δεν έχει ανιχνευθεί κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων κλινικών μελετών διάρκειας ενός έτους αλλά δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροχρόνια στοιχεία σε αυτά τα ειδικά σημεία. Επομένως, συνίστάται προσεκτική παρακολούθηση της επίδρασης της υδροχλωρικής μετφορμίνης σε αυτές τις παραμέτρους, σε παιδιά που λαμβάνουν θεραπεία με υδροχλωρική μετφορμίνη, ιδιαίτερα όταν αυτά βρίσκονται στην προ-εφηβική ηλικία. Παιδιά ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετών: Μόνο 15 άτομα ηλικίας μεταξύ 10 και 12 ετών συμπεριλήφθηκαν στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε παιδιά και εφήβους. Αν και η αποτελεσματικότατα και η ασφάλεια της υδροχλωρικής μετφορμίνης σε αυτά τα παιδιά δεν διέφερε από την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια σε μεγαλύτερα παιδιά και έφηβους, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφείται σε παιδιά μεταξύ 10 και 12. Άλλες προφυλάξεις:
- Όλοι οι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν τη δίαιτά τους με τακτική κατανομή των ποσοτήτων υδατανθράκων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι παχύσαρκοι ασθενείς πρέπει να συνεχίζουν την δίαιτα περιορισμού ενέργειας.
- Οι συνηθισμένες εργαστηριακές δοκιμές για παρακολούθηση του διαβήτη πρέπει να γίνονται τακτικά.
- Η υδροχλωρική μετφορμίνη από μόνη της δεν προκαλεί υπογλυκαιμία, ωστόσο συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ινσουλίνη ή άλλα αντιδιαβητικά από του στόματος (π.χ. σουλφονυλουρίες ή μεγλιτινίδες).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GLYCOFREN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται:
- Οινοπνευματώδη:
- Η αλκοολική τοξίκωση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε περιπτώσεις νηστείας, υποσιτισμού ή ηπατικής δυσλειτουργίας.
- Αποφεύγετε τη χρήση οινοπνεύματος και φαρμάκων που περιέχουν οινόπνευμα.
- Ιωδιωμένα σκιαγραφικά μέσα:
- Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι τουλάχιστον 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Η ενδοαγγειακή χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών μέσων μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια, η οποία οδηγεί σε συσσώρευση υδροχλωρικής μετφορμίνης και αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης.
Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις κατά τη χρήση:
- Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία (π.χ. ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των επιλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης (COX) II, αναστολέων ACE, ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ και διουρητικών, ιδίως διουρητικών της αγκύλης):
- Αυξάνουν τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης.
- Απαιτείται στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη ή χρήση αυτών των προϊόντων σε συνδυασμό με μετφορμίνη.
- Φαρμακευτικά προϊόντα με εγγενή υπεργλυκαιμική δραστηριότητα (π.χ. γλυκοκορτικοειδή (συστηματική και τοπική οδός χορήγησης) και συμπαθομιμητικά):
- Πιο συχνή παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος μπορεί να απαιτείται, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.
- Εάν είναι απαραίτητο, ρυθμίστε τη δόση μετφορμίνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τα αντίστοιχα φαρμακευτικά προϊόντα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GLYCOFREN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος και απώλεια της όρεξης που υποχωρούν αυτόματα τις περισσότερες περιπτώσεις. Για την αποτροπή τους συνιστάται η μετφορμίνη να λαμβάνεται σε 2 ή 3 ημερήσιες δόσεις και οι δόσεις να αυξάνονται σταδιακά.
[Συχνότητα σύμφωνα με τη συνθήκη MedDRA]
- Πολύ συχνές (1/10)
- Συχνές (1/100, <1/10)
- Όχι συχνές (1/1.000, <1/100)
- Σπάνιες (1/10.000, <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
- Πολύ σπάνιες: Γαλακτική οξέωση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Μείωση απορρόφησης της βιταμίνης Β12 με μείωση των επιπέδων της στον ορό σε ασθενείς υπό μακροχρόνια θεραπεία με υδροχλωρική μετφορμίνη. Συνιστάται να λαμβάνεται υπόψη αυτή η αιτιολογία όταν ο ασθενής εμφανίζει μεγαλοβλαστική αναιμία.
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
- Συχνές: Διαταραχές γεύσεως.
- Διαταραχές του γαστρεντερικού:
- Πολύ συχνές: Γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακός άλγος και απώλεια της όρεξης. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες συμβαίνουν τις περισσότερες φορές κατά την έναρξη της θεραπείας και εξαφανίζονται αυτόματα τις περισσότερες περιπτώσεις. Για να αποτραπούν αυτά τα γαστροεντερικά συμπτώματα, συνιστάται να λαμβάνεται η υδροχλωρική μετφορμίνη σε 2 ή 3 δόσεις την ημέρα κατά την διάρκεια του γεύματος ή μετά το γεύμα. Σταδιακή αύξηση της δόσης μπορεί να βελτιώσει επίσης τη γαστρεντερική ανεκτικότητα.
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
- Πολύ σπάνιες: Δερματικές αντιδράσεις όπως ερύθημα, κνησμός, κνίδωση.
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:
- Πολύ σπάνιες: Μεμονωμένα περιστατικά για διαταραχές στις ηπατικές δοκιμασίες ή ηπατίτιδα που αποδράμουν με τη διακοπή της υδροχλωρικής μετφορμίνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε δημοσιευμένα και μετά την κυκλοφορία προϊόντων μετφορμίνης δεδομένα καθώς και σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε περιορισμένο πληθυσμό παιδιών ηλικίας 10 - 16 ετών που λάμβαναν θεραπεία για 1 χρόνο, η αναφορά των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια σε φύση και σε σοβαρότητα με αυτή που έχει παρατηρηθεί σε ενήλικες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες απευθείας στον Εθνικό Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GLYCOFREN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Μη ελεγχόμενος διαβήτης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (παροδικός ή μόνιμος) σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών και περιγεννητικής θνησιμότητας. Ένας περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση της υδροχλωρικής μετφορμίνης σε έγκυες γυναίκες δεν δείχνουν αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην εμβρυϊκή ανάπτυξη, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Όταν η ασθενής προγραμματίζει να μείνει έγκυος και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, συνιστάται ο διαβήτης να μην αντιμετωπίζεται με μετφορμίνη, αλλά με ινσουλίνη έτσι ώστε να διατηρούνται τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα όσο το δυνατόν πιο κοντά στα φυσιολογικά, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος δυσπλασιών του εμβρύου.
Θηλασμός
Η μετφορμίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε θηλάζοντα νεογνά / βρέφη. Ωστόσο, δεδομένου ότι μόνο περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα, ο θηλασμός δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με υδροχλωρική μετφορμίνη. Η απόφαση για το αν θα διακοπεί ο θηλασμός θα πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού και το δυνητικό κίνδυνο για αρνητικές επιπτώσεις στο παιδί.
Γονιμότητα
Γονιμότητα των αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων ήταν ανεπηρέαστη από τη μετφορμίνη, όταν χορηγείται σε δόσεις τόσο υψηλές όσο 600 mg / kg / ημέρα, που είναι περίπου τρεις φορές η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση με βάση τις συγκρίσεις επιφάνειας σώματος.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GLYCOFREN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Από του στόματος λαμβανόμενα αντιδιαβητικά. Διγουανίδη, κωδικός ATC: A10BA02.
Μηχανισμός δράσης
Η υδροχλωρική μετφορμίνη είναι ένα διγουανίδιο με αντι-υπεργλυκαιμικές δράσεις, το οποίο μειώνει και τη βασική και τη μεταγευματική γλυκόζη του πλάσματος. Δεν διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και κατά συνέπεια δεν δημιουργεί υπογλυκαιμία, όταν χορηγείται ως μονοθεραπεία.
Η υδροχλωρική μετφορμίνη είναι δυνατόν να ενεργεί μέσω 3 μηχανισμών: (1) στο ήπαρ, μειώνοντας την παραγωγή ηπατικής γλυκόζης αναστέλλοντας τη γλυκονεογένεση και τη γλυκογονόλυση. (2) στους μυς, αυξάνοντας την ευαισθησία στην ινσουλίνη, βελτιώνοντας την περιφερική λήψη και χρήση γλυκόζης. (3) και καθυστερώντας την απορρόφηση της γλυκόζης από το έντερο.
Η υδροχλωρική μετφορμίνη διεγείρει την ενδοκυτταρική σύνθεση του γλυκογόνου ενεργώντας επί της συνθετάσης γλυκογόνου.
Η υδροχλωρική μετφορμίνη αυξάνει την ικανότητα μεταφοράς όλων των μέχρι σήμερα γνωστών τύπων μεμβρανικών μεταφορέων γλυκόζης (GLUTs).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Στους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τη δράση της στη γλυκαιμία, η υδροχλωρική μετφορμίνη έχει ευνοϊκή επίδραση και στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Αυτό έχει αποδειχθεί σε θεραπευτικές δόσεις σε ελεγχόμενες, μεσοπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες κλινικές μελέτες: η υδροχλωρική μετφορμίνη μειώνει την ολική χοληστερόλη, τη LDL χοληστερόλη και τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων.
Σε κλινικές μελέτες, η χρήση της μετφορμίνης συσχετίστηκε με είτε ένα σταθερό σωματικό βάρος ή μέτρια απώλεια βάρους.
Κλινική αποτελεσματικότητα:
Η ανιχνευτική τυχαιοποιημένη μελέτη (UKPDS) έχει αποδείξει το μακροπρόθεσμο όφελος του εντατικού ελέγχου της γλυκόζης του αίματος σε ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.
Η ανάλυση των αποτελεσμάτων σε παχύσαρκους ασθενείς που θεραπεύθηκαν με υδροχλωρική μετφορμίνη ύστερα από αποτυχία με δίαιτα μόνο, έχει δείξει:
- σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου οποιασδήποτε επιπλοκής που έχει σχέση με το διαβήτη στην ομάδα υδροχλωρικής μετφορμίνης (29,8 συμβάντα/1000 ασθενείς-χρόνο) έναντι δίαιτας μόνο (43,3 συμβάντα/1000 ασθενείς-χρόνο), p=0.0023, και έναντι ομάδας συνδυασμένης σουλφονυλουρίας και της ομάδας μονοθεραπείας με ινσουλίνη (40,1 συμβάντα/1000 ασθενείς-χρόνο), p=0.0034.
- σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου θνησιμότητας που έχει σχέση με το διαβήτη: υδροχλωρική μετφορμίνη 7,5 συμβάντα/1000 ασθενείς-χρόνο, δίαιτα μόνο12,7 συμβάντα/1000 ασθενείς-χρόνο, p=0.017
- σημαντική μείωση του απόλυτου κινδύνου γενικής θνησιμότητας: υδροχλωρική μετφορμίνη 13,5 συμβάντα/1000 ασθενείς-χρόνο έναντι δίαιτας μόνο 20,6 συμβάντα/1000 ασθενείς-χρόνο (p=0.011), και έναντι των ομάδων συνδυασμένης σουλφονυλουρίας και μονοθεραπείας με ινσουλίνη 18,9 συμβάντα/1000 ασθενείς- χρόνο (p=0.021)
- σημαντική μείωση του απολύτου κινδύνου εμφράγματος του μυοκαρδίου: υδροχλωρική μετφορμίνη 11 συμβάντα/1000 ασθενείς-χρόνο, δίαιτα μόνο 18 συμβάντα/1000 ασθενείς- χρόνο (p=0.01).
Το ανωτέρω αναφερόμενο όφελος σχετικά με το κλινικό αποτέλεσμα δεν έχει επαληθευθεί όταν η υδροχλωρική μετφορμίνη χρησιμοποιείται σαν δευτερεύουσα θεραπεία σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία.
Στο διαβήτη τύπου 1, ο συνδυασμός υδροχλωρικής μετφορμίνης και ινσουλίνης έχει χρησιμοποιηθεί σε επιλεγμένους ασθενείς, αλλά το ανωτέρω αναφερόμενο κλινικό όφελος αυτού του συνδυασμού δεν έχει επίσημα επαληθευθεί.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε περιορισμένο πληθυσμό παιδιών ηλικίας 10-16 ετών που λάμβαναν θεραπεία για 1 χρόνο έδειξαν μία παρόμοια απόκριση στην γλυκαιμική ρύθμιση με αυτή που έχει παρατηρηθεί σε ενήλικες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GLYCOFREN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση: Ύστερα από χορήγηση δόσης υδροχλωρικής μετφορμίνης από το στόμα, μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax), επιτυγχάνεται σε περίπου 2,5 ώρες (Tmax). Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής μετφορμίνης ύστερα από χορήγηση δισκίων των 500 mg ή 850 mg είναι περίπου 50-60% στα υγιή άτομα. Ύστερα από χορήγηση δόσης από το στόμα, το μη απορροφημένο κλάσμα που ανακτάται στα κόπρανα είναι 20-30%. Ύστερα από χορήγηση δόσης από το στόμα, η απορρόφηση υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι κορεσμένη και ατελής. Θεωρείται ότι η φαρμακοκινητική της απορρόφησης υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι μη γραμμική. Στις συνιστώμενες δόσεις υδροχλωρικής μετφορμίνης και τα συνήθη προγράμματα δοσολογίας, οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 24 - 48 ωρών και γενικά είναι μικρότερες από 1 μg/mL. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, τα μέγιστα επίπεδα υδροχλωρικής μετφορμίνης στο πλάσμα (Cmax) δεν υπερέβησαν τα 54 mcg/ml, ακόμα και σε μέγιστες δόσεις. Η τροφή μειώνει το βαθμό και καθυστερεί ελαφρώς την απορρόφηση της υδροχλωρικής μετφορμίνης. Ύστερα από χορήγηση δόσης 850 mg, παρατηρήθηκε μείωση κατά 40% της μέγιστης τιμής συγκέντρωσης στο πλάσμα, μείωση κατά 25% στην AUC (περιοχή κάτω από την καμπύλη) και 35 λεπτών παράταση του χρόνου για τη μέγιστη τιμή συγκέντρωσης στο πλάσμα. Η κλινική σχέση αυτών των αποτελεσμάτων είναι άγνωστη.
Κατανομή: Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες στο πλάσμα είναι αμελητέα. Η υδροχλωρική μετφορμίνη καταμερίζεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Η μέγιστη τιμή στο άιμα είναι μικρότερη από τη μέγιστη τιμή στο πλάσμα και εμφανίζεται περίπου την ίδια στιγμή. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια πιθανότατα αποτελούν δευτερογενή χώρο κατανομής. Ο μέσος όγκος κατανομής (Vd) κυμαίνεται μεταξύ 63-276 L.
Βιομετατροπή: Η υδροχλωρική μετφορμίνη απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Κανένας μεταβολίτης δεν έχει ταυτοποιηθεί στον άνθρωπο.
Αποβολή: Η κάθαρση της υδροχλωρικής μετφορμίνης από τους νεφρούς είναι > 400 ml/min, δείχνοντας ότι η υδροχλωρική μετφορμίνη αποβάλλεται με σπειραματική διήθηση και σωληνοειδή απέκκριση. Ύστερα από χορήγηση δόσης από το στόμα, ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι περίπου 6,5 ώρες. Σε περίπτωση διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας η νεφρική κάθαρση μειώνεται αναλογικά με την κάθαρση της κρεατινίνης και έτσι ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής παρατείνεται, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα υδροχλωρικής μετφορμίνης στο πλάσμα.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
- Μελέτη εφάπαξ δόσης: Μετά από εφάπαξ δόση υδροχλωρικής μετφορμίνης 500 mg, το φαρμακοκινητικό προφίλ της υδροχλωρικής μετφορμίνης στα παιδιά ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρείται σε υγιείς ενήλικες.
- Μελέτη πολλαπλών δόσεων: Τα στοιχεία περιορίζονται σε μόνο μία μελέτη. Μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις μετφορμίνης 500 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες σε παιδιά ασθενείς η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) και η συστηματική έκθεση (AUC0-t) μειώθηκαν περίπου κατά 33% και 40% αντίστοιχα, σε σύγκριση με διαβητικούς ενήλικες που λάμβαναν επαναλαμβανόμενες δόσεις μετφορμίνης 500 mg δύο φορές ημερησίως για 14 ημέρες. Καθώς η δόση για κάθε ασθενή ρυθμίζεται με βάση τη γλυκαιμική ρύθμιση, το γεγονός αυτό είναι περιορισμένης κλινικής σημασίας.
ΕΟΦ · 6.1.2.2
Διγουανίδια
expand_more
Διγουανίδια
Tα διγουανίδια φαινφορμίνη και μετφορμίνη έχουν διαφορετικό τρόπο δράσης από εκείνον των σουλφονυλουριών. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής αν και στερούνται της ινσουλινοτρόπου δράσης των σουλφονυλουριών έχουν, εντούτοις, ανάγκη της παρουσίας λειτουργικών β-κυττάρων των νησίδων του παγκρέατος για να ασκήσουν τη δράση τους. Aπό πλευράς υπογλυκαιμικής ικανότητας, τα διγουανίδια πρέπει να θεωρούνται μάλλον “ευγλυκαιμικοί” παράγοντες, παρά υπογλυκαιμικά φάρμακα.
Ως τρόποι ενέργειας των διγουανιδίων θεωρούνται:
α) H προαγωγή της αναερόβιας γλυκόλυσης στους περιφερικούς ιστούς, με αποτέλεσμα την αυξημένη πρόσληψη γλυκόζης από το αίμα.
β) H αναστολή της ηπατικής νεογλυκογένεσης.
γ) H ελάττωση της εντερικής απορρόφησης της γλυκόζης.
δ) H προαγωγή της δέσμευσης της ινσουλίνης από τους υποδοχείς της στους περιφερικούς ιστούς-στόχους.
H χρήση της φαινφορμίνης έχει απαγορευθεί σε πολλές χώρες εξαιτίας του κινδύνου της γαλακτικής οξέωσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική, ηπατική ή καρδιακή ανεπάρκεια και γενικά σε καταστάσεις που συνοδεύονται από ιστική υποξία. H εμφάνιση γαλακτικής οξέωσης ευνοείται σε άτομα άνω των 65 ετών, σε αλκοολικούς και σε δόση άνω των 100 mg/24ωρο. Eντούτοις, γαλακτική οξέωση μπορεί να εμφανισθεί και χωρίς την παρουσία προδιαθεσικών παραγόντων. O δείκτης θνησιμότητας στις περιπτώσεις αυτές πλησιάζει το 50%. Aν και η μετφορμίνη θεωρείται ότι προκαλεί σε μικρότερο ποσοστό γαλακτική οξέωση, εντούτοις θα πρέπει να τονισθεί και η μέχρι σήμερα σχετικά περιορισμένη χρήση της σε σχέση με εκείνη της φαινφορμίνης.
Yποψήφιοι για χορήγηση διγουανιδίων θα πρέπει να θεωρούνται διαβητικοί, στους οποίους έχει αποτύχει η σωστή θεραπευτική αγωγή (δίαιτα ή δίαιτα και σουλφονυλουρίες), που αρνούνται τη χορήγηση ινσουλίνης ή, τέλος, που για οποιονδήποτε λόγο η τελευταία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί (πνευματική ή σωματική μειονεκτικότητα, επαγγελματικοί λόγοι κλπ.). Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και να σταθμίζονται προσεκτικά και οι λοιποί αποτρεπτικοί της χορήγησης του φαρμάκου παράγοντες που περιγράφονται στη συνέχεια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Γενικές επιδράσεις Η ινσουλίνη είναι μια σημαντική ορμόνη που ρυθμίζει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Ο διαβήτης τύπου ΙΙ χαρακτηρίζεται από μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα όταν το πάγκρεας δεν μπορεί πλέον να αντισταθμίσει. Σε ασθενείς με διάγνωση διαβήτη τύπου 2, η ινσουλίνη αδυνατεί να ασκήσει επαρκή δράση στους ιστούς και τα κύτταρα (δηλ. αντίσταση στην ινσουλίνη) και μπορεί επίσης να υπάρχει έλλειψη ινσουλίνης. Η μετφορμίνη μειώνει την ηπατική παραγωγή γλυκόζης, μειώνει την εντερική απορρόφηση γλυκόζης και ενισχύει την ευαισθησία στην ινσουλίνη αυξάνοντας την περιφερική πρόσληψη και χρησιμοποίηση γλυκόζης. Σε αντίθεση με τα φάρμακα της κατηγορίας των σουλφονυλουριών, τα οποία οδηγούν σε υπερινσουλιναιμία, η έκκριση ινσουλίνης παραμένει αμετάβλητη με τη χρήση μετφορμίνης.
Επίδραση στα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας (FPG) και στην γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) Η HbA1c είναι ένα σημαντικό περιοδικό μέτρο γλυκαιμικού ελέγχου που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση διαβητικών ασθενών. Η γλυκόζη πλάσματος νηστείας είναι επίσης ένα χρήσιμο και σημαντικό μέτρο γλυκαιμικού ελέγχου. Σε κλινική δοκιμή 29 εβδομάδων σε ασθενείς με διάγνωση διαβήτη τύπου II, η μετφορμίνη μείωσε τα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας κατά μέσο όρο 59 mg/dL από την αρχική τιμή, σε σύγκριση με μέση αύξηση 6.3 mg/dL από την αρχική τιμή σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) μειώθηκε κατά περίπου 1.4% σε ασθενείς που έλαβαν μετφορμίνη και αυξήθηκε κατά 0.4% σε ασθενείς που έλαβαν μόνο εικονικό φάρμακο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Οι μηχανισμοί δράσης της μετφορμίνης είναι μοναδικοί σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες από του στόματος αντιυπεργλυκαιμικών φαρμάκων. Η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα μειώνοντας την ηπατική παραγωγή γλυκόζης (ονομάζεται επίσης γλυκονεογένεση), μειώνοντας την εντερική απορρόφηση γλυκόζης και αυξάνοντας την ευαισθησία στην ινσουλίνη μέσω της αύξησης της περιφερικής πρόσληψης και χρησιμοποίησης γλυκόζης. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η μετφορμίνη αναστέλλει τη δραστηριότητα του μιτοχονδριακού συμπλέγματος Ι, και από τότε έχει γενικά διατυπωθεί η υπόθεση ότι οι ισχυρές αντιδιαβητικές της επιδράσεις οφείλονται σε αυτόν τον μηχανισμό. Οι παραπάνω διαδικασίες οδηγούν σε μείωση της γλυκόζης στο αίμα, διαχειριζόμενες τον διαβήτη τύπου ΙΙ και ασκώντας θετικές επιδράσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο.
Μετά την κατάποση, ο οργανικός μεταφορέας κατιόντων-1 (OCT1) είναι υπεύθυνος για την πρόσληψη της μετφορμίνης από τα ηπατοκύτταρα (ηπατικά κύτταρα). Καθώς αυτό το φάρμακο είναι θετικά φορτισμένο, συσσωρεύεται στα κύτταρα και στα μιτοχόνδρια λόγω των δυναμικών της μεμβράνης κατά μήκος της κυτταρικής μεμβράνης, καθώς και της εσωτερικής μιτοχονδριακής μεμβράνης. Η μετφορμίνη αναστέλλει το μιτοχονδριακό σύμπλεγμα Ι, εμποδίζοντας την παραγωγή μιτοχονδριακής ATP, οδηγώντας σε αυξημένες αναλογίες ADP:ATP και AMP:ATP στον κυτταρόπλασμα. Αυτές οι αλλαγές ενεργοποιούν την AMP-ενεργοποιούμενη πρωτεϊνική κινάση (AMPK), ένα ένζυμο που παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού της γλυκόζης. Εκτός από αυτόν τον μηχανισμό, η AMPK μπορεί να ενεργοποιηθεί από έναν λυσοσωμικό μηχανισμό που περιλαμβάνει άλλους ενεργοποιητές.
Ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία, οι αυξήσεις στην αναλογία AMP:ATP αναστέλλουν επίσης το ένζυμο φρουκτόζη-1,6-διφωσφατάση, οδηγώντας στην αναστολή της γλυκονεογένεσης, ενώ ταυτόχρονα αναστέλλουν την αδενυλική κυκλάση και μειώνουν την παραγωγή κυκλικής αδενοσινο μονοφωσφορικής (cAMP), ενός παραγώγου της ATP που χρησιμοποιείται για σηματοδότηση κυττάρων. Η ενεργοποιημένη AMPK φωσφορυλιώνει δύο ισομορφές του ενζύμου ακετυλο-CoA καρβοξυλάσης, αναστέλλοντας έτσι τη σύνθεση λίπους και οδηγώντας σε οξείδωση λίπους, μειώνοντας τα ηπατικά λιπώδη αποθέματα και αυξάνοντας την ευαισθησία του ήπατος στην ινσουλίνη.
Στο έντερο, η μετφορμίνη αυξάνει τον αναερόβιο μεταβολισμό της γλυκόζης στα εντεροκύτταρα (εντερικά κύτταρα), οδηγώντας σε μειωμένη καθαρή πρόσληψη γλυκόζης και αυξημένη παροχή γαλακτικού στο ήπαρ. Πρόσφατες μελέτες έχουν επίσης εμπλέξει το έντερο ως πρωταρχική θέση δράσης της μετφορμίνης και προτείνουν ότι το ήπαρ μπορεί να μην είναι τόσο σημαντικό για τη δράση της μετφορμίνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους η μετφορμίνη μπορεί να παίξει ρόλο στο έντερο είναι η προώθηση του μεταβολισμού της γλυκόζης αυξάνοντας την ινκρετίνη (GLP-1) καθώς και η αύξηση της εντερικής χρησιμοποίησης της γλυκόζης.
Εκτός από την παραπάνω οδό, ο μηχανισμός δράσης της μετφορμίνης μπορεί να εξηγηθεί με άλλους τρόπους, και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της μελετάται εκτενώς τα τελευταία χρόνια.
Η μετφορμίνη χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία της υπεργλυκαιμίας. Ωστόσο, η θεραπεία με μετφορμίνη μπορεί να προκαλέσει ενδοηπατική χολόσταση και ηπατική βλάβη σε λίγους ασθενείς με διαβήτη τύπου II μέσω ενός άγνωστου μηχανισμού. Εδώ δείχνουμε ότι η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα της πρωτεΐνης SIRT1 σε πρωτογενή ηπατοκύτταρα και στο ήπαρ. Τόσο οι ποντικοί C57 άγριου τύπου που έλαβαν μετφορμίνη όσο και οι ποντικοί με ηπατική μετάλλαξη SIRT1 είχαν αυξημένα ηπατικά και ορού επιπέδα χολικών οξέων. Ωστόσο, η μετφορμίνη απέτυχε να αλλάξει τα συστηματικά επίπεδα χολικών οξέων σε ποντικούς με ηπατική μετάλλαξη SIRT1. Μοριακή μελέτη μηχανισμού υποδεικνύει ότι το SIRT1 αλληλεπιδρά άμεσα και αφωσφορυλιώνει το Foxa2 για να αναστείλει τη μεταγραφική του δραστηριότητα στην έκφραση γονιδίων που εμπλέκονται στη σύνθεση και μεταφορά χολικών οξέων. Η ηπατική μετάλλαξη SIRT1 αυξάνει τα επίπεδα ακετυλίωσης του Foxa2, η οποία προάγει τη σύνδεση του Foxa2 με γονίδια που εμπλέκονται στο μεταβολισμό των χολικών οξέων και την ενεργοποίησή τους, βλάπτοντας την ηπατική και συστηματική ομοιόσταση των χολικών οξέων. Τα δεδομένα μας υποδηλώνουν σαφώς ότι το ηπατικό SIRT1 μεσολαβεί τις επιδράσεις της μετφορμίνης στο συστηματικό μεταβολισμό των χολικών οξέων και η διαμόρφωση της δραστηριότητας του SIRT1 στο ήπαρ μπορεί να είναι μια ελκυστική προσέγγιση για τη θεραπεία ασθενειών που σχετίζονται με τα χολικά οξέα, όπως η χολόσταση.
Η μετφορμίνη είναι αντιυπεργλυκαιμική, όχι υπογλυκαιμική. Δεν προκαλεί απελευθέρωση ινσουλίνης από το πάγκρεας και δεν προκαλεί υπογλυκαιμία, ακόμη και σε μεγάλες δόσεις. Η μετφορμίνη δεν έχει σημαντικές επιδράσεις στην έκκριση γλυκαγόνης, κορτιζόλης, αυξητικής ορμόνης ή σωματοστατίνης. Η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης κυρίως μειώνοντας την ηπατική παραγωγή γλυκόζης και αυξάνοντας τη δράση της ινσουλίνης στον μυ και στον λιπώδη ιστό. … Μπορεί να μειώσει τη γλυκόζη πλάσματος μειώνοντας την απορρόφηση της γλυκόζης από το έντερο. /Άλας δεν προσδιορίστηκε/
Η μετφορμίνη ενισχύει την επίδραση της ινσουλίνης μέσω μη πλήρως κατανοητών μηχανισμών. Η μετφορμίνη δεν διεγείρει τα παγκρεατικά β-κύτταρα να αυξήσουν την έκκριση ινσουλίνης· η έκκριση ινσουλίνης πρέπει να υπάρχει για να λειτουργήσει σωστά η μετφορμίνη. Υποτίθεται ότι η μετφορμίνη μειώνει την ηπατική παραγωγή γλυκόζης και βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη αυξάνοντας την περιφερική πρόσληψη και χρησιμοποίηση γλυκόζης. /Άλας δεν προσδιορίστηκε/
Τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 (T2DM) έχουν μειωμένη οστική πυκνότητα και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων λόγω αλλοιωμένης διαφοροποίησης των μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων (MSC) στον μυελό των οστών. Αυτό οδηγεί σε μετατόπιση της ισορροπίας της διαφοροποίησης μακριά από το σχηματισμό οστού (οστεογένεση) προς την ανάπτυξη λιποκυττάρων (αδιπογένεση). Το ευρέως χρησιμοποιούμενο αντιδιαβητικό φάρμακο, η μετφορμίνη, ενεργοποιεί τον οστεογονικό μεταγραφικό παράγοντα Runt-related transcription factor 2 (Runx2), ο οποίος μπορεί να καταστείλει την αδιπογένεση, οδηγώντας σε βελτίωση της υγείας των οστών. Εδώ διερευνούμε την εμπλοκή του μεταβολικού ενζύμου, AMP-activated protein kinase (AMPK), σε αυτές τις προστατευτικές δράσεις της μετφορμίνης. Οι αντι-αδιπογονικές δράσεις της μετφορμίνης παρατηρήθηκαν σε πολυπληθείς MSC C3H10T1/2, στις οποίες η μετφορμίνη άσκησε αμοιβαίο έλεγχο πάνω στις δραστηριότητες του Runx2 και του αδιπογονικού μεταγραφικού παράγοντα, PPARγ, οδηγώντας στην καταστολή της αδιπογένεσης. Αυτές οι επιδράσεις φάνηκαν να είναι ανεξάρτητες από την ενεργοποίηση της AMPK, αλλά μάλλον μέσω της καταστολής της οδού σηματοδότησης mTOR/p70S6K. Η βασική δραστηριότητα AMPK και mTOR/p70S6K φάνηκε να είναι απαραίτητη για την αδιπογένεση, όπως αποδείχθηκε από τη χρήση του αναστολέα AMPK, ένωση C. Αυτή η παρατήρηση υποστηρίχθηκε περαιτέρω χρησιμοποιώντας κύτταρα εμβρύων ποντικού με έλλειψη AMPK (MEFs), όπου η αδιπογένεση, όπως αξιολογήθηκε από τη μειωμένη συσσώρευση λίπους και την έκφραση του αδιπογονικού μεταγραφικού παράγοντα, C/EBPβ, φάνηκε να απαιτεί απόλυτα την AMPK. Η περαιτέρω ενεργοποίηση της AMPK σε MEFs άγριου τύπου, είτε με μετφορμίνη είτε με τον ειδικό ενεργοποιητή AMPK, A769662, συνδέθηκε επίσης με την καταστολή της αδιπογένεσης. Φαίνεται, επομένως, ότι η βασική δραστηριότητα της AMPK απαιτείται για την αδιπογένεση και ότι η μετφορμίνη μπορεί να αναστείλει την αδιπογένεση μέσω AMPK-εξαρτώμενων ή ανεξάρτητων μηχανισμών, ανάλογα με το κυτταρικό πλαίσιο.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση
Απορρόφηση απλού δισκίου Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ενός δισκίου μετφορμίνης 500 mg που χορηγήθηκε σε κατάσταση νηστείας είναι περίπου 50%-60%. Μελέτες με εφάπαξ δόση που χρησιμοποίησαν από του στόματος δόσεις μετφορμίνης 500 έως 1500 mg και 850 έως 2550 mg δείχνουν έλλειψη αναλογικότητας της δόσης με αύξηση της δόσης μετφορμίνης, η οποία αποδίδεται στη μειωμένη απορρόφηση παρά σε αλλαγές στην απέκκριση.
Συνήθεις κλινικές δόσεις και σχήματα δοσολογίας μετφορμίνης, οι σταθερές συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 24-48 ωρών και συνήθως μετρώνται <1 μg/mL.
Απορρόφηση δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης, η Cmax επιτυγχάνεται με διάμεση τιμή 7 ωρών και εύρος μεταξύ 4 και 8 ωρών. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι περίπου 20% χαμηλότερες σε σύγκριση με την ίδια δόση απλής μετφορμίνης, ωστόσο, η έκταση της απορρόφησης και των δύο μορφών (όπως μετράται από την περιοχή κάτω από την καμπύλη - AUC), είναι παρόμοιες.
Επίδραση τροφής Η τροφή μειώνει την απορρόφηση της μετφορμίνης, όπως αποδεικνύεται από περίπου 40% χαμηλότερη μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax), 25% χαμηλότερη περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης έναντι χρόνου στο πλάσμα (AUC), και 35 λεπτά αύξηση στον χρόνο για τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Tmax) μετά την κατάποση δισκίου μετφορμίνης 850 mg με τροφή, σε σύγκριση με την ίδια δόση που χορηγήθηκε κατά τη νηστεία.
Παρόλο που η έκταση της απορρόφησης της μετφορμίνης (μετρούμενη από την περιοχή κάτω από την καμπύλη - AUC) από το δισκίο μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης αυξάνεται κατά περίπου 50% όταν χορηγείται με τροφή, δεν παρατηρείται καμία επίδραση τροφής στην Cmax και Tmax της μετφορμίνης. Τα γεύματα υψηλής και χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά ασκούν παρόμοιες επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Κατανομή & Απέκκριση
Αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται ουσιαστικά από τους νεφρούς. Η νεφρική κάθαρση της μετφορμίνης είναι περίπου 3,5 φορές υψηλότερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, γεγονός που δείχνει ότι η νεφρική σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης. Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 90% της απορροφούμενης μετφορμίνης απεκκρίνεται από τους νεφρούς εντός των πρώτων 24 ωρών μετά την κατάποση.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής (V/F) της μετφορμίνης μετά από μία από του στόματος δόση μετφορμίνης 850 mg ήταν κατά μέσο όρο 654 ± 358 L.
Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 3,5 φορές μεγαλύτερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, υποδεικνύοντας ότι η σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης. Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 90% του απορροφούμενου φαρμάκου απεκκρίνεται μέσω της νεφρικής οδού εντός των πρώτων 24 ωρών.
Η μετφορμίνη απορροφάται αργά και ατελώς από το γαστρεντερικό σωλήνα, κυρίως από το λεπτό έντερο· η απορρόφηση ολοκληρώνεται εντός 6 ωρών. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου σε κατάσταση νηστείας αναφέρεται περίπου στο 50-60% με δόσεις υδροχλωρικής μετφορμίνης 0,5-1,5 g· η δέσμευση του φαρμάκου στο τοίχωμα του εντέρου μπορεί να εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ της ποσότητας του φαρμάκου που απορροφήθηκε (όπως προσδιορίζεται από την απέκκριση του αμετάβλητου φαρμάκου στα ούρα και τα κόπρανα) και της ποσότητας που είναι βιοδιαθέσιμη σε ορισμένες μελέτες. Σε μελέτες εφάπαξ δόσης με συμβατικά δισκία υδροχλωρικής μετφορμίνης δόσεων 0,5-1,5 g ή 0,85-2,55 g, οι συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα δεν αυξήθηκαν ανάλογα με την αύξηση των δόσεων, υποδεικνύοντας μια ενεργή διαδικασία κορεσμένης απορρόφησης. Ομοίως, σε μελέτες εφάπαξ δόσης με σκεύασμα δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης (Glumetza) σε δόσεις 0,5-2,5 g, οι συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα δεν αυξήθηκαν ανάλογα με την αύξηση των δόσεων. Σε σταθερή κατάσταση μετά τη χορήγηση σκευάσματος δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης (Glucophage XR), η AUC και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα δεν ήταν ανάλογες της δόσης εντός του εύρους 0,5-2 g. Ωστόσο, περιορισμένα δεδομένα από μελέτες σε ζώα και σε καλλιέργειες ανθρώπινων εντερικών κυττάρων υποδηλώνουν ότι η διαμεμβρανική μεταφορά της μετφορμίνης στο έντερο μπορεί να συμβαίνει μέσω ενός παθητικού, μη κορεσμένου μηχανισμού, πιθανώς μέσω παρακυτταρικής οδού. Σε αρκετές μελέτες με άλλο σκεύασμα δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης (Fortamet) χρησιμοποιώντας δόσεις 1-2,5 g, η έκθεση στη μετφορμίνη ήταν ανάλογη της δόσης.
Μετά τη χορήγηση από του στόματος υδροχλωρικής μετφορμίνης (0,5-1,5 g) ως συμβατικά δισκία σε υγιή άτομα ή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται τριφασικά. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων υδροχλωρικής μετφορμίνης (500 mg δύο φορές ημερησίως για 7-14 ημέρες) ως συμβατικά δισκία σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με διαβήτη τύπου 2, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρέμειναν αμετάβλητες, αλλά οι ελάχιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου ήταν υψηλότερες από ό,τι στη χορήγηση εφάπαξ δόσης, υποδεικνύοντας κάποια συσσώρευση του φαρμάκου σε ένα περιφερικό διαμέρισμα. Δεν φαίνεται να παρατηρείται συσσώρευση μετφορμίνης μετά από επαναλαμβανόμενες από του στόματος δόσεις του φαρμάκου ως δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης. Ο κύριος χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης στο πλάσμα της μετφορμίνης ανέρχεται κατά μέσο όρο σε περίπου 6,2 ώρες· το 90% του φαρμάκου απομακρύνεται εντός 24 ωρών σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μείωση των συγκεντρώσεων μετφορμίνης στο πλάσμα είναι βραδύτερη μετά από από του στόματος από ό,τι μετά από ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου, υποδεικνύοντας ότι η ταχύτητα απέκκρισης περιορίζεται από την απορρόφηση.
Τα δεδομένα απέκκρισης στα ούρα και δεδομένα από ολόκληρο το αίμα υποδεικνύουν βραδύτερο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής απέκκρισης 8-20 ωρών (π.χ., 17,6 ώρες)1 υποδεικνύοντας ότι η ερυθροκυτταρική μάζα μπορεί να είναι ένα διαμέρισμα κατανομής.
Η μετφορμίνη κατανέμεται γρήγορα σε ζώα και ανθρώπους σε περιφερικούς ιστούς και υγρά του σώματος, ιδιαίτερα στο γαστρεντερικό σωλήνα· το φάρμακο φαίνεται επίσης να κατανέμεται αργά στα ερυθροκύτταρα και σε ένα βαθύ διαμέρισμα ιστών (πιθανώς γαστρεντερικούς ιστούς). Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις φαρμάκου στους ιστούς (τουλάχιστον 10 φορές η συγκέντρωση στο πλάσμα) παρατηρούνται στο γαστρεντερικό σωλήνα (π.χ., οισοφάγος, στομάχι, δωδεκαδάκτυλο, νήστιδα, ειλεός), με χαμηλότερες συγκεντρώσεις (δύο φορές η συγκέντρωση στο πλάσμα) να παρατηρούνται στον νεφρό, στο ήπαρ και στον ιστό των σιελογόνων αδένων. Το φάρμακο κατανέμεται στους σιελογόνους αδένες με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 9 ωρών. Οι συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο σάλιο είναι δέκα φορές χαμηλότερες από αυτές στο πλάσμα και μπορεί να είναι υπεύθυνες για τη μεταλλική γεύση που αναφέρεται σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο. Οποιαδήποτε τοπική επίδραση της μετφορμίνης στην απορρόφηση της γλυκόζης στο γαστρεντερικό σωλήνα μπορεί να σχετίζεται με τις σχετικά υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο γαστρεντερικό σωλήνα σε σύγκριση με αυτές σε άλλους ιστούς. Δεν είναι γνωστό εάν η μετφορμίνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό ή τον πλακούντα στους ανθρώπους ή εάν το φάρμακο κατανέμεται στο ανθρώπινο γάλα· ωστόσο, σε θηλάζουσες αρουραίους, η μετφορμίνη κατανέμεται στο μητρικό γάλα σε επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά στο πλάσμα.
Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 3,5 φορές μεγαλύτερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, υποδεικνύοντας ότι η σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης. Μετά από μία εφάπαξ δόση 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης από του στόματος, η νεφρική κάθαρση ήταν κατά μέσο όρο 552, 491 ή 412 mL/λεπτό σε μη διαβητικούς ενήλικες, διαβητικούς ενήλικες ή υγιείς ηλικιωμένους, αντίστοιχα. Η νεφρική δυσλειτουργία οδηγεί σε αυξημένες μέγιστες συγκεντρώσεις μετφορμίνης στο πλάσμα, παρατεταμένο χρόνο για τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και μειωμένο όγκο κατανομής. Η νεφρική κάθαρση μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (όπως μετράται από μειώσεις στην κάθαρση της κρεατινίνης) και, προφανώς λόγω μειωμένης νεφρικής λειτουργίας με την ηλικία, σε ηλικιωμένους. Σε ηλικιωμένους, η μειωμένη νεφρική και πλασματική κάθαρση της μετφορμίνης οδηγεί επίσης σε αυξημένες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα· ο όγκος κατανομής παραμένει ανεπηρέαστος.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗ (12 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης με εφάπαξ δόση μετφορμίνης σε φυσιολογικά άτομα δείχνουν ότι η μετφορμίνη απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα και δεν υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό (δεν έχουν ταυτοποιηθεί μεταβολίτες σε ανθρώπους) ούτε χολική απέκκριση.
Η μετφορμίνη δεν μεταβολίζεται στο ήπαρ ή στο γαστρεντερικό σωλήνα και δεν απεκκρίνεται μέσω της χολής· δεν έχουν ταυτοποιηθεί μεταβολίτες του φαρμάκου σε ανθρώπους.
Η μετφορμίνη δεν μεταβολίζεται. Οδός Απέκκρισης: Μελέτες εφάπαξ ενδοφλέβιας χορήγησης σε φυσιολογικά άτομα αποδεικνύουν ότι η μετφορμίνη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα και δεν υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό (δεν έχουν ταυτοποιηθεί μεταβολίτες σε ανθρώπους) ούτε χολική απέκκριση. Περίπου το 90% του φαρμάκου απεκκρίνεται εντός 24 ωρών σε άτομα με υγιή νεφρική λειτουργία. Η νεφρική κάθαρση της μετφορμίνης είναι περίπου 3,5 φορές μεγαλύτερη από την κάθαρση της κρεατινίνης, υποδεικνύοντας ότι η σωληναριακή έκκριση είναι η κύρια οδός απέκκρισης της μετφορμίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Χρόνος ημίσειας ζωής: 6,2 ώρες. Διάρκεια δράσης 8-12 ώρες.
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της μετφορμίνης στο πλάσμα είναι 6,2 ώρες στο πλάσμα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης στο αίμα είναι περίπου 17,6 ώρες, υποδεικνύοντας ότι η ερυθροκυτταρική μάζα μπορεί να είναι ένα διαμέρισμα κατανομής.
Ο κύριος χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της μετφορμίνης στο πλάσμα ανέρχεται κατά μέσο όρο σε περίπου 6,2 ώρες…
Το φάρμακο κατανέμεται στους σιελογόνους αδένες με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 9 ωρών.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
9100L32L2N
ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Biguanide
Χημική Δομή [CS] - Biguanides
Η μετφορμίνη είναι ένα Biguanide.
ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗ
Biguanides [CS]· Biguanide [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α A10BA02ΣΔ τύπου 2 — Χωρίς εγκατεστημένη ΚΑ νόσο / καρδιακή ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: ρύθμιση γλυκόζης, έλεγχος συμπτωμάτων & σωματικού βάρους
Δοσολογία: Τιτλοποίηση — eGFR 60-89 έως 3000 mg, 45-60 έως 2000 mg, 30-45 έως 1000 mg, < 30 αντένδειξη · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β A10BA02ΣΔ τύπου 2 — Με αθηροσκληρωτική ΚΑ νόσο / ΚΑ ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: μείωση καρδιονεφρικού κινδύνου — ανεξάρτητα από την HbA1c
Δοσολογία: Επίτευξη γλυκαιμικού στόχου ή χορήγηση μετφορμίνης · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΙΝΣ A10BA02Ινσουλινοθεραπεία στον ΣΔ τύπου 2
- Αδυναμία επίτευξης HbA1c ≤ 7% με μη ενέσιμη αγωγή
- HbA1c > 9% + καταβολικά συμπτώματα υπό μονοθεραπεία μετφορμίνης → βασική ινσουλίνη
Δοσολογία: Βασική: ανάλογο μακράς δράσης × 1 ή NPH × 1-2 · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΙΝΣ A10BA02Ινσουλινοθεραπεία στον ΣΔ τύπου 2
- Αδυναμία επίτευξης HbA1c ≤ 7% με μη ενέσιμη αγωγή
- HbA1c > 9% + καταβολικά συμπτώματα υπό μονοθεραπεία μετφορμίνης → βασική ινσουλίνη
Δοσολογία: Επί αποτυχίας → 2η/3η γευματική δόση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΣΔ1 A10BA02ΣΔ τύπου 1
- Απόλυτη έλλειψη ενδογενούς ινσουλίνης — αναπλήρωση
Δοσολογία: — · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΠΑΙΔ A10BA02ΣΔ σε παιδιά & εφήβους
- ΣΔτ1 (> 90% του παιδικού/εφηβικού ΣΔ) ή ΣΔτ2
Δοσολογία: 500-1000 mg × 1, τιτλοποίηση, μέγιστη 1000 mg × 2 · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΚΥΗ A10BA02ΣΔ κατά την κύηση
- ΣΔ κύησης ή προϋπάρχων ΣΔ σε εγκυμοσύνη
Δοσολογία: — · Κύηση