PIMECROLIMUS
Πιμεκρόλιμους
Xρησιμοποιούνται κυρίως η μεθοτρεξάτη, η κυκλοσπορίνη-A και υδροξυουρία σε ορισμένες βαριές ανθεκτικές περιπτώσεις.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ELIDEL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Δόση έναρξης: Δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Εάν δεν υπάρχει βελτίωση μετά από 6 εβδομάδες, ή σε περίπτωση επιδείνωσης της νόσου, το Elidel θα πρέπει να διακόπτεται.
-
ΕνήλικεςΔόσηΔύο φορές την ημέραΑπλώστε ένα λεπτό στρώμα Elidel στην πάσχουσα περιοχή του δέρματος δύο φορές την ημέρα και αλείψτε το απαλά μέχρι να απορροφηθεί εντελώς. Κάθε πάσχουσα περιοχή του δέρματος θα πρέπει να υποβάλλεται σε θεραπεία με Elidel μέχρι να καθαρίσει από τις βλάβες και στη συνέχεια η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται. Το Elidel μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις δερματικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της κεφαλής και του προσώπου, του τραχήλου καθώς και παρατριμματικών περιοχών, με εξαίρεση τους βλεννογόνους. Μαλακτικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν αμέσως μετά τη χρήση του Elidel.
-
Παιδιά (2-11 ετών) και έφηβοι (12-17 ετών)ΔόσηΔύο φορές την ημέραΗ δοσολογία και ο τρόπος χορήγησης είναι ίδια όπως και για τους ενήλικες.
-
Βρέφη (3 μηνών - 23 μηνών)ΔόσηΔύο φορές την ημέραΗ δοσολογία και ο τρόπος χορήγησης είναι ίδια όπως και για τους ενήλικες.
block
SPC-ELIDEL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο πιμεκρόλιμους, σε άλλες μακρολακτάμες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
warning
SPC-ELIDEL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χρήση σε ασθενείς με ανοσοανεπάρκειαδεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται
-
Μακροπρόθεσμα αποτελέσματαάγνωστα
-
Εφαρμογή σε δυνητικά κακοήθεις ή προκαρκινωματώδεις δερματικές βλάβεςδεν πρέπει να εφαρμόζεται
-
Χρήση σε περιοχές με οξείες δερματικές ιογενείς λοιμώξειςαπλός έρπης, ανεμευλογιάδε θα πρέπει να χρησιμοποιείται
-
Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε ατοπική δερματίτιδα με κλινικά έκδηλη λοίμωξηΟι κλινικά έκδηλες λοιμώξεις στις περιοχές θεραπείας θα πρέπει να ιαθούν πλήρως πριν από την έναρξη της θεραπείας με Elidel.δεν έχει αξιολογηθεί
-
Κίνδυνος λοίμωξης από τον ιό του απλού δερματικού έρπη, ή ερπητικό έκζεμαΣε παρουσία δερματικής λοίμωξης από απλό έρπηδιακόπτεται η θεραπεία με Elidel στην περιοχή της λοίμωξης έως ότου θεραπευτεί η ιογενής λοίμωξη
-
Κίνδυνος δερματικών βακτηριακών λοιμώξεωνΟι ασθενείς με σοβαρή ατοπική δερματίτιδα μπορεί να παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο.
-
Αντιδράσεις στο σημείο εφαρμογήςήπιες και παροδικές αντιδράσεις στο σημείο της εφαρμογής, όπως αίσθημα θερμότητας ή/και αίσθημα καύσουΕάν η αντίδραση στο σημείο εφαρμογής είναι σοβαρή, τότε πρέπει να αξιολογηθεί εκ νέου η σχέση οφέλους-κινδύνου της θεραπείας.
-
Επαφή με μάτια και βλεννογόνουςΠρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε η κρέμα να μην έρθει σε επαφή με τα μάτια και τους βλεννογόνους. Αν κατά λάθος εφαρμοστεί σε αυτές τις περιοχές, η κρέμα θα πρέπει να σκουπιστεί και να καθαριστεί σε βάθος ή να ξεπλυθεί με νερό.
-
Έκθεση στον ήλιοΟι γιατροί θα πρέπει να συμβουλεύουν τους ασθενείς για τη λήψη κατάλληλων αντηλιακών μέτρων όπως ελαχιστοποίηση του χρόνου έκθεσης στον ήλιο, χρήση αντηλιακών προϊόντων και κάλυψη του δέρματος με κατάλληλα ρούχα (βλ. Δραστικότητα).
-
ΈκδοχαΤο Elidel περιέχει κητυλική αλκοόλη και στεατυλική αλκοόλη, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν τοπικές δερματικές αντιδράσεις. Το Elidel περιέχει επίσης προπυλενογλυκόλη, το οποίο μπορεί να προκαλέσει δερματικό ερεθισμό.
-
Αναστολείς της καλσινευρίνης και κίνδυνος κακοηθειώνΣε μεταμοσχευμένους ασθενείς, η παρατεταμένη συστηματική έκθεση σε έντονη ανοσοκαταστολή μετά από τη συστηματική χορήγηση αναστολέων της καλσινευρίνης έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης λεμφωμάτων και δερματικών κοκοηθειών.
-
Αναφερόμενες κακοήθειεςΈχουν αναφερθεί περιπτώσεις κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένων δερματικών και άλλων τύπων λεμφώματος και καρκίνων του δέρματος σε ασθενείς που χρησιμοποίησαν κρέμα πιμεκρόλιμους (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ωστόσο, ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα που αντιμετωπίστηκαν με το Elidel δεν βρέθηκαν να έχουν σημαντικά συστηματικά επίπεδα πιμεκρόλιμους.
-
ΛεμφαδενοπάθειαΣε κλινικές μελέτες, αναφέρθηκαν 14/1.544 (0,9%) περιπτώσεις λεμφαδενοπάθειας όταν χρησιμοποιήθηκε η κρέμα Elidel 10 mg/g. Αυτές οι περιπτώσεις λεμφαδενοπάθειας συνήθως σχετίζονται με λοιμώξεις και παρατηρήθηκε υποχώρηση με κατάλληλη θεραπεία με αντιβιοτικά.Σε ασθενείς που λαμβάνουν την κρέμα Elidel 10 mg/g και αναπτύσσουν λεμφαδενοπάθεια θα πρέπει να διερευνάται η αιτιολογία της λεμφαδενοπάθειας τους. Επί απουσίας ξεκάθαρης αιτιολογίας για την λεμφαδενοπάθεια, ή επί παρουσίας οξείας λοιμώδους μονοπυρήνωσης, θα πρέπει να διακόπτεται η κρέμα Elidel 10 mg/g. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν λεμφαδενοπάθεια θα πρέπει να ελέγχονται ώστε να εξασφαλίζεται ότι η λεμφαδενοπάθεια υποχωρεί.
-
Σύνδρομο του NethertonΛόγω της πιθανότητας αυξημένης συστηματικής απορρόφησης του πιμεκρόλιμουςτο Elidel δεν συνιστάται
-
Ερυθροδερμίαη χρήση του προϊόντος σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών δεν μπορεί να συστηθεί.
-
Χρήση κάτω από επιδέσειςΗ χρήση του Elidel κάτω από επιδέσεις δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς.Η χρήση επιδεσμικών υλικών δεν συνιστάται.
-
Σοβαρή φλεγμονή και/ή βλάβη στο δέρμαοι συστηματικές συγκεντρώσεις μπορεί να είναι υψηλότερες.
swap_horiz
SPC-ELIDEL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-ELIDEL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μολυσματική τέρμινθος
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών μορφών
- Δυσανεξία στο αλκοόλ (στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται ερυθρότητα, εξάνθημα, κάψιμο, κνησμός ή οίδημα αμέσως μετά την κατανάλωση αλκοόλ)
- Λοιμώξεις του δέρματος (θυλακίτιδες)
- Δοθιήνας
- μολυσματικό κηρίο
- απλός έρπης
- έρπης ζωστήρας
- δερματίτιδα από τον ιό του απλού έρπητα (ερπητικό έκζεμα)
- δερματικό θήλωμα
- επιδείνωση της κατάστασης
- Αλλεργικές αντιδράσεις (π.χ. εξάνθημα, κνίδωση, αγγειοοίδημα)
- διαταραχή του χρωματισμού του δέρματος (π.χ. υπόχρωση, υπέρχρωση)
- Κάψιμο στο σημείο εφαρμογής
- Αντιδράσεις στο σημείο εφαρμογής (ερεθισμός, κνησμός και ερύθημα)
- Διαταραχές στο σημείο εφαρμογής (εξάνθημα, πόνος, παραισθησία, απολέπιση, ξηρότητα, οίδημα)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΜολυσματική τέρμινθοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών μορφώνΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔυσανεξία στο αλκοόλ (στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται ερυθρότητα, εξάνθημα, κάψιμο, κνησμός ή οίδημα αμέσως μετά την κατανάλωση αλκοόλ)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις του δέρματος (θυλακίτιδες)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔοθιήνας, μολυσματικό κηρίο, απλός έρπης, έρπης ζωστήρας, δερματίτιδα από τον ιό του απλού έρπητα (ερπητικό έκζεμα), δερματικό θήλωμα και επιδείνωση της κατάστασηςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑλλεργικές αντιδράσεις (π.χ. εξάνθημα, κνίδωση, αγγειοοίδημα), διαταραχή του χρωματισμού του δέρματος (π.χ. υπόχρωση, υπέρχρωση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΚάψιμο στο σημείο εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις στο σημείο εφαρμογής (ερεθισμός, κνησμός και ερύθημα)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές στο σημείο εφαρμογής (εξάνθημα, πόνος, παραισθησία, απολέπιση, ξηρότητα, οίδημα)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-ELIDEL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Elidel σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα με χρήση της δερματικής εφαρμογής δεν υποδηλώνουν άμεση ή έμμεση δυσμενή επίδραση στην εμβρυϊκή ανάπτυξη. Μελέτες σε ζώα μετά από του στόματος χρήση έχουν δείξει τοξική επίδραση στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3). Με βάση τον ελάχιστο βαθμό απορρόφησης του πιμεκρόλιμους μετά από τοπική εφαρμογή του Elidel (βλ. παράγραφο 5.2), ο δυνητικός κίνδυνος στους ανθρώπους θεωρείται περιορισμένος.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΜελέτες της απέκκρισης στο γάλα σε ζώα μετά την τοπική εφαρμογή δεν έχουν διεξαχθεί και δεν έχει μελετηθεί η χρήση του Elidel σε γυναίκες που θηλάζουν. Δεν είναι γνωστό αν το πιμεκρόλιμους απεκκρίνεται στο γάλα μετά από τοπική εφαρμογή. Ωστόσο, με βάση την ελαχίστου βαθμού απορρόφηση του πιμεκρόλιμους μετά από τοπική εφαρμογή του Elidel, (βλ. παράγραφο 5.2), ο δυνητικός κίνδυνος στους ανθρώπους θεωρείται περιορισμένος. Οι γυναίκες που θηλάζουν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το Elidel αλλά δε θα πρέπει να εφαρμόζουν το Elidel στους μαστούς για να αποφύγουν τη ακούσια από του στόματος λήψη από το νεογέννητο.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις του πιμεκρόλιμους στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ELIDEL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ELIDEL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ELIDEL
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία με το Elidel θα πρέπει να αρχίζει από γιατρούς με εμπειρία στην διάγνωση και θεραπεία της ατοπικής δερματίτιδας. Το Elidel μπορεί να χρησιμοποιηθεί βραχύχρονα για την αντιμετώπιση των σημείων και συμπτωμάτων του ατοπικού εκζέματος και διαλειπόντως μακρόχρονα για την πρόληψη των εξάρσεων. Η θεραπεία με το Elidel πρέπει να αρχίζει με την πρώτη εμφάνιση των σημείων και συμπτωμάτων της ατοπικής δερματίτιδας. Το Elidel θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις προσβεβλημένες με ατοπική δερματίτιδα περιοχές. Το Elidel πρέπει να χρησιμοποιείται για όσο το δυνατόν βραχεία περίοδο κατά την διάρκεια της έξαρσης της νόσου. Οι ασθενείς ή τα άτομα που τους φροντίζουν πρέπει να σταματούν την χρήση του Elidel όταν τα σημεία και τα συμπτώματα υποχωρούν. Η θεραπεία θα πρέπει να είναι διαλείπουσα, βραχύχρονη και όχι συνεχόμενη. Το Elidel πρέπει να εφαρμόζεται σε λεπτό στρώμα στις προσβεβλημένες περιοχές δύο φορές ημερησίως. Δεδομένα κλινικών μελετών υποστηρίζουν τη διαλείπουσα θεραπεία με Elidel μέχρι 12 μήνες. Εάν δεν υπάρχει βελτίωση μετά από 6 εβδομάδες, ή σε περίπτωση επιδείνωσης της νόσου, το Elidel θα πρέπει να διακόπτεται. Η διάγνωση της ατοπικής δερματίτιδας πρέπει να αξιολογείται εκ νέου και να εξετάζονται επιπρόσθετες θεραπευτικές επιλογές.
Ενήλικες Απλώστε ένα λεπτό στρώμα Elidel στην πάσχουσα περιοχή του δέρματος δύο φορές την ημέρα και αλείψτε το απαλά μέχρι να απορροφηθεί εντελώς. Κάθε πάσχουσα περιοχή του δέρματος θα πρέπει να υποβάλλεται σε θεραπεία με Elidel μέχρι να καθαρίσει από τις βλάβες και στη συνέχεια η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται. Το Elidel μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις δερματικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της κεφαλής και του προσώπου, του τραχήλου καθώς και παρατριμματικών περιοχών, με εξαίρεση τους βλεννογόνους. Το Elidel δεν πρέπει να εφαρμόζεται κάτω από επιδέσεις (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Κατά τη μακροχρόνια αντιμετώπιση της ατοπικής δερματίτιδας (εκζέματος), η θεραπεία με Elidel θα πρέπει να αρχίζει μόλις πρωτοεμφανιστούν τα σημεία και τα συμπτώματα της ατοπικής δερματίτιδας ώστε να προληφθούν οι εξάρσεις της νόσου. Το Elidel θα πρέπει να χρησιμοποιείται δύο φορές την ημέρα. Μαλακτικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν αμέσως μετά τη χρήση του Elidel.
Παιδιατρικοί ασθενείς Η χρήση του Elidel σε ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 2 ετών δεν συνιστάται μέχρι να υπάρξουν νεώτερα δεδομένα. Για τα παιδιά (2-11 ετών) και τους εφήβους (12-17 ετών) η δοσολογία και ο τρόπος χορήγησης είναι ίδια όπως και για τους ενήλικες.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Η ατοπική δερματίτιδα (έκζεμα) παρατηρείται σπάνια σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. Οι κλινικές μελέτες του Elidel δεν περιέλαβαν επαρκή αριθμό ατόμων αυτής της ηλικιακής ομάδας για να καθοριστεί αν ανταποκρίνονται διαφορετικά από ότι οι νεώτεροι ασθενείς.
block
Αντενδείξεις
SPC-ELIDEL
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ELIDEL
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ELIDEL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ELIDEL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν οι αντιδράσεις στο σημείο εφαρμογής, που αναφέρθηκαν από περίπου το 19% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με το Elidel και από το 16% των ασθενών των ομάδων ελέγχου. Οι αντιδράσεις αυτές γενικά εμφανίστηκαν πρώιμα μετά την έναρξη της θεραπείας, ήταν ήπιες/μέτριας βαρύτητας και είχαν μικρή διάρκεια. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας: πολύ συχνές (1/10), συχνές ( 1/100, < 1/10), όχι συχνές (1/1.000, < 1/100), σπάνιες (1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα).
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
- Όχι συχνές: Μολυσματική τέρμινθος
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: Αναφυλακτικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών μορφών
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Σπάνιες: Δυσανεξία στο αλκοόλ (στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται ερυθρότητα, εξάνθημα, κάψιμο, κνησμός ή οίδημα αμέσως μετά την κατανάλωση αλκοόλ)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: Λοιμώξεις του δέρματος (θυλακίτιδες)
- Όχι συχνές: Δοθιήνας, μολυσματικό κηρίο, απλός έρπης, έρπης ζωστήρας, δερματίτιδα από τον ιό του απλού έρπητα (ερπητικό έκζεμα), δερματικό θήλωμα και επιδείνωση της κατάστασης
- Σπάνιες: Αλλεργικές αντιδράσεις (π.χ. εξάνθημα, κνίδωση, αγγειοοίδημα), διαταραχή του χρωματισμού του δέρματος (π.χ. υπόχρωση, υπέρχρωση)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Πολύ συχνές: Κάψιμο στο σημείο εφαρμογής
- Συχνές: Αντιδράσεις στο σημείο εφαρμογής (ερεθισμός, κνησμός και ερύθημα)
- Όχι συχνές: Διαταραχές στο σημείο εφαρμογής (εξάνθημα, πόνος, παραισθησία, απολέπιση, ξηρότητα, οίδημα)
Κατά την κυκλοφορία του φαρμάκου: Σε ασθενείς που χρησιμοποιούσαν την κρέμα πιμεκρόλιμους έχουν αναφερθεί περιπτώσεις κακοήθειας, συμπεριλαμβανομένων δερματικών και άλλων τύπων λεμφώματος και καρκίνων του δέρματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Περιπτώσεις λεμφαδενοπάθειας έχουν αναφερθεί σε χρήση μετά την κυκλοφορία και σε κλινικές δοκιμές, ωστόσο η αιτιολογική σχέση με τη θεραπεία Elidel δεν έχει αποδειχθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα.: +30 Τηλ 213 2040380/337,: Φαξ +30 210 6549585,: Ιστότοπος http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ELIDEL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Elidel σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα με χρήση της δερματικής εφαρμογής δεν υποδηλώνουν άμεση ή έμμεση δυσμενή επίδραση στην εμβρυϊκή ανάπτυξη. Μελέτες σε ζώα μετά από του στόματος χρήση έχουν δείξει τοξική επίδραση στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3). Με βάση τον ελάχιστο βαθμό απορρόφησης του πιμεκρόλιμους μετά από τοπική εφαρμογή του Elidel (βλ. παράγραφο 5.2), ο δυνητικός κίνδυνος στους ανθρώπους θεωρείται περιορισμένος. Ωστόσο, το Elidel δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Γαλουχία
Μελέτες της απέκκρισης στο γάλα σε ζώα μετά την τοπική εφαρμογή δεν έχουν διεξαχθεί και δεν έχει μελετηθεί η χρήση του Elidel σε γυναίκες που θηλάζουν. Δεν είναι γνωστό αν το πιμεκρόλιμους απεκκρίνεται στο γάλα μετά από τοπική εφαρμογή. Ωστόσο, με βάση την ελαχίστου βαθμού απορρόφηση του πιμεκρόλιμους μετά από τοπική εφαρμογή του Elidel, (βλ. παράγραφο 5.2), ο δυνητικός κίνδυνος στους ανθρώπους θεωρείται περιορισμένος. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν το Elidel χορηγείται σε γυναίκες που θηλάζουν. Οι γυναίκες που θηλάζουν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το Elidel αλλά δε θα πρέπει να εφαρμόζουν το Elidel στους μαστούς για να αποφύγουν τη ακούσια από του στόματος λήψη από το νεογέννητο.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις του πιμεκρόλιμους στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ELIDEL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Άλλα δερματολογικά σκευάσματα. Ουσίες για δερματίτιδα, εξαιρουμένων των κορτικοστεροειδών. Κωδικός ΑΤ C: D11AH02
Μηχανισμός δράσης
Το πιμεκρόλιμους είναι ένα λιπόφιλο αντιφλεγμονώδες παράγωγο του ασκομυκίνη μακρολακτάμη και εκλεκτικός κυτταρικός αναστολέας της παραγωγής και απελευθέρωσης προ-φλεγμονωδών κυτοκινών. Το πιμεκρόλιμους δεσμεύεται με μεγάλη συγγένεια με τη μακροφυλίνη-12 και αναστέλλει την εξαρτώμενη από το ασβέστιο φωσφατάση καλσινευρίνη. Ως αποτέλεσμα, αποκλείει τη σύνθεση των φλεγμονωδών κυτοκινών από τα Τ κύτταρα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το πιμεκρόλιμους παρουσιάζει υψηλή αντιφλεγμονώδη δράση σε πρότυπα δερματικών φλεγμονών σε ζώα μετά από τοπική και συστηματική εφαρμογή. Στο πρότυπο αλλεργικής δερματίτιδας εξ επαφής χοίρου, το τοπικό πιμεκρόλιμους είναι το ίδιο δραστικό με τα ισχυρά κορτικοστεροειδή. Σε αντίθεση με τα κορτικοστεροειδή, το πιμεκρόλιμους δεν προκαλεί ατροφία στο δέρμα των χοίρων και δεν επηρεάζει τα κύτταρα Langerhans στο δέρμα των μυοειδών. Το πιμεκρόλιμους δεν μειώνει την πρωτογενή ανοσιακή απάντηση ούτε επιδρά στους λεμφαδένες των μυοειδών με αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής. Το τοπικό πιμεκρόλιμους, διεισδύει παρόμοια στο δέρμα αλλά το διαπερνά πολύ λιγότερο από όσο τα κορτικοστεροειδή, υποδεικνύοντας ένα πολύ μικρό δυναμικό του πιμεκρόλιμους για συστηματική απορρόφηση. Ως συμπέρασμα, το πιμεκρόλιμους έχει εκλεκτικό για το δέρμα φαρμακολογικό προφίλ διαφορετικό από τα κορτικοστεροειδή.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Το προφίλ της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του Elidel έχει αξιολογηθεί σε περισσότερους από 2.000 ασθενείς συμπεριλαμβανομένων βρεφών (≥3 μηνών), παιδιών, εφήβων και ενηλίκων που εισήχθησαν σε μελέτες φάσης ΙΙ και ΙΙΙ. Πάνω από 1.500 από αυτούς τους ασθενείς έλαβαν θεραπεία με το Elidel και πάνω από 500 έλαβαν θεραπεία ελέγχου δηλαδή είτε έκδοχο του Elidel και/ή τοπικά κορτικοστεροειδή.
Βραχυχρόνια (οξεία) θεραπεία: Παιδιά και έφηβοι: Διενεργήθηκαν δυο μελέτες ελεγχόμενες με έκδοχο, διάρκειας 6 εβδομάδων, που συμπεριέλαβαν 403 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 17 ετών. Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία δύο φορές την ημέρα με Elidel. Τα δεδομένα και από τις δύο μελέτες αναλύθηκαν μαζί. Βρέφη: Μια παρόμοια μελέτη διάρκειας 6 εβδομάδων διενεργήθηκε με 186 ασθενείς ηλικίας 3-23 μηνών. Σε αυτές τις τρεις μελέτες διάρκειας 6 εβδομάδων, τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα ως προς τις βασικές παραμέτρους φαίνονται παρακάτω:
Παιδιά και έφηβοι Βρέφη Καταλη κτικό μση είο Κριτήρια Elidel 1% (N=267) Έκδο χο (N=136) μ -pΤι ή Elidel 1% (N=123) Έκδο χο (N=63) μ -pΤι ή *:ΣΑΕ Καθαρό ή σχεδόν καθαρό 34,8% 18,4% <0,001 54,5% 23,8% <0,001 *ΣΑΕ Βελτίωση 59,9% 33% Δεν μετρή θηκε 68% 40% Δεν μετρή θηκε μΚνησ ό :ς Απών ή ήπιος 56,6% 33,8% <0,001 72,4% 33,3% <0,001 Δ °:ΣΠΕ Συνολικά (μέση% μεταβολή) -43,6 -0,7 <0,001 -61,8 +7,35 <0,001 Δ °:ΣΠΕ Κεφαλή/Τράχηλος (μέση% μεταβολή) -61,1 +0,6 <0,001 -74,0 +31,48 <0,001
- Συνολική Αξιολόγηση Ερευνητών ° Δείκτης Σοβαρότητας Περιοχής Εκζέματος (ΔΣΠΕ): μέση% μεταβολή στα κλινικά σημεία (ερύθημα, διήθηση, εκδορά, λειχηνοποίηση) και επιφάνεια του σώματος που εμπλέκεται : Τιμή-p με βάση τις δοκιμασίες CMH που διαστρωματώνονται κατά κέντρο
- Βελτίωση= χαμηλότερη ΣΑΕ από ότι στην αρχική εκτίμηση
- Τιμή-p βασιζόμενη στο μοντέλο ANCOVA των ΔΣΠΕ στα καταληκτικά σημεία της ημέρας 43, με το κέντρο και τη θεραπεία ως παράγοντες και την αρχική κατάσταση (Ημέρα 1) ΔΣΠΕ ως συμμεταβλητή, Σημαντική βελτίωση του κνησμού παρατηρήθηκε μέσα στην πρώτη εβδομάδα θεραπείας στο 44% των παιδιών και των εφήβων καθώς και στο 70% των βρεφών. Ενήλικες: Το Elidel ήταν λιγότερο αποτελεσματικό από το 0.1% βηταμεθαζόνη βαλεριανική σε μια βραχυχρόνια θεραπεία (3 εβδομάδων) σε ενήλικες με μέτρια έως σοβαρή ατοπική δερματίτιδα.
Μακροχρόνια θεραπεία Διενεργήθηκαν δύο διπλές-τυφλές μελέτες μακροχρόνιας αντιμετώπισης της ατοπικής δερματίτιδας σε 713 παιδιά και εφήβους (2-17 ετών) και σε 251 βρέφη (3-23 μηνών). Το Elidel αξιολογήθηκε ως βασική θεραπεία. Το Elidel χρησιμοποιήθηκε μόλις εμφανίστηκαν τα πρώτα σημεία κνησμού και ερυθρότητας για να προληφθεί η έξαρση ατοπικής δερματίτιδας. Μόνο σε περίπτωση εξάρσεων σοβαρής νόσου μη ελεγχόμενης από το Elidel, άρχισε θεραπεία με κορτικοστεροειδή μέσης ισχύος. Όταν άρχισε η θεραπεία με κορτικοστεροειδή για την αντιμετώπιση των εξάρσεων, η θεραπεία με Elidel διακόπηκε. Η ομάδα ελέγχου έλαβε έκδοχο Elidel για να διατηρηθεί ο τυφλός σχεδιασμός. Και οι δύο μελέτες έδειξαν μια σημαντική μείωση της συχνότητας εμφάνισης των εξάρσεων (p<0,001) υπέρ της θεραπείας με Elidel. Η θεραπεία με Elidel παρουσίασε καλύτερη αποτελεσματικότητα όσων αφορά στις δευτερεύουσες εκτιμήσεις (Δείκτης Σοβαρότητας Περιοχής Εκζέματος, Συνολική Αξιολόγηση Ερευνητών, αξιολόγηση συμμετέχοντος). Ο κνησμός ελέγχθηκε μέσα σε μία εβδομάδα αγωγής με Elidel. Περισσότεροι ασθενείς σε θεραπεία με Elidel συμπλήρωσαν 6 μήνες [(παιδιά (61% Elidel έναντι 34% θεραπεία ελέγχου), βρέφη (70% Elidel έναντι 33% θεραπεία ελέγχου)] και 12 μήνες χωρίς εξάρσεις [(παιδιά (51% Elidel έναντι 28% θεραπεία ελέγχου), βρέφη (57% Elidel έναντι 28% θεραπεία ελέγχου)]. Το Elidel είχε σαν αποτέλεσμα μείωση της χρήσης των κορτικοστεροειδών: Περισσότεροι ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με Elidel δεν χρησιμοποίησαν κορτικοστεροειδή 12 μήνες [παιδιά(57% Elidel έναντι 32% θεραπεία ελέγχου), βρέφη (64% Elidel έναντι 35% θεραπεία ελέγχου)]. Η αποτελεσματικότητα του Elidel διατηρήθηκε με το χρόνο. Μια τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη παρόμοιου σχεδιασμού, διάρκειας 6- μηνών με παράλληλες ομάδες, ελέγχου με έκδοχο διενεργήθηκε σε 192 ενήλικες με μέσης βαρύτητας έως σοβαρή ατοπική δερματίτιδα. Τοπική θεραπεία με κορτικοστεροειδή χρησιμοποιήθηκε επί 14,2 24,2% ημέρες σε περίοδο θεραπείας 24-εβδομάδων στην ομάδα του Elidel και επί 37,2 34,6% ημέρες στην ομάδα ελέγχου (p<0,001). Συνολικά το 50,0% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με κρέμα Elidel δεν παρουσίασαν καμιά έξαρση συγκριτικά με το 24,0% των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα ελέγχου. Σε ενήλικες με μέτριας έως σοβαρής βαρύτητας ατοπική δερματίτιδα διεξήχθει μια διπλή-τυφλή μελέτη ενός έτους για να συγκρίνει το Elidel με την κρέμα τριαμσινολόνης ακετονίδιο 0,1% (για τον κορμό και τα άκρα) συν την κρέμα υδροκορτιζόνης οξεικής 1% (για το πρόσωπο, τον τράχηλο και παρατριμματικές περιοχές). Τόσο το Elidel όσο και τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιήθηκαν χωρίς περιορισμούς. Οι μισοί από τους ασθενείς στην ομάδα ελέγχου έλαβαν τοπικά κορτικοστεροειδή για περισσότερο από το 95% των ημερών της μελέτης. Το Elidel στη μακροχρόνια θεραπεία (52 εβδομάδων) σε ενήλικες με μέτρια έως σοβαρής βαρύτητας ατοπική δερματίτιδα ήταν λιγότερο αποτελεσματικό από την κρέμα τραμσινολόνης ακετονίδιο 0,1% (για τον κορμό και τα άκρα) και την κρέμα υδροκορτιζόνης οξεικής 1% (για το πρόσωπο, τον τράχηλο και παρατριμματικές περιοχές). Οι μακροχρόνιες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες είχαν διάρκεια 1 χρόνο. Υπάρχουν κλινικά δεδομένα για διάστημα μέχρι 24 μηνών για παιδιατρικούς ασθενείς. Δεν έχει μελετηθεί η συχνότητα της εφαρμογής για περισσότερο από δύο φορές ημερησίως.
Ειδικές μελέτες Οι μελέτες ανοχής έδειξαν ότι το Elidel δεν έχει παρουσιάσει δυναμικό ευαισθητοποίησης εξ επαφής, φωτοτοξικότητας ή φωτοευαισθητοποίησης, και δεν έδειξαν κανένα αθροιστικό ερεθισμό. Η δράση του Elidel στην πρόκληση ατροφίας στον άνθρωπο μελετήθηκε σε σύγκριση με τα μέσης και υψηλής ισχύος τοπικά στεροειδή (κρέμα 17 βηταμεθαζόνης βαλεριανικής, κρέμα 0,1% τριαμσινολόνης ακετονίδιο) και με το έκδοχο σε δεκαέξι υγιείς εθελοντές που έλαβαν θεραπεία για 4 εβδομάδες. Και τα δύο τοπικά κορτικοστεροειδή προκάλεσαν σημαντική μείωση του πάχους του δέρματος που μετρήθηκε με ηχογραφία, σε σύγκριση με το Elidel και το έκδοχο τα οποία δεν προκάλεσαν μείωση του πάχους του δέρματος.
Παιδιατρικός πληθυσμός Τα αποτελέσματα από σχετικές μελέτες σε βρέφη, παιδιά και εφήβους αναφέρονται ανωτέρω στην παράγραφο 5.1.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ELIDEL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Δεδομένα στα ζώα Η βιοδιαθεσιμότητα του πιμεκρόλιμους στα χοιρίδια με χορήγηση μιας δερματικής δόσης (εφαρμοζόμενη για 22 ώρες κάτω από ημι-επίδεση) ήταν 0.03%. Η ποσότητα του σχετιζόμενου με τη δραστική ουσία συστατικού στο δέρμα της περιοχής εφαρμογής (σχεδόν αποκλειστικά αναλλοίωτο πιμεκρόλιμους) παρέμεινε πρακτικά σταθερή για 10 ημέρες.
Δεδομένα στον άνθρωπο Απορρόφηση στους ενήλικες Η συστηματική έκθεση στο πιμεκρόλιμους ερευνήθηκε σε 12 ενήλικες με ατοπική δερματίτιδα οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με το Elidel δύο φορές την ημέρα για 3 εβδομάδες. Η προσβεβλημένη επιφάνεια σώματος (Body Surface Area BSA) κυμαινόταν από 15-59%. To 77,5% των συγκεντρώσεων πιμεκρόλιμους στο αίμα ήταν κάτω από 0,5 ng/ml και το 99,8% του συνόλου των δειγμάτων ήταν κάτω από 1 ng/ml. Η μέγιστη συγκέντρωση πιμεκρόλιμους στο αίμα ήταν 1,4 ng/ml σε έναν ασθενή. Σε 40 ενήλικες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία μέχρι και 1 χρόνο με το Elidel, έχοντας προσβεβλημένο το 14-62% της συνολικής επιφάνειας σώματος στην αρχή, το 98% των συγκεντρώσεων στο αίμα ήταν κάτω από 0,5 ng/ml. Μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα ίση με 0,8 ng/ml μετρήθηκε σε μόνο 2 ασθενείς κατά την 6 εβδομάδα της θεραπείας. Δεν διαπιστώθηκε αύξηση της συγκέντρωσης στο αίμα με το χρόνο σε κανένα ασθενή κατά τη διάρκεια της θεραπείας 12 εβδομάδων. Σε 8 ενήλικες ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα στους οποίους τα επίπεδα της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC) μπορούσαν να προσδιοριστούν, οι τιμές AUC (0-12h) κυμαίνονταν από 2,5 έως 11,4 ng h/ml.
Απορρόφηση στα παιδιά Η συστηματική έκθεση στο πιμεκρόλιμους ερευνήθηκε σε 58 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 3 μηνών έως 14 ετών. Η προσβεβλημένη επιφάνεια σώματος (BSA) κυμαινόταν από 10-92%. Τα παιδιά αυτά αντιμετωπίστηκαν με το Elidel δύο φορές την ημέρα για 3 εβδομάδες και πέντε από αυτά υποβλήθηκαν σε θεραπεία μέχρι και 1 χρόνο σε βάση “αναλόγως των αναγκών”. Οι συγκεντρώσεις του πιμεκρόλιμους στο αίμα παρέμειναν σταθερά χαμηλές ανεξάρτητα από την έκταση των αλλοιώσεων που υποβλήθηκαν σε θεραπεία ή από τη διάρκεια της θεραπείας. Το εύρος τους ήταν παρόμοιο με αυτό που μετρήθηκε στους ενήλικες ασθενείς. Περίπου το 60% των συγκεντρώσεων πιμεκρόλιμους στο αίμα ήταν κάτω από 0,5 ng/ml και το 97% όλων των δειγμάτων ήταν κάτω από 2 ng/ml. Η μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα που μετρήθηκε σε δύο παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 8 μηνών και 14 ετών ήταν 2,0 ng/ml. Στα βρέφη (ηλικίας 3 έως 23 μηνών), η υψηλότερη συγκέντρωση στο αίμα που μετρήθηκε σε έναν ασθενή ήταν 2,6 ng/ml. Στα 5 παιδιά που έλαβαν θεραπεία για 1 χρόνο, οι συγκεντρώσεις στο αίμα παρέμειναν σταθερά χαμηλές (η μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα ήταν 1,94 ng/ml σε 1 ασθενή). Δεν υπήρξε αύξηση στη συγκέντρωση στο αίμα με το χρόνο σε κανένα ασθενή κατά τη διάρκεια της θεραπείας 12 μηνών. Σε 8 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2-14 ετών, η AUC (0-12 h) κυμαίνονταν από 5,4 έως 18,8 ng h/ml.Οι διακυμάνσεις του AUC που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με προσβολή περιοχής <40% της συνολικής επιφάνειας σώματος στην αρχή ήταν συγκρίσιμες με αυτές σε ασθενείς με προσβολή περιοχής 40% της συνολικής επιφάνειας σώματος. Σε κλινικές φαρμακολογικές μελέτες η μέγιστη επιφάνεια σώματος που έχει θεραπευτεί ήταν 92% και μέχρι 100% στις μελέτες φάσης ΙΙΙ.
Κατανομή Ως αποτέλεσμα της εκλεκτικής δράσης του στο δέρμα, μετά από τοπική εφαρμογή, τα επίπεδα πιμεκρόλιμους στο αίμα είναι πολύ χαμηλά. Ως εκ τούτου ο μεταβολισμός του πιμεκρόλιμους δεν μπορεί να προσδιοριστεί μετά από τοπική εφαρμογή. In vitro μελέτες σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος έχουν δείξει ότι το 99,6% του πιμεκρόλιμους στο πλάσμα είναι συνδεδεμένο με τις πρωτεΐνες. Το μεγαλύτερο μέρος του πιμεκρόλιμους στο πλάσμα είναι συνδεδεμένο με διαφορετικές λιποπρωτεΐνες.
Βιομετασχηματισμός Μετά από εφ’άπαξ από του στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένου πιμεκρόλιμους σε υγιή άτομα, το αναλλοίωτο πιμεκρόλιμους ήταν το κύριο σχετιζόμενο με τη δραστική ουσία συστατικό στο αίμα και υπήρχαν διάφοροι δευτερεύοντες μεταβολίτες μέτριας πολικότητας που φάνηκε να είναι προϊόντα 0-απομεθυλίωσης και οξυγόνωσης. Δεν παρατηρήθηκε μεταβολισμός του πιμεκρόλιμους στο ανθρώπινο δέρμα in vitro.
Αποβολή Η σχετιζόμενη με το δραστικό συστατικό ραδιενέργεια απεκκρίθηκε κυρίως μέσω των κοπράνων (78,4%) και μόνο ένα μικρό ποσοστό (2,5%) ανιχνεύθηκε στα ούρα. Η συνολική μέση ανάκτηση ραδιενέργειας ήταν 80,9%. Η μητρική ουσία δεν ανιχνεύτηκε στα ούρα και λιγότερο από το 1% της ραδιενέργειας στα κόπρανα αντιστοιχούσε σε αναλλοίωτο πιμεκρόλιμους.
ΕΟΦ · 13.7
Ανοσοτροποποιητικά
expand_more
Ανοσοτροποποιητικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Pimecrolimus είναι μια χημική ουσία που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ατοπικής δερματίτιδας (έκζεμα). Η ατοπική δερματίτιδα είναι μια δερματική πάθηση που χαρακτηρίζεται από ερυθρότητα, κνησμό, απολέπιση και φλεγμονή του δέρματος. Η αιτία της ατοπικής δερματίτιδας δεν είναι γνωστή. Ωστόσο, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι μπορεί να οφείλεται στην ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος από διάφορους περιβαλλοντικούς ή συναισθηματικούς παράγοντες. Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακριβώς πώς το pimecrolimus μειώνει τις εκδηλώσεις της ατοπικής δερματίτιδας, αλλά γνωρίζουν ότι μειώνει τη δράση των Τ-κυττάρων και των μαστοκυττάρων, τα οποία αποτελούν μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος και συμβάλλουν στις αποκρίσεις του. Το pimecrolimus εμποδίζει την ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων, αναστέλλοντας τις επιδράσεις των χημικών ουσιών (κυτταροκίνες) που απελευθερώνονται από τον οργανισμό και διεγείρουν τα Τ-κύτταρα. Το pimecrolimus μειώνει επίσης την ικανότητα των μαστοκυττάρων να απελευθερώνουν χημικές ουσίες που προάγουν τη φλεγμονή.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το Pimecrolimus συνδέεται με υψηλή συγγένεια με την μακροφιλίνη-12 (FKBP-12) και αναστέλλει την ασβεστιο-εξαρτώμενη φωσφατάση, καλσινευρίνη. Ως συνέπεια, αναστέλλει την ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων, εμποδίζοντας τη μεταγραφή πρώιμων κυτταροκινών. Συγκεκριμένα, το pimecrolimus αναστέλλει σε νανομοριακές συγκεντρώσεις τη σύνθεση ιντερλευκίνης-2 και ιντερφερόνης γάμμα (τύπου Th1) και ιντερλευκίνης-4 και ιντερλευκίνης-10 (τύπου Th2) στα ανθρώπινα Τ-κύτταρα. Επίσης, το pimecrolimus εμποδίζει την απελευθέρωση φλεγμονωδών κυτταροκινών και μεσολαβητών από τα μαστοκύτταρα in vitro μετά από διέγερση από αντιγόνο/lgE.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Λόγω της χαμηλής συστηματικής απορρόφησης του pimecrolimus μετά από τοπική εφαρμογή, ο υπολογισμός τυπικών φαρμακοκινητικών μέτρων όπως AUC, Cmax, χρόνος ημιζωής κ.λπ. δεν μπορεί να γίνει αξιόπιστα.
Το 80% του φαρμάκου απεκκρίνεται στα κόπρανα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
74%-87% (in vitro, συνδεδεμένο με πρωτεΐνες πλάσματος)
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Δεν παρατηρήθηκε φαρμακευτικός μεταβολισμός στο ανθρώπινο δέρμα in vitro. Η από του στόματος χορήγηση έδωσε μεταβολίτες που παράγονται από αντιδράσεις O-απομεθυλίωσης και οξείδωσης.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών, παρεμποδίζοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη δερματικών διαταραχών ή για τη ρουτίνα φροντίδα του δέρματος.
- Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από τους διάφορους μηχανισμούς δράσης. Τα κλασικά κυτταροτοξικά ανοσοκατασταλτικά δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλα μπορεί να δρουν μέσω της ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή μέσω της αναστολής της ενεργοποίησης των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει πραγματοποιηθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΤΑΡΟΚΙΝΩΝ.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή μπλοκάρουν τη φωσφατασική δραστηριότητα της ΚΑΛΣΙΝΕΥΡΙΝΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
7KYV510875
PIMECROLIMUS
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανοσοκατασταλτικό Αναστολέας Καλσινευρίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Καλσινευρίνης
Το Pimecrolimus είναι ένα Ανοσοκατασταλτικό Αναστολέας Καλσινευρίνης. Ο μηχανισμός δράσης του pimecrolimus είναι ως Αναστολέας Καλσινευρίνης.
PIMECROLIMUS
Ανοσοκατασταλτικό Αναστολέας Καλσινευρίνης [EPC] · Αναστολείς Καλσινευρίνης [MoA]
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών, παρεμποδίζοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη δερματικών διαταραχών ή για τη ρουτίνα φροντίδα του δέρματος.
- Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από τους διάφορους μηχανισμούς δράσης. Τα κλασικά κυτταροτοξικά ανοσοκατασταλτικά δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλα μπορεί να δρουν μέσω της ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή μέσω της αναστολής της ενεργοποίησης των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει πραγματοποιηθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΤΑΡΟΚΙΝΩΝ.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή μπλοκάρουν τη φωσφατασική δραστηριότητα της ΚΑΛΣΙΝΕΥΡΙΝΗΣ.